Legislator Case Law & Legislation
1894/2007 AI generated

1894/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1894/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 1992 αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών-καθών η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4997/1998 μη οριστική, 25007/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 470/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή τους και τους από 6 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1643/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 20 Νοεμβρίου 2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 28 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1894/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα δύο αντίγραφα του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προκύπτει, ότι με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Ευσταθίου Ακριτίδη προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή ........ επιδόθηκε, στις ........., σε κάθε ένα από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2 ένα από τα παραπάνω αντίγραφα του δικογράφου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1894/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιος Πολυζωγόπουλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καθών η κλήση: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1.Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, συνεχίζοντος τη δίκη της αποβιωσάσης την 6-8-2005 αρχικής διαδίκου μητρός του ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Χατζηαποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 1992 αγωγής των ήδη αναιρεσειουσών-καθών η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4997/1998 μη οριστική, 25007/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 470/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή τους και τους από 6 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1643/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 20 Νοεμβρίου 2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι-καλούντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 28 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με την από 20.11.2006 κλήση των αναιρεσιβλήτων επαναφέρονται νομίμως προς συζήτηση η από 30.7.2003 αίτηση αναιρέσεως και οι από 6.2.2006 πρόσθετοι λόγοι των καθών η κλήση Χ1 και Χ2 μετά την έκδοση της 1643/2006 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 22.9.2006. Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως ...... και ....... των δικαστικών επιμελητών στα Πρωτοδικεία Πατρών και Θεσσαλονίκης .......... και ........., αντιστοίχως, οι ανωτέρω αναιρεσείουσες έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της. Αυτές, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της ούτε κατέθεσαν οι ίδιες ή πληρεξούσιος δικηγόρος τους δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επειδή από το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό των πρόσθετων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του οικείου δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που είχε αρχικώς οριστεί, στις οποίες δεν υπολογίζεται η ημέρα καταθέσεως και επιδόσεως και η ημέρα της συζητήσεως.

Η μη επίδοση ή η μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει μεν ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως έχει κατατεθεί (30.3.2006) τριάντα και πλέον ημέρες πριν από την αρχική ορισθείσα δικάσιμο (22-9-2006), όμως από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει έγκυρη επίδοση, εντός της ίδιας προθεσμίας, αντιγράφου του δικογράφου αυτού στους αναιρεσιβλήτους.

Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα δύο αντίγραφα του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προκύπτει, ότι με παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Ευσταθίου Ακριτίδη προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή ........ επιδόθηκε, στις ........., σε κάθε ένα από τους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2 ένα από τα παραπάνω αντίγραφα του δικογράφου.

Επίσης, από την ........... έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδόθηκε, την ίδια ημερομηνία, 16.5.2006 κατόπιν παραγγελίας του αυτού ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, και στον αναιρεσίβλητο Ψ3. Όμως, δεν γίνεται επίκληση, ούτε προσκομίζεται πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο χορηγείται από τις αναιρεσείουσες στον εν λόγω δικηγόρο Ευστάθιο Ακριτίδη σχετική πληρεξουσιότητα κι επομένως η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους είναι άκυρη (άρθρο 104 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, δεν προκύπτει καθόλου επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγω στους άλλους αναιρεσιβλήτους Ψ4 και Ψ5. Κατά συνέπεια, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Επειδή από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους, αλλά απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικώς η δίκη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και ειδικότερα όσον αφορά τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, υπό τον αριθμό 3, που αφορά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ και αναφέρεται αποκλειστικώς στην πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως.

Έτσι, ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, όταν ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας. Αν αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, η προβολή είναι παραδεκτή μόνο με λόγο της εφέσεως, το στοιχείο δε τούτο, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Εξάλλου, ο ίδιος άνω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς ή τους λόγους εφέσεως και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), που έγινε εγγράφως η προφορικώς. Εάν η ομολογία αυτή έγινε με τις προτάσεις, απαιτείται για τον ουσιαστικό έλεγχο της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας ή προσκομιδή των προτάσεων αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, κατά την εξέταση και την ουσιαστική παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, αντιστοίχως:

α) Τον προβληθέντα με την έφεση ισχυρισμό, ότι οι πράξεις νομής των ενισταμένων αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, επί της οποίας θεμελιώνονται οι γενόμενοι δεκτοί από την αναιρεσιβαλλομένη πρωτότυποι τρόποι κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων, ήτοι η τακτική και η έκτακτη χρησικτησία διενεργήθηκαν, όχι επί των ακινήτων αυτών, αλλά επί άλλου άσχετου ακινήτου.

β) Τον ουσιώδη ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου, όσον αφορά την ακυρότητα των τίτλων κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων από τον άμεσο και απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων πατέρα τους, που πηγάζει από την 344/1962 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος λόγος, κατά το άνω μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και τον απέρριψε κατ' ουσίαν δια της περί του αντιθέτου παραδοχής του, ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν τα επίδικα ακίνητα.

Ο δεύτερος λόγος, πρωτίστως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ήσαν εκκαλούσες, δεν επικαλούνται με το αναιρετήριο, ότι τον σχετικό περί δεδικασμένου ισχυρισμό είχαν προβάλλει με λόγο της εφέσεώς τους. Εξάλλου, με τον ίδιο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα περί της ανωτέρω ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τη γενόμενη με τις από 19.5.1993 πρωτόδικες προτάσεις τους δικαστική ομολογία των τελευταίων, ότι οι πράξεις νομής, που επικαλούνται, έγιναν επί άλλου ακινήτου και όχι επί των επιδίκων, την οποία, ομολογία, είχαν προσκομίσει με επίκληση οι αναιρεσείουσες ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζονται οι πιο πάνω προτάσεις, στις οποίες φέρεται ότι περιέχεται η ομολογία.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δέχθηκε, ότι απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ήταν ο Ψ6, στον οποίο ο αρχικώς, δυνάμει ταπίου, εξουσιαστής των επιδίκων ακινήτων .......

τα μεταβίβασε ατύπως κατά το έτος 1880, χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να έχουν προτείνει τον ισχυρισμό αυτόν. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η τακτική και η έκτακτη χρησικτησία, με τις οποίες αυτή δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων, επαρκώς θεμελιώνεται στην επ' αυτών χρησιδεσποτεία με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη των ίδιων των αναιρεσιβλήτων και των άμεσων δικαιοπαρόχων γονέων τους από του έτους 1940 έως και το έτος 1971, αλλά και μετά από αυτό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως αυτών υπέρ του Ο.Σ.Κ., που έλαβε χώρα μετά το τελευταίο αυτό έτος (άρθρα 1041, 1045 και 1051 ΑΚ), εντελώς δε περιγραφικώς και πλεοναστικώς το Εφετείο αναφέρθηκε και στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ψ6 και στον χρόνο και τρόπο κτήσεως από αυτόν των επιδίκων, αντλώντας τα στοιχεία αυτά από τις αποδείξεις, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία για τη συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων η προσμέτρηση στο χρόνο αυτών και του χρόνου χρησικτησίας του ανωτέρω απώτατου δικαιο-παρόχου τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.7.2003 αίτηση και τους από 6.2.2006 πρόσθετους λόγους των Χ1 και Χ2 για αναίρεση των αποφάσεων 470/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2500/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ