Legislator Case Law & Legislation
1893/2016 AI generated

1893/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1893/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1893/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): το κράτος - μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, δ) "κράτος εκτέλεσης": το κράτος - μέλος στο οποίο διαβιβάζεται η απόφαση, με σκοπό την αναγνώριση και την εκτέλεση της. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου (άρθρο 2 της Απόφασης) με αναφορά στις "Αρμόδιες Αρχές" ορίζεται ότι 1. Αρμόδια αρχή για την αναγνώριση και την εκτέλεση της απόφασης είναι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου ο καταδικασθείς έχει τη συνήθη διαμονή του. 2.

Keywords

AI generated
minor traffic violation traffic violation motor vehicle pollution extreme speeding offence fitness to drive hit-and-run
AI generated
1221/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
1973/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
2066/2008
Η προσβαλλομένη έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
1672/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
295/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1893 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1893/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 και 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου M. T. (ov.) M. (επ.) του A. και W. N. P., που γεννήθηκε την 5-5-1975 στο ... Πολωνίας, υπηκόου Πολωνίας, κάτοικος ... και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αθανάσιο Παπαθανασίου και Θρασύβουλο Κονταξή, κατά της υπ’ αριθμ. 743/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 10-9-2013 και υπό στοιχεία φακέλου II Κορ 59/12 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz της Πολωνίας, το οποίο εξεδόθη βάσει της απόφασης υπ’ αριθμ. ΙΙΚ 413/95 από 20-10-1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης Lask Πολωνίας σε συνδυασμό με την απόφαση υπ’ αριθμ. II Κη 42/96 από 24-4-1996 του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz προκειμένου ο ως άνω εκζητούμενος να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως ύψους ενός (1) έτους, επτά (7) μηνών και δεκαοκτώ (18) ημερών και εναλλακτική ποινή διακοσίων πενήντα (250) ημερών για "διακεκριμένου τύπου κλοπή".

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 98/23-11-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η κρινόμενη με αριθμό έκθεσης …/23-11-2016 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκηθείσα έφεση του εκζητουμένου αλλοδαπού, κατά της με αριθμό 734/23-1-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο διέταξε την εκτέλεση του από 10-9-2013 και υπό στοιχεία φακέλου II KOP 59/12 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Δικαστικών Αρχών Sieradz Πολωνίας κατά του εκκαλούντος Πολωνού υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ’ ουσίαν.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία.

Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.

Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άνω άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ.

α’ του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 αυτού, το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 που αναφέρεται στις εγγυήσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης "Αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα ερήμην του εκζητουμένου και το πρόσωπο αυτό δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ’ άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην ερήμην του εκδοθείσα απόφαση, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος θα παράσχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εκζητούμενος με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης.

Εξάλλου, με την ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ 2009/299/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ της 26ης Φεβρουαρίου 2009 για την τροποποίηση των αποφάσεων - πλαισίων 2002/584/ΔΕΥ, 2005/214/ΔΕΥ, 2006/783/ΔΕΥ, 2008/909/ΔΕΥ και 2008/947/ΔΕΥ και την κατοχύρωση, δια του τρόπου αυτού, των δικονομικών δικαιωμάτων των προσώπων και την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην του ενδιαφερόμενου προσώπου στη δίκη, τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 η απόφαση-πλαισίο 2002/584/ΔΕΥ δια της παρεμβολής του ακόλουθου άρθρου: "Άρθρο 4α Αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται σε δίκες κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως 1.

Η εκτελούσα δικαστική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας, εάν το πρόσωπο δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός εάν στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι το πρόσωπο, βάσει δικονομικών απαιτήσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης:

α) εν ευθέτω χρόνω: i) είτε είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως και με την κλήτευση είχε ενημερωθεί σχετικά με την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως, είτε είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης? και ii) είχε ενημερωθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν εμφανιστεί στη δίκη? ή β) το πρόσωπο τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης, είχε δώσει δε εντολή σε δικηγόρο, τον οποίον διόρισε είτε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είτε το κράτος, να τον ή την εκπροσωπήσει στη δίκη, και εκπροσωπήθηκε όντως από αυτόν τον δικηγόρο στη δίκη? ή 2.

Σε περίπτωση που το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται με σκοπό την εκτέλεση ποινής στερητικής της ελευθερίας ή μέτρου ασφαλείας στερητικού της ελευθερίας υπό τους όρους της παραγράφου 1 στοιχείο δ και το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν έχει λάβει προηγουμένως επίσημη ενημέρωση για την ύπαρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, μπορεί, κατά την ενημέρωσή του για το περιεχόμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να ζητήσει να λάβει αντίγραφο της απόφασης προτού παραδοθεί.

Ευθύς ως ενημερωθεί για το αίτημα, η εκδούσα αρχή παρέχει στον καταζητούμενο το αντίγραφο της απόφασης μέσω της εκτελούσας αρχής. Το αίτημα του καταζητουμένου δεν καθυστερεί ούτε τη διαδικασία παράδοσης ούτε την απόφαση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η διαβίβαση της απόφασης στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο γίνεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν θεωρείται ως επίσημη επίδοση της απόφασης ούτε κινεί τις όποιες προθεσμίες ενδέχεται να ισχύουν για αίτηση επανεκδίκασης της υπόθεσης ή άσκηση ενδίκου μέσου. 3.

Σε περίπτωση που το πρόσωπο παραδίδεται υπό τους όρους της παραγράφου 1 στοιχείο δ και έχει ζητήσει επανεκδίκαση της υπόθεσης ή ασκήσει ένδικο μέσο, το μέτρο στέρησης της ελευθερίας του προσώπου που αναμένει την επανεκδίκαση της υπόθεσης ή το ένδικο μέσο επανεξετάζεται, έως ότου ολοκληρωθεί η εν λόγω δικαστική διαδικασία, βάσει του δικαίου του κράτους μέλους έκδοσης, είτε ανά τακτικά διαστήματα είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου προσώπου.

Η επανεξέταση αυτή εμπεριέχει ειδικότερα τη δυνατότητα αναστολής ή διακοπής του μέτρου στέρησης της ελευθερίας. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή η άσκηση ενδίκου μέσου αρχίζει εν ευθέτω χρόνω μετά την παράδοση." Τέλος, με το N. 4307 (ΦΕΚ Α 246 15.11.2014) ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο α) η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση - Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΜΕΡΟΣ Α’ ), β) η Απόφαση - Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2008, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση - Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρους, με σκοπό την επιτήρηση των μέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΜΕΡΟΣ Β’ ), γ) η Απόφαση -Πλαίσιο 2009/829/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με την εφαρμογή, μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί μέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση (ΜΕΡΟΣ Γ’ ) και άλλες διατάξεις.

Κατά άρθρο 1 του άνω νόμου (άρθρο 3 της Απόφασης) που αναφέρεται στο αντικείμενο της ρύθμισης "1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 22 ρυθμίζουν την αναγνώριση και την εκτέλεση από την Ελλάδα μιας απόφασης που εκδόθηκε σε ένα άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, καθώς και την αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης αντίστοιχης απόφασης εθνικού δικαστηρίου που απευθύνει η Ελλάδα σε ένα άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η επιβολή χρηματικής ποινής ή δήμευσης ή και αμφοτέρων, που δεν έχουν ακόμη αποτιθεί ή εκτελεσθεί, δεν εμποδίζει την αναγνώριση, εκτέλεση και διαβίβαση της δικαστικής απόφασης. 2. Ο καταδικασθείς πρέπει να βρίσκεται στο κράτος έκδοσης ή στο κράτος εκτέλεσης. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου ως άνω νόμου (άρθρο 1 της Απόφασης) που αναφέρεται στους ορισμούς "Για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 έως 22 νοούνται ως:

α) "απόφαση": αμετάκλητη απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής του κράτους έκδοσης, με την οποία επιβάλλεται ποινή κατά φυσικού προσώπου, β) "ποινή": οποιαδήποτε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας, που επιβλήθηκαν για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα από δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής δίκης για αξιόποινη πράξη, γ) "κράτος έκδοσης":

το κράτος - μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, δ) "κράτος εκτέλεσης": το κράτος - μέλος στο οποίο διαβιβάζεται η απόφαση, με σκοπό την αναγνώριση και την εκτέλεση της. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου (άρθρο 2 της Απόφασης) με αναφορά στις "Αρμόδιες Αρχές" ορίζεται ότι 1. Αρμόδια αρχή για την αναγνώριση και την εκτέλεση της απόφασης είναι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών στην περιφέρεια του οποίου ο καταδικασθείς έχει τη συνήθη διαμονή του. 2.

Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση της απόφασης ή επικυρωμένου αντιγράφου της, μαζί με το πιστοποιητικό του άρθρου 4 στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, είναι ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. 3. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται ως κεντρική αρχή για να επικουρεί τις αρμόδιες δικαστικές αρχές για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των αποφάσεων, καθώς και για την τήρηση των στατιστικών στοιχείων.

Στο άρθρο 4 του παραπάνω νόμου (άρθρα 4 παράγραφοι 1, 2 και 3, 5 και 23 της Απόφασης) ορίζεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις διαβίβασης. Κατά το άρθρο 10 του ίδιου ως άνω νόμου (άρθρο 9 της Απόφασης) ως προς τους λόγους μη αναγνώρισης και μη εκτέλεσης ορίζεται, ότι "1. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου συνήθους διαμονής του καταδικασθέντος μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει την απόφαση και να διατάξει την εκτέλεση της ποινής, αν:

α) το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4 είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση και δεν συμπληρώθηκε ούτε διορθώθηκε εντός εύλογης προθεσμίας που τάχθηκε από τον ίδιο, β) ο καταδικασθείς δεν βρίσκεται στην Ελλάδα ή στο κράτος έκδοσης ή δεν συναινεί, όπου αυτό απαιτείται, .... θ) σύμφωνα με το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 4, ο καταδικασθείς δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη δίκη που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, εκτός αν στο πιστοποιητικό αναφέρεται ότι αυτός βάσει σχετικών δικονομικών διατάξεων του εθνικού δικαίου του κράτους έκδοσης:

ι) εμπρόθεσμα: αα) είχε λάβει γνώση του χρόνου και του τόπου διεξαγωγής της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης είτε με αυτοπρόσωπη κλήτευση του είτε με πραγματική και επίσημη πληροφόρηση του, κατά τρόπο που να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της δίκης και ββ) είχε πληροφορηθεί ότι μπορεί να εκδοθεί απόφαση σε περίπτωση που δεν εμφανιστεί στη δίκη ή ii) τελούσε εν γνώσει της δίκης και εκπροσωπήθηκε σε αυτήν από δικηγόρο, διορισμένο από τον ίδιο ή το κράτος, στον οποίο είχε δώσει ο ίδιος εντολή να τον εκπροσωπήσει ή iii) μετά την επίδοση της απόφασης και τη σαφή πληροφόρηση του ως προς το δικαίωμα του να ζητήσει επανεκδίκαση ή να ασκήσει ένδικο μέσο, που θα οδηγούσαν σε νέα δίκη με επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης, περιλαμβανομένων και νέων αποδεικτικών στοιχείων, στην οποία είχε δικαίωμα να παρίσταται και μπορούσε να οδηγήσει σε εξαφάνιση της αρχικής απόφασης:

αα) δήλωσε ρητά ότι αποδέχεται την απόφαση ή ββ) δεν ζήτησε να δικαστεί εκ νέου ή δεν άσκησε εμπρόθεσμα ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα με αριθμό 734/23-11-2016 πρακτικά του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος ο εκζητούμενος εξέθεσε στο Εφετείο και παριστάμενος αυτοπροσώπως εξέθεσε επίσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, προέκυψαν τα ακόλουθα:

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του από 10-9-2013 και υπό στοιχεία φακέλου II KOP 59/12 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz Πολωνίας, το οποίο εκδόθηκε βάσει της απόφασης ΙΙΚ 413/95 από 20-10-1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης Lask Πολωνίας σε συνδυασμό με την απόφαση ΙΙ Ka 42/96 από 24-4-1996 του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz κατά του εκκαλούντος Πολωνού υπηκόου.

Το ως άνω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, εκδόθηκε, προκειμένου ο εκζητούμενος M. M. Τ. του A. και W., που έχει πολωνική ιθαγένεια, είναι γεννημένος στις 5-5-1975 στη ... Πολωνίας και κατοικεί μόνιμα στο Παρίσι, συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον των Πολωνικών Δικαστικών Αρχών (Περιφερειακού Δικαστηρίου του Sieradz), που εξέδωσαν τούτο.

Οι δικαστικές αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται το επίδικο ΕΕΣ είναι σύμφωνα με τις γενόμενες σ’ αυτό καταχωρήσεις "Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο ... (Lask) από την 20η Οκτωβρίου του έτους 1995 στην υπόθεση II Κ 413/95 μαζί με την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου στο Σιέραντζ (Sieradz) από την 24η Απριλίου του έτους 1996 στην υπόθεση II Κa 42/96 τελεσίδικη από την 24η Απριλίου του έτους 1996 και η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο ...

από την 10η Ιουνίου του έτους 1996 στην υπόθεση II Κ 413/95 τελεσίδικη από την 11η Ιουλίου του έτους 1996.". Ο αριθμός της δικογραφίας της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκαν οι αποφάσεις είναι ΙΙ Κ 413/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο .... Με το ΕΕΣ ζητείται η σύλληψη και προσαγωγή του εκζητουμένου ενώπιον της Αρχής, που εξέδωσε το ένταλμα, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλάκισης ύψους ενός (1) έτους, επτά (7) μηνών και δεκαοκτώ (18) ημερών, καθώς και παρεπόμενη ποινή διακοσίων πενήντα (250) ημερών για "διακεκριμένου τύπου κλοπή", και ειδικότερα για το ότι:

Ο εκζητούμενος, κατά την περίοδο από 22/5 έως 8/6/1995 στο Λάς του Νομού Σιεράτκιε Πολωνίας, ενεργώντας κατ’ εξακολούθηση, από κοινού και σε συνεννόηση με τον συγκατηγορούμενό του Π. Λ. Π. (Ρ. L. P.), διέπραξε κλοπή με διάρρηξη σε ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα μάρκας Cinquecento και Fiat 126ρ και επιχείρησε να διαπράξει κλοπή (απόπειρα) του αυτοκινήτου μάρκας Fiat 126ρ εις βάρος ιδιωτών και ειδικότερα:

α) Στις 22/05/1995 μετά τη θραύση της κλειδαριάς της πόρτας του ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου μάρκας Cinquecento, με αριθμό πινακίδων ..., το ιδιοποιήθηκε προκαλώντας έτσι ζημία 18.000 ζλότυ στην περιουσία της Μ. Σ. (Μ. S.), β) στις 8/6/1995, αφού εισήλθε μετά από παραβίαση του φραγμού κλειδώματος, στο εσωτερικό του αυτοκινήτου μάρκας Fiat 126ρ, με αριθμό πινακίδων ..., αξίας 8.000 ζλότυ, που αποτελούσε την ιδιοκτησία του Κ.

Γ. (K. G.), επιχείρησε να ιδιοποιηθεί αυτό όμως δεν το επέτυχε εξ’ αιτίας αδυναμίας εκκίνησης του κινητήρα. γ) Στις 8/6/1995 μετά τη θραύση της κλειδαριάς της πόρτας στο ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο μάρκας Fiat 126ρ, με αριθμό πινακίδων ..., το μετακίνησε με σκοπό να το ιδιοποιηθεί, προκαλώντας έτσι ζημία αξίας 7.500 ζλότυ στην περιουσία του ιδιοκτήτη του Ζ.

Κ. (Ζ. Κ.). Οι πράξεις αυτές, κατά τον Πολωνικό Ποινικό Νόμο, αποτελούν εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και διώκονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 208 σε συνδυασμό προς το άρθρο 11, παράγραφος 1 και το άρθρο 58 του Νόμου της 19ης Απριλίου 1969, Πολωνικός Ποινικός Κώδικας [Εφημερίδα Κυβέρνησης αριθμός 13, εδάφιο 94 με τις αλλαγές].

Οι ίδιες ως άνω πράξεις είναι αξιόποινες και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, αφού αποτελούν διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, τετελεσμένες και σε απόπειρα, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσες κατ’ επάγγελμα - άρθρα 42 παρ. 1, 45, 98, 374 περ. ε σε συνδ. προς το 372 παρ. 1α Π.Κ.). Το εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο [άρθρο 2 παρ. 1] στοιχεία και συγκεκριμένα:

α) την ταυτότητα και την ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κ.τ.λ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) την περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της πράξης που αποδίδεται στον εκζητούμενο, όπου περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη αλλά και το ύψος της προκληθείσας ζημίας, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος και ε) το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από την νομοθεσία του κράτους έκδοσης του εντάλματος, που είναι στερητική της ελευθερίας μέχρι δέκα χρόνια.

Εκτός από τα ως άνω προβλεπόμενα από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία, αυτό φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του εκδόσαντος τούτο δικαστή και πληροί τις κατά τον εν λόγω νόμο προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής του νομιμότητας. Προσθέτως, συντρέχουν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5 και 10 του Ν. 3251/2004 θετικές προϋποθέσεις για να επιτραπεί η εκτέλεση του άνω εντάλματος, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις για τις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεσή του ή δύναται να απαγορευθεί η εκτέλεσή του για τις προαναφερόμενες πράξεις για τις οποίες ζητείται να διωχθεί ο εκζητούμενος εκκαλών.

Περαιτέρω, υπό το στοιχείο "Δ" του πληττόμενου ΕΕΣ αναγράφεται, ότι ο εκζητούμενος εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου του πρώτου βαθμού και ότι η σχετική απόφαση εκδόθηκε με αυτόν παρόντα. Όμως η πρωτοβάθμια απόφαση, μετά από αποδοχή έφεσης που άσκησε ο εισαγγελέας, μεταβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκζητούμενος δεν συμμετέσχε, ενώ ήταν ενημερωμένος για αυτήν και παράλληλα εκπροσωπούνταν από το διορισμένο υπερασπιστή.

Υπό το στοιχείο "Ε" του ένδικου ΕΕΣ, όπου σημειώνονται "άλλες περιστάσεις ουσιώδεις ή συναφείς με την υπόθεση" αναγράφεται, ότι ο εκζητούμενος είχε εμφανισθεί αυτοπροσώπως στην ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Λάσκ, ότι κατά την διάρκεια της ακρόασης παραδέχθηκε την διάπραξη της αποδιδόμενης πράξης και ήταν παρών στην ακροαματική διαδικασία την στιγμή της υποβολής από τον εισαγγελέα του αιτήματος για την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής δύο ετών, καθώς και κατά την διάρκεια της δημοσίευσης της απόφασης την 20η Οκτωβρίου 1995, με την οποία κρίθηκε ένοχος διάπραξης της αποδιδόμενης πράξης για την οποία του επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή δύο ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη υπό όρους για χρονική περίοδο 5 ετών, ότι μετά τη δημοσίευση της απόφασης ο εκζητούμενος αφέθηκε ελεύθερος με την υποχρέωση να ενημερώνει το δικαστήριο για κάθε αλλαγή του τόπου διαμονής, που θα διαρκούσε περισσότερο από 7 ημέρες, ότι ο εκζητούμενος έδωσε ως διεύθυνση της κατοικίας του την αναγραφόμενη στην ενότητα Α’ του εντάλματος, ενώ την ίδια διεύθυνση δήλωσε για οποιαδήποτε παραλαβή εγγράφου.

Στην ίδια θέση σημειώνεται, ότι έγινε γνωστό στον εκζητούμενο, ότι σε περίπτωση που θα μεταβάλει τόπο κατοικίας και δεν ενημερώσει το δικαστήριο περί αυτού, τα δικαστικά έγγραφα θα συνέχιζαν να αποστέλλονται στη δηλωθείσα διεύθυνση και θα θεωρείται, ότι παραδόθηκαν ορθώς, ότι κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Λάσκ ασκήθηκε έφεση μόνον από τον Εισαγγελέα εις βάρος του κατηγορούμενου κατά το αναφερόμενο στις κυρώσεις μέρος της απόφασης, ότι στις 24 Απριλίου 1996 το Περιφερειακό Δικαστήριο στο Σιέραντζ δέχθηκε την προσφυγή του εισαγγελέα και άλλαξε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο Λάσκ ανακαλώντας την υπό όρους αναστολή της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής, ότι ο εκζητούμενος δεν είχε ενημερωθεί αυτοπροσώπως για τη συνεδρίαση του Εφετείου, καθόσον η απεσταλμένη ειδοποίηση στη δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση διαμονής δεν είχε επιδοθεί εξαιτίας της αλλαγής του τόπου κατοικίας και όπως επί λέξει σημείωνε το ταχυδρομείο "Μετακόμισε χωρίς να δώσει τη διεύθυνση", ότι για την ακροαματική διαδικασία του Εφετείου είχε ενημερωθεί αυτοπροσώπως ο διορισμένος από τον εκζητούμενο υπερασπιστής του, ο οποίος ζήτησε να εξετασθεί η υπόθεση απόντος του εκζητούμενου.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό, ότι ουδεμία διαφοροποίηση, αντίφαση ή ασάφεια υπάρχει στα αναγραφόμενα στα υπό στοιχεία Δ και Ε σημεία του ΕΕΣ. Ο εκζητούμενος ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επέβαλε σ’ αυτόν τη γνωστή ποινή, ενώ δεν συμμετέσχε στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθόσον από δικό του πταίσμα απέκλεισε την ενημέρωσή του παραλείποντας να δηλώσει την αλλαγή της διεύθυνσης της διαμονής του, στην οποία ήταν υποχρεωμένος μετά την διακοπή της κράτησής του, ενώ είχε αποδεχθεί σε περίπτωση παράλειψης δήλωσης της νέας διεύθυνσης οι γενόμενες επιδόσεις στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση να θεωρούνται ορθές.

Πάντως, ανεξάρτητα από αυτό, στο ένδικο ΕΕΣ αναφέρεται ότι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέστη ο διορισμένος από αυτόν υπερασπιστής του που δέχθηκε να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την παρουσία του. Κατ’ επέκταση η παράλειψη του υπ’ αυτού διορισθέντος υπερασπιστή να υποβάλει αίτηση επαναφοράς της διαδικασίας εντός της μηνιαίας αποσβεστικής προθεσμίας βαρύνει τον ίδιο που φέρει την ευθύνη των επιλογών του και τις συνέπειες αυτών.

Επομένως, όσα υποστηρίζονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης, με τον οποίους ο εκκαλών - εκζητούμενος παραπονείται αντίστοιχα, ότι το επίδικο ΕΕΣ στερείται των αναγκαίων νόμιμων τυπικών προϋποθέσεων και δεν επιτυγχάνει το θεμελιώδη στόχο της εξασφάλισης του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκόμενων Κρατών, αφού δεν παρέχονται οι απαραίτητες εγγυήσεις για την εκτέλεσή του ενόψει της εκδοθείσας, χωρίς αυτοπρόσωπη κλήτευση και ενημέρωση, ερήμην αυτού απόφασης και της καταπάτησης του δικαιώματος ακρόασης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του Ν. 3251/2004 και 10 παρ. 1 περ.

θ’ του Ν. 4307/2014, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), δεν ευσταθούν και μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο εκζητούμενος διώκεται, προκειμένου να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλάκισης ύψους ενός (1) έτους, επτά (7) μηνών και δεκαοκτώ (18) ημερών και συμπληρωματική ποινή διακοσίων πενήντα (250) ημερών για "διακεκριμένου τύπου κλοπή".

Η ποινή των 250 ημερών αποτελεί ποινή αντικατάστασης λόγω μη εκπλήρωσης από τον εκζητούμενο της ποινής του προστίμου των 2500 zloty, καθόσον μία ημέρα στέρησης της ελευθερίας αντιστοιχεί σε πρόστιμο 10 zloty. Από το αντίγραφο του κρατικού ποινικού μητρώου που προσκομίζει ο εκζητούμενος προκύπτει, ότι η χρηματική ποινή των 2500 zloty πληρώθηκε στις 24-2-2014.

Κατά τον Πολωνικό Ποινικό Νόμο ο καταδικασθείς μπορεί κάθε στιγμή να αποφύγει την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής αντικατάστασης μέσω της εκτέλεσης της ποινής του προστίμου, η οποία είχε μεταβληθεί σε ποινή αντικατάστασης. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση πληρώνοντας ο εκζητούμενος το ποσό των 2.500 zloty στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό, η στερητική της ελευθερίας ποινή αντικατάστασης των 250 ημερών δεν εκτελείται.

Όμως η τελευταία ποινή είναι ανεξάρτητη από την αρχική διετή στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία μπορεί να εκτελεστεί χωρίς να επηρεάζεται, συνδέεται και συναρτάται με τις ρυθμίσεις εκτέλεσης της ποινής αντικατάστασης. Κατόπιν αυτού, καίτοι ο εκζητούμενος έχει πληρώσει το ποσό των 2500 zloty στον οικείο τραπεζικό λογαριασμό, το ένδικο ΕΕΣ, με ημερομηνία 10-9-2013, είναι εκτελεστό ως προς την κύρια διετή στερητική της ελευθερίας ποινή φυλάκισης, από την οποία υπολείπονται, όπως προαναφέρθηκε, ένα (1) έτος, επτά (7) μήνες και δεκαοκτώ (18) ημέρες και ουδεμία επιρροή ασκείται στην εγκυρότητά του και ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εκζητουμένου ότι δεν ανταποκρίνεται και δεν συμπορεύεται με τη δικαιοσύνη η παράδοση αυτού στις αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος για να τιμωρηθεί για πράξη που τέλεσε σε νεαρή ηλικία, είναι μη νόμιμος και δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή στην εκτέλεση του εις βάρος του Ε.Ε.Σ.

ως προς την έκτιση του υπολοίπου μέρους της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σ’ αυτόν για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής. Παράλληλα, το παράπονο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απασχολήθηκε με την αιτιολόγηση μηδέποτε υποβληθέντος από τον εκζητούμενο αρνητικού ισχυρισμού τέλεσης των αποδιδόμενων σ’ αυτόν αξιόποινων πράξεων, δεν συνιστά βάσιμο λόγο εξαφάνισης της εκκαλούμενης απόφασης και ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα του επίδικου Ε.Ε.Σ..

Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και συνακόλουθα, αφού απορρίπτονται οι άνω λόγοι έφεσης ως αβάσιμοι, πρέπει και η έφεση, στο σύνολό της, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠοινΔ). Έξοδα δικαστικά επιβάλλονται κατά την προαναφερθείσα διάταξη και στη διαδικασία έκδοσης, μάλιστα δε και όταν αυτή γίνεται με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δεδομένου, ότι η πρόβλεψη του άρθρου 37 του Ν. 3251/2004, ότι η δαπάνη έκδοσης βαρύνει το κράτος, δεν αφορά και στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και

Απορρίπτει κατ’ ουσία τη με αριθμό έκθεσης 9/23-11-2016 έφεση του M. T. (Μ. Θ.) M. (Μ.) του A. και της W., γεννηθέντος στις 5.5.1975 στο ... της Πολωνίας, υπηκόου Πολωνίας, κατοίκου Παρισιού Γαλλίας, κατά της με αριθμό 734/23-11-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση, σε βάρος του, του από 10-9-2013 και υπό στοιχεία φακέλου II KOP 59/12/10-9-2013 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz Πολωνίας, το οποίο εκδόθηκε βάσει της απόφασης

ΙΙΚ 413/95 από 20-10-1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου της πόλης Lask Πολωνίας σε συνδυασμό με την απόφαση

ΙΙ Ka 42/96 από 24-4-1996 του Περιφερειακού Δικαστηρίου Sieradz, προκειμένου να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον των δικαστικών Πολωνικών Αρχών (Περιφερειακού Δικαστηρίου του Sieradz), που εξέδωσαν τούτο για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αξιόποινη πράξη κατά της ιδιοκτησίας. Και. -Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ