Supreme Court dismisses appeal on evidence sufficiency, ruling lower court properly weighed all documents under ethical proof principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the anonymous company and other defendants against the final judgment of the West Aegean Regional Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate specific documents submitted by the respondents, yet the court found the appeal baseless because the appellate court had explicitly considered all legally submitted documents and applied the principle of ethical proof. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, the costs were imposed on the appellants, and the appeal bond was forfeited to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 340 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to make specific mention of every document when it has considered all legally submitted evidence and determined the weight of the proof under the principle of ethical proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ Α" που εδρεύει στον Ελλομένο Λευκάδας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Α. του Π. , 3) Ν. Α. του Π. , 4) Χ. Τ. του Π. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ευκλείδου και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Π. Α. του Ι. , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευσταθίου Κωνσταντόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Α. του Ι. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Α. Α. του Ι. , κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευσταθίου Κωνσταντόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5 αναιρεσείων Π. Α. του Ι. απεβίωσε στις 2/7/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Νέας Σμύρνης Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Ε. - Χ. χήρα Ν. Α. , το γένος Ν. Κ. , β) Χ. Α. του Π. , 3) Ν. Α. του Π. , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2012 μη οριστική και 5/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 76/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη, από 11.5.2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 14/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη τη έφεση των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που αφορούσε τον πέμπτο εκκαλούντα αναιρεσείοντα δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση έναντι των λοιπών εκκαλούντων αναιρεσειόντων, ενώ έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την έφεση των αναιρεσίβλητων, κατά της με αριθμό 5/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 8.3.2023 υπ' αριθμ. 76/2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Α1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 11.5.2018 και με αριθμ.
καταθ. 19/2018 αίτηση αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 18.3.2019 , δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω ασθένειας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Αγγελικής Τζαβάρα. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατ' άρθρο 1004 ΑΚ ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα να απαγορεύσει την κατασκευή ή τη διατήρηση εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο εφόσον από την ύπαρξη ή χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του. Εξάλλου, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο 1005 ΑΚ αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου η εγκατάσταση επιχειρείται ύστερα από άδεια της αρχής που απαιτεί ο νόμος ή ύστερα από την τήρηση ειδικών όρων που τάσσει ο νόμος, άρση της εγκατάστασης μπορεί να απαιτηθεί μόνο αφότου επήλθαν πράγματι οι βλαπτικές επενέργειες απ' αυτήν πάνω στο ακίνητο.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 989, 1003 και 1108 ΑΚ προκύπτει ότι ο ιδιοκτήτης ή νομέας ακινήτου, εάν υφίστανται βλαβερές και παράνομες επενέργειες σ' αυτό από την ύπαρξη εγκαταστάσεων στο όμορο ακίνητο του γείτονα, δικαιούται να απαγορεύσει την κατασκευή ή διατήρηση αυτών στο γειτονικό ακίνητο, προληπτικά μεν κατά την ΑΚ 1004, αν από την ύπαρξη ή χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα οι παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005·7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Τέλος η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται κατά τα λοιπά με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, έτσι ώστε να προκαλείται, εξαιτίας αυτής, τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016).
Δεν ιδρύεται αντίθετα ο λόγος, αν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, ούτε όταν υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 12/2017, ΑΠ 489/2014). Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1176/2014, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 812/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για απαιτήσεις από αδικοπραξία εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να διατάξει ή μη την προσωπική κράτηση του οφειλέτη ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον είναι αποδεδειγμένη η απαίτηση, αρκεί δε η υποβολή σχετικού αιτήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο ο οφειλέτης να στερείται περιουσίας, από την οποία θα ήταν δυνατή η ικανοποίηση του δανειστή.
Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχετίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΑΠ 785/2018, ΑΠ 842/2011, ΑΠ 857/2008) Ωστόσο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως (άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 785/2018, πρβλ.
ΟλΑΠ 9/2015).
ΙΙΙ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα : "Ο πρώτος ενάγων, Ι.
Κ.. Α. κατέστη συγκύριος σε ποσοστά 5/20 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εντός του οικισμού ... και ήδη Δήμου Λευκάδας όπως εμφαίνεται στο από Ιούλιο 1S90 τοπογραφικό διάγραμμα κατανομής ποσοστών του πολιτικού μηχανικού Πάνου Ζαβιτσάνου, με πρόσοψη στον επαρχιακό δρόμο ... , εκτάσεως 830,62 τ μ Στη συνέχεια επί του ακινήτου αυτού συνεστήθη κάθετη ιδιοκτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, κατόπιν της οποίας ο πρώτος ενάγων απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα την εμφαινόμενη στο από Ιουλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Πάνου Ζαβιτσάνου κάθετη ιδιοκτησία (τμήμα οικοπέδου) με το λατινικό αριθμό IV, η οποία έχει ποσοστό συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο 250%ο εξ αδιαιρέτου, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. ... /1990 διανεμητηρίου συμβολαίου και πράξεως συστάσεως καθέτων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Κερχουλά-Βλασσοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρυάς στον τόμο ..
και με αύξοντα αριθμό ... Επί του ακινήτου αυτού ο πρώτος ενάγων ανήγειρε μία οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο υπέρ του ισόγείου όροφο δυνάμει της με αριθμό 56/1994 άδειας οικοδομής, την οποία και υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της υπ' αριθμ. 8251/1994 πράξεως συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρυάς στον τόμο 111 και με αύξοντα αριθμό 16 Τέλος, ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα ίων ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών στα δύο τέκνα του, δεύτερο και τρίτη των εναγόντων.
Συγκεκριμένα, δυνάμει του με αριθμό ... /1994 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Κερχουλά- Βλασσοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρυάς στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …°, ο πρώτος ενάγων μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας, την επικαρπία εφ' όρου ζωής του ιδίου και της συζύγου του Α.
συζ Ι. Α. : (Α) στον δεύτερο ενάγοντα, α) το με αριθμό 2 ισόγειο κατάστημα (βόρειο), εκτάσεως 16,80 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 62,50/οο εξ αδιαιρέτου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του όπισθεν αυτού ευρισκομένου γκαράζ, εκτάσεως 15,30 τ.μ. και του κάτωθεν του καταστήματος και του γκαράζ υπογείου, β) το με στοιχείο I διαμέρισμα του Α' ορόφου υπέρ του ισογείου, αποτελούμενο από κουζίνα, λουτρό, ένα υπνοδωμάτιο και αίθριο, εμβαδού 29,20 τ.μ.
και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου ενιαίου οικοπέδου 62,50/οο εξ αδιαιρέτου και γ) το με στοιχεία II διαμέρισμα του Α' ορόφου υπέρ του ισογείου που αποτελείται από κουζίνα λουτρό, ένα υπνοδωμάτιο και αίθριο, εμβαδού 29.20 τ.μ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου ενιαίου οικοπέδου 62,50/οο εξ αδιαιρέτου και (B) στην τρίτη ενάγουσα:
α) το με αριθμό I ισόγειο κατάστημα (νότιο) 16,80 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 62,50/σο εξ αδιαιρέτου, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του όπισθεν αυτού ευρισκομένου γκαράζ, εκτάσεως 15,30 τ.μ. και του κάτω του καταστήματος και του γκαράζ υπογείου και β) το δικαίωμα υψούν ορόφους απεριόριστα πάνω από τον Α' όροφο, εφόσον αυτό επιτραπεί από τις πολεοδομικές διατάξεις.
Το εν λόγω ακίνητο έχει καταχωρισθεί στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καρυάς με ΚΑΕΚ ... /0/0. Από την πλευρά της η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Α. Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρείαέχει στην κυριότητά της ακίνητο οικόπεδο εντός του ιδίου οικισμού Περιγιαλίου Λευκάδας, εκτάσεως 804,54 τ.μ., επί του οποίου έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο 238,16 τ.μ., ισόγειο 216,16 τ.μ., πρώτο όροφο 199,48 τ.μ.
και δεύτερο όροφο 146,48 τ μ. Το εν λόγω ακίνητο έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καρυάς με ΚΑΕΚ ... /0/0, στο οποίο η εναγόμενη εταιρεία λειτουργεί ξενοδοχειακή μονάδα με την επωνυμία "ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ Α", νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας εταιρείας και επιχείρησης .....υπήρξαν οι λοιποί εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα με τη διάκριση που αναφέρεται στο ιστορικό.
Τα δυο ακίνητα των διαδίκων δεν συνορεύουν, αφού το ακίνητο της εναγομένης εταιρείας βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το ακίνητο των εναγόντων προς βορρά, ενώ μεταξύ τους υπάρχει εδαφική λωρίδα, επί της οποίας υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ των δυο ακινήτων Το έδαφος στο σημείο εκείνο εμφανίζει κλίση κατά τρόπο το ακίνητο της εναγομένης εταιρείας να είναι υπερκείμενο σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό των εναγόντων.
Στον επίδικο χρόνο 1994 και μετέπειτα η επιχείρηση- ξενοδοχειακή μονάδα στο ακίνητο της εναγομένης βρισκόταν ήδη σε λειτουργία, η οποία ήταν κατά τους θερινούς μήνες από τον Μάιο έως και τον μήνα Οκτώβριο, ενώ για τις ανάγκες λειτουργίας της έμπροσθεν αυτής υπήρχε απορροφητικός βόθρος. Το έτος 1994, όταν ο πρώτος ενάγων, πατέρας των λοιπών εναγόντων άρχισε την ανέγερση της οικοδομής του διαπίστωσε ότι στο έδαφος της ιδιοκτησίας του υπήρχε συγκέντρωση ακάθαρτων δύσοσμων υγρών, ως από βόθρο προερχομένων Κατόπιν αυτού ο ίδιος ενάγων κατέφυγε στις αρμόδιες υπηρεσίες προς διερεύνηση του θέματος.
Σύμφωνα με το αριθ. Πρωτ ... /19-8-1994 έγγραφο της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας- Τμήμα Υγείας Λευκάδας. Τα δύσοσμα υγρά που καταλήγουν στον ακάλυπτο χώρο της νεοαναγειρόμενης οικοδομής του ενάγοντος Ι. Α. του Κ. προέρχονται από τον απορροφητικό βόθρο του υπερκειμένου ξενοδοχείου, ιδιοκτησίας του Π. Α. (5ου εναγομένου) όπως διαπιστώθηκε από τη ρίψη χρωστικής ουσίας.
Ακολούθησε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και σύμφωνα με από 21-9-1994 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που σύνταξε η ίδια ως άνω Υπηρεσία, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται "Από τον τελικό αποδέκτη των λυμάτων του αναφερομένου συγκροτήματος (απορροφητικό βόθρο) διαρρέουν λύματα προς τα θεμέλια της οικοδομής του Α.
Ι. , λόγω υψομετρικής διαφοράς (βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο από τον εν λόγω βόθρο) με αποτέλεσμα να δημιουργείται διύγρανση των θεμελίων του κτίσματος του αναφερόμενου ιδιώτη και επίσης ανθυγιεινές καταστάσεις που αποβαίνουν σε βάρος της υγείας των περιοίκων και της δημόσιας υγείας εν γένει. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διαπίστωση έγινε μετά τη χρήση χρωστικής ουσίας φλουροσκεϊνης, η οποία ερρίφθη στα λύματα του απορροφητικού βόθρου του ξενοδοχειακού συγκροτήματος και τα οποία με τη χρωστική ουσία ενεφανίσθησαν μετά πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος στην πίσω αυλή της οικοδομής του Ι.
Α. , που απέχει 5 - 6 μέτρα περίπου από τον εν λόγω βόθρο καθώς και στον υπόγειο χώρο της οικοδομής του Ι. Α. ". Καταλήγουν δε οι συντάκτες της πραγματογνωμοσύνης μηχανικοί ότι θεωρούν άμεση και επιβεβλημένη τη στεγανοποίηση του ανωτέρω απορροφητικού βόθρου προς αποφυγή διαβρώσεως των θεμελίων της οικοδομής του ενάγοντος και δυσμενών επιδράσεων σε βάρος της δημόσιας υγείας.
Ακολουθεί το υπ' αριθμ. ... /4-10-1994 έγγραφο της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας προς τον Ε.Ο.Τ. Πάτρας, το οποίο αναφέρει "σχετικά με τη στεγανοποίηση βόθρου ξενοδοχειακού συγκροτήματος 'Ποσειδώνιο' σας γνωρίζουμε ότι κατόπιν επιτόπιας έρευνας ο εν λόγω ιδιοκτήτης σε ουδεμία τεχνική ενέργεια έχει προβεί". Επίσης σε ανάλογο έλεγχο που πραγματοποίησε η ίδια ως άνω Υπηρεσία σύμφωνα με το αριθ.
πρωτ. ... /21-8-1997 έγγραφο της, αυτός πραγματοποιήθηκε σε δυο ημερομηνίες 14 και 19-8-1999, όταν υπάλληλοι της Υπηρεσίας μετέβησαν στη ξενοδοχειακή μονάδα και έριξαν χρωστική ουσία στο βόθρο και διαπίστωσαν την ίδια ημερομηνία ύστερα από έλεγχο ότι λύματα από το βόθρο του ξενοδοχείου εισέρχονται στην αυλή και στο υπόγειο της οικοδομής Α.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το αριθμ. πρωτ. ... /24-8-2000 έγγραφο της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας ύστερα από αυτοψία στην οικοδομή της εναγομένης διαπιστώθηκε ότι ο βόθρος που δημιουργούσε τα προβλήματα διαρροής προς την ιδιοκτησία του ενάγοντος δεν χρησιμοποιείται και τα λύματα διοχετεύονται σε παρακείμενους βόθρους του ξενοδοχείου "Ποσειδώνιο Β", ιδιοκτησίας Ε.
Κ. , δεδομένου όμως ότι η λύση αυτή που δόθηκε κρίνεται περιστασιακή και πρόχειρη δεν χορηγείται βεβαίωση καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του ξενοδοχείου της εναγομένης. Σύμφωνα όμως με το αριθ. πρωτ. 4.106/31-8-2001 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας Διεύθυνσης Υγείας που απευθύνει προς τον Ε.Ο.Τ. υπάλληλοι της Υπηρεσίας αυτής πραγματοποίησαν νεότερο έλεγχο στις 31-8-2001 στο σύστημα αποχέτευσης λυμάτων του ξενοδοχείου της εναγομένης.
Για τον έλεγχο εκκενώθηκε από τα νερά το υπόγειο της ιδιοκτησίας των εναγόντων, ενώ πληρώθηκαν με νερά οι βόθροι του ξενοδοχείου της εναγομένης, όπου επίσης τοποθετήθηκε χρωστική ουσία και αμέσως διαπιστώθηκε η εμφάνιση χρωματισθέντων λυμάτων κολλητά με τα θεμέλια της οικοδομής των εναγόντων. Από αυτό συμπεραίνεται ότι διαχέονται λύματα υπογείως από το αποχετευτικό σύστημα του ξενοδοχείου της εναγομένης προς τα θεμέλια της οικοδομής των εναγόντων, οπότε και κατόπιν της διαπίστωσης αυτής ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. 1192/6-4-2001 βεβαίωση καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του ξενοδοχείου της που είχε χορηγηθεί στην εναγόμενη.
Ανάλογα είναι τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα των από 3- 9-2001 και 5-8-2002 Υγειονομικών Εκθέσεων που συνέταξε η ίδια ως άνω Υπηρεσία κατόπιν επιτόπιων ελέγχων. Στις ίδιες ως άνω διαπιστώσεις κατέληξαν και άλλες συναρμόδιες Υπηρεσίες. Ειδικότερα το Τμήμα Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λευκάδας, με το υπ' αριθμ.
Τ.Υ. 2192/6-8-2002 έγγραφο του που απευθύνει προς την πρώτη εναγομένη γνωστοποιεί σε αυτή ότι κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλου του που διενεργήθηκε στις 2-8-2002 στο ως άνω ξενοδοχείο διαπιστώθηκε ότι τα λύματα τα οποία είχαν φθάσει στο ανώτερο σημείο του βόθρου εμφάνιζαν διαρροή στα θεμέλια της οικοδομής των εναγόντων, ενώ από τον έλεγχο προέκυψε ότι το εν λόγω ξενοδοχείο λειτουργούσε χωρίς άδεια διάθεσης λυμάτων.
Κατόπιν αυτού κλήθηκαν η ιδιοκτήτρια εταιρεία και οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να σταματήσει η διαρροή λυμάτων στη γειτονική ιδιοκτησία. Μέχρι τις 5-9-2002 να έχει επιλυθεί το πρόβλημα στεγανότητας του βόθρου κα\ να προβούν σε κατάθεση των απαραίτητων δικαιολογητικών προκειμένου να προμηθευθεί άδεια διάθεσης λυμάτων, ενώ σε περίπτωση μη τήρησης των ανωτέρω υποχρεώσεων θα κινηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, επιβολή προστίμου και έγγραφο στον Ε.Ο.Τ.
για αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του ξενοδοχείου. Κατόπιν της εξέλιξης αυτής ο πέμπτος εναγόμενος Π. Α. , νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος τότε της πρώτης εναγομένης εταιρείας, φοβούμενος για την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησής του, προήλθε σε συμφωνία με τον πρώτο ενάγοντα Ι.
Α. για την οποία υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό. Με αυτό ο ξενοδοχοεπιχειρηματίας Π. Α. , αφενός αναγνωρίζει ρητά το πρόβλημα, αποδεχόμενος ανεπιφύλακτα ότι υπάρχει διαρροή λυμάτων από το βόθρο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του "Ποσειδώνιο Α", που καταλήγουν στην πίσω αυλή και τα θεμέλια της οικοδομής του ενάγοντος Ι.
Α. , να δημιουργείται κίνδυνος σοβαρός διαβρώσεως των θεμελίων και να απειλείται καθίζηση του κτιρίου λόγω της διύγρανσης του εδάφους, το οποίο πρόβλημα υφίσταται από το έτος 1994 και μέχρι τη σύνταξη του συμφωνητικού, γι' αυτό και αναλαμβάνει ανεπιφύλακτα την υποχρέωση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα και να αποκαταστήσει αποκλειστικά με δαπάνες του τα υπάρχοντα προβλήματα στο σύστημα διάθεσης των λυμάτων του ξενοδοχείου του και να επισκευάσει και στεγανοποιήσει το βόθρο σύμφωνα με τις ως άνω υποδείξεις των αρμοδίων υπηρεσιών το αργότερο μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2002.
Παράλληλα τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν μέχρι την επίλυση της διαφοράς στην προθεσμία που έταξαν να αποφύγουν δικαστικές διενέξεις και προσφυγές στις διοικητικές αρχές. Το έγγραφο αυτό συμφωνητικό που συντάχθηκε σε δακτυλογραφημένο κείμενο και φέρει ανά φύλλο τις υπογραφές (μονογραφές) των ως άνω δύο συμβαλλομένων, η γνησιότητα των οποίων υπογραφών βεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία της συντάξεώς του (6-8-2002) από το Α.Τ.
Λευκάδας, η πλευρά των εναγόντων προσκόμισε εμπρόθεσμα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η πλευρά των εναγομένων με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβαλαν ισχυρισμό ότι κατά το άρθρο 457 Κ.Πολ.Δ. αρνούνται τη γνησιότητα της υπογραφής του πέμπτου εναγομένου στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και το προσβάλουν ως πλαστό, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον πρώτο ενάγοντα Ι.
Α. , δεδομένου ότι και τα στοιχεία ταυτότητας του πέμπτου εναγομένου στο εν λόγω συμφωνητικό κατά τη θεώρηση των υπογραφών αναγράφονται εσφαλμένα. Επί του θέματος αυτού διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και οι δικαστικοί γραφολόγοι Π. Φ. που διορίσθηκε ως πραγματογνώμων καθώς και ο Δ.
Κ. , που διορίσθηκε από την πλευρά των εναγόντων ως τεχνικός σύμβουλος με τις ως άνω εκθέσεις τους καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα, αφού η πρώτη κατά πιθανολόγηση δέχεται ότι οι υπογραφές στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχουν τεθεί από τον πέμπτο εναγόμενο και ο δεύτερος ύστερα από διερεύνηση και ανάλυση ευρύτερου κύκλου υπογραφών και μονογραφών του τελευταίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά πάσα πιθανότητα οι υπογραφές στο ιδιωτικό συμφωνητικό είναι γνήσιες υπογραφές του πέμπτου εναγομένου.
Άσχετα όμως από αυτό όπως παραδέχονται οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ιδίου εγγράφου συμφωνητικού έλαβαν γνώση από προηγούμενη ποινική αντιδικία. Πράγματι από την προσκομιζόμενη αριθμ. 560/9-11-2006 απόφαση - πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απόφαση ο πέμπτος εναγόμενος καταδικάσθηκε για παράβαση υγειονομικής διατάξεως, ύστερα από καταγγελία του πρώτου ενάγοντος για την ένδικη διαφορά της διαρροής των λυμάτων, όπως προκύπτει ο κατηγορούμενος αυτός παρέστη εκπροσωπούμενος στην ποινική δίκη από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο που εμφανίζεται και στην πολιτική δίκη.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ίδιας απόφασης, στην εν λόγω ποινική δίκη εξεταζόμενος ο πρώτος ενάγων, Ι. Α. , ως μάρτυρας κατηγορίας, αναφέρεται στο διαχρονικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει συνεχώς από το έτος 1994, το οποίο αναγνωρίζει ο κατηγορούμενος και ήδη πέμπτος εναγόμενος και ότι το έτος 2002 είχαν κάνει συμφωνία με ιδιωτικό συμφωνητικό και ο κατηγορούμενος την αθέτησε.
Επίσης μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν στην ποινική δίκη εκείνη και έχει καταχωρηθεί στην απόφαση είναι και το επίμαχο από 6-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό των συμβαλλομένων Ι. Α. και Π. Α. . Ασφαλώς όμως εάν ο κατηγορούμενος και ήδη πέμπτος εναγόμενος θεωρούσε ότι το ως άνω έγγραφο που προσκομίσθηκε στην ποινική δίκη εναντίον του δεν ήταν γνήσιο και δεν έφερε την υπογραφή του θα αμφισβητούσε αυτό και θα το προσέβαλε ως πλαστό.
Ανάλογες είναι και οι προσκομιζόμενες 777/2010 και 778/2010 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Λευκάδας με τις οποίες ο κατηγορούμενος, παριστάμενος μάλιστα αυτοπροσώπως, διορίζοντας τον ίδιο δικηγόρο φέρεται να έχει καταδικασθεί αναφορικά με την ένδικη διαφορά με την πρώτη για παράβαση υγειονομικής διάταξης και με τη δεύτερη για την ίδια ως άνω παράβαση και για κοινώς επικίνδυνη βλάβη με πρόθεση στην οικοδομή των εναγόντων.
Από το περιεχόμενο των ποινικών αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι εξεταζόμενος ο πρώτος ενάγων αναφέρεται στην έγγραφη συμφωνία τους, ενώ προσκομίζεται και αναγιγνώσκεται το σχετικό - επίμαχο από 6-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό χωρίς αντίρρηση ή αμφισβήτηση της γνησιότητας του και προσβολής του ως πλαστού από τον πέμπτο εναγόμενο και κατηγορούμενο στις δίκες εκείνες.
Έτσι σιωπηρά πλην σαφώς είχε αναγνωρισθεί από τον πέμπτο εναγόμενο υπογραφέα του εγγράφου η, γνησιότητά του στις προηγούμενες ως άνω δίκες, ώστε αβασίμως στη νεότερη πολιτική δίκη αμφισβητείται η γνησιότητα του ιδίου εγγράφου. Επομένως το έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί ως γνήσιο και να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων περί πλαστότητας αυτού.
Κατόπιν αυτού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι η υπογραφή του πέμπτου εναγομένου στο εν λόγο) έγγραφο δεν είναι γνήσια και ο σχετικός λόγος εφέσεως των εναγόντων πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω και επειδή δεν υπήρξε επίλυση του προβλήματος σύμφωνα με τις ως άνω υποδείξεις το Τμήμα Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λευκάδας με το Τ.Υ. 2989/1-10-2002 έγγραφο του γνωστοποίησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρείας ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας και τη μη στεγανοποίηση του βόθρου και επειδή το ξενοδοχείο λειτουργεί χωρίς άδεια διάθεσης λυμάτων καλούνται σε άμεση διακοπή της λειτουργίας του.
Ακολούθησαν μελέτες προς επίλυση του προβλήματος χωρίς όμως να υπάρξει αποτέλεσμα, αφού ποτέ δεν έγινε ορθή εφαρμογή αυτών και ο στεγανός βόθρος που κατασκευάσθηκε δεν απέδωσε. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 23-9-2008 έκθεση υγειονομικής επιθεώρησης του Τμήματος Υγείας Λευκάδας κατά τη γενόμενη αυτοψία στις 2-9-2008 από Επόπτες της Δημόσιας Υγείας της ως άνω Υπηρεσίας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη έντονης υγρασίας και συγκέντρωσης υγρών στον υπόγειο χώρο της κατοικίας Ι.
Α. , οπότε έγινε έλεγχος της καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του ξενοδοχείου "ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ Α'" με τη ρίψη του υδατικού διαλύματος της χρωστικής χημικής ουσίας φλουροσκεϊνης στο στεγανό βόθρο του, ο οποίος αποτελεί τον τελικό αποδέκτη του αποχετευτικού συστήματος του εν λόγω ξενοδοχείου, από τον οποίο έλεγχο διαπιστώθηκε η εμφάνιση κεχρωσμένων υδάτων στο υπόγειο χώρο της κατοικίας Ι.
Α. από την ως άνω χημική χρωστική ουσία, όπως βεβαιώνει και η Χημική Υπηρεσία Πρεβέζης. Ως εκ τούτου η υγειονομική επιθεώρηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο στεγανός βόθρος του ξενοδοχείου αυτού παρουσιάζει διαρροή και δεν λειτουργεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές Υγειονομικές Διατάξεις, γι' αυτό και ζητείται η ποινική δίωξη του υπευθύνου του ξενοδοχείου και εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας.
Σχετικό είναι και το αριθμ. πρωτ. ... /26-1Θ-2009 έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λευκάδας προς τον εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας με θέμα δυσλειτουργία αποχετευτικού συστήματος ξενοδοχείου. Σε αυτό αναφέρεται ότι επανειλημμένα έχουν προταθεί τεχνικές εργασίες για τη στεγανοποίηση του βόθρου - τελικού αποδέκτη του ξενοδοχείου και μάλιστα μια φορά έγινε ανακατασκευή του βόθρου και μια φορά ενίσχυση του υπάρχοντος σκυροδέματος με νέο και με παράλληλη χρήση μονωτικής ουσίας χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Οπότε η Υπηρεσία αυτή προτείνει την κατάργηση του υπάρχοντος βόθρου με επίχωση αυτού και την κατασκευή νέου βόθρου σε άλλη θέση σε ικανή απόσταση από τα όρια της γειτονικής ιδιοκτησίας Α.. Με το 2130/22-9-2009 έγγραφο του Τμήματος Υγείας της Δ/νσης Υγείας Πρόνοιας Λευκάδας έγινε ανάκληση της 728/12-3-2007 βεβαίωσης της καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος με αποτέλεσμα να διακοπεί η λειτουργία του ξενοδοχείου.
Παράλληλα η Δ/νση Πολεοδομίας Λευκάδας με την αριθ. πρωτ. Π.Χ.Π. Οικ. 2214/10-6-2010 απόφασή της επέβαλε πρόστιμο 3.000 ευρώ στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας για μη τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, αφού το ξενοδοχείο δεν έχει εγκεκριμένη μελέτη επεξεργασίας και διάθεσης λυμάτων και στερείται βόθρου - τελικού αποδέκτη του αποχετευτικού του συστήματος.
Ακολούθησε η υποβολή και έγκριση μελέτης αποχέτευσης των λυμάτων του ξενοδοχείου, γι' αυτό η ως άνω Πολεοδομική Υπηρεσία με το αριθμ. πρωτ. 3066/31-7-2010 έγγραφο της χορήγησε νέα άδεια διάθεσης λυμάτων σε στεγανό βόθρο. Επειδή όμως ύστερα από πολεοδομική αυτοψία διαπιστώθηκε ότι οι διαστάσεις του βόθρου δεν ήταν σύμφωνα με την εγκεκριμένη μελέτη και κατασκευαζόταν επιπλέον βόθρος που δεν προβλεπόταν στην ίδια μελέτη, με το 3235/10-8-2010 έγγραφο της Πολεοδομίας Λευκάδας ανακλήθηκε η ως άνω άδεια διάθεσης λυμάτων και διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών κατασκευής του νέου βόθρου.
Ακολούθησε αυτοψία - πραγματογνωμοσύνη υπαλλήλων του Τμήματος Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Π.Ε. Λευκάδας στις 6-5-2011 και έγινε έλεγχος των στεγανών δεξαμενών του αποχετευτικού συστήματος κατά τη φάση κατασκευής σύμφωνα με τη μελέτη προσωρινής αποθήκευσης λυμάτων, όπως αυτή εγκρίθηκε με το αριθμ. 613/15-4-2011 έγγραφο του Τμήματος Περιβαλλοντικής Υγιεινής, όταν και διαπιστώθηκε ότι η κατασκευή του έργου των δεξαμενών και των σωληνώσεων δεν γίνονταν σύμφωνα με τις μελέτες, ενώ σχετικό είναι και το από 19-8-2011 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας Λευκάδας, που αναφέρει ότι παρά τις υποδείξεις των συναρμοδίων υπηρεσιών για μια ακόμη φορά τα έργα στο αποχετευτικό σύστημα του ξενοδοχείου "Ποσειδώνιο Α'" δεν εκτελέσθηκαν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες εγκεκριμένες μελέτες.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το πρόβλημα να εξακολουθεί και να διατηρείται η ως άνω οχληρή κατάσταση για την ιδιοκτησία των εναγόντων από τα διαρρέοντα λύματα. Κατά τους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές κατά τη διάρκεια του έτους 2012 η εναγομένη δια του εκπροσώπου της με κάθε τρόπο παρεμπόδιζε τους ελέγχους, ενώ όπως τελικά διαπιστώθηκε εξακολουθούσε η πλημμελής λειτουργία του αποχετευτικού συστήματος και η διαρροή λυμάτων στη γειτονική ιδιοκτησία των εναγόντων.
Σχετικό είναι το αριθμ. πρωτ. 61998/26-11-2012 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας Λευκάδας που αναφέρει ότι στις 22-5-2012 ματαιώθηκε ο έλεγχος, γιατί η διεύθυνση της εναγομένης καίτοι ειδοποιήθηκε να μην προβεί σε άδειασμα των βόθρων, άδειασε αυτούς όπως αποκάλυψε η πλευρά των εναγόντων, πράγμα που αρχικά αρνήθηκε, αλλά τελικά αναγκάσθηκε να παραδεχθεί επικαλούμενη τεχνικό πρόβλημα.
Ο έλεγχος επαναλήφθηκε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας στις 14-9-2012 και στις 22- 10-2012, ενώ όσο προχωρούσε το καλοκαίρι και συνεχιζόταν η λειτουργία του ξενοδοχείου παρατηρείτο εντονότερη διύγρανση των θεμελίων της οικοδομής των εναγόντων. Το αποτέλεσμα του ελέγχου ήταν ότι το αποχετευτικό σύστημα του ξενοδοχείου δεν λειτουργεί κανονικά, δημιουργώντας προβλήματα ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος και του 1 υπεδάφους καθώς και ανθυγιεινή οχληρή κατάσταση για την ιδιοκτησία των εναγόντων και διύγρανση των θεμελίων της οικοδομής τους, η οποία επιβάρυνση για τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία συνεχίζεται 18 συναπτά έτη.
Κατόπιν αυτού υπήρξε ανάκληση βεβαίωσης καλής λειτουργίας του αποχετευτικού συστήματος του ξενοδοχείου, ενώ από τον ίδιο λόγο με το αριθμ. πρωτ. 3222/ΞΚ/10-1 -2013 έγγραφο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) ανακλήθηκε το ειδικό σήμα λειτουργίας του ξενοδοχείου. Με το 82949/28-8-2014 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Υγείας Λευκάδας αναφέρεται ότι υπήρξε νέος δειγματοληπτικός έλεγχος και λήψη σκουρόχρωμων υγρών από το δάπεδο του υπογείου των εναγόντων που, όπως εκτιμήθηκε προέρχονται από το άνωθεν της κατοικίας των εναγόντων ξενοδοχείο που απορρέουν λόγω της υψομετρικής διαφοράς, από την οποία αιτία επί είκοσι και πλέον έτη αποδεδειγμένα δημιουργούνται προβλήματα ρύπανσης.
Σύμφωνα με το αριθ. πρωτ. 30/061/523/06-08-2014 έγγραφο της Χημικής Υπηρεσίας Πρέβεζας τα ως άνω σκουρόχρωμα υγρά είναι βοθρικής προέλευσης· που ως γνωστόν περιέχουν χημικές και τοξικές ουσίες προερχόμενες από την οικιακή χρήση, που εμποτίζουν και διαβρώνουν τα θεμέλια και τον οπλισμό της οικοδομής. Από το λόγο αυτό με την αριθμ.
πρωτ. 775/ΞΚ/24-3-2014 απόφαση του Ε.Ο.Τ. Ιονίων Νήσων ακολούθησε εκ νέου ανάκληση του ειδικού σήματος λειτουργίας του ξενοδοχείου "Ποσειδώνιο Α'" με την υπόμνηση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση ότι το ανακαλούμενο ειδικό σήμα λειτουργίας του ξενοδοχείου μπορεί να επαναχορηγηθεί εφόσον ενεργοποιηθεί σχετική απόφαση από τον Δήμο Λευκάδας Δ.Ε.
Ελλομένου που αναφέρει για σύνδεση με το δίκτυο αποχέτευσης, το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει τον Ιούνιο 2014, οπότε με μία σχετική βεβαίωση θα γίνει άρση της ανάκλησης. Περί του τελευταίου θέματος σχετικό είναι το αριθμ. πρωτ. 7842/Φ 5.29.5/4-4-2014 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας του δήμου Λευκάδας σύμφωνα με το οποίο ύστερα από αυτοψία της Τεχνικής Υπηρεσίας του δήμου, στο ξενοδοχείο διαπιστώθηκε ότι δεν έχουν τηρηθεί οι προδιαγραφές σύνδεσης του με την αποχέτευση, αφού δεν χρησιμοποιήθηκαν οι υπάρχουσες αναμονές.
Από τα ως άνω καθίσταται σαφές ότι η συγκέντρωση ακαθάρτων υγρών που όπως επιβεβαιώθηκε από επανειλημμένες χημικές εξετάσεις ήσαν βοθρολύματα προέρχονταν από το βόθρο της υπερκείμενης ιδιοκτησίας των εναγομένων που είχε χρήση ξενοδοχείου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις τεχνικές εκθέσεις με ημερομηνίες 28-7-2005 και 4-8-2006 του πολιτικού μηχανικού Θωμά Βαλαβάνη που κατόπιν προσκλήσεως των εναγόντων το θέρος των ετών 2005 και 2006 επισκέφθηκε την οικοδομή τους και παρατήρησε ότι στο χώρο του υπογείου αυτής υπήρχε συγκέντρωση δύσοσμων υγρών, το οποίο φαινόμενο δεν παρατηρείτο κατά την χειμερινή περίοδο και μάλιστα σε εποχή έντονων βροχοπτώσεων, παρά μόνο κατά τη θερινή περίοδο αιχμής της τουριστικής κίνησης όπου το παρακείμενο ξενοδοχείο "Ποσειδώνιο", ιδιοκτησίας Α.
έχει ικανή πληρότητα. Επισημαίνει δε ότι η συνέχιση διαρροής υγρών και μάλιστα τέτοιας συστάσεως αλλοιώνουν το έδαφος θεμελίωσης και μπορούν να προκαλέσουν βλάβες γιατί ελαττώνεται η φέρουσα ικανότητα του εδάφους και αλλοιώνονται οι οπλισμοί του συστήματος θεμελίωσης του κτιρίου. Έτσι η εποχή εμφανίσεως του προβλήματος και η σύσταση των υγρών που εντοπίζονται πρέπει να αποκλείσουν την περίπτωση δημιουργίας του προβλήματος από όμβρια ύδατα που ως γνωστόν υπάρχουν κατά τους χειμερινούς μήνες και λόγω του επικλινούς του εδάφους ρέουν επιφανειακά και δεν λιμνάζουν στην περιοχή.
Επίσης πρέπει να αποκλεισθεί η περίπτωση δημιουργίας του προβλήματος και της σχετικής βλάβης από την ίδια την ιδιοκτησία των εναγόντων και κακή λειτουργία του βόθρου της οικίας τους. Κάτι τέτοιο έχει αποκλεισθεί ως ενδεχόμενο από το Τμήμα Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της περιφερειακής ενότητας Λευκάδας που αποφάνθηκε και γνωμοδότησε επί του θέματος αυτού με το 38025/30-1-2013 έγγραφο του απαντώντας σε σχετική καταγγελία του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας.
Στο εν λόγω έγγραφο επεξηγείται ότι αν η υγρασία στο υπόγειο της ιδιοκτησίας των εναγόντων προέρχονταν από τον δικό τους βόθρο, θα παρουσιάζονταν από την αντίθετη πλευρά του υπογείου προς την πλευρά του δρόμου, όπου και εφάπτεται με τον βόθρο του. Επίσης επισημαίνεται ότι η υψομετρική διαφορά μεταξύ των δυο ιδιοκτησιών επιβαρύνει την κατάσταση και ότι η πλημμελής λειτουργία του βόθρου του ξενοδοχείου ως αιτία διαρροής των λυμάτων έχει διαπιστωθεί από επιτόπιες αυτοψίες της Υπηρεσίας που διενεργήθηκαν παρουσία και των εκπροσώπων της εναγομένης που παρευρίσκονταν σε όλες τις περιπτώσεις.
Περαιτέρω οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι στην όμορη ιδιοκτησία Μ. Κ. υπάρχει ασύνδετος σωλήνας αποχέτευσης, τον οποίο θεωρούν ως αιτία εισροής λυμάτων στο υπόγειο της οικοδομής των εναγόντων. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από τις επιτόπιες έρευνες και αυτοψίες των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών από το έτος 1994 και πλέον της 20ετίας στη συνέχεια.
Επίσης όπως βεβαιώνει ο πραγματογνώμονας μηχανικός Παναγιώτης Καψάλης στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε κάτι τέτοιο δεν διαπιστώθηκε ούτε από τον ίδιο κατά τις επιτόπιες αυτοψίες του, ο οποίος στην ίδια έκθεσή του επισημαίνει ότι ουδέποτε διαπιστώθηκε ότι τα προβλήματα στην κατοικία των εναγόντων οφείλονταν σε υπόγεια ύδατα και ρεύματα της περιοχής ή σε υγρασία του υπεδάφους, αφού πάντοτε κατά τις αυτοψίες των δημοσίων υπηρεσιών διαπιστώνεται η ύπαρξη βοθρολυμάτων ως αιτία δημιουργίας του προβλήματος και όχι καθαρών νερών.
Οι εναγόμενοι αναφέρονται σε έγγραφα και ελέγχους σε χρόνους μη λειτουργίας του ξενοδοχείου, όταν και δεν μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί της αιτίας του προβλήματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από το αριθμ. πρωτ. 8513/26-5-2015 έγγραφο του δήμου Λευκάδας από 1 Απριλίου 2015 λειτουργεί κανονικά το δίκτυο αποχέτευσης και βιολογικού καθαρισμού στη δημοτική ενότητα Ελλομένου και έκτοτε σε δυο ελέγχους που πραγματοποίησε η Δ/νση Δημόσιας Υγείας Λευκάδας στις 8-8-2016 και 20-7- 2017 (σχετικά 65528/10-8-2016 και 55368/4-9-2017 έγγραφα αυτής) το υπόγειο της κατοικίας των εναγόντων βρέθηκε εντελώς στεγνό, πράγμα που επιβεβαιώνει την ως άνω αιτία πρόκλησης του προβλήματος που μετά τη λειτουργία του δικτύου αποχέτευσης οι βόθροι καταργήθηκαν.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων (άρθρ. 300 Α.Κ.) γιατί παρέλειψαν να περιορίσουν το πρόβλημα και την εντεύθεν ζημία τους με το να στεγανοποιήσουν το βόθρο της κατοικίας τους και να περιορίσουν την είσοδο ομβρίων υδάτων στην ιδιοκτησία τους με την κατασκευή κατάλληλων έργων και τοιχίων αντιστήριξης καθώς και κάθε άλλη αιτία πρόκλησης της ρύπανσης.
Ορθά δε απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με παρόμοιες με τις ως άνω αιτιολογίες και ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Περαιτέρω όλα τα προαναφερόμενα επισημαίνονται και αιτιολογούνται με σαφήνεια και πληρότητα στην από Σεπτέμβριο 2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Παναγιώτη Καψάλη καθώς και στην από Αύγουστο 2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Παύλου Καρύδη που ορίσθηκε ως άνω τεχνικός σύμβουλος και καταλήγουν στο συμπέρασμα άτι στη διάρκεια των πολλών ετών η διαρροή των λυμάτων αποτέλεσε την αιτία πρόκλησης φθορών στην ιδιοκτησία των εναγόντων, έχοντας ως συνέπεια να υποστεί φθορά (διάβρωση) τόσο ο φέρων οργανισμός όσο και η υγιεινή των τοιχωμάτων του υπογείου, όσο και στο μεταλλικό οπλισμό του σκελετού του κτιρίου που υφίσταται διαβρώσεις και οξειδώσεις που με το πέρασμα του χρόνου έχουν σοβαρές επιπτώσεις για την στατική επάρκεια του κτιρίου, ώστε επιβάλλεται η αποκατάσταση της βλάβης και η ενίσχυση της θεμελίωσης του κτιρίου με σχετική δαπάνη και αντίστοιχη ζημία των εναγόντων ιδιοκτητών.
Κατόπιν των ως άνω που αποδείχθηκαν οι εναγόμενοι από υπαιτιότητά τους, αφού από πρόθεση παρέβησαν τις σχετικές υγειονομικές διατάξεις, υπάρχουν μάλιστα οι ως άνω σχετικές ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις των ιδίων περί αυτού, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να αποφευχθεί η διαρροή λυμάτων από το βόθρο του ξενοδοχείου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήσαν οι λοιποί εναγόμενοι, προς το υπόγειο της κατοικίας - οικοδομής των εναγόντων, διαταράσσοντας κατά τον τρόπο αυτό παράνομα (άρθρ. 1004 Α.Κ.) τη νομή των εναγόντων επί του ως άνω ακινήτου τους.
Συνεπώς πρέπει να υποχρεωθούν να παύσουν κάθε παρόμοια μελλοντική προσβολή της κυριότητας των εναγόντων, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και παράλληλα να αποκαταστήσουν τη ζημία των εναγόντων Οι αντίθετοι λόγοι εφέσεως των εναγομένων με τους οποίους υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι δεν ευθύνονται και το πρόβλημα δεν δημιουργείται από την οικοδομή τους πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν.
Ο πολιτικός μηχανικός Απόστολος Ζαβιτσάνος στην από Απρίλιο 2009 τεχνική έκθεσή του που προσκομίζουν οι ενάγοντες προσδιορίζει και αυτός ως αιτία του προβλήματος την εισροή βοθρολυμάτων στην οικοδομή των εναγόντων, η χημική σύσταση των οποίων είναι η μεγάλη περιεκτικότητα σε χλωριούχα, θειούχα και θειικά άλατα και αμμωνιακά και οξειδωτικά νιτρώδη ιόντα, τα οποία έχουν άκρως οξειδωτικές και διαβρωτικές ιδιότητες και έχουν σαν αποτέλεσμα την προοδευτική δραστικά μείωση της ασφάλειας της στατικής επάρκειας του κτιρίου και τη μείωση της επιτρεπομένης τάσης εδάφους των 2 kgr/cm2, συνέπειες που αυξάνουν την πιθανότητα σοβαρής βλάβης σε περίπτωση σεισμού.
Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι για την αποφυγή περαιτέρω βλαβών στην οικοδομή εκτός από την εξάλειψη του βασικού αιτίου πρόκλησης του προβλήματος που είναι η εισροή των λυμάτων, πρέπει να επισκευασθεί η θεμελίωση με την κατασκευή μιας πλάκας οπλισμένου σκυροδέματος, γενικής κατάστρωσης πάχους 0,50 μ.
που θα εγκιβωτίσει την υπάρχουσα θεμελίωση, θα γίνει τοποθέτηση του σιδηρού οπλισμού με κατάλληλες τεχνικές ρητίνες κλπ. ώστε τελικά τα φορτία της οικοδομής να φέρονται στο σημερινό έδαφος με ασφάλεια. Προϋπολογίζει δε τη σχετική δαπάνη σε 1. οπλισμένο σκυρόδεμα 60 κ.μ. Χ 400 ευρώ = 24.000 ευρώ 2. Επισκευή ρωγμών, ενίσχυση φέροντα οργανισμού, επισκευή ρωγμών τοίχου πλήρωσης, χρωματισμοί 10.000 ευρώ και 3.
Μελέτη επισκευής - αναθεώρηση οικοδομικής άδειας 6.000 ευρώ και συνολικά 40.000 ευρώ. Κατά τον ίδιο τρόπο προσδιορίζει την αποκατάσταση των ζημιών των θεμελίων και των τοιχωμάτων του υπογείου ο πραγματογνώμονας μηχανικός Παναγιώτης Καψάλης ο οποίος στην έκθεσή του προϋπολογίζει αναλυτικά τη σχετική δαπάνη αποκατάστασης στο ποσό των 47.020 ευρώ, όπως και ο τεχνικός σύμβουλος.
Οι ενάγοντες με την αγωγή τους ζητούν τη δαπάνη των 40.000 ευρώ που προϋπολογίζει με την πρώτη ως άνω τεχνική έκθεσή του ο πολιτικός μηχανικός Απόστολος Ζαβιτσάνος, η οποία και πρέπει να τους επιδικασθεί κατά την αναλογία και την αξία της ιδανικής μερίδας του καθένα στο ακίνητο και συγκεκριμένα 12.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα επικαρπωτή, 21.000 ευρώ στο δεύτερο ενάγοντα και 7.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα ψιλούς κυρίους των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Ορθά δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με παρόμοιες αιτιολογίες που διέλαβε επιδίκασε τα ποσά αυτά και οι αντίθετοι λόγοι εφέσεως των εναγομένων πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω η οικοδομή των εναγόντων που κατασκευάσθηκε καινουργής το διάστημα των ετών 1994-1996 με σύγχρονη αντισεισμική δόμηση και υλικά, υπέστη από υπαιτιότητα των εναγομένων τη μακροχρόνια επιβλαβή επίδραση από τη διαρροή των λυμάτων του βόθρου της ιδιοκτησίας τους στα θεμέλια και το υπόγειό της, ώστε θα χρειασθεί την ως άνω εκτεταμένη επισκευή, χωρίς να επανέλθει απόλυτα στην αρχική κατάσταση, ενώ θα είναι εμφανή τα ίχνη της επισκευής πάνω στο αρχικά υφιστάμενο κτίριο, παράλληλα δε το πρόβλημα έγινε ευρέως γνωστό στην κοινωνία της Λευκάδας, ώστε πάντα θα υπάρχουν δισταγμοί για τη στατική επάρκεια του κτιρίου αυτού που επισκευάσθηκε, τόσο από τους ιδιοκτήτες του όσο και από το κοινό και εκτιμάται ότι η τιμή που θα επιτευχθεί σε περίπτωση μεταβίβασής του με πώληση στο άμεσο μέλλον θα είναι μειωμένη έναντι αυτής που θα επιτυγχανόταν εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο γεγονός.
Έτσι υπολογίζεται ότι στο χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (2010) η εμπορική αξία της οικοδομής, όπως ως άνω περιγράφεται, εάν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός θα ανερχόταν σε 200.000 ευρώ, η οποία αξία θα μειωθεί και παρά την επισκευή που μπορεί να υποβληθεί το εν λόγω κτίριο, κατά ποσοστό που εκτιμάται σε 15%, δηλαδή κατά 30.000 ευρώ.
Κατά το ανωτέρω ποσό ζημιώθηκαν επίσης οι ενάγοντες και πρέπει να επιδικασθεί σε αυτούς κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο ακίνητο (30.000 Χ 3/10 -) 9.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα επικαρπωτή, (21.000 Χ 7/10 =) 14.700 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα ψιλό κύριο και (21.000 Χ 3/10 =) 6.300 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα ψιλή κυρία. Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περί την εκτίμηση των αποδείξεων που επιδίκασε στους Ενάγοντες από την ως άνω αιτία τα μικρότερα ποσά των 6.348, 12.107,20 και 2.704,80 ευρώ αντίστοιχα στον καθένα κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της υπό κρίση έφεσης τους που πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω οι ενάγοντες υποστηρίζουν με την αγωγή τους ότι τα δυο ισόγεια καταστήματα της οικοδομής τους επιφανείας 16,80 τ.μ. το καθένα, με το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των όπισθεν αυτών γκαράζ 15,30 τ.μ., μετά την αποπεράτωση της οικοδομής το έτος 1996 μπορούσαν να εκμισθωθούν σε τρίτους, πράγμα που δεν κατέστη δυνατό τελικά, γιατί οι υποψήφιοι μισθωτές που επέδειξαν ενδιαφέρον, όταν επισκέφθηκαν το ακίνητο και αντιλήφθηκαν το πρόβλημα, τις ρωγμές στην τοιχοποιία και το φέροντα οργανισμό των μισθίων αυτών, τη δυσοσμία, υγρασία και γενικά οχληρή κατάσταση που επικρατούσε έπαψαν να εκδηλώνουν ενδιαφέρον.
Έτσι υποστηρίζεται ότι ο πρώτος ενάγων επικαρπωτής του κτιρίου δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί με μίσθωση τα καταστήματα και απώλεσε λόγω διαφυγόντων εσόδων το διάστημα 1996-2010 το ποσό των 91.895,79 ευρώ. To υποστηριζόμενα αυτά δεν ελέγχονται βάσιμα και η μη εκμίσθωση των καταστημάτων δεν μπορεί να αποδοθεί στις ως άνω βλάβες που προξενήθηκαν στο κτίριο και γενικά στην οχληρή κατάσταση και δυσοσμία που δημιουργήθηκε.
Κατ' αρχήν τα δυο αυτά καταστήματα δεν αποπερατώθηκαν ποτέ, αλλά παρέμειναν ημιτελή χωρίς δάπεδα, πόρτες και γενικά κουφώματα. Επίσης οι βλάβες και οι ρωγμές στην τοιχοποιία καθώς και η συγκέντρωση υγρών λυμάτων εμφανίζονται μόνο στο υπόγειο της οικοδομής και όχι και στο ισόγειο. Αυτά επιβεβαιώνονται και στο αριθμ.
πρωτ. 18798/2912/Φ.3.1/2-3-2015 έγγραφο της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού Περιφερειακής Ενότητας Λευκάδας, στο οποίο γνωστοποιείται ότι κατά τις αυτοψίες που διενέργησε τακτικά η υπηρεσία αυτή δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη καταστήματος ή καταστημάτων προς λειτουργία στο ισόγειο της οικοδομής, οι δε καταγγελίες αφορούσαν το υπόγειο και όχι το ισόγειο.
Επίσης πουθενά σε όλη την αλληλογραφία που είχαν αναπτύξει και ανταλλάξει οι ενάγοντες και συγκεκριμένα ο πρώτος αυτών με τις αρμόδιες υπηρεσίες και με την πλευρά των εναγομένου, γίνεται αναφορά πέραν των υλικών βλαβών και σε διαφυγόντα έσοδα από τη μη εκμίσθωση των καταστημάτων. Ούτε επίσης στο προαναφερόμενο από 6-10-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του πέμπτου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης που ο τελευταίος αναλαμβάνει την ευθύνη από τη διαρροή των λυμάτων από το βόθρο της ιδιοκτησίας του και υπόσχεται την αποκατάσταση της βλάβης και του προβλήματος γίνεται τέτοια αναφορά σε διαφυγόντα έσοδα του συμβαλλομένου στο συμφωνητικό αυτό πρώτου ενάγοντος από τη μη εκμίσθωση των καταστημάτων του ισογείου.
Επίσης δεδομένου ότι η οικοδομή των εναγόντων είχε αυθαίρετο τμήμα στο υπόγειο της που τακτοποιήθηκε με την υπαγωγή της αυθαίρετης κατασκευής στη ρύθμιση των αυθαιρέτων του Ν. 4014/2011, είναι αμφίβολο εάν το ισόγειο της οικοδομής θα μπορούσε να λάβει άδεια λειτουργίας καταστήματος και μάλιστα πωλήσεως άρτου, όπως υποστηρίζεται από την πλευρά των εναγόντων.
Επομένως το ως άνω κονδύλιο των διαφυγόντων εσόδων του πρώτου ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο αντίθετος σχετικός λόγος της εφέσεως των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και την προσβολή της ιδιοκτησίας τους που παράλληλα αποτελεί και προσβολή της προσωπικότητας αυτών αφού θέτει σε κίνδυνο την υγιεινή διαβίωσή τους οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, ανάλογα με το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του ο καθένας, το εύλογο ποσό της οποίας, αφού ληφθεί υπόψη ο βαθμός της υπαιτιότητας των εναγομένων με τη μακρόχρονη αδιαφορία που υπέδειξαν και την αντίστοιχη ταλαιπωρία που υπέβαλαν τους ενάγοντες, τη βλάβη που προξένησαν στην ιδιοκτησία των τελευταίων με τις προαναφερόμενες συνέπειες που είχε, τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής εκτιμάται στα ποσά των 3.500 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 4.000 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα και 2.000 ευρώ νια την τρίτη ενάγουσα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε από την ως άνω αιτία τα μικρότερα ποσά των 2.500, 3.500 και 1.500 ευρώ αντίστοιχα για κάθε ενάγοντα εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τα ως άνω στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγόντων που πρέπει να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ ο αντίθετος λόγος εφέσεως των εναγομένων που ζητεί την απόρριψη των ως άνω κονδυλίων πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Κατόπιν αυτών το σύνολο των αξιώσεων ανέρχονται, αυτών του πρώτου ενάγοντος σε (12.000 + 9.000 + 3.500 =) 24.500 ευρώ, αυτών του δεύτερου ενάγοντος σε (21.000 + 14.700 + 4.000 =) 39.700 ευρώ και αυτών της τρίτης ενάγουσας σε (7.000 + 6.300 + 2.000 =) 15.300 ευρώ, που πρέπει να τους επιδικασθούν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και παράλληλα κατά ένα μέρος να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτών εις ολόκληρο ο καθένας (άρθρ. 71 Α.Κ.), εκτός του πέμπτου εναγομένου ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή πρωτοδίκως και δεν υπάρχει λόγος εφέσεως στο σημείο αυτό, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής".
ΙV. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 989,1003,1004 και 1108 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, και ειδικότερα ότι η διατήρηση της εγκατάστασης του γειτονικού ακινήτου και η χρήση αυτής, δηλαδή, η διατήρηση και χρήση του προβληματικού αποχετευτικού συστήματος, βόθρων, της ξενοδοχειακής μονάδας των αναιρεσειόντων προκαλούσε με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες, στο γειτονικό ακίνητο ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων με συνεχή διαρροή λυμάτων τα οποία διοχετεύονταν προς την ιδιοκτησία τους, λόγω υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος για την ατομική και δημόσια υγεία προσβάλλοντας συγχρόνως και την ιδιοκτησία τους, θέτοντας σε κίνδυνο, με τη διάβρωση των θεμελίων του ευρισκόμενου στην ιδιοκτησίας τους ακινήτου, στοιχειοθετώντας την παράνομη διατάραξη της νομής των αναιρεσίβλητων επί του ακινήτου τους από το έτος 1994 έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2010), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα σε αυτούς ζημία και θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση των αναιρεσίβλητων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή της νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.
Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι αβάσιμος .
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι, με το να διατάξει το Εφετείο σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας δια των νομίμων εκπροσώπων της να άρει την επιβλαβή εγκατάσταση και να παύσει κάθε παρόμοια μελλοντική διατάραξη της ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων με την απειλή σε βάρος της χρηματική απειλή 300 ευρώ και προσωπικής κράτησης των νομίμων εκπροσώπων της διάρκειας μέχρι ενός μηνός για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης, εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης αλλά και η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο της απόφασης το οποίο καθίσταται παντελώς αόριστο για το λόγο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι έχει ήδη αρθεί η επιβλαβής εγκατάσταση και δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει μελλοντική διατάραξη της ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων.
Η ως άνω αιτίαση για την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, έτσι όπως διατυπώνεται ασαφώς και αορίστως καθιστά ανέφικτο, αναιρετικά, τον έλεγχο για την αποδιδόμενη πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του ως άνω σκέλους του δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση των συγκεκριμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής : " ... να υποχρεωθεί δε η πρώτη εναγομένη εταιρία δια των νομίμων εκπροσώπων της: α) να άρει την επιβλαβή εγκατάσταση δηλαδή να διακόψει τη λειτουργία του στο σκεπτικό αναφερομένου βόθρου εντός μηνός από την επίδοση σε αυτήν της απόφασης και β) να παύσει κάθε παρόμοια μελλοντική διατάραξη της ιδιοκτησίας των εναγόντων με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ύψους 300€και προσωπικής κράτησης των νομίμων εκπροσώπων της διάρκειας μέχρι ενός μηνός για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης".
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τον καθορισμό της προσωπικής κράτησης και δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού η ως άνω διάρκειά της, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι η συνήθως διατασσόμενη σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνακόλουθα τούτων, το ως άνω δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η έλλειψη επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας (δηλαδή, κατ' εκτίμησή του, η από τον αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια) είναι και αβάσιμο.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 891/2012). Περαιτέρω, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.
Αντίθετα, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 432, 435, 446, 457 και 460 επομ. για τις αποδείξεις (ΑΠ 1140/2005).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το τρίτο λόγο της αναίρεσης, ως προς το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11α και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ, 1 και 457 ΚΠολΔ.
Και τούτο, διότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα δέχθηκε ότι παρά την πλήρη απόδειξη της προβληθείσας ένστασης τους περί πλαστότητας του από 6.8.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Π. Α. και του Ι. Α. , την οποία επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και την υπ'αρ. Α.Β.Μ Γ/2012/1757 μήνυση των αναιρεσειόντων κατά του πρώτου των αναιρεσειόντων Ι.
Α. για το αδίκημα, μεταξύ άλλων για πλαστογραφία μετά χρήσεως του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, η προσβαλλόμενη το έλαβε ως γνήσιο με συνέπεια το έγγραφο αυτό που ήταν ουσιώδες για την παραδοχή των ισχυρισμών των εναγόντων ως αληθών να συντελέσει στην αποδοχή της αγωγής των ως βάσιμης . Επιπλέον δε ισχυρίζονται ότι η πλαστογραφία του εγγράφου είχε πλήρως αποδειχθεί από την από 30.7.13 έγγραφη πραγματογνωμοσύνη της Π.
Φ. , η διενέργεια της οποίας είχε διαταχθεί με την υπ' αρ. 44/2012 με οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον οι αναφερόμενοι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, με την επισήμανση ότι, αν το δικαστήριο παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων, ιδρύεται ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 621/2019, ΑΠ 328/2018, ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 1086/2004).
Αλλά και ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού το Εφετείο τη δέχθηκε συνεκτιμώντας τα εις την προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνεται και η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη.
Επιπλέον με την παραδοχή ότι το ως άνω έγγραφο είναι γνήσιο το Εφετείο απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί πλαστότητας. VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002, μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ.
του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκα υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).
Συνακόλουθα τούτων, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 562 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 356/2002, ΑΠ 865/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα διέλαβε, επί λέξει, τις εξής παραδοχές : "Άσχετα όμως από αυτό όπως παραδέχονται οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ιδίου εγγράφου συμφωνητικού έλαβαν γνώση από προηγούμενη ποινική αντιδικία.
Πράγματι από την προσκομιζόμενη αριθμ. 560/9-11-2006 απόφαση - πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απόφαση ο πέμπτος εναγόμενος καταδικάσθηκε για παράβαση υγειονομικής διατάξεως, ύστερα από καταγγελία του πρώτου ενάγοντος για την ένδικη διαφορά της διαρροής των λυμάτων, όπως προκύπτει ο κατηγορούμενος αυτός παρέστη εκπροσωπημένος στην ποινική δίκη από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο που εμφανίζεται και στην πολιτική δίκη.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ίδιας απόφασης, στην εν λόγω ποινική δίκη εξεταζόμενος ο πρώτος ενάγων, Ι. Α. , ως μάρτυρας κατηγορίας, αναφέρεται στο διαχρονικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει συνεχώς από το έτος 1994, το οποίο αναγνωρίζει ο κατηγορούμενος και ήδη πέμπτος εναγόμενος και ότι το έτος 2002 είχαν κάνει συμφωνία με ιδιωτικό συμφωνητικό και ο κατηγορούμενος την αθέτησε .
Επίσης μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται ότι αναγνώσθηκαν στην ποινική δίκη εκείνη και έχει καταχωρηθεί στην απόφαση είναι και το επίμαχο από 6-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό των συμβαλλομένων Ι. Α. και Π. Α. .Ασφαλώς όμως εάν ο κατηγορούμενος και ήδη πέμπτος εναγόμενος θεωρούσε ότι το ως άνω έγγραφο που προσκομίσθηκε στην ποινική δίκη εναντίον του δεν ήταν γνήσιο και δεν έφερε την υπογραφή του θα αμφισβητούσε αυτό και θα το προσέβαλε ως πλαστό.
Ανάλογες είναι και οι προσκομιζόμενες 777/2010 και 778/2010 αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου Λευκάδος με τις οποίες ο κατηγορούμενος, παριστάμενος μάλιστα αυτοπροσώπως, διορίζοντας τον ίδιο δικηγόρο φέρεται να έχει καταδικαστεί αναφορικά με την ένδικη διαφορά με την πρώτη για παράβαση υγειονομικής διάταξης και με την δεύτερη για την ίδια ως άνω παράβαση και για κοινώς επικίνδυνη βλάβη με πρόθεση στην οικοδομή των εναγόντων.
από το περιεχόμενο των ποινικών αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι εξεταζόμενος ο πρώτος ενάγων αναφέρεται στην έγγραφη συμφωνία τους, ενώ προσκομίζει και αναγιγνώσκεται το σχετικό - επίμαχο από 6-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό χωρίς αντίρρηση ή αμφισβήτηση της γνησιότητάς του και προσβολής του ως πλαστού από τον πέμπτο εναγόμενο και κατηγορούμενο στις δίκες εκείνες.
Έτσι σιωπηρά πλην σαφώς είχε αναγνωρισθεί από τον πέμπτο εναγόμενο υπογραφέα του εγγράφου η γνησιότητα του στις προηγούμενες ως άνω δίκες, ώστε αβάσιμος στη νεώτερη πολιτική δίκη αμφισβητεί τη γνησιότητα του ίδιου εγγράφου. Επομένως το έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί ως γνήσιο και να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων περί πλαστότητας αυτού." Ενόψει όμως των προεκτεθέντων στην προηγηθείσα νομική σκέψη τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" αλλά επιχειρήματα, τα οποία αντλούν οι αναιρεσείοντες, από την κατ' αυτούς εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 τέταρτος λόγος αναίρεσης, υπό την επίκληση του οποίου οι αναιρεσείοντες πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο λόγος δε αυτός σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανόμενη σε αυτήν ρητή βεβαίωση: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα προσκομιζόμενα αριθμ. 44/2012 πρακτικά συνεδριάσεώς του, όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, τις ένορκες βεβαιώσεις 3263/14-10-2011 ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Κοντάκου, ...
και ... /18-10-2011 ενώπιον της συμ/φου Λευκάδας Ακριβούλας Κερχουλά που προσκομίζουν οι ενάγοντες και έχουν ληφθεί μετά νόμιμη κλήτευση των εναγομένων αντιδίκων τους κατ' άρθρ. 270 παρ. 2 ΚΠολΔ., τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης από Σεπτέμβρ10 2013 του πολιτικού μηχανικού Παναγιώτη Καψάλη και από 30-7-2013 της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Π.
Φ. οι οποίοι διορίσθηκαν με την υπ' αριθμ. 44/2012 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και διενεργήθηκαν και κατατέθηκαν νόμιμα (αριθμ. 17/27-9-2013 και 11/12-8- 2013 εκθέσεις κατάθεσης στο γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). τις από Αύγουστο 2014, 30 Απριλίου 2014 και 12 Μαΐου 2014 εκθέσεις η πρώτη του πολιτικού μηχανικού Παύλου Καρυδά και οι λοιπές του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ.
Κ. που διορίσθηκαν ως τεχνικοί σύμβουλοι κατ' άρθρ. 392 παρ. 1 ΚΠολΔ με έγγραφη δήλωση του πρώτου των εναγόντων προς το γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες επίσης διενεργήθηκαν και κατατέθηκαν νόμιμα στη γραμματεία του ιδίου πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (αριθ. 6/9-9-2014 έκθεση κατάθεσης η πρώτη και 7/18-9-2014 οι λοιπές)".
Τέλος, δεν δύναται να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ούτε η, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, γιατί η τελευταία, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
VIII. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην πληττόμενη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός, θεμελιωτικός αγωγής, ανταγωγής, ένστασης και αντένστασης προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει να αναφέρονται επίσης στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Oλ.ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση της παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, και όχι όπως διατείνονται από αυτή του αρ. 8 του ίδιου άρθρου ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου και ως προς τη διάταξη της με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση παραγραφής τους .
Στο αναιρετήριο όμως ενώ εκτίθεται η νομική άποψη των αναιρεσειόντων για την στήριξη του αιτήματος τους στο άρθρο 937 του Αστικού Kώδικα, δεν αναφέρονται οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης που πραγματεύεται το ανωτέρω θέμα, καθώς επίσης δεν αναφέρουν (οι αναιρεσείοντες) ότι η ένσταση της παραγραφής απετέλεσε λόγο εφέσεως.
Ακόμη στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται που έγκειται συγκεκριμένα η νομική πλημμέλεια του εφετείου ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διάταξης σχετικά με την απόρριψη της ένστασης παραγραφής τους καθισταμένου αορίστου του λόγου αυτού. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία αποδέχθηκε την ένσταση των αναιρεσειόντων εναγομένων, ότι μέρος της αξίωσης των εναγόντων από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης πενταετίας από την τέλεσή της, και κατά συνέπεια οι οποιεσδή ποτε αξιώσεις των εναγόντων εις βάρος των εναγομένων για το χρονικό διάστημα έως και την 01/09/2005 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 261 ΚΠολΔ.
Επομένως ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος . IX. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, και όχι και η τοιαύτη εκ του άρθρου 559 αρ. 1, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα:
την υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου 3309/1998 βεβαίωση της διεύθυνσης υγείας-πρόνοιας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Λευκάδας, το με αριθμό πρωτοκόλλου 7207/18/03/2014 έγγραφο του δήμου Λευκάδας το με αριθμό πρωτοκόλλου 5755/14ης/4/2016 έγγραφο τεχνικών υπηρεσιών του δήμου Λευκάδας, το με αριθμό πρωτοκόλλου 1158/Φ. 5. 29. 5/04/02/2015 έγγραφο της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος τμήμα πολεοδομίας ΥΔ ΟΜ , το με αριθμό πρωτοκόλλου 21801/10/11/2015 έγγραφο της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών τμήμα ύδρευσης αποχέτευσης του δήμου Λευκάδας, το με αριθμό πρωτοκόλλου 7635/19/05/2016 έγγραφο της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών τμήμα ύδρευσης αποχέτευσης, το υπ' αρ. 5330/10/09/12/2010 έγγραφο της διεύθυνσης πολεοδομίας χωροταξίας και περιβάλλοντος, το υπ' αριθμ.
πρωτοκόλλου 5 7183/ 13 51 6/11/06/03/2012 έγγραφο της διεύθυνσης περιβάλλοντος Λευκάδας, τομέας πρωτοκόλλου 27016/Φ. 5.29 5/29/10/2014 έγγραφο της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος του δήμου Λευκάδας, το με αριθμό πρωτοκόλλου 27583/Φ.5/29.5/19/11/2014 έγγραφο της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος τμήμα πολεοδομίας ΥΔΟΜ ,την υπ' αρ.
…/…2011 άδεια οικοδομής, την από 5/2011 κάτοψη - τομή του πολιτικού μηχανικού Άγη Πετράκη, την από Μαΐου 2011 μελέτη αποχέτευσης του Πολιτικού μηχανικού Π. Φραντζίδη και σχέδιο ξυλοτύπου - λεπτομερειών του Άγη Πετράκη, μελέτη διάθεσης λυμάτων, το 1/29.3.2001 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ... ΟΕ, τέσσερις φωτογραφίες του βιολογικού καθαρισμού, του αρ. 1016/120/57/24.6.2010 έγγραφο του αστυνομικού τμήματος Ελλομένου.
Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, και "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα.." και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Χ. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.5.2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 14/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην συνολική πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Σελίδα