Legislator Case Law & Legislation
1894/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on easement claim, ruling lower court correctly applied civil code provisions.

Case Number 1894/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of First Instance's decision regarding a right of way easement. The appellant argued that the lower court erred in recognizing the easement, claiming the property could be served by neighboring land and that the plaintiffs should have sought compensation rather than an easement. The court held that the lower court correctly applied the Civil Code provisions on prescriptive easements and their extinction, finding no violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1118, 1119, 1121, 1045, 974, 975, 1051, 1120, 1125, 1136 of the Civil Code; An appeal against a decision of the Court of First Instance is admissible only if substantive law is violated, the court was improperly constituted, jurisdiction was exceeded, or public trial was illegally denied, and specific grounds under Article 559 do not apply to First Instance decisions in appeal proceedings.

Keywords

AI generated
prescriptive easement right of way Civil Code provisions appeal admissibility extinction of easement substantive law violation court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 1118, 1119, 1121 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Articles 974 and 975 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Articles 1120, 1125, 1136 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1894/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μύρτσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούσουλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8536/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 39909/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 17-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1121, 1045 ΑΚ, οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα.

Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των πιο πάνω άρθρων προς τις διατάξεις των άρθρων 1120, 1125 και 1136 ΑΚ, προκύπτει περαιτέρω, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού (1120 περ.

α' ΑΚ), αποσβήνεται αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Η αδυναμία ασκήσεως της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα ή ανάγκη ασκήσεώς της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων (ΑΠ 972/2008, ΑΠ 1360/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει δημιουργηθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα του, τότε, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, ΑΠ 65/2005). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 1878/2007, ΑΠ 263/2007, ΑΠ 65/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα δουλείας διόδου στην περιγραφόμενη εδαφική λωρίδα και να απαγορευθεί στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα κάθε μελλοντική προσβολή του ανωτέρω δικαιώματός τους, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, συννομείς και συγκάτοχοι ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην περιοχή Δήμου ..., επί της οδού ... και ήδη ..., έχει εμβαδό 70 τ.μ και συνορεύει βόρεια με οικόπεδο ιδιοκτησίας ..., νότια με οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγομένου (με προγενέστερη ιδιοκτήτρια την ...), ανατολικά με οικόπεδο ...

και δυτικά με οικόπεδο συνιδιοκτησίας και της ενάγουσας. Την κυριότητά τους επί του ανωτέρω οικοπέδου απέκτησαν, όπως συνομολογείται, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα ο πρώτος ενάγων με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στις 29-1-1993 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1705 με αριθμό 152 και η δεύτερη ενάγουσα δυνάμει του ...

συμβολαίου γονικής παροχής της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 31-11-1992 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο 1695 και αριθμό 101. Ο εναγόμενος είναι κύριος του ομόρου ακινήτου, το οποίο έχει εμβαδό κατά τον τίτλο κτήσης 55 τ.μ και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 38 τ.μ, την κυριότητα δε επ αυτού απέκτησε, όπως επίσης συνομολογείται, δυνάμει του 12051/2000 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.

Καραβασίλη-Καυζομαλίδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 2062 με αριθμό 277. Τόσον οι ενάγοντες, από τότε που απέκτησαν την κυριότητα του ανωτέρω οικοπέδου τους, όσον και η δικαιοπάροχός τους ..., η οποία απέκτησε την κυριότητα του οικοπέδου αυτού δυνάμει του ....

συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 1116 με αριθμό 225 από το έτος 1979, αλλά και οι δικαιοπάροχοι της τελευταίας ..., ... και ..., για τη μετάβασή τους πεζή στο ανωτέρω οικόπεδο χρησιμοποιούσαν μια εδαφική λωρίδα, πλάτους 3 μέτρων και μήκους 5,5 μέτρων, η οποία ξεκινούσε από τη δημόσια οδό που διέρχεται από τη νότια πλευρά του οικοπέδου του "εναγομένου, εκτείνονταν κατά μήκος όλης της δυτικής πλευράς αυτού σε ευθεία γραμμή μήκους 5,5 μέτρων και κατέληγε στο οικόπεδό τους.

Η διέλευσή τους γινόταν πεζή και τακτικά, όσες φορές δηλαδή χρειαζόταν να επικοινωνούν με το ακίνητό τους με πεποίθηση ότι είναι δικαιούχοι δουλείας διόδου χωρίς να τους ενδιαφέρει αν γίνονται αντιληπτοί ή όχι από τους εκάστοτε κυρίους της εδαφικής αυτής λωρίδας. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το Εφετείο ότι οι ενάγοντες κατέστησαν δικαιούχοι πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου τους ...

με την πάροδο συνολικά είκοσι ετών από τον Οκτώβριο του έτους 1979 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 1999. Ακολούθως, δέχτηκε το ίδιο δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε ούτε ότι η άσκηση της πιο πάνω δουλείας διόδου έχει καταστεί από πραγματικούς ή νομικούς λόγους κατά τρόπο απόλυτο, οριστικό και διαρκή, αδύνατη, ούτε ότι το ακίνητο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έπαψε να είναι περίκλειστο με την ύπαρξη νομίμως συνεστημένης πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ αυτού και σε βάρος του όμορου δυτικά ακινήτου, ενώ η επικαλούμενη εκ μέρους του εναγομένου περιορισμένη οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου του (αδυναμία στάθμευσης και των δύο αυτοκινήτων του) θα δικαιολογούσε ενδεχομένως την δικαστική επιδίωξη, εκ μέρους του, τού περιορισμού της έκτασής της, δεν καθιστά όμως από μόνη της χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών καταχρηστική την άσκηση εκ μέρους των εναγόντων του σχετικού δικαιώματός τους.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις του εναγομένου και τους αντίστοιχους λόγους έφεσης περί απόσβεσης της επίδικης πραγματικής δουλείας και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, για την επιστήριξη της οποίας ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και ότι <υπάρχει η δυνατότητα εξυπηρέτησης του ακινήτου των εναγόντων διαμέσου όμορης συγγενικής ιδιοκτησίας βορειοδυτικά, το ακίνητό τους δεν είναι τυφλό και οι ενάγοντες επικαλέστηκαν χρησικτησία αντί να ζητήσουν δίοδο διαμέσου του δικού του ακινήτου, έναντι όμως ανάλογης αποζημίωσης>, δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια και είχε αναγνωρίσει τους ενάγοντες δικαιούχους της επίδικης πραγματικής δουλείας διόδου.

Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1188, 1119, 1120, 1124, 1125, 1136 και 281 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος λόγος, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, διότι κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 39909/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ