Supreme Court partially allows appeal against insurance liability verdict regarding traffic accident fault allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance verdict concerning liability for a traffic accident. The appellant argued that the lower court erred in assigning sole fault to the vehicle owner while excluding the driver's contributory negligence. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the driver's potential liability and ordered the case to be retried on this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591 et seq., 614 para. 6 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's assessment of facts or legal reasoning is flawed, necessitating a retrial of the contested portion while leaving the remainder of the judgment in force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1893/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Χ. «Ο. και δ.τ. «E. C. R. Ο.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-10-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I. Α. Α.", που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-6-2014 και 30-12-2014 αγωγές προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με τις από 10-9-2014 (αρ. εκθ. καταθ. …παρεμπίπτουσες αγωγές και την από 11-3-2015 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση -παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 11-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. ... τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε σχέση με το ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 29-3-2014 στη χιλιομετρική θέση 531,100 της Εγνατίας Οδού, ασκήθηκαν τα ακόλουθα δικόγραφα:
α) η από 30-12-2014 (αριθμ. κατ. …/2015) κύρια αγωγή της Ε. συζύγου Ι. Π. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο υιός της Θ. Π., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ….ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα πρώτης εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας), το οποίο είχε μισθώσει από αυτή και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "I.
Α. Α.Ε.Γ.Α", (ήδη αναιρεσίβλητη), εξετράπη της πορείας του, λόγω θραύσης του ελαστικού του οπίσθιου δεξιού τροχού, το οποίο παρουσίαζε τις αναφερόμενες στην αγωγή ελλείψεις, οι οποίες οφείλονταν στην πλημμελή συντήρηση του ανωτέρου αυτοκινήτου, από την πρώτη εναγόμενη ιδιοκτήτρια και ότι από αποκλειστική υπαιτιότητά αυτής, προκλήθηκε το ένδικο ατύχημα εξαιτίας του οποίου η ενάγουσα η οποία ήταν επιβάτιδα στο ανωτέρω όχημα τραυματίστηκε.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να υποχρεωθούν, οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. β) η από 27-6-2014 (αριθμ.
κατ….), κύρια αγωγή, των εναγόντων Ε. σύζ. Ι. Π., Ι. Π., Γ. Π., Ι. Π. του Θ. και Ε. Π. (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη), κατά των ιδίων εναγομένων, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι στο ως άνω τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα κατά τις ανωτέρω συνθήκες, οφειλόμενο στην αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης εταιρείας ιδιοκτήτριας του με αριθμ.
κυκλ. …ΙΧΕ αυτοκινήτου (ήδη αναιρεσείουσας), το οποίο οδηγούσε ο τέταρτος ενάγων, ήταν δε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αανιρεσίβλητη), τραυματίστηκε θανάσιμα η επιβαίνουσα ως συνοδηγός στο άνω όχημα Μ. Χ., μητέρα της πρώτης ενάγουσας, πεθερά του δεύτερου ενάγοντος, γιαγιά της τρίτης ενάγουσας και προγιαγιά των ανηλίκων τέκνων, εκπροσωπουμένων από τους γονείς τους.
Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από τον θάνατο της ως άνω οικείου τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, γ) η από 10-9-2014 (αριθμ.
κατ. …/ 26-2-2015) παρεμπίπτουσα αγωγή, της δεύτερης εναγόμενης της από 30-12-2014 κύριας αγωγής, ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "I. Α. Α.Ε.Γ.Α", με την οποία επικαλούμενη την καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης για τις έναντι τρίτων ζημίες από την κυκλοφορία του ως άνω με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, και ισχυριζόμενη ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην υπαίτια και πλημμελή συντήρηση του ασφαλισμένου από αυτή οχήματος και δη στην παλαιότητα και κακή κατάσταση του οπίσθιου δεξιού τροχού του αυτοκινήτου και ότι ως εκ τούτου υπαίτια του επίδικου ατυχήματος είναι η ιδιοκτήτρια του ως άνω αυτοκινήτου και ήδη αναιρεσείουσα, διότι ενήργησε αντισυμβατικά και ενάντια στην καλή πίστη κατ' άρθρο 288 ΑΚ, που διέπει την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, με συνέπεια λόγω της μη καλόπιστης τήρησης των όρων της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, να συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ασφαλιστικής της ευθύνης, ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της στην από 30-12-2014 κύρια αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη (κυρία του ζημιογόνου οχήματος), υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως, κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, της από 30-12-2014 κύριας αγωγής, δ) η από 10-9-2014 με (αρ.κατ….) παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγόμενης της από 27-6-2014 κύριας αγωγής, ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης), στρεφόμενη κατά της συνεναγομένης της στην ανωτέρω κύρια αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα), κυρίας του επιδίκου οχήματος, με την οποία, για την ως άνω ίδια αιτία, ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της, να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως, κάθε ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες της από 27-6-2014 κύριας αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω (κύριες και παρεμπίπτουσες) αγωγές με την …οριστική απόφασή του, έκρινε την ιδιοκτήτρια - εκμισθώτρια του ζημιογόνου οχήματος, ήδη αναιρεσείουσα, αποκλειστικά υπαίτια του επίδικου ατυχήματος, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσία τις κύριες αγωγές (την πρώτη εξ αυτών αγωγή, μόνο κατά της εις ολόκληρον υπόχρεης δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, και ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ την απέρριψε λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα), συνακόλουθα δε απέρριψε και την από 10-9-2014 με (αριθμ.
κατ….) παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία, την από 10-9-2014 με αριθμ. κατ. …παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 21-3-2018 (αριθμ. κατ….) έφεση, της πρώτης κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) και β) η από 24-7-2017 έφεση της δεύτερης κυρίως εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης).
Επ' αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και, η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσία, ενώ η έφεση της αναιρεσίβλητης, έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία μετ' εξαφάνιση δε της εκκαλουμένης απόφασης, έγινε δεκτή η με αριθ, κατ…..
παρεμπίπτουσα αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά το άρθρο 2 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχήματος αστικής ευθύνης", "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Περαιτέρω, η σύμβαση ασφαλίσεως από αυτοκινητικό ατύχημα αποτελεί ιδιόρρυθμη αμφοτεροβαρή σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, η οποία δεν επαφίεται στην βούληση των μερών, αλλά είναι υποχρεωτική από το νόμο, καθόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, διέπονται αποκλειστικώς από τον (κωδικοποιημένο με το π.δ. 327/1976, Ν.489/1976, ΑΠ 165/2021, ΑΠ 544/2020, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 56/2012).
Επίσης, στην ανωτέρω υποχρεωτική σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, εφαρμόζονται εκτός από τον ανωτέρω νόμο 489/1976, όπως ισχύει κωδικοποιημένος με το π.δ 237/1986 και ο ασφαλιστικός νόμος 2497/1997, καθώς και οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, μόνον όμως στις περιπτώσεις στις οποίες λείπει ειδική ρύθμιση στο συγκεκριμένο κάθε φορά θέμα στον Ν.489/1976,καθόσον αυτός σε σχέση με το Ν.2496/1997 και τον ΑΚ, τελεί σε σχέση ειδικού προς γενικό νόμο, και συνεπώς σε συγκεκριμένο θέμα επικρατεί η ειδική ρύθμιση του Ν. 498/1976 (ΑΠ 165/2021, ΑΠ 86/2019, ΑΠ 744/2019).
Ως εξαιρέσεις από τη σύμβαση ασφαλίσεως της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης των κυρίου, κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου από την οδική κυκλοφορία του, νοούνται όλες εκείνες οι περιπτώσεις, υπό την συνδρομή των οποίων, ο ασφαλιστής (επί εγκύρου συμβάσεως ασφαλίσεως), δεν έχει υποχρέωση κάλυψης των ασφαλιζομένων προσώπων (λήπτη της ασφάλισης, κυρίου, κατόχου και οδηγού).
Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 3557/ 2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμ. Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795, τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), η οποία αφορούσε στην υποχρεωτική σύμβαση ασφαλίσεως της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης των κυρίου, κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου από την κυκλοφορία του επί της οδού, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β' στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει ότι: 1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, Φ.Ε.Κ. 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.
Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη, κατ' άρθρο 6β' παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος (ΑΠ 379/2021, ΑΠ 323/2020, ΑΠ 1656/2018, ΑΠ 474/2017). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν παρέχεται πλέον στον ασφαλιστή η δυνατότητα να συμφωνήσει και άλλους λόγους εξαίρεσης πέραν των ανωτέρω τριών νομοθετικά προβλεπόμενων και αν τυχόν προβεί σε μία τέτοια ενέργεια τότε αυτή η επιπρόσθετη εξαίρεση θα είναι άκυρη.
Επομένως, οι ανωτέρω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή ορίζονται ρητά και περιοριστικά στο νόμο, δεν είναι συμβατικής φύσεως αλλά κανόνας αναγκαστικού δικαίου και έτσι δεν επιτρέπεται να αποκλειστούν με συμφωνία των μερών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, ΑΠ 379/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1673/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στις 29-3-2014 και περί ώρα 13.45 το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης της πρώτης κύριας αγωγής εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων (ήδη αναιρεσείουσας), οδηγούμενο από τον…. , στον οποίο αυτή το είχε εκμισθώσει, ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), εκινείτο στην Εγνατία οδό Κήπων -Ηγουμενίτσας στο ύψος της χ/θ 531,1 με κατεύθυνση από Α/Ν Ιάσμου προς Α/Κ Βαφέικων, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική ταχύτητα.
Η ανωτέρω οδός είναι μονόδρομος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτος οδοστρώματος 7,6μ., ευθεία, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας προσδιοριζόταν σε 130χ/ω. Ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα ήταν καλή, δεν περιοριζόταν, ενώ η κυκλοφορία οχημάτων ήταν πυκνή. Στην χ/θ 531,1 της άνω οδού, λόγω φθοράς και κακής συντήρησης του οπίσθιου δεξιού ελαστικού, το οποίο ήταν κατασκευασμένο την 1η εβδομάδα του έτους 1998,?διαρρήχθη (κλατάρισε) αυτό με αποτέλεσμα την απώλεια πρόσφυσης του εν λόγω τροχού επί του οδοστρώματος και την απώλεια του ελέγχου του οχήματος με συνέπεια την πρόσκρουση στο διαχωριστικό τσιμεντένιο τοιχίο και την ανατροπή εντός του οδοστρώματος με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Θ.
Π. και της Ε. Π., τον θανάσιμο τραυματισμό της Μ. Χ. και τον ελαφρύ τραυματισμό του Ι. Π. (βλ. την από 2- 4-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι πραγματογνώμονες Τ. Δ. και Κ. Ε., το πόρισμα της οποίας δεν ανατράπηκε αιτιολογημένα και πειστικά από κανένα άλλο προσκομιζόμενο αποδεικτικό στοιχείο). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτια του επίδικου ατυχήματος είναι η πρώτη εναγομένη των κυρίων αγωγών εταιρεία, η οποία, παρέλειψε να επιθεωρήσει το όχημά της και να διαπιστώσει την ακαταλληλότητα του οπίσθιου δεξιού ελαστικού του, δεν διέβλεψε τη φθορά και κακή συντήρηση αυτού ώστε να αποτρέψει την θραύση (κλατάρισμά) του κατά την κίνηση του αυτοκινήτου.
Το ανωτέρω ελαστικό εμφάνιζε ρωγμές από ηλίαση, ίχνη ψωρίασης και οξείδωσης στο εσωτερικό με αποτέλεσμα να αποκολληθεί το σύνολο του πέλματός του, να αποκαλυφθεί η εσωτερική ενίσχυση (λινά) και να δημιουργηθεί ευμεγέθης τρύπα. Η ανωτέρω εξαιρετικά κακή κατάσταση του πίσω δεξιού τροχού οφείλεται σε πλημμελέστατη συντήρηση του οχήματος της έκτης εφεσίβλητης και εκκαλούσας αντίστοιχα εταιρείας (μη αλλαγή ελαστικών κατά τις οδηγίες του κατασκευαστή), τέτοια την οποία ένας οποιοσδήποτε μέσος και συνετός αντισυμβαλλόμενος θα είχε προνοήσει να αποφύγει, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα τακτικού ελέγχου και συντήρησης των ελαστικών του οχήματος του, ώστε να εκλείψει το ενδεχόμενο αυτό.
Συντρέχουσα υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, που να συνετέλεσε στο επελθόν ατύχημα, δεν διαπιστώθηκε καθώς ο οδηγός αυτός αιφνιδιάσθηκε και δεν πρόλαβε να εκτελέσει οιονδήποτε ελιγμό. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι όπως συνάγεται από τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεων που υπέστη η ενάγουσα, η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει τον τραυματισμό της, δεδομένου ότι ακόμη κι αν η παραπάνω ενάγουσα έκανε χρήση ζώνης ασφαλείας, αυτή δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει τον τραυματισμό της, ο οποίος οπωσδήποτε θα επερχόταν εξαιτίας της σφοδρής πρόσκρουσης που δέχθηκε το όχημα.
Επίσης, η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν θα ήταν ικανή να αποτρέψει τον τραυματισμό ούτε του ανήλικου Ι. Π. εξαιτίας της σφοδρής πρόσκρουσης που δέχθηκε το όχημα, ενώ, η θανούσα Μ. Χ. έφερε κατά τον χρόνο του ατυχήματος τη ζώνη ασφαλείας δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την από 29-2-2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος η χρήση ζώνης διαπιστώθηκε για τη θανούσα.
Εξάλλου, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, ο οποίος επαναφέρεται και με αντίστοιχο λόγο που περιλαμβάνει στο δικόγραφο της ανωτέρω ένδικης έφεσης, ότι ως ιδιοκτήτης και όχι κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 πρέπει να περιοριστεί η ευθύνη της προς αποζημίωση της ενάγουσας στην αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς όπως αποδείχθηκε αυτή εκμίσθωσε το αυτοκίνητο στον οδηγό για το σκοπό χρήσεως αυτού από το μισθωτή, και επομένως, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, κάτοχος του αυτοκινήτου υπό την ως άνω έννοια εξακολουθεί να παραμένει η εκμισθώτρια πρώτη εναγόμενη εταιρία και κατά το χρόνο που χρησιμοποιείται το αυτοκίνητο αυτό από το μισθωτή οδηγό.
Επίσης, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη φθορά και πλημμελή συντήρηση του οπίσθιου δεξιού τροχού, συνεπεία των οποίων αυτός διερράγη (κλατάρισε), την οποία συντήρηση ο μέσος και συνετός αντισυμβαλλόμενος θα είχε προνοήσει για το αυτοκίνητό του. Ο βαθμός μάλιστα της φθοράς και της παλαιότητας του ανωτέρω ελαστικού καταδεικνύει την κατάφορη παραβίαση της απορρέουσας από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, πρόσθετης παρεπόμενης υποχρέωσης προστασίας της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων αποφυγής της ζημίας της, με την αντικατάσταση εν προκειμένω των φθαρμένων μερών του αυτοκινήτου, από την έκτη εφεσίβλητη.
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ό,τι η τελευταία υποχρεωθεί να καταβάλει τόσο στην ενάγουσα της πρώτης κύριας αγωγής όσο και στους ενάγοντες της παραπάνω δεύτερης κύριας αγωγής, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από της πραγματικής καταβολής στους ανωτέρω ενάγοντες μέχρις εξοφλήσεως.
Ο δε ισχυρισμός που προέβαλε η παρεμπιπτόντως εναγόμενη με τις νομότυπα υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της, ο οποίος επαναφέρεται και στο παρόν δικαστήριο με αντίστοιχο λόγο της έφεσης που άσκησε η ίδια περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, διότι πουθενά στη επίδικη σύμβαση δεν αναφέρεται λόγος περί απαλλαγής του ασφαλιστή λόγω του άρθρου 288 ΑΚ και ούτε συντρέχει κάποια περίπτωση απαλλαγής του ασφαλιστή εκ του νόμου οριζόμενη είναι μη νόμιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Ειδικότερα, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική κατά- την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και, συνεπώς, απαγορευμένη, επειδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, απαιτείται αφενός μεν η επί μακράν, αδράνεια του δικαιούχου, αφετέρου δε συνδρομή και άλλων περιστατικών ή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχόμενων από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, από τις οποίες, ενόψει και της αδράνειας του τελευταίου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση της μη ασκήσεως του δικαιώματος στο μέλλον, οπότε η μεταγενέστερη άσκησή του, ως τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα, και που η ανατροπή της συνεπάγεται βαριές συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται προφανώς στις αρχές του παραπάνω άρθρου (ΟλΑΠ 1/1997 Δνη 38, 534, ΕφΙωαν 295/2007 Αρμ 2008, 563, ΠΠρΘεσ 24803/2005 Αρμ 2006, 1574).
Στην προκειμένη, περίπτωση, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται ο ισχυρισμός, και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την ανωτέρω έννοια, την άσκηση του δικαιώματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας. Τούτο διότι, δεν επικαλείται η εναγόμενη περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες από τη συμπεριφορά της ενάγουσας, από τις οποίες, ενόψει και της αδράνειας της τελευταίας, να δημιουργήθηκε ευλόγως σε αυτή η πεποίθηση της μη ασκήσεως του δικαιώματος στο μέλλον, οπότε η μεταγενέστερη άσκησή του, ως τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα, και που η ανατροπή της συνεπάγεται βαριές συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται προφανώς στις αρχές του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια για τα προαναφερόμενα νομικά ζητήματα, όπως και αξιολόγησε όμοια τις εισφερόμενες αποδείξεις και δέχθηκε τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν έσφαλε και θα πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης που άσκησε η εταιρεία με την επωνυμία "Α. Χ.
Ο..Ε.." και τον διακριτικό τίτλο "E. C. Ο..Ε..", να απορριφθούν ως αβάσιμοι και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της. Το ανωτέρω όμως Δικαστήριο, κρίνοντας ότι πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αρ. κατάθ. ... παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως της, διότι η ως άνω εταιρεία δεν υφίστατο κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής (22-1-2015 η ημερομηνία επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής) αφού ήδη είχε ήδη τροποποιηθεί σε ομόρρυθμη εταιρία και συνεπώς η εν λόγω ετερόρρυθμη εταιρεία είχε παύσει να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δεν μπορούσε να εναχθεί, δεδομένου ότι η τροποποίηση καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) την 29-10-2014, δηλαδή πριν από το χρόνο επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, έσφαλε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτη η ταυτότητα του νομικού προσώπου της παλαιός εταιρείας, η δε μεταβολή συνίσταται μόνο στην αλλαγή του ενδύματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου με τις εντεύθεν επερχόμενες μεταλλαγές ως προς την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του, ήτοι δεν καταλύεται η παλαιό νομική προσωπικότητα και δημιουργείται νέα, αλλά απλώς συνεχίζεται η παλαιό εταιρεία με διαφορετική μορφή, οι δε εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται υπό τη νέα μορφή του, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βίαια διακοπή τυχόν ?εκκρεμών δικών, και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, ενώ το ίδιο ισχύει και για την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Επίσης, ισχύει ο κανόνας ότι η εσφαλμένη εγγραφή στο δικόγραφο του εταιρικού τύπου δεν δημιουργεί δικονομική ακυρότητα ή αοριστία, ώστε η εσφαλμένη και εν προκειμένω αναγραφή της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ως ετερόρρυθμης εταιρείας και όχι ως ομόρρυθμης στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής να μην έχει έννομη επιρροή, δεκτού γενομένου του λόγου της έφεσης με τον οποίο η παρεμπιπτόντως ενάγουσα παραπονείται για την απόρριψη της με αρ.
κατάθ. ... παρεμπίπτουσας αγωγής, ως απαράδεκτης ως προς την πρώτη εναγομένη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Εφετείο, αφού έκρινε ότι υπαίτια για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό της Μ. Χ. και της Ε. Π., ήταν η ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "… ΟΕ", ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος, λόγω της πλημμελούς συντήρησης του οχήματός της, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την έφεση της τελευταίας και, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης) εξαφάνισε, την εκκληθείσα υπ' αριθμ.
….οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε στην απόρριψη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της δεύτερης από 10-9-2014 και με αριθμ. κατ.... παρεμπίπτουσας αγωγής, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη κάθε ποσό πλέον τόκων, που αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα της με αριθμ.κατ….
κύριας αγωγής. Κρίνοντας έτσι όμως το Εφετείο και δεχόμενο ως κατ' ουσία βάσιμες τις ανωτέρω παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με τις οποίες ζητούσε να εξαιρεθεί από την ασφαλιστική της κάλυψη το επίδικο ατύχημα, για το λόγο ότι η ασφαλισμένη της και ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος ήδη αναιρεσείουσα, από υπαιτιότητά της συντηρούσε πλημμελώς το ασφαλισμένο από αυτή όχημα, ενεργώντας έτσι αντισυμβατικά και ενάντια στην αρχή της καλής πίστης κατά το άρθρο 288 ΑΚ, που διέπει την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, παραβίασε τις ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6β του Ν.489/1976, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε και έτσι υπέπεσε, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, η διεύρυνση των εξαιρέσεων της ασφαλιστικής κάλυψης με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 288 ΑΚ, δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, καθώς οι εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, καθορίζονται ρητά και περιοριστικά από το άρθρο 6β του π.δ.237/1986 (Ν.489/1976), δεν είναι συμβατικής φύσεως, αλλά κανόνας αναγκαστικού δικαίου και κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ίδια και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβάσεως των ως άνω διατάξεων είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1186/2023, ΑΠ 1215/2023, ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε ως αποδεικτικά μέσα τα έγγραφα που αυτή (αναιρεσείουσα), επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και ήταν κρίσιμα για τον ισχυρισμό της ότι τα ελαστικά του επίδικου αυτοκινήτου, ήταν σε άριστη κατάσταση και συγκεκριμένα:
α) το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής του καταστήματος ελαστικών "Χ. Κ.. Τ.", β) την με αριθμ. ... δήλωση ακινησίας αυτοκινήτου προς την Δ.Ο.Υ. Αλεξανρούπολης, γ) το από 1-7-2013 έντυπο πληρωμής τελών κυκλοφορίας, δ) το από 10-1-2014 Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου και ε) την από 14-2-2014 καρτέλα επιθεώρησης του τεχνικού Β.
Τ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελίδα 13 αυτής), ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας - ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έλαβε υπόψη και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος της υπό κρίση αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).Στην προκείμενη περίπτωση, με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, για να καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα στην ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια του ζημιογόνου οχήματος, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Χ. Ο..Ε.."., του με υπ' αριθμ. κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο μισθωτής της Θ. Π., διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες,που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ και 2, 4, 9 και 10 ΓΠΝ/1911 που εφάρμοσε και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, αναφορικά με την αμέλεια της αναιρεσείουσας, το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε: α) ότι στις 29-3-2014 και περί ώρα 13.45 το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης στις ως άνω κύριες αγωγές εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων (ήδη αναιρεσείουσας), οδηγούμενο από τον Θ.
Π., στον οποίο αυτή το είχε εκμισθώσει, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), εκινείτο στην Εγνατία οδό Κήπων-Ηγουμενίτσας στο ύψος της χ/θ 531,1, με κατεύθυνση από Α/Ν Ιάσμου προς Α/Κ Βαφέικων, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική ταχύτητα.
Ότι η ανωτέρω οδός ήταν μονόδρομος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτος οδοστρώματος 7,6μ., ευθεία, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας προσδιοριζόταν σε 130χ/ω. Ότι ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα ήταν καλή και δεν περιοριζόταν, ενώ η κυκλοφορία οχημάτων ήταν πυκνή. Ότι στην χ/θ 531,1 της άνω οδού, λόγω φθοράς και κακής συντήρησης του οπίσθιου δεξιού ελαστικού, το οποίο ήταν κατασκευασμένο την 1η εβδομάδα του έτους 1998, διαρρήχθη (κλατάρισε) αυτό με αποτέλεσμα την απώλεια πρόσφυσης του εν λόγω τροχού επί του οδοστρώματος και την απώλεια του ελέγχου του οχήματος, με συνέπεια, την πρόσκρουση στο διαχωριστικό τσιμεντένιο τοιχίο και την ανατροπή εντός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Θ.
Π. και της Ε. Π., τον θανάσιμο τραυματισμό της Μ. Χ. και τον ελαφρύ τραυματισμό του Ι. Π., β) Ότι με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποκλειστικά υπαίτια του επίδικου ατυχήματος ήταν η πρώτη εναγομένη των κυρίων αγωγών εταιρεία, η οποία, παρέλειψε να επιθεωρήσει το όχημά της ώστε να διαπιστώσει την ακαταλληλότητα του οπίσθιου δεξιού ελαστικού του και δεν διέβλεψε τη φθορά και κακή συντήρηση αυτού, ώστε να αποτρέψει την θραύση (κλατάρισμά) του κατά την κίνηση του αυτοκινήτου.
Το ανωτέρω ελαστικό εμφάνιζε ρωγμές από ηλίαση, ίχνη ψωρίασης και οξείδωσης στο εσωτερικό του με αποτέλεσμα να αποκολληθεί το σύνολο του πέλματός του, να αποκαλυφθεί η εσωτερική ενίσχυση (λινά) και να δημιουργηθεί ευμεγέθης τρύπα. Η ανωτέρω εξαιρετικά κακή κατάσταση του πίσω δεξιού τροχού οφείλεται σε πλημμελέστατη συντήρηση του οχήματος της έκτης εφεσίβλητης και εκκαλούσας αντίστοιχα (αναιρεσείουσας) εταιρείας (μη αλλαγή ελαστικών κατά τις οδηγίες του κατασκευαστή), ήταν δε τέτοια, ώστε ένας οποιοσδήποτε μέσος και συνετός αντισυμβαλλόμενος θα είχε προνοήσει να αποφύγει, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα τακτικού ελέγχου και συντήρησης των ελαστικών του οχήματος του, ώστε να εκλείψει το ενδεχόμενο αυτό, και γ) Ότι συντρέχουσα υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, που να συνετέλεσε στο επελθόν ατύχημα, δεν διαπιστώθηκε καθώς ο οδηγός αυτός αιφνιδιάσθηκε και δεν πρόλαβε να εκτελέσει οιονδήποτε ελιγμό.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης στηρίζουν επαρκώς το ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη διευκρίνηση. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών, γιατί στην αναιρεσιβαλλόμενη δεν προσδιορίζονται:
α) τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οδού όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, β) ποια ήταν η ταχύτητα του ως άνω αυτοκινήτου τη στιγμή του ατυχήματος, γεγονός κρίσιμο για την πρόκληση και εξέλιξη κάθε αυτοκινητικού ατυχήματος, γ) εάν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος Θ. Π., οδηγούσε αυτό με σύνεση και προσοχή, δ) εάν το φθαρμένο πίσω δεξιό ελαστικό ήταν ικανή συνθήκη για κάθε μέσο συνετό οδηγό να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος, δεδομένου άλλωστε ότι ο τροχός αυτός δεν ήταν διευθυντήριος και είναι δυνατόν, ακόμη και εάν θραυστεί ο πίσω αριστερός τροχός ενός οχήματος, ο οδηγός του να το ακινητοποιήσει με απλή τροχοπέδηση, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού, πέραν του ότι ορισμένα από τα στοιχεία αυτά αναφέρονται, με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης προσδιορίζονται επαρκώς οι εν γένει συνθήκες του ατυχήματος, η εξαιρετικά κακή κατάσταση του πίσω δεξιού τροχού και η πλημμελέστατη συντήρηση του οχήματος της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες συντέλεσαν αιτιωδώς (μόνον αυτές) στο επελθόν αποτέλεσμα, ενώ οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις ουδόλως εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αποδώσει αποκλειστική υπαιτιότητα στην ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια του ως άνω με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και να μην αποδώσει συντρέχουσα υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στον οδηγό- μισθωτή του ως άνω αυτοκινήτου, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η αναιρεσείουσα δε, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτό, προβάλλει αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η ίδια έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, ζητώντας στην πραγματικότητα την επαναξιολόγησή τους, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε α) την από 10-9-2014 και με αριθμ. εκθ. κατ. ... παρεμπίπτουσα αγωγή και β) την από 10-9-2014 και με αριθμ. κατ. ... παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I.
Α. Α.", κατά της αναιρεσείουσας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο τμήμα της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183,189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, την υπ' αριθμ. …τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτήν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ