Legislator Case Law & Legislation
1893/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of contradictory reasoning in labor accident liability case.

Case Number 1893/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the deceased's heirs against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had ruled that the employer and the deceased were jointly liable for a fatal mining accident, awarding damages for mental suffering. The Supreme Court found no contradictory reasoning in the appellate judgment regarding the employer's liability, dismissing the sole ground for appeal under Article 559(19) of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 176, 183 of the Civil Procedure Code: An appeal based on alleged contradictory reasoning is inadmissible if the lower court's decision contains clear, consistent, and unambiguous reasoning on the critical issues of liability and damages.

Keywords

AI generated
labor accident liability contradictory reasoning appeal dismissal joint employer liability mental suffering damages Civil Procedure Code legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Civil Procedure Code
Articles 176 and 183 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1893 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1893/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Τ. Γ. (Τ. G.), 2) Μ. Γ., (B. G.), 3) Ν. Γ. (D. G.), 4) Κ. Γ. (C. G.) κατοίκων ..., 5) Ν. Γ., (D. G.), κατοίκου ..., και 6)Α. Γ. (A. G.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βασιλάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." μετά της συγχώνευση αυτής και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", 2) Ε. χήρας Δ. Τ., 3) Ε. Τ. του Δ., 4) Σ. Τ. του Δ., και 5) Δ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., των 2ης, 3ης, 4ου και 5ης ως κληρονόμων του Δ. Τ.. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Πολύζου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2006 (με αριθμό .../...2006) αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2225/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4509/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/8/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 7/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.8.2015 και με αριθ. κατάθ. ....8.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4509/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 23.7.2009 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2225/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη η ως άνω έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 9.3.2006 και με αριθ. κατάθ. .../...2006 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της αρχικών διαδίκων (ετερόρρυθμης εταιρείας και φυσικού προσώπου), των οποίων καθολική διάδοχος της πρώτης τυγχάνει η τότε πρώτη εκκαλούσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία και κληρονόμοι του δευτέρου τυγχάνουν οι λοιποί δεύτερη έως και πέμπτος των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.

Με την ίδια απόφαση (προσβαλλομένη) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ασκηθείσα με τις προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων αντέφεση αυτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), η δε περί απαραδέκτου αυτής ένσταση των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει, της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να υπάρχει αίτημα για την ουσία της υπόθεσης, χωρίς όμως να απαιτείται πανηγυρική διατύπωσή του ή να περιλαμβάνεται τούτο ρητώς στο αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 1353/2008, ΑΠ 875/2006, ΑΠ 837/2003).

Εξ άλλου η εσφαλμένη αναγραφή στην αίτηση αναίρεσης κάποιου από τα στοιχεία αυτά δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του στοιχείου αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, ναι μεν στο ιστορικό τμήμα του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης διαλαμβάνεται ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν την "από 26.5.2004 αγωγή τους" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΕ" και του ομορρύθμου μέλους αυτής Δ. Τ., με αντικείμενο την καταβολή σε αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον επισυμβάντα σε εργατικό ατύχημα στις 11.3.2001 θάνατο του V. G., υιού της πρώτης και αδελφού των λοιπών, ότι η ανοιγείσα δίκη συνεχίσθηκε με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, στην οποία συγχωνεύθηκε η πρώτη των αρχικά εναγομένων, και με τους νόμιμους κληρονόμους του δευτέρου εναγομένου, μετά τον θάνατο αυτού, ότι η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την με αριθμό 2225/2008 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ότι στη συνέχεια όμως, κατόπιν άσκησης της από 23.7.2009 έφεσης των αναιρεσίβλητων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 4509/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή, στο δε αιτητικό της ένδικης αίτησης αναίρεσης ζητείται η εξαφάνιση της προσβαλλομένης με αριθ. 4509/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ώστε να γίνει δεκτή "η από 26.5.2004 αγωγή" τους, ενώ από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι ως άνω αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας (πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου) εκδόθηκαν επί της από 9.3.2006 και με αριθμό κατάθ. .../...2006 αγωγής των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων με την αγωγή αυτή οι αναιρεσείοντες δήλωσαν ότι παραιτούνται από την αρχικώς ασκηθείσα από 26.5.2004 αγωγή αυτών], πλην όμως από την εσφαλμένη και από προφανή παραδρομή αναγραφή στην αίτηση αναίρεσης του στοιχείου ταυτότητας της εκδικασθείσας αγωγής ως της από 26.5.2004 αγωγής αντί της πράγματι εκδικασθείσας από 9.3.2006 αγωγής δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, εφόσον δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς το αληθές περιεχόμενο της αίτησης για την ουσία της υπόθεσης, που ως εικός αναφέρεται στην αγωγή των αναιρεσειόντων που πράγματι εκδικάσθηκε και επί της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις.

Επομένως η με τις εμπροθέσμως από 11.2.2017 κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσίβλητων (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) προτεινόμενη ένσταση περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, γιατί περιέχεται σε αυτήν αίτημα για παραδοχή άλλης, διάφορης της εκδικασθείσας, αγωγής σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης, με συνέπεια να καταλείπεται αμφιβολία περί της αγωγής της οποίας ζητείται η παραδοχή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ.

α` ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα λατομεία, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, περιλαμβανομένου και του θανάτου, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.

Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ’ αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι’ αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 ( ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 81/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: " Ο Β. Γ. (V. G.), ο οποίος τυγχάνει κάτοικος ... και κάτοχος μόνιμης άδειας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσλήφθηκε την 1.10.1996 από την ετερόρρυθμη εταιρεία "...

ΕΕ", νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Δ. Τ. (της οποίας καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως είναι από 17.9.2001 η πρώτη εναγομένη εταιρεία "... ΑΕ" - πρώτη εκκαλούσα - αντεφεσίβλητη), προκειμένου να εργασθεί, όπως δεν αμφισβητείται, ως ανειδίκευτος εργάτης - φύλακας στα υπό εκμετάλλευση αυτής λατομεία αρχικά στο ...

και στη συνέχεια στο ...). Ο Δ. Τ., νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της άνω εργοδότριας εταιρείας, απεβίωσε το έτος 2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του και τους λοιπούς εναγομένους τέκνα του (ήδη εκκαλούντες - αντεφεσίβλητους). Στις 11.3.2001, ημέρα Κυριακή και ώρα 9 π.μ. ο ανωτέρω Β.

Γ. (V. G.), ο οποίος διέμενε εντός του χώρου του λατομείου ... και σε πρόχειρο κατάλυμα (τροχόσπιτο), αυτοβούλως και χωρίς να έχει λάβει συγκεκριμένη εντολή ή οδηγίες εκ μέρους του Δ. Τ. ή άλλου αρμοδίου υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης για την εκτέλεση εργασιών ημέρα Κυριακή, έθεσε σε κίνηση μηχάνημα του λατομείου, ήτοι ένα φορτωτή τύπου CATERPILLAR 966 D, καίτοι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως του συγκεκριμένου μηχανήματος, φορτώνοντας και μεταφέροντας με αυτόν ποσότητα άμμου, προκειμένου να την ρίξει πάνω σε λάδια που υπήρχαν διασκορπισμένα στο χώρο συντηρήσεως των μηχανημάτων έργου του λατομείου.

Πλην όμως, ενώ εκινείτο σε ανηφορικό χωματόδρομο προσβάσεως στο συγκεκριμένο λατομείο (...) με τον ‘ κουβά’ του φορτωτή υψωμένο και γεμάτο άμμο, έχασε τον έλεγχο του ανωτέρω μηχανήματος (φορτωτή), το οποίο ακολούθως κινήθηκε προς τα πίσω και οι δύο αριστεροί τροχοί του ανέβηκαν απότομα στο πρανές παρακείμενου χαντακιού, με αποτέλεσμα ο φορτωτής να ανατραπεί, ο δε Β.

Γ. (V. G.) να παγιδευτεί εντός της καμπίνας αυτού και από ασφυξία να επέλθει ο θάνατός του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω θανών οδήγησε το φορτωτή, ενώ εστερείτο της απαιτούμενης αδείας χειριστή μηχανημάτων έργου (...) και παρότι στα εργασιακά του καθήκοντα ως ανειδίκευτου εργάτη και φύλακα, δεν ανήκαν ούτε η οδήγηση μηχανήματος έργου, ήτοι φορτωτή, δεδομένου ότι η εν λόγω εργοδότρια εταιρεία απασχολούσε την ίδια περίοδο τέσσερις (4) χειριστές και δύο (2) βοηθούς χειριστές τέτοιων μηχανημάτων, όπως τούτο προκύπτει από τον υπ’ αριθ.

πρωτ. .../ ως 5.10.2000 πίνακα προσωπικού αυτής κατατεθέντα στην Επιθεώρηση Εργασίας, ούτε η μεταφορά άμμου για τη κάλυψη των λαδιών του χώρου συντηρήσεως οχημάτων, για την οποία (εργασία) δεν είχε λάβει καμία απολύτως εντολή από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας Δ. Τ., ούτε από άλλον αρμόδιο υπάλληλο αυτής.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται με σαφήνεια από τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα A. H., ο οποίος στην από 11.3.2001 προανακριτική του κατάθεση που λήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα και στην από 13.3.2001 συμπληρωματική του κατάθεση αναφέρει: [...]. Το γεγονός ότι δεν δόθηκε εντολή στον άνω θανόντα να εργασθεί Κυριακή και ότι δεν ανήκε στα εργασιακά του καθήκοντα ούτε η οδήγηση φορτωτή, ούτε η μεταφορά άμμου εντός του χώρου του λατομείου συνάγεται ευθέως και από τους μάρτυρες Χ.

Σ. και Α. Κ., οι οποίοι στις από 13.3.2001 καταθέσεις τους αναφέρουν ο μεν πρώτος [...], ο δε δεύτερος ότι [...]. Το ίδιο κατέθεσε και ο μάρτυρας Ι. Σ., ο οποίος με σαφήνεια αναφέρει τα εξής: [...]. Παρεκτός τούτων, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανών Β. Γ. (V. G.) κατά την οδήγηση του προαναφερθέντος φορτωτή, λόγω ελλείψεως της απαιτουμένης εκπαιδεύσεως, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη προσοχή και επιμέλεια, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της προς τα πίσω κινήσεως του οχήματος, δεν κατέβασε στο έδαφος τον γεμάτο άμμο ‘ κουβά’ και ούτε πάτησε φρένο, ενέργειες με τις οποίες θα μπορούσε να αποφύγει την οπισθοπορεία και να αποφύγει την ανατροπή του φορτωτή.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής: α) την από 29.3.2001 έκθεση - αναφορά των μηχανικών μεταλλείων της ... Κ. Γ. και Β. Γ., σύμφωνα με την οποία ο θανών είχε άγνοια χειρισμού τέτοιων μηχανημάτων, ούτε την απαιτουμένη άδεια χειριστή, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ίδιος, β) την από 13.3.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ηλεκτρολόγου - μηχανολόγου Ε.

Τ., διορισθέντος ως πραγματογνώμονα κατά την προανάκριση από το ΑΤ Μαραθώνος στην οποία αναφέρει ότι το ατύχημα δεν οφείλετο σε μηχανική βλάβη, αλλά στον αδέξιο χειρισμό του θανόντος, ο οποίος δεν ήταν γνώστης των δυνατοτήτων και της σωστής λειτουργίας του μηχανήματος, ώστε να αντιδράσει σωστά, γ) την από 14.3.2001 έκθεση δυστυχήματος του μεταλλειολόγου - μηχανικού Π.

Μ., ο οποίος ως προς τα πιθανά αίτια του ατυχήματος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτά πρέπει να αναζητηθούν στην αδικαιολόγητη ενέργεια του θανόντος να χειριστεί το μηχάνημα, χωρίς να διαθέτει τις απαιτούμενες γνώσεις χειρισμού και όχι στην κακή λειτουργία ή ακαταλληλότητα του συγκεκριμένου μηχανήματος.

Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται κατά τη κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι ο θάνατος του Β. Γ. (V. G.), που συνέβη υπό τις συνθήκες που ανωτέρω περιγράφονται δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του Δ. Τ. (προστηθέντος), αρμοδίου οργάνου της εναγομένης εταιρείας, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε παράλειψη λήψεως από μέρους τους την προς αποτροπή αυτού επιβαλλομένων κατά νόμο μέτρων ασφαλείας ή στην μη τήρηση εκ μέρους αυτών των όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας υπέρ των εργαζομένων (άρθρο 662 ΑΚ) και την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο θάνατός του υπήρξε απότοκος της αμελούς συμπεριφοράς του, εφόσον από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι αυτοβούλως και χωρίς να λάβει οποιαδήποτε εντολή πήρε τα κλειδιά του φορτωτή (που φυλάσσονταν στο ερμάριο των γραφείων του λατομείου) και τον έθεσε σε κίνηση, ημέρα αργίας (Κυριακή) και ενώ το λατομείο ήταν κλειστό, καίτοι γνώριζε ότι εστερείτο της απαιτουμένης άδειας οδηγήσεως του εν λόγω μηχανήματος, με συνέπεια η ενέργεια του αυτή και η παρουσία του στο συγκεκριμένο χώρο να μην συναρτάται καθ’ ολοκληρία με το ανατεθέν σ’ αυτόν αντικείμενο εργασίας (ανειδίκευτου εργάτη και φύλακα) και συνακόλουθα ο θάνατός του οφείλεται σε αποκλειστική δική του υπαιτιότητα, να μη δύναται να θεωρηθεί ως εργατικό ατύχημα υπό την προεκτεθείσα στο Ν. 551/1915 έννοια.

Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε όπως προεκτέθηκε, ότι ο θάνατος του οφείλεται αφενός στη διενέργεια συγκεκριμένης ανατεθείσας σ’ αυτόν εργασίας μεταφοράς άμμου για τη κάλυψη των λαδιών του χώρου συντηρήσεως οχημάτων βάσει εντολών ή οδηγιών που είχε προηγουμένως λάβει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο από τον προστηθέντα Δ.

Τ. ή άλλον αρμόδιο υπάλληλο της πρώτης εναγομένης και αφετέρου δεν αποδείχθηκε ότι η ανατροπή του φορτωτή και ο θάνατός του από ασφυξία οφείλετο στην από μέρους αυτών παράλειψη λήψεως των κατά νόμο αναγκαίων μέτρων ασφαλείας ή των αναγκαίων μέτρων προστασίας της υγείας και της ζωής των εργαζομένων (άρθρο 662 ΑΚ).

Αντίθετη των ανωτέρω απόδειξη δεν μπορεί να αποτελέσουν οι μη πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων H. A. και K. Q., σύμφωνα με τις οποίες ο Δ. Τ. είχε γνώση και επέτρεπε στον θανόντα να οδηγεί τον συγκεκριμένο φορτωτή προκειμένου να εκτελεί βοηθητικές εργασίες τις Κυριακές, έναντι πρόσθετης αμοιβής, αφού αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν εργάζονταν στο λατομείο κατά το χρόνο του θανατηφόρου ατυχήματος, ούτε είχαν ιδία αντίληψη περί των συνθηκών υπό τις οποίες επισυνέβη αυτό, όσα δε κατέθεσαν προέρχονται από διηγήσεις των εναγόντων.

Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρόδηλο καθίσταται ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι συγγενείς του θανόντος V. G. και συγκεκριμένα η πρώτη μητέρα και οι λοιποί αδέλφια του (...) ουδεμίας αποζημιώσεως δικαιούνται προς αποκατάσταση της επικαλουμένης υπ’ αυτών ψυχικής οδύνης και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ελέγχεται αβάσιμη στην ουσία της και απορριπτέα".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή του περί τούτου δευτέρου λόγου της από 23.7.2009 έφεσης των εκκαλούντων - αντεφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή και είχε επιδικάσει τα αναγραφόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, λαμβάνοντας υπόψη για τον προσδιορισμό των εν λόγω ποσών και συνυπαιτιότητα του θανόντος εκ ποσοστού 50% στην επέλευση του ατυχήματος, και αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.

Επίσης απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την με τις προτάσεις των εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων αντέφεση αυτών, με την οποία ζητούσαν την παραδοχή της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης στο σύνολό της. Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής αδικοπρακτικής ευθύνης για την επέλευση του ανωτέρω θανατηφόρου ατυχήματος εκ μέρους των αρχικά εναγομένων, ήτοι της εργοδότριας εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής Δ.

Τ. και των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής και επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Αντίθετο συμπέρασμα περί ύπαρξης αντιφατικής αιτιολογίας δεν μπορεί να συναχθεί από την αναφερομένη αποσπασματικά στο λόγο αναίρεσης φράση της προσβαλλομένης απόφασης "...με συνέπεια η ενέργεια του αυτή και η παρουσία του στο συγκεκριμένο χώρο να μην συναρτάται καθ’ ολοκληρία με το ανατεθέν σ’ αυτόν αντικείμενο εργασίας..." σε σχέση με τις λοιπές παραδοχές αυτής, αφού η σχετική μνεία έχει τη προφανή έννοια ότι η συγκεκριμένη ενέργεια και παρουσία του θανόντος στον συγκεκριμένο χώρο του λατομείου, όπου συνέβη το ατύχημα, δεν συνδεόταν καθόλου με το αντικείμενο της εργασίας αυτού, ως ανειδίκευτου εργάτη και φύλακα, παραδοχή η οποία άλλωστε διαλαμβάνεται σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης ότι στα εργασιακά του καθήκοντα ως ανειδίκευτου εργάτη και φύλακα, "δεν ανήκαν ούτε η οδήγηση μηχανήματος έργου, ήτοι φορτωτή, δεδομένου ότι η εν λόγω εργοδότρια εταιρεία απασχολούσε την ίδια περίοδο τέσσερις (4) χειριστές και δύο (2) βοηθούς χειριστές τέτοιων μηχανημάτων [...], ούτε η μεταφορά άμμου για τη κάλυψη των λαδιών του χώρου συντηρήσεως οχημάτων, για την οποία (εργασία) δεν είχε λάβει καμία απολύτως εντολή από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας Δ.

Τ., ούτε από άλλον αρμόδιο υπάλληλο αυτής". Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.8.2015 και με αριθ. κατάθ. ...2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 4509/2012 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ