Legislator Case Law & Legislation
1893/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of bank's seizure claim against municipal utility company.

Case Number 1893/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed Eurobank's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting its seizure claim against the municipal water company DEUAMB. The bank argued that specific laws protecting public funds and employee salaries should not apply to municipal enterprises, while the lower court held that these protections do not extend to such entities. The court agreed with the lower court, ruling that the specific statutes cited by the bank apply only to local authorities, not municipal companies, and thus the seizure was legally permissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 982(4) of the Civil Code, Article 276(1) of the Enforcement Code, Article 4(1)(b) of Law 3068/2002, and Article 49 of Law 4257/2014; The court established that the specific protections against seizure for public funds and salaries apply strictly to local authorities (O.T.A.) and do not extend to municipal enterprises (N.P.I.D.).

Keywords

AI generated
seizure of assets municipal enterprises public funds protection employee salaries appeal dismissal civil enforcement local authority distinction

Cited Legislation

AI generated
Article 982(4) of the Civil Code
Article 276(1) of the Enforcement Code
Article 4(1)(b) of Law 3068/2002
Article 49 of Law 4257/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1893 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Γαβαλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1546/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4436/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 4436/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της υπ'αριθμ. 1546/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 30.5.2018 ανακοπής κατά δήλωσης τρίτου της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και η από 2. 8. 2021 πρόσθετη υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας, καθολικής διαδόχου της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας, παρέμβαση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ-ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, έγιναν τυπικά δεκτές και οι δύο εφέσεις, απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση της καθολικής διαδόχου της καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσείουσας), ενώ έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση της ανακόπτουσας (αναιρεσίβλητης), εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάστηκε η ανακοπή, έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η δήλωση της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, ως ανακριβής κατά τα ποσά των 132.273,32 ευρώ και 147.735,30 ευρώ, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη των απαιτήσεων της καθ'ης η κατάσχεση ΔΕΥΑΜΒ εις χείρας της καθής η ανακοπή τράπεζας- καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη-ανακόπτουσα τα παραπάνω ποσά συνολικού ύψους 280.008,62 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης(άρθρο 570 παρ. 1β ΚΠολΔ), το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση αυτής είναι πρόδηλο ως ηττημένης διαδίκου της δευτεροβάθμιας δίκης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής (ΑΠ 88/2025).

Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).

Η δήλωση του τρίτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνιστά υποχρέωσή του, που καθιερώνεται από το νόμο, προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης, η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη, σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση.

Δηλαδή, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση, τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής, καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, από ποιόν και για ποιό χρόνο.

Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη, έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής. Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου.

Αν δε, λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση, αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα, ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 1236/2021, 666/2021, 287/2020, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).

Το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 982 επ. ΚΠολΔ, είναι εκείνος ο οποίος ως προς την κατασχετέα περιουσία επέχει θέση οφειλέτη έναντι του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται η κατάσχεση, δηλαδή αυτός που δυνάμει ίδιας εξουσίας είναι κάτοχος ξένης περιουσίας και ο οποίος σε σχέση προς το κατεχόμενο από αυτόν πράγμα, δεν ταυτίζεται με τον οφειλέτη αλλά έχει νομική αυτοτέλεια και κατέχει συνήθως βάσει ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ.

μίσθωση πράγματος, έργου, παρακαταθήκη κ.τ.λ. ). Έτσι τρίτος είναι ο εντολοδόχος, ο πληρεξούσιος του οφειλέτη, ο θεματοφύλακας, ο μεσεγγυούχος, ο συμβολαιογράφος ως θεματοφύλακας, ο μεταφορέας, ο παραγγελιοδόχος, ο λήπτης χρησιδανείου, ο πράκτορας και γενικούς αυτός που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση ξένων υποθέσεων, εκτός αν είναι υπάλληλος του οφειλέτη.

Εξάλλου, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, την σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Συνεπώς, όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επιδόσεως δεδομένα. Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως, πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου (ΑΠ 1027/2002, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018).

Εξάλλου, προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου (ΑΠ 1424/2023, ΑΠ 613/2022, ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 982 του ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση... δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.

Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η εξαίρεση της περίπτωσης δ` της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού του μισθού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση, απαίτησης.

Η παραπάνω παράγραφος 3, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3714/2008 και διατηρήθηκε και με το ν. 4335/2015, αντιμετώπισε το θέμα της τύχης των απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικές παροχές, όταν η καταβολή των σχετικών ποσών γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σήμερα και συγχωνεύονται οι ακατάσχετες απαιτήσεις με το σύνολο των υπολοίπων (κατασχετών) απαιτήσεων που συναποτελούν στο δεδομένο χρονικό σημείο τη σχετική τραπεζική κατάθεση.

Δυνάμει των παραπάνω διατάξεων ορίσθηκε ότι το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, όπως αυτό προβλέφθηκε στο άρθρο 982 παρ. 2 δ` του ΚΠολΔ, διατηρείται ακόμη "και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα" (άρθρο 982 παρ. 3 εδ.

α`), με δύο ρητούς περιορισμούς, ένα ποσοτικό και ένα χρονικό (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. β`). Αφενός το ακατάσχετο ισχύει μόνο για ένα μισθό ή μία σύνταξη (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. α` "στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει ... το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης"), αφετέρου το ακατάσχετο μπορεί να διατηρηθεί μόνο για περιορισμένο "χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής" (άρθρο 982 παρ. 2 εδ.

β). Απαιτείται συνεπώς, η ανάληψη από τον λογαριασμό της τράπεζας του μισθού, της συντάξεως ή της ασφαλιστικής παροχής από τον δικαιούχο, το αργότερο την επομένη ημέρα από την κατάθεσή του. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών επεκτάθηκε και στην αντίστοιχη τραπεζική κατάθεση, όταν ο μισθός ή η σύνταξη καταβάλλονται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του εργαζόμενου, για λόγους προστασίας των εργαζόμενων, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ A 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ A 107/31.07.2017), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ενώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 1 του νόμου 1069/1980, με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), ορίστηκε ότι "1.

Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87)".

Από τις διατάξεις δε του Ν. 1069/1980 εν συνόλω συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, αν και εξοπλίζονται από το νόμο με αρμοδιότητες που προσιδιάζουν σε δημόσια αρχή (όπως π. χ. κατά τα άρθρα 11, 24, 27 του εν λόγω νόμου), είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 980/2024, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 740/2021, ΑΠ 829/2018, ΑΠ 113/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 4β του Συντάγματος "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της άνω συνταγματικής επιταγής "η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νπδδ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών.

Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του άνω εκτελεστικού νόμου 3068/2002 "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ`-ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων" (ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1001/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ)" Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο. " (παρ. 1). Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 δεν αφορά τις δημοτικές επιχειρήσεις, η προβλεπόμενη απ' αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού δεν τυγχάνει εφαρμογής στα εν λόγω ν.π.ι.δ. κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 του ΚΔΚ (πρβλ. ΑΠ 677/2021).

Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4. 6. 2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, με τίτλο "Απογραφή προσωπικού του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α` και β` βαθμού και σύσταση Ενιαίας Αρχής Πληρωμής", ορίζεται ότι "Τα Ν.Π.Δ.Δ., οι ΟΤΑ, καθώς και οι φορείς του δημοσίου τομέα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28/Α), - σ.

σ. "γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους" - υποχρεούνται να ορίζουν τραπεζικό λογαριασμό τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε εμπορική τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα, τον οποίο θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την καταβολή των αμοιβών, που εμπίπτουν στην Ε.Α.Π.

Ακόμη, υποχρεούνται να εξουσιοδοτήσουν παγίως την Ε.Α.Π. για την χρέωση του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού τους, με το ποσό των αμοιβών που καταβάλλεται στις οριζόμενες από το άρθρο 15 της παρούσας ημερομηνίες στους δικαιούχους, καθώς και με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε τρίτους (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών φορέων) ως κρατήσεις.

Μετά το πέρας κάθε διαδικασίας καταβολής από την Ε.Α.Π. το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μηδενίζεται". Οι αποδοχές των υπαλλήλων, που μισθοδοτούνται με τη διαδικασία της απόφασης αυτής καταβάλλονται στις 27 και 13 κάθε μήνα και, εφόσον συμπίπτουν με αργία, την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 15).

Σκοπός της υποχρέωσης απογραφής και ένταξης στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών των παραπάνω προσώπων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου του παραπάνω νόμου, αποτελεί τόσο η δημιουργία Κεντρικής Βάσης Δεδομένων ανθρώπινου δυναμικού, για την αξιοποίηση και διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού (στο πλαίσιο της κινητικότητας κλπ.), όσο και ο έλεγχος της μισθοδοσίας και των πρόσθετων αμοιβών των υπόχρεων σε απογραφή, για την άσκηση μισθολογικής πολιτικής από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βλ.

ΓΝΜΔ ΝΣΚ 253/2019). Με την ειδική διάταξη του άρθρου 49 Ν. 4257/2014 ορίζεται ότι "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που τηρείται από τους υπόχρεους Ο.Τ.Α.

και αποδίδονται στο προσωπικό τους μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν.

Στον ανωτέρω λογαριασμό, δύναται να κατατίθεται από τους υπόχρεους φορείς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών, αμοιβών, αποζημιώσεων και απολαβών του προσωπικού τους, το οποίο καλύπτει διάστημα έως δύο μηνών". Η διάταξη αυτή, κατά το γράμμα της εφαρμόζεται μόνο στους Ο.Τ.Α. και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση των προαναφερόμενων φορέων να ορίσουν τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο θα χρησιμοποιούν "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας (βλ.

εισαγωγικό μέρος της Κ.Υ.Α., αριθ. 13) και έχει την έννοια ότι η πληρωμή των σχετικών ποσών θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω αυτού του λογαριασμού. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 262/2024, ΑΠ 827/2021, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 403/2020).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 262/2024, ΑΠ 132/2022).

3. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τη προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση αυτής για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Η ανακόπτουσα εταιρία "ΕΡΓ.ΗΛ.Α.Τ.Ε.", (ήδη αναιρεσίβλητη), ανάδοχος του έργου "Ύδρευση Βόλου-Επέκταση και βελτίωση δικτύου ύδρευσης", άσκησε κατά του κυρίου του έργου, ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου", την υπ' αριθ.

εκθ. κατ. 1233/15-9-2009 προσφυγή-αγωγή της, η οποία με την υπ' αριθ. 510/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που κατέστη ήδη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 8/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έγινε εν μέρει δέκτη και υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει στην ανακόπτουσα για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής περικοπείσες ποσότητες έργου το ποσό των 4.028.026,46 ευρώ πλέον του αναλογούντος εργολαβικού οφέλους 28%, της νόμιμης αναθεώρησης και του Φ.Π.Α., νομιμοτόκως από την επίδοση της προσφυγής-αγωγής της ανακόπτουσας (16.9.2009) με το οριζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 4 του Π.

Δ. 166/2003 επιτόκιο υπερημερίας. Ακολούθως, η ανακόπτουσα στις 12.6.2017 επέδωσε στην προαναφερόμενη δημοτική επιχείρηση ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του εις χείρας της πρώτου απογράφου εκτελεστού της ως άνω υπ' αριθ. 510/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, άνευ επιταγής προς εκτέλεση.... Στις 16.4.2018 η ανακόπτουσα επέδωσε στην ως άνω οφειλέτριά της δημοτική επιχείρηση επικυρωμένο αντίγραφο από το επίσημο υπ' αριθ. 55/2015 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ' αριθ. 510/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας μετά της από 12.4.2018 επιταγής προς εκτέλεση, με την οποία επέτασσε την τελευταία να της καταβάλει:

α) για επιδικασθέν κεφάλαιο το χρηματικό ποσό των 6.834.890,47 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε ποσό 4.028.026,46 ευρώ ως αμοιβή της ανακόπτουσας για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της ως άνω υπ' αριθ. 510/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας περικοπείσες ποσότητες έργου, ποσό 1.127.847,41 ευρώ ως αναλογούν εργολαβικό όφελος 28%, ποσό 400.947,65 ευρώ ως νόμιμη αναθεώρηση της παραπάνω αμοιβής και ποσό 1.278.068,95 ευρώ ως αναλογούντα Φ.Π.Α., β) για τόκους υπερημερίας, που επιδικάστηκαν για το παραπάνω κεφάλαιο ποσού 6.834.890,47 ευρώ από τις 17.9.2009 (επομένη της επίδοσης της προαναφερθείσας αγωγής-προσφυγής) έως και τις 12.6.2015, το χρηματικό ποσό των 2.280.341,79 ευρώ, γ) για τέλος απογράφου το ποσό των 82.092,28 ευρώ, δ) για έξοδα αντιγράφου το ποσό των 5 ευρώ, ε) για τη σύνταξη και υπογραφή της από 12.4.2018 επιταγής και της παραγγελίας για επίδοση το ποσό των 12.400 ευρώ, και στ) για τα έξοδα επίδοσης της από 12.4.2018 επιταγής το ποσό των 43,40 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό των 9.209.772,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, εκτός των κονδυλίων των τόκων, από την επίδοση της από 12.4.2018 επιταγής προς εκτέλεση και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Κατά των παραπάνω απογράφου και επιταγής προς πληρωμή η δημοτική επιχείρηση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 17.4.2018 (αριθ. εκθ. κατ. 72/2018) ανακοπή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθ. 94/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ενώ ακολούθως κατόπιν ασκήσεως εφέσεως (εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή "ΕΡΓ.

ΗΛ.Α.Τ Ε.") και αντεφέσεως (εκ μέρους της ανακόπτουσας "Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.") κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 110/2020 απόφαση του τελευταίου με την οποία εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη και απορρίφθηκε η ανακοπή. Ακολούθως, δυνάμει του από 20.4.2018 κατασχετηρίου, που επιδόθηκε τόσο στην καθ' ης η κατάσχεση όσο και στην καθ' ης η ανακοπή στις 23.4.2018..., η ανακόπτουσα επέβαλε σε βάρος της ως άνω οφειλέτριας δημοτικής επιχείρησης, εις χείρας της ήδη καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως τρίτης (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα), αναγκαστική κατάσχεση σε κάθε χρηματικό ποσό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, από κάθε είδους λογαριασμό (καταθέσεων, όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου ή οποιοσδήποτε άλλου) που διατηρεί η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια ή ενδέχεται να διατηρήσει στο μέλλον, περιλαμβανόμενων δηλαδή τόσο των τυχόν υφιστάμενων ποσών, όσο και των μελλοντικών ποσών, καθώς και οποιοσδήποτε άλλου ποσού από οποιαδήποτε άλλη αιτία, μέχρι του ποσού των 9.209. 822,94 ευρώ, δηλαδή μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της.

Κατόπιν των ανωτέρω η καθ' ης η ανακοπή υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. Γ3689/2. 5.2018 δήλωση τρίτου, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 985 ΚΠολΔ και 24 Ν. 2915/2001, με τη ρητή επιφύλαξη κάθε σχετικού δικαιώματος της, βάσει του ελέγχου που διενεργήθηκε για τους σκοπούς της κατάσχεσης αυτής στα αρχεία της, σύμφωνα με τα τηρούμενα σε αυτά στοιχεία και τα στοιχεία που εμπεριέχονται στο προαναφερθέν κατασχετήριο, δηλώνει ότι:

Α) Επ' ονόματι του ανωτέρω οφειλέτη σας εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης, υφίσταντο κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου: 1. πενήντα πέντε ατομικοί λογαριασμοί με υπόλοιπα τα ποσά των 0,94 €, 7.900,26 €, 10.545,97 €, 4.414,86 €, 15.623,34 €, 2.166,29 €, 1.581,21 €, 4.058,58 €, 10.069,27 €, 5.672 65 €, 14.365,44 €, 15.122,15 €, 7.762,12 €, 12.495,23 €, 25.349,92 €, 3.170,70 €, 20.536,48 €, 3.236,40 €, 7.421,49 €, 4.538,43 €, 21. 304,01 €, 8. 791,09 €, 7.073,25 €, 339.825,84 €, 1.456,24 €, 981,72 €, 21.944,45 €, 5. 587,92 €, 4.012,41 €, 9. 374,14 €, 1, 58 €, 3.240,35 €, 0,91 €, 14.204,63 €, 11.587,88 €, 11.412,94 €, 11. 767,39 €, 91.320,39 €, 9.743,77 €, 1.954,78 €, 4.288.48 €, 7. 312,15 €, 14.662,92 €, 4.664,23 €, 19.359,34 €, 52.507,99 €, 40. 445,19 €, 55, 25 €, 844, 29 €, 3.248, 73 €, 7.593,54 €, 10.205,26 €, 0,32 €, 4.862,52 €, και 0,01 €, τα οποία δεσμεύθηκαν για την παρούσα κατάσχεση, 2.

Ένας ατομικός λογαριασμός με υπόλοιπο το ποσό των 844.870,88 €, εκ του οποίου το ποσό των 712.597,56 € δεσμεύθηκε για την παρούσα κατάσχεση και το υπόλοιπο ποσό των 132.273,32 € προορίζεται από το ως άνω ν. π.ι.δ. και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μηνιαίας μισθοδοσίας των υπαλλήλων του, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι ακατάσχετο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 982 παρ. 2 ΚΠολΔ, 3.

Ένας ατομικός λογαριασμός με υπόλοιπο το ποσό των 187.972,78 €, εκ του οποίου το ποσό των 40.237,48 € παραμένει δεσμευμένο λόγω προγενέστερης κατάσχεσης όπως κατωτέρω υπό Β της παρούσας αναλύεται και το υπόλοιπο ποσό των 147.735,30 € προορίζεται από το ως άνω ν. π. ι. δ. και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μηνιαίας μισθοδοσίας των υπαλλήλων του, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι ακατάσχετο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 982 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4.

πέντε ατομικοί λογαριασμοί άπαντες με μηδενικό υπόλοιπο, Β) Έχει επιβληθεί έως σήμερα άλλη κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζάς μας, ως τρίτης κατά του ως άνω οφειλέτη σας. Συγκεκριμένα από τον Ρ. Χ. του Σ., με το κοινοποιηθέν στις 26-01-2018 κατασχετήριο έγγραφό του και μέχρι του ποσού των 40.237,48 €, το οποίο έχει καλυφθεί ΟΛΙΚΩΣ από λογαριασμό του ως άνω οφειλέτη σας.

Η παρούσα δήλωση της Τράπεζας Eurobank Α. Ε. αναφέρεται και στις κατασχόμενες μελλοντικές πιστώσεις, οι οποίες θα δεσμεύονται υπέρ της ως άνω κατάσχεσης και θα σας αποδίδονται εντός των ορίων του κατασχετηρίου, μέχρι λήψεως αντιθέτου εκ μέρους σας επιστολής περί ικανοποίησης της απαιτήσεώς σας. Η παρακράτηση ή /και η απόδοση για τις μελλοντικές απαιτήσεις θα γίνεται αυτονοήτως με την επιφύλαξη των διατάξεων του νόμου, στο βαθμό που αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο προβλέπουν/επιτρέπουν μια διαφορετική αντιμετώπιση.

Για την απόδοση θα πρέπει να προσκομισθούν τα κατά νόμο απαραίτητα δικαιολογητικά. Τόπος καταβολής είναι οποιοδήποτε από τα καταστήματα της Τράπεζας ενώ για την όλη διαδικασία συμπεριλαμβανομένης της αποδόσεως, η Τράπεζα θα παρακρατεί ποσό για την κάλυψη των σχετικών εξόδων της". Πλην όμως, η παραπάνω δήλωση της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, ως προς τα σκέλη της που είναι αρνητική και προσβάλλονται με την κρινόμενη ανακοπή, ήτοι κατά το μέρος που δεν δεσμεύθηκαν υπέρ της ανακόπτουσας τα προαναφερθέντα ποσά των 132.273,32 ευρώ και 147.735,30 ευρώ, είναι ανακριβής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι κατά το χρόνο επίδοσης του από 20.4.2018 κατασχετηρίου στην καθ' ης η ανακοπή τράπεζα ως τρίτης, που έλαβε χώρα στις 23.4.2018, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη, το κύρος και το ύψος της κατασχόμενης απαίτησης, το εκ των παραπάνω χρηματικό ποσό των 132.273,32 ευρώ βρισκόταν στον υπ' αριθ. ...

τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε η καθ' ης η κατάσχεση δημοτική επιχείρηση στην καθ' ης η ανακοπή, ενώ στις 26. 4. 2018, ήτοι μετά την επιβολή της κατάσχεσης το ως άνω ποσό μεταφέρθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, δικαιούχος του οποίου τύγχανε επίσης η ως άνω δημοτική επιχείρηση. Εξάλλου, από το υπ' αριθ. πρωτ. ....2014 έγγραφο της "Δ.Ε.ΥΑ.Μ.Β." προκύπτει ότι αυτή είχε εξουσιοδοτήσει την Ενιαία Αρχή Πληρωμής και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΑΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΔΙΑΣ Α.Ε." να εντέλλονται για λογαριασμό της χρεοπιστώσεις του λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., που τηρούσε στην καθ' ης η ανακοπή τράπεζα σχετικά με την καταβολή κάθε είδους αποδοχών των υπαλλήλων και λοιπών απασχολούμενων σε αυτή, αλλά και την καταβολή χρηματικών ποσών σε τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών φορέων, ως κρατήσεις.

Περαιτέρω, αναφορικά με το σκέλος της ανακοπτόμενης δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή, ότι δεν μπορούσε να κατασχέσει τα παραπάνω ποσά των 132.273,32 ευρώ και των 147.735,30 ευρώ, που υπήρχαν στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό διότι ο εν λόγω λογαριασμός προορίζεται για τη μηνιαία μισθοδοσία των υπαλλήλων της καθ' ης η κατάσχεση δημοτικής επιχείρησης, και, συνεπώς, ήταν ακατάσχετα κατά τα άρθρα 982 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4 ν. 3068/2002, εκ των οποίων η τελευταία διάταξη εφαρμόζεται και στην εν λόγω δημοτική επιχείρηση κατ' άρθρο 273 του ΚΔΚ, ισχυρισμό, τον οποίο η καθ' ης η ανακοπή επαναφέρει με τους συναφείς τρεις και μοναδικούς λόγους της εφέσεώς της, πρέπει να λεχθεί ότι τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικώς στην οικεία νομική σκέψη, αφού από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3068/2002 προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της εκτείνεται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ και συνακόλουθα δεν εφαρμόζεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η καθ' ης η εκτέλεση δημοτική επιχείρηση.

Σε κάθε δε περίπτωση στην ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ, επί της οποίας επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα των Ο. Τ. Α. , ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται και την αιτία γέννησής τους, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα "πράγματα", αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών των ΟΤΑ από οποιαδήποτε αιτία, όπως η μισθοδοσία των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν εμπίπτουν στην έννοια των εσόδων που προορίζονται για την εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού....

Άλλωστε και σύμφωνα με το άρθρο 276 ν. 3463/2006 αλλά και το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3068/2002 η απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού αφορά το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όχι τις δημοτικές επιχειρήσεις.

Επίσης, όπως προεκτέθηκε, το γεγονός ότι η καθ' ης η κατάσχεση, όπως ήταν υποχρεωμένη λόγω της ιδιότητας της ως επιχείρησης του δημοσίου τομέα (άρθρο 14 παράγραφος 1 εδάφιο δ του Ν. 4270/2014), όρισε ήδη από το έτος 2014, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, τον παραπάνω υπ' αριθ. ...

τραπεζικό λογαριασμό ως χρησιμοποιούμενο αποκλειστικά για την καταβολή των αμοιβών των υπαλλήλων της και των κρατήσεων προς τρίτους (ασφαλιστικούς φορείς κλπ), που εμπίπτουν στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής, δεν καθιστά ακατάσχετα τα κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό ποσά, διότι ο παραπάνω προορισμός του λογαριασμού δηλώνεται για την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών με σκοπό τη διεξαγωγή της διαδικασίας των πληρωμών προς τους εργαζομένους του δημοσίου τομέα με την παροχή της σχετικής εξουσιοδότησης στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών και η δήλωση αυτή του εργοδότη φορέα του δημοσίου τομέα δεν συνεπάγεται αυτόματα και το ακατάσχετο των δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών.

Ακόμα, η ειδική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4257/2014, με την οποία ορίζεται ότι οι πάσης φύσης αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, που τηρείται από τους υπόχρεους ΟΤΑ και αποδίδονται στο προσωπικό μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή να κατασχεθούν, εφαρμόζεται κατά το γράμμα της μόνο στους ΟΤΑ και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις, όπως είναι η καθ' ης η κατάσχεση.

Επίσης η διάταξη του άρθρου 982 παράγραφος 2 εδάφιο δ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 982 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι ακατάσχετες οι απαιτήσεις για καταβολή μισθών ή ασφαλιστικών παροχών, ακόμα και αν η καταβολή τους γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε τραπεζικό ίδρυμα, έχει σκοπό την προστασία του εργαζομένου και την εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων για το βιοπορισμό του ίδιου και της οικογένειάς του και ως εκ τούτου εφαρμόζεται όταν η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του εργαζομένου ως οφειλέτη, και όχι όταν επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος του εργοδότη ως δικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, ακόμα και αν αυτός χρησιμοποιεί τα κατατεθειμένα σε αυτόν χρήματα για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του.

Επομένως, βάσει των ανωτέρω, η ανακοπτόμενη δήλωση της καθ' ης η ανακοπή ότι τα ποσά των 132.273,32 ευρώ και των 147.735,30 ευρώ, είναι ακατάσχετα, τυγχάνει ανακριβής και ως εκ τούτου ακυρωτέα ως προς τα ως άνω χρηματικά ποσά, η δε καθ' ης η ανακοπή είναι οφειλέτρια της καθ' ης η κατάσχεση και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ανακόπτουσα το συνολικό ποσό των 280.008.62 ευρώ με το νόμιμο τόκο, από την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ.

ι ΚΠολΔ, ήτοι από 3.5.2018. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερόμενων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ως νόμω αβάσιμα τα αιτήματα της κρινόμενης ανακοπής περί ακύρωσης της προσβαλλόμενης δήλωσης της καθ' ης τράπεζας κατά το αρνητικό της σκέλος και περί καταβολής τόκων επί των κατασχεμένων χρηματικών ποσών των 132.273,32 ευρώ και 147.735,30 ευρώ, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ως προς τα συγκεκριμένα κεφάλαια και πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της (για την ύπαρξη ενιαίου τίτλου εκτέλεσης), ήτοι ως προς τα άνω κεφάλαια κατά τα οποία έσφαλε, αλλά και ως προς εκείνα που δεν έσφαλε, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης της ανακόπτουσας, ενώ πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η έφεση της καθ' ης η ανακοπή.... ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ, 76 ΚΔΚ, 4 παρ. 1 Ν. 3068/2002 και 49 του Ν. 4257/2014, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με το ένδικο κατασχετήριο η αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα, επισπεύδουσα την εκτέλεση, επέβαλε σε βάρος της ως άνω οφειλέτριας της καθ' ης η εκτέλεση ήτοι της δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑΜΒ), εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση σε κάθε χρηματικό ποσό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, από κάθε είδους λογαριασμό (καταθέσεων, όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου ή οποιοσδήποτε άλλου) που διατηρεί η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια ή ενδέχεται να διατηρήσει στο μέλλον, περιλαμβανόμενων δηλαδή τόσο των τυχόν υφιστάμενων ποσών, όσο και των μελλοντικών ποσών, καθώς και οποιοσδήποτε άλλου ποσού από οποιαδήποτε άλλη αιτία, μέχρι του ποσού των 9.209.822,94 ευρώ, τα χρηματικά δε ποσά που ανευρέθησαν στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό που διατηρούσε η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια στην καθ'ης η ανακοπή τράπεζα, η τελευταία όφειλε να τα δεσμεύσει, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, δεν εμπίπτουν στα ακατάσχετα και συνεπώς η δήλωση της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης περί ακατάσχετης τραπεζικής κατάθεσης του καθ'ου η εκτέλεση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι ανακριβής κατά το μέρος που δεν δεσμεύθηκαν υπέρ της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας τα προαναφερθέντα ποσά των 132.273,32 ευρώ και 147.735,30 ευρώ.

Ειδικότερα διότι α)η διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ εφαρμόζεται όταν η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του εργαζομένου, ως οφειλέτη, και όχι όταν επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος του εργοδότη, ως δικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, όπως εν προκειμένω, ακόμα και αν αυτός χρησιμοποιεί τα κατατεθειμένα σε αυτόν χρήματα για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του, β) η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 δεν αναφέρεται στις δημοτικές επιχειρήσεις που είναι Ν.

Π. Ι. Δ. και, συνεπώς, η προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων, που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, δεν εφαρμόζεται στα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ., όπως η Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 του ΚΔΚ και γ) η ειδική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4257/2014, με την οποία ορίζεται ότι οι πάσης φύσης αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, που τηρείται από τους υπόχρεους ΟΤΑ και αποδίδονται στο προσωπικό μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή να κατασχεθούν, εφαρμόζεται κατά το γράμμα της μόνο στους ΟΤΑ και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις, όπως είναι η καθ' ης η κατάσχεση, σε κάθε δε περίπτωση η υποχρέωση της καθ'ης η κατάσχεση δημοτικής επιχείρησης (ΔΕΥΑΜΒ) να ορίσει τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους θα χρησιμοποιεί "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας και ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και το ακατάσχετο των δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 982 παρ. 4 ΚΠολΔ, 276 παρ. 1 ΚΔΚ, 4 παρ. 1 εδ. β ν. 3068/2002 και 49 ν. 4257/2014, είναι αβάσιμος. 4. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 30-9-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4436/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 30-9-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ` αριθ. 4436/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης