Supreme Court remands appeal for retrial due to unclear reasoning on unauthorized receipt of funds and liability under tort law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of Appeals failed to provide clear reasoning regarding whether the appellant acted with or without the respondent's authorization when receiving funds. The appellant argued that the respondent's acceptance of money without explicit instruction constituted a tort under Article 914 of the Civil Code, while the respondent contended the money was received under implied authority. The Court found the appellate decision legally flawed due to this ambiguity, which prevented a proper review of the liability issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 211, 220, 230, 231, 238, 416, 417, 719, 375 of the Civil Code; Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: A court decision lacking a legal basis or containing unclear reasoning on the existence of authorization for receiving funds constitutes grounds for appeal and requires remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1894 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1894/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννης Βρέλλος.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ραμουτσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 614/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, προϋποθέσεις για την κατ' άρθρο 914 ΑΚ δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι α) η παράνομη συμπεριφορά, β) η υπαιτιότητα, γ) η επέλευση της ζημίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 211, 220, 230, 231 και 238 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 416 και 417 ΑΚ συνάγεται ότι εάν ο οφειλέτης καταβάλει την παροχή σε τρίτον ενεργούντα ως αντιπρόσωπο του δανειστή που δεν έχει όμως την σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, η καταβολή δεν επιφέρει την απόσβεση της ενοχής, εκτός αν ο δανειστής εκ των υστέρων ενέκρινε την καταβολή αυτή.
Εντεύθεν παρέπεται ότι ο δανειστής στην περίπτωση αυτή δεν δεσμεύεται εκ της τοιαύτης καταβολής και συνεπώς δεν υφίσταται ζημία, δικαιούμενος να επιδιώξει την εκ μέρους του οφειλέτη του, είσπραξη της απαιτήσεώς του. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 914 και 375 ΠΚ συνάγεται ότι αν ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, γίνεται κύριος αυτού και έχει απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 1034 ΑΚ.
Αν, όμως, αυτός (εντολοδόχος) απέκτησε το κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα του εντολέα, τότε δεν γίνεται κύριος αυτού, μη αποδίδων δε τούτο στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αξιολόγηση από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι διάδικοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου κειμένου στο .....
και επί της συμβολής των οδών ..... και ..... . Επί του οικοπέδου αυτού ανήγειραν τετραώροφη οικοδομή. Την κατασκευή και τοποθέτηση των εξωτερικών κουφωμάτων της ως άνω οικοδομής, οι διάδικοι ανέθεσαν στην εταιρία με την επωνυμία "..... - ...... ΑΕ". Το εκτελεσθέν όμως και παραδοθέν σ' αυτούς από την ως άνω εταιρία έργο εμφάνιζε ελαττώματα.
Προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν εξαιτίας των ελαττωμάτων αυτών άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς πρωτοδικείου Ηρακλείου την με αριθμό Γ 1513/ΤΜ 254/1996 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 888/1997 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή. Κατά της παραπάνω απόφασης η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία άσκησε ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 16-02-1998 και με αριθμ.
πρωτ. 813/1998 έφεση της. Επ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 132/1999 απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε στην ενάγουσατο ποσό των 2.625.000 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και ποσό 440.397 δραχμών στον εναγόμενο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι, όταν εκδόθηκε η άνω απόφαση, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου που ήσαν σύζυγοι υπήρχαν προβλήματα στις σχέσεις τους και τελικά ο εναγόμενος αποχώρησε οριστικά από την συζυγική οικία στις 28-7-99, ήδη δε ο γάμος τους έχει λυθεί.
Λίγες ημέρες όμως πριν την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης εκ μέρους του και δη στις 15-07-1999, ο τελευταίος παρουσιάστηκε στο πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρείας "..... - ..... Α.Ε." και εισέπραξε για λογαριασμό της και του ιδίου το επιδικασθέν σε αυτήν ποσό των 2.947.337 δραχμών που αφορούσε κεφάλαιο και τόκους της με αριθμό 139/1999 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, ενώ τον Μάρτιο του 1998 είχε εισπράξει πάλι με τον ίδιο τρόπο για λογαριασμό της ενάγουσας και του ίδιου, το προσωρινά εκτελεστό μέρος της πρωτόδικης απόφασης, με αριθμό 888/1998 ποσού 2.100.000 δραχμών και συνολικά 5.047.697 δραχμές.
Την είσπραξη των άνω ποσών δεν αμφισβητεί και ο ίδιος. Εκ του άνω ποσού στην ενάγουσα είχε επιδικαστεί όπως προεκτέθηκε ποσό 2.625.000 δραχμών με τους αναλογούντες νόμιμους τόκους, ποσού 1.697.123 δραχμών, αρνούμενος να της τα αποδώσει, ιδιοποιηθείς αυτά παράνομα, παρ' ότι ανήκαν στην σύζυγό του. Ο εναγόμενος ομολογεί ότι το άνω ποσό ανέλαβε κατ' εντολή της ενάγουσας και για λογαριασμό της πλην όμως ισχυρίζεται ότι αναλώθηκε αμέσως μετά την είσπραξη του τον Μάρτιο του 1998, όσον αφορά το προσωρινά εκτελεστό και τη 15-07-1999, όσον αφορά το υπόλοιπο τελεσιδίκως επιδικασθέν ποσό, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη η οικοδομή από τις κακοτεχνίες της εργολήπτριας.
Ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται από τον εναγόμενο, γιατί αποτελεί ένσταση του άρθρου 909 ΑΚ που καταλύει την βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού που κρίθηκε μη νόμιμη και όχι της αδικοπραξίας. 'Αλλωστε, αυτός δεν αναφέρει αν στην ανάλωση αυτή συνήνεσε και η ενάγουσα. Τέλος, από την σε βάρος της αδικοπραξία, η ενάγουσα υπέστη στενοχώρια από την απώλεια της εκτεθείσας αποζημίωσής της που της επιδικάσθηκε τελεσιδίκως, δικαιούται, επομένως, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το ποσό αυτό, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, καθώς επίσης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να οριστεί σε τριακόσια ευρώ, που κρίνεται από το δικαστήριο ως εύλογο και δίκαιο. Έτσι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε καταδικασθεί ο τελευταίος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 12.985,61 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αν ο αναιρεσείων κατά την είσπραξη του επιδικασθέντος στην αναιρεσίβλητη χρηματικού ποσού ενήργησε κατ' εντολή της τελευταίας ή χωρίς την εντολή της, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης το επιδικασθέν σ' αυτή ποσό, αρνούμενος να της το αποδώσει, ιδιοποιηθείς αυτό παράνομα, υπονοώντας, δηλαδή, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε χωρίς εντολή της αναιρεσίβλητης, στην συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσείων ομολογεί ότι ενήργησε κατ' εντολήν της συζύγου του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς το τι ακριβώς δέχεται το Εφετείο σε σχέση με το προαναφερθέν κρίσιμο ζήτημα, ενώ ακόμη δεν επεξηγεί αν ο αναιρεσείων, σε περίπτωση που είχε την προς τούτο εντολή, ενήργησε ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος αυτής.
Έτσι, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω κρισίμου ζητήματος και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 (ο λόγος από τον αριθ. 1 εκτιμάται από τον αριθ. 19) ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του αναφερόμενου ως άνω δευτέρου λόγου αναίρεσης- παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων - και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 484/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ