Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning regarding non-treasonous motive claim in tax evasion case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for tax evasion, ruling the lower court's rejection of the 'non-treasonous motive' defense was legally sound. The appellant argued that the general economic crisis and business failure constituted a non-treasonous motive, but the appellate court found this claim unsubstantiated without specific factual evidence. Consequently, the court held that the lower court was not obligated to address the vague argument and correctly rejected it based on objective social standards.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(d) and 583 of the Code of Criminal Procedure; The court must reject an appeal based on lack of reasoning when the lower court's decision is fully substantiated and the appellant's argument lacks concrete factual basis to justify the specific defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου- Ευαγγέλου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατριβάνου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 504/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ.πρωτ. 5699/30-5-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 772/2018.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-5-2018 και με αριθμό γενικού πρωτ.5699/30-5-2018 αίτηση του Π. Κ. του Ν. για αναίρεση της με αριθμό 504/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/1997 και, στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες [ΔΟΥ] και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α] τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ , β] έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ] ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Η ίδια διάταξη τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011 ως εξής: Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης :
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία της σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β)....γ)....δ).....τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και ήδη 200.000 ευρώ[άρθρ.8 ν.4337/2015]".
Με το άρθρο 52 του ίδιου νόμου [3943/2011] η ισχύς του άρχισε από 31-3-2011 ενώ με την παρ 1γ' του ως άνω άρθρου 3 αυτού στο άρθρο 25 του ν.1882/90 προστέθηκε παρ.9 σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης της πράξης για τα ήδη ληξιπρόθεσμα κατά την 31-3-2011 χρέη είναι εκείνος κατά τον οποίο συμπληρώνεται τετράμηνο μετά την 31-3- 2011 εφόσον συνεχίζεται η μη καταβολή τους κατά το χρόνο αυτό.
Κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/2004 , για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα , το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής.
Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα , του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου , που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση , χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής , κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης , που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα.
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1]Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά , κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης [από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη] του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του οικείου πίνακα χρεών που συνοδεύει την αίτηση της ποινικής δίωξης, ο οποίος χρόνος καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων χρεών που έχουν προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις και, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.
Και 2]ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι α] η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β] η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ] το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών , με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν.
Ενώ, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται δόλος [πρόθεση] με την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας [άμεσος ή υπερχειλής δόλος].
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α] Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β] το ύψος του χρέους, γ] το τρόπος πληρωμής του, δ] ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε] η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης[ΑΠ 1513/2016].
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν στην αληθή έννοια του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν κατά το κατηγορητήριο πράξη και ειδικότερα :
Στην …. στις 1-8-2011 με πρόθεση καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στη Δημόσια Υπηρεσία χρέη προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων [4] μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών , υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ .Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί υπέρ του Δημοσίου στη ΔΟΥ ...
σε βάρος του διάφορα χρέη, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στον πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ, ο οποίος πίνακας περιλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης αυτής που επιτρεπτώς συμπληρώνει το αιτιολογικό, αποτελώντας ενιαίο σύνολο με αυτό , συνοδεύει δε ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής την από 23-9-2011 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα , ηθελημένα δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων [4] μηνών το συνολικό ποσό των 717.210,34 ευρώ, από τα οποία το ποσό των 634.697,99 ευρώ ήταν το κεφάλαιο και το ποσό των 82.512,35 ευρώ οι προσαυξήσεις, όπως δε προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. 314/4-1-2018 έγγραφη ενημέρωση της ΔΟΥ ..., το ποσό της ποινικής δίωξης έχει μειωθεί κατά το ποσό των 881,71 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων και σήμερα διαμορφώνεται ως εξής:
Κεφάλαιο 633.816,28 ευρώ και προσαυξήσεις 564.106,80 ευρώ και συνολικό ποσό 1.197.923 ευρώ, ενώ δεν έχει γίνει ακόμη ρύθμιση. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για διαφορετικό χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής που δεν καταλαμβάνεται από το Νόμο 3943/2011, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη μη καταβληθέντα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα της μη καταβολής του αθροίσματος, με χρόνο τέλεσης των χρεών του πίνακα τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση καταβολής του τελευταίου χρέους του πίνακα, στην προκειμένη δε περίπτωση χρόνος τέλεσης είναι αυτός που αναφέρεται στην αρχή του σκεπτικού δηλαδή της παρέλευσης τετραμήνου από το τελευταίο χρέος του πίνακα, δηλαδή από την 31 η-12-2010 που όμως στην προκειμένη περίπτωση συμπληρώνεται την 1η -8-2011 δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στην παραπάνω νομική σκέψη με την παρ.1 γ του ίδιου ως άνω άρθρου 3 του Ν 3943/2011 προστέθηκε στο άρθρο 25 του Ν 1882/1990 η παράγραφος 9 κατά την οποία "προκειμένου περί χρεών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου , ήδη ληξιπρόθεσμων κατά την έναρξη ισχύος της παρούσης παραγράφου, τα ποινικά αδικήματα των περιπτώσεων α',β,γ' και δ' της παραγράφου αυτής, τελούνται με τη μη καταβολή τους μετά την πάροδο τεσσάρων [4] μηνών από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου", στην προκειμένη δε περίπτωση την 31η-3-2011, ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του Ν 3943/2011 για τα χρέη του πίνακα που έπρεπε να καταβληθούν την 31-12-2010 δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα τεσσάρων[4] μηνών.
Πιο συγκεκριμένα ενώ όφειλε στο ελληνικό Δημόσιο συνολικά μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις το ανωτέρω ποσό, τα οποία βεβαιώθηκαν στη ΔΟΥ ... σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα , παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν από το νόμο οι απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες [δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών από το χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα ή από 31-3-2011 αναφορικά με την κατά την ημέρα αυτή ληξιπρόθεσμα χρέη για τα οποία δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών].
Ως ποινικό αδίκημα η άνω πράξη του εκκαλούντος, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν είχε παραγραφεί και τούτο διότι οι χρόνοι τέλεσης των μερικότερων πράξεων ήταν μεταγενέστεροι της 30-6-2010 οπότε αυτές δεν υπέκυψαν σε παραγραφή. Ο μεν χρόνος τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος συνάγεται από το χρόνο συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος , ο δε χρόνος καταβολής του χρέους προκύπτει από τον πίνακα χρεών της ΔΟΥ ..., που σύμφωνα με το κατηγορητήριο και την προσβαλλόμενη απόφαση συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής.
Ουδόλως τίθεται ζήτημα παραγραφής ή εφαρμογής επιεικέστερης διάταξης, εφόσον το επίδικο αδίκημα τελείται κατά τους όρους της παρ.9 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ.1 γ του άρθρου 3 του Ν 3943/2011.Έτσι από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος την 27-5- 2013 από τον Επιμελητή Δικαστηρίων Π.
Σ. στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση , δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας , ούτε από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης μέχρι τη σημερινή εκδίκαση [23-1-2018] έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον της οκταετίας ώστε να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο συνεπεία παραγραφής, όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος δια της συνηγόρου υπεράσπισής του και συνεπώς, ο σχετικός προβαλλόμενος ισχυρισμός του, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ο δόλος του κατηγορουμένου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, διαπιστώνεται δε στην απόφαση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και από το λόγο αυτό δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια επί της ενοχής, στην οποία εμπεριέχεται και αυτή που αφορά το δόλο, αφού για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος] ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, αναγκαίου σε έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης.
Κατ' ακολουθία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: Στην …., στις 1-8-2011, με πρόθεση καθυστέρησε να καταβάλει βεβαιωμένα στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία χρέη προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ... σε βάρος του διάφορα χρέη , όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ που συνοδεύει ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής την από 23-9-2011 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, τα οποία και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, ηθελημένα δεν κατέβαλε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το συνολικό ποσό των 717.210,34 ευρώ, ήτοι:
Mε αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, του ΠΚ και 25 παρ. 1 δ του ν. 1882/1990 ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3943/2011, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο εκδίκασε και αποφάνθηκε για την ένδικη κατηγορία ως μία ενιαία αξιόποινη πράξη, της μη εμπρόθεσμης καταβολής του αθροίσματος περισσοτέρων βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, με χρόνο τέλεσης την 1-8-2011, όπως το ειδικό έγκλημα αυτό τυποποιείται στο ορθά εφαρμοσθέν άρθρο 25 παρ.1 του ν.1882/1990 μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011 και προσδιορίζεται ως προς τα ειδικότερα στοιχεία του στο διατακτικό της απόφασης και στον ενσωματωμένο σ' αυτό πίνακα χρεών.
Εφόσον δε το επίδικο αδίκημα τελέστηκε κατά τους όρους της παρ.9 του άρθρου 25 του ν.1882/1990 , όπως αυτή προστέθηκε με την παρ.1 γ' του άρθρου 3 του ν.3943/2011, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης το ένδικο χρέος συνέχιζε να οφείλεται στις 31-3-2011, ουδόλως τίθεται ζήτημα εφαρμογής επιεικέστερης διάταξης, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Εξάλλου, από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού της προσβαλλομένης, προκύπτει με βεβαιότητα ότι για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων το με αριθμ. πρωτ. ….87/16-1-2018 απαντητικό έγγραφο της Δ.Ο.Υ ...
και η με αριθμ. πρωτ. …29/14-6-2012 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ ..., που αναγνώσθηκαν [υπ'αριθμ.2 και 3 στη σελ.11 των πρακτικών], έγγραφα τα οποία, καίτοι δεν μνημονεύονται ρητά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του, με το να δεχτεί στο σκεπτικό του ότι έναντι του επίδικου χρέους καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα το ποσό των 881,71 ευρώ, το οποίο όμως ορθά δεν αφαιρέθηκε από το συνολικό ποσό του χρέους αφού η καταβολή του έλαβε χώρα μετά την 1-8-11 και συνεπώς ήταν μεταγενέστερη της άσκησης της ποινικής δίωξης και ουδόλως επηρέαζε το αξιόποινο της πράξης, με αποτέλεσμα ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια να υφίσταται μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το ύψος του επίδικου χρέους για το οποίο κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος.
Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Δ'ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 του ν.1882/1990 ως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011 και έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και νόμιμης βάσης αναφορικά με την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής.
Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων και η προβλεπόμενη από την παρ.2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχ.β' ότι δηλαδή ο υπαίτιος, ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια ταπεινά. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περιστάσεως των μη ταπεινών αιτίων, κατά την έννοια του στοιχ. β' της παρ.2 του αυτού ως άνω άρθρου 84 ΠΚ , απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή, περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για δε το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του.
Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας [ΑΠ 295/2015]. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά[ΑΠ 522/2018,ΑΠ 453/2016, ΑΠ 1090/2015, ΑΠ 1249/2015].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων ζήτησε, δια της συνηγόρου του, να του αναγνωριστεί, εκτός των άλλων και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β'ΠΚ, ήτοι ότι ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά και από μεγάλη ένδεια. Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε κατά πιστή μεταφορά ότι :
"Η μη εμπρόθεσμη καταβολή των φόρων, που αναφέρονται στον πίνακα χρεών δεν οφείλεται σε δόλια προαίρεση αποφυγής των υποχρεώσεων μου προς το Δημόσιο, αλλά σε μεγάλη ένδεια, στην οποία οδηγήθηκα από λόγους ανωτέρας βίας, που κατέστησαν αδύνατη την πληρωμή της οφειλής μου για την τακτοποίηση της οποίας κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες, ώστε να ανταποκριθώ.
Το έτος 1991 ξεκίνησα αυτοδημιούργητος και έκτοτε κυριολεκτικά αγωνίσθηκα στο χώρο του εμπορίου επί εικοσαετία περίπου, προκειμένου να ορθοποδήσω και να σταθώ αξιοπρεπούς στην κοινωνία ως έντιμος πολίτης, καλός οικογενειάρχης και πατέρας δύο παιδιών, της Ε.-Ά. και του Ν., ηλικίας σήμερα 19 και 17 ετών αντίστοιχα.
Στόχος μου ήταν να προσφέρω στα παιδιά μου τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο αύριο. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν το κατόρθωσα, αλλά βρίσκομαι στη δεινή θέση να αδυνατώ να καλύψω ακόμη και τις στοιχειώδεις βιοποριστικές μου ανάγκες.
Όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012 2013 και 2014 τα οποία υποβάλλω συνημμένος, κατά τα οικονομικά έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 η ζημιά της ατομικής μου επιχείρησης ανήλθε αντίστοιχα σε 75.805,67 €, 463.084,87 €, 305.908,30 €, 6.885,02 και 849.344,52 ευρώ. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζω τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας και να βρίσκομαι σε αδιέξοδο ως επαγγελματίας, αλλά και ως άνθρωπος
Β - ΑΙΤΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ :
Η οικονομική μου αδυναμία οφείλεται σε συγκυρία απρόβλεπτων γεγονότων και ειδικότερα α) στις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μου κατά πελατών μου, β) στην 6μηνη απεργία των ναυτεργατών τo έτος 2008, γ) στην αλλαγή της πολιτικής των Τραπεζών στον τομέα των χρηματοδοτήσεων, δ) στη μείωση της πιστοληπτικής μου ικανότητας συνέπεια της γενομένης από τη Δ.Ο.Υ. ... κατασχέσεως των καταθέσεων μου εις χείρας οκτώ Τραπεζών και ε) στη γενική οικονομική κρίση, που μαστίζει τη χώρα μας και έπληξε κατά κύριο λόγο το εμπόριο.
α.ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ:
Η μεγάλη ατομική και οικογενειακή μου ένδεια οφείλεται πρωταρχικά στις, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις μου κατά πελατών μου, που ανέρχονται κατά κεφάλαιο σε 1.408.050,21 € και με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας υπερβαίνουν το ποσό των 2.500.000,00 €.
Παρά δε τις έντονες προσπάθειες μου και τις δικαστικές ενέργειές μου, αδυνατώ να εισπράξω από τους πελάτες μου τα ποσά, που μου οφείλουν, προφανούς λόγω της γενικής οικονομικής κρίσης, που άρχισε να διαφαίνεται στη χώρα μας από το έτος 2005.
Συνημμένα υποβάλλω δικαστικές αποφάσεις και Διαταγές Πληρωμής, που έχουν εκδοθεί σε βάρος παν οφειλετών - πρώην πελατών μου, καθώς και δικόγραφα αγωγών που εκκρεμούν. επιπροσθέτως δε και αντίστοιχες καταστάσεις ως και κατάσταση των λοιπών ληξιπρόθεσμων τιμολογημένων απαιτήσεών μου έναντι πρώην πελατών μου. τις οποίες δεν έχω εισέτι διεκδικήσει δικαστικά, διότι δεν έχω την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσω τις δικαστικές δαπάνες, που θα απαιτηθούν
β.- ΕΞΑΜΗΝΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΩΝ:
Η απεργία των ναυτεργατών το έτος 2008, που διήρκεσε σχεδόν ένα εξάμηνο ήταν επίσης μεγάλο πλήγμα για την επιχείρηση μου.
Την περίοδο, που οι ναυτεργάτες ξεκίνησαν την απεργία, είχαν φθάσει στο λιμάνι του Πειραιά και ήταν έτοιμα προς εκτελωνισμό εμπορεύματα, για το οποία είχα ήδη αντίστοιχες παραγγελίες με ακριβή χρόνο παράδοσης.
Τα εμπορεύματα αυτά, εάν τα παραλάμβανα εγκαίρως, τα πουλούσα αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 3.500.000,00 ευρώ. Τελικά διέθεσα εμπορεύματα αξίας μόνο 500.000,00 ευρώ διότι οι περισσότεροι πελάτες ακύρωσαν τις παραγγελίες τους λόγω καθυστερημένης παράδοσης τους. Τα υπόλοιπα έμειναν ως stock και επωλήθησαν αντί ευτελούς τιμήματος.
Το ανωτέρω απρόβλεπτο γεγονός κυριολεκτικά με εξόντωσε οικονομικά διότι πριν αποσταλούν τα εμπορεύματα, εγώ είχα ήδη εξοφλήσει τους προμηθευτές μου και, όταν αυτά εκτελωνίσθηκαν, πλήρωσα δασμούς και φόρους.
γ.- ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ :
Τον Μάρτιο του έτους 2009 λόγω αλλαγής της πολιτικής των τραπεζών στον τομέα των πιστώσεων ναυάγησε η συμφωνία μου με την Τράπεζα "... A.E" για χρηματοδότηση μου με ποσό 1.000.000,00 ευρώ με το οποίο θα κάλυπτα τις υποχρεώσεις μου προς το Δημόσιο και ταυτόχρονα θα είχα τη δυνατότητα να συνεχίσω τη λειτουργία της επιχειρήσεώς μου. η οποία από τις αρχές του έτους 2010 βρίσκεται σε αδράνεια.
Δ-ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΗΣ Δ.Ο.Υ ... ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ Η χαριστική βολή σε όλα τα προαναφερθέντα δόθηκε, όταν τον Οκτώβριο του 2009 η Δ.Ο.Υ ... δέσμευσε και τελικά, σύμφωνα με το συνημμένο υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 4800/30-3-2011 έγγραφο, το έτος 2010 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στις καταθέσεις μου εις χείρας των Τραπεζών …., …., …., ..., ..., ..., ... και …..
Κατόπιν τούτου μειώθηκε η πιστοληπτική μου ικανότητα, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να λάβω ακόμη και ελάχιστο ποσό δανείου, προκειμένου να εξοφλήσω έστω και μέρος της οφειλής μου προς το Δημόσιο.
ε.- ΓΕΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Τέλος, σημαντική αιτία της οικονομικής μου αδυναμίας είναι και η γενική οικονομική κρίση, που έπληξε κατά κύριο λόγο το εμπόριο και ναι μεν είχε διαφανεί - από το έτος 2005, αλλά τα αποτελέσματα της έγιναν αισθητά το έτος 2009.
Συνεπεία όλων των ανωτέρων παραγόντων αντιμετωπίζω τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι σε αδιέξοδο ως επαγγελματίας και ως άνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα έχει κλονισθεί σοβαρά και η ψυχική μου υγεία, όπως προκύπτει από τη συνημμένη υπ' αριθμό πρωτοκόλλου …64/8-7-2010 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του ...
Νοσοκομείου Κ. Α. λαμβανομένου όμως υπόψη, ως ελέχθη, ότι η μη ταπεινότητα των αιτίων κρίνεται όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας, ο εν λόγω ισχυρισμός, έτσι όπως προβλήθηκε, χωρίς δηλαδή την επίκληση πραγματικών περιστατικών σχετικά με τα αίτια που ώθησαν τον αναιρεσείοντα στην πιο πάνω πράξη καθώς και περιστατικών μεγάλης ένδειας αυτού, δεν ήταν ορισμένος και επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.
Παρόλα αυτά τον απέρριψε με την ακόλουθη πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έχουσα, κατά πιστή μεταφορά, ως εξής :"δεδομένου ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος αφορά στη μη καταβολή χρημάτων που έπρεπε να καταβάλει στο Δημόσιο και βεβαιώθηκαν σε βάρος του προερχόμενα κυρίως από φορολογία εισοδήματος και μη απόδοση ΦΠΑ και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη ταπεινό το γεγονός ότι δεν τα κατέβαλε επικαλούμενος τη μη επιβεβαίωση των προσδοκιών για την πορεία της επιχείρησής του.
Ο ως άνω ισχυρισμός προβλήθηκε χωρίς επίκληση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτόν, δηλαδή τα περιστατικά σχετικά με τα αίτια που ώθησαν τον πρώτο κατηγορούμενο υποκειμενικώς στην τέλεση της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως ή της μεγάλης ένδειάς του, ενώ για το ορισμένο αυτού δεν αρκεί μόνο η επίκληση της ως άνω σχετικής διατάξεως που προβλέπει την ως άνω ελαφρυντική περίπτωση και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο ήταν αντίθετα προς την κοινή συνείδηση περί ηθικής ή της κοινωνικής τάξης επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-5-2018 και με αριθμό γενικού πρωτ.5699/ 30-5-2018 αίτηση του Π. Κ. του Ν. κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της με αριθμό 504/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ