1893/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1893/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως και των δύο πλευρών. Η πρώτη από αυτές πραγματώνεται, όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς διαδίκους ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου: Α. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4719/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1045/2006του Εφετείου Πειραιώς. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη, άσκησε τις από 25-7-2008 και 15-8-1008 αγωγές που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς και εκδόθηκε η 340/2009 απόφαση του την αναίρεση της οποία ζήτησε ο αναιρεσείων και εκδόθηκε η 1377/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πειραιά για περαιτέρω συζήτηση. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 747/2012 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητούν α) ο αναιρεσείων με την από 20-8-2013 αίτησή του και β)η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 10-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν α) η από 20/8/13 αίτηση του Α. Α.(αρ. πιν. 13) και β) η από 5/12/13 αντίθετη αίτηση της εταιρίας ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ (αρ. πιν.40), επικουρικώς ασκηθείσα για την περίπτωση ευδοκιμήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου. Με αυτές ζητείται η αναίρεση της 747/12 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 673-675 και 676 ΚΠολΔ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 15/9/08 αγωγής της εκ των διαδίκων εταιρίας ακυρώθηκε η προσβληθείσα με αυτήν 1/08 απόφαση μόνιμης διαιτησίας του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, της διευκόλυνσης της διεξαγωγής της δίκης και της μείωσης των δικαστικών εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης, για την ακύρωση της οποίας αποφάνθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι: α) με αυτήν κρίθηκε διαφορά μεταξύ των διαδίκων, από σύμβαση, μεταφοράς υλικών της αναιρεσίβλητης εταιρείας με πλοία του αναιρεσείοντος, β) η διαιτητική απόφαση δέχτηκε πως πρόκειται, πράγματι, για σύμβαση έργου και όχι για σύμβαση ναύλωσης, συνακόλουθα δε η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος, από αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 AK, και όχι στις διατάξεις του ΚΙΝΔ, αλλ' ούτε και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 1 ΑΚ.
Α. Επί της από 20/8/13 αιτήσεως του Α. Α..
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικώς ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση και "αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892". Η πρώτη από αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει: "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται τα μέρη να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους".
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως και των δύο πλευρών. Η πρώτη από αυτές πραγματώνεται, όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με τους λοιπούς διαδίκους ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο.
Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα, ύστερα από σχετική κλήτευση τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 5H/07, ΑΠ 1668/05).
Στην ένδικη υπόθεση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας για την ακύρωση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης, στα πλαίσια του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη, με την από 15/9/08 αγωγή της, λόγου από τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 5 ΚΠΔ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με τον επί του αρθρ. 886 παρ. 2 του ΚΠολΔ λόγο ακυρώσεως της δεύτερης συμπληρωματικής αγωγής της ενάγουσας από το με αριθμό 1/2008 πρακτικό της επιτροπής Διαιτησίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Την 22-5-2007 συνήλθε η ορισθείσα Διαιτητική Επιτροπή για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των εδώ διαδίκων και με το αριθμό 1/22-5-2007 πρακτικό καθορίστηκε η διαδικασία της διαιτησίας, ο τρόπος και ο χρόνος καταθέσεως των δικογράφων των αντιδίκων. Ειδικότερα με βάση τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό αποφασίστηκε ο αιτών (ενάγων) να προσκομίσει υπόμνημα και σχετικά έγγραφα μέχρι την 31-5-2007, η καθ' ης (εναγόμενη) εταιρεία να παραλάβει από τη γραμματέα της επιτροπής τα υπομνήματα και τα έγγραφα του αιτούντος (ενάγοντος) και να υποβάλει το δικό της απαντητικό υπόμνημα με τα σχετικά έγγραφα το αργότερο την 14-6- 2007 και τέλος, χορηγήθηκε προθεσμία στον αιτούντα (ενάγοντα) να καταθέσει προσθήκη και αντίκρουση μέχρι την 21-6-2007.
Παρόμοια δυνατότητα κατάθεσης προσθήκης - αντίκρουσης δεν δόθηκε, με βάση το άνω πρακτικό (βλ. σχετικό πρακτικό) στην καθ' ης (εναγομένη) που στερήθηκε τη δυνατότητα αντίκρουσης των πρόσθετων ισχυρισμών του αντιδίκου της που προέβαλε με το δικόγραφο προσθήκης - αντίκρουσης. Όμως, με τη μη χορήγηση κατά τα άνω προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης στην καθ' ης, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από τον αντίδικο της, και την συνεπεία αυτής στέρηση της δυνατότητας αντίκρουσης των ισχυρισμών του τελευταίου το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο παραβίασε τις κατά τα προεκτεθέντα διατάξεις των άρθρων 897 παρ. 5 και 886 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος ακύρωσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν".
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, στο αιτιολογικό της, ρητώς αναφέρεται, ότι: "Μετά την νόμιμη συγκρότηση της Διαιτητικής Επιτροπής, αυτή συνεδρίασε την 22.5.2007 παρουσία των διαδίκων, ... και με την σύμφωνη γνώμη τους και καθορίσθηκαν η διαδικασία και οι ημερομηνίες υποβολής των Υπομνημάτων μετά των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων και των Αντικρούσεων εκάστου διαδίκου μέρους".
Εντεύθεν, το Εφετείο, δεχόμενο ότι με τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα προθεσμίας για αντίκρουση στο απαντητικό υπόμνημα της αναιρεσίβλητης παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 897 παρ. 5 και 886 παρ. 2 ΚΠολΔ, διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το αν η υποβολή των υπομνημάτων των διαδίκων και της αντίκρουσης, κατά την εκτιθέμενη στην απόφαση του χρονική σειρά, έγινε με την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη και συναίνεση των διαδίκων μερών.
Το ζήτημα δε τούτο ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της ακυρωτικής δίκης, διότι δεν νοείται παραβίαση της αρχής της ισότητας από τη διεξαγωγή της διαιτητικής δίκης κατά τον τρόπο, στον οποίο συμφώνησε και συναίνεσε το φερόμενο ως βλαπτόμενο μέρος.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, εξαιτίας της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της στο ανωτέρω ζήτημα, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου (ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως), πρέπει η από 20/8/13 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Α., να γίνει μερικώς δεκτή καινά αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δη κατά το μέρος της με το οποίο, κατά παραδοχή της από 15/9/08 αγωγής της αναιρεσίβλητης, ακύρωσε την 1/2008 απόφαση της συνεστημένης μόνιμης διαιτησίας του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 747/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε μετά την 1377/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 340/2009 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Α., κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Β. Επί της από 5/12/13 αιτήσεως της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ.
Με τον 2° λόγο της από 25/7/08 αγωγής της η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της ως άνω διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενη 1) τον ακυρωτικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 897 ΚΠολΔ, διότι συνέτρεξε λόγος αναψηλαφήσεως, κατά το άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, εξαιτίας αντίφασης της διαιτητικής απόφασης με την τελεσίδικη 1045/06 παραπεμπτική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, σχετικά με το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης από την οποία προήλθε η ένδικη διαφορά και 2) τον ακυρωτικό λόγο από τον αρ. 6 του άρθρου 897 ΚΠολΔ, εξαιτίας αντίθεσης της διαιτητικής απόφασης προς διατάξεις δημόσιας τάξης και ειδικότερα αυτές των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω εφετειακη απόφαση αναφορικά με το χαρακτηρισμό της επίμαχης σύμβασης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο Α. Α. με την από 5-3-2007 αγωγή (αίτηση) του ενώπιον του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" επικαλέστηκε ότι με την από 18/11/1992 έγγραφη "σύμβαση ναύλωσης" που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ" (η οποία συγχωνεύθηκε με την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ - εναγομένη με απορρόφηση) ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει δια θαλάσσης, για λογαριασμό της άνω εταιρείας ή για λογαριασμό της άνω εταιρείας ή για λογαριασμό των πελατών της, συσκευασμένο τσιμέντο, υπό τους αναφερόμενους στη σύμβαση ειδικότερους όρους, για μια περίοδο πέντε ετών.
Ότι η αντισυμβληθείσα με αυτόν εταιρεία παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι δεν του παρείχε τις ελάχιστες συμφωνηθείσες κατ' έτος ποσότητες συσκευασμένου τσιμέντου προς μεταφορά, ήτοι τουλάχιστον 30.000 μετρικούς τόνους κατ' έτος, αλλά πολύ λιγότερους. Ότι εξ αυτού του λόγου δεν εισέπραξε τους αντίστοιχους ναύλους που θα εισέπραττε, αν αυτή εκπλήρωνε τη συμβατική υποχρέωση της για παροχή και μεταφορά τουλάχιστον 30.000 μετρικών τόνων ετησίως.
Κατόπιν αυτών ζήτησε να υποχρεωθεί η άνω εταιρεία να του καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή του χρηματικά ποσά. Με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 1/2008 απόφαση το παραπάνω Διαιτητικό Δικαστήριο δέχθηκε (κατά πλειοψηφία) τα εξής: Με την από 18-11-1992 έγγραφη σύμβαση μεταξύ Α. Α. και της εταιρείας ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.
που συνομολογούν τα διάδικα μέρη ο πρώτος ως μεταφορέας ανέλαβε για μια περίοδο πέντε (5) ετών να μεταφέρει δια θαλάσσης για λογαριασμό της άνω εταιρείας ή πελατών της ως φορτωτού, τσιμέντο συσκευασμένο σε σάκους τοποθετημένους σε ξυλοπαλέτες, με οποιοδήποτε πλοίο ή πλοία που θα είχαν κάποια προσυμφώνου μένα χαρακτηριστικά, κατά προτίμηση με το πλοίο Α...
από τις εγκαταστάσεις του φορτωτού προς οποιοδήποτε ασφαλή λιμένα της Ελλάδος. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι η μεταφερόμενη κατ' έτος ποσότητα δεν θα είναι μικρότερη των 30.000 ούτε μεγαλύτερη των 60.000 μετρ. τόνων, ..., ότι ο ναύλος καθορίζεται στο ποσό των 2.300 δρ: ανά μετρικό τόνο για τις περιοχές Κρήτης, Σάμου, Χίου ...
και θα καταβάλλεται από τον (άγνωστο κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως) παραλήπτη, ενώ για τις νήσους Σύμης, Ρόδου και Καρπάθου ο ναύλος θα καταβάλλεται από αυτήν, την πληρωμή δε των ναύλων εγγυάται ο φορτωτής. Ότι ο πλοίαρχος του εκάστοτε μεταφέροντος πλοίου θα εκδίδει σχετική φορτωτική, ότι ο μεταφορέας υπόσχεται ότι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εξασφαλίσει τη μη χρησιμοποίηση πλοίου για μεταφορά του τσιμέντου για εταιρείες ανταγωνιστικές του φορτωτή και ότι κατά την επιστροφή του πλοίου από τους λιμένες εκφόρτωσης θα παραλαμβάνει κενές παλέτες που θα του παραδίδουν οι διάφοροι παραλήπτες φορτίων, για να τις επιστρέφει στο φορτωτή, ο οποίος θα καταβάλει στο μεταφορέα τακτικής 350.000 δραχμές κατά μήνα, πλέον ΦΠΑ με την προσκόμιση της φορτωτικής, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μεταφερομένων παλετών.
Στη συνέχεια το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την περαιτέρω παραδεκτή επισκόπηση της ήδη υπό ακύρωση διαιτητικής αυτής απόφασης, δέχθηκε ερμηνεύοντας την άνω σύμβαση, αναζητώντας το περιεχόμενο των δηλωθεισών βουλήσεων των συμβληθέντων μερών κατά τις μνημονευθείσες και εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι αυτή είναι σύμβαση έργου μεταφοράς πραγμάτων διεπόμενη από τις διατάξεις του ΑΚ για τις σχέσεις της φορτώτριας με τον μεταφορέα και ότι η κάθε μια ξεχωριστή ματαφορά παρτίδος φορτίου, για την οποία θα εκδίδεται ιδιαίτερη φορτωτική διέπεται από τους κανόνες του Κ.Ι.Ν.Δ.
για τις σχέσεις μεταξύ φορτώτριας και πλοιοκτήτου του πλοίου που θα πραγματοποιεί τη μεταφορά. Ότι τα συμβαλλόμενα μέρη κατήρτισαν μια αμφοτεροβαρή συμφωνία πλαίσιο συνεργασίας, διεπομένη από τους κανόνες του Α.Κ. περί συμβάσεως έργου, για την προώθηση των πωλήσεων του φορτωτού στη νησιωτική ή παράκτια Ελλάδα, στην οποία, μεταξύ άλλων, προσυμφώνησαν και περιέλαβαν μερικούς από τους όρους που θα ίσχυαν στις ναυλώσεις που θα πραγματοποιούνταν οποτεδήποτε μελλοντικώς εντός μια πενταετίας, και θα αποδεικνυόταν με την έκδοση φορτωτικών από τους πλοιάρχους των εκάστοτε πλοίων μεταφοράς και οι οποίες ναυλώσεις θα διέπονταν από τον Κ.Ι.Ν.Δ..
Ότι δεν κατήρτισαν σύμβαση ναυλώσεως, η οποία ως διεπόμενη από τον Κ.Ι.Ν.Δ. θα υπαγόταν για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μέρων στους κανόνες της σύντομης παραγραφής των διατάξεων αυτού του Κώδικα. Τέλος, το άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή κατά το άρθρο 249 AK και όχι στην προβλεπόμενη πενταετή των άρθρων 250 παρ. 1 και 3 ΑΚ, επειδή κρίθηκε ότι πρόκειται για αξιώσεις αποζημίωσης λόγω παράβασης όρου της σύμβασης και δεδομένου ότι η σύμβαση - πλαίσιο μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη την 18-11-1992 καμία από τις διεκδικούμενες αξιώσεις του ενάγοντος δεν έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή απέρριψε την ένσταση παραγραφής και δέχθηκε εν μέρει τις αξιώσεις του ενάγοντος ... .
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο ακύρωσης της πρώτης αγωγής η ενάγουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση έργου και όχι ναύλωσης, διεπόμενη από τις διατάξεις του ΚΙΝΔ, παραβιάζει το δεδικασμένο που απορρέει από τη μ' αριθμό 1045/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε ότι πρόκειται για σύμβαση ναύλωσης και παρέπεμψε τη διαφορά, κατά παραδοχή ένστασης ρήτρας περί διαιτησίας αυτής, στη νόμιμα συνεστημένη διαιτησία του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.
Επιδιώκει δε την ακύρωση της: ι) λόγω παράβασης του δεδικασμένου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 897 περ. 6 ΚΠολΔ και των άρθρων 321, 322, 324, 330 ΚΠολΔ και 2) λόγω συνδρομής περίπτωσης αναψηλάφησης με βάση τη διάταξη των άρθρων 897 περ. 8 σε συνδ. με 544 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός ακύρωσης, θεμελιούμενος, ως προς το πρώτο σκέλος του, αποκλειστικά στην εσφαλμένη εκδοχή της δυνατότητας προσβολής της επίμαχης διαιτητικής απόφασης λόγω παραβίασης εκ μέρους των διαιτητών που την εξέδωσαν των περί δεδικασμένου διατάξεων είναι ...απορριπτέος, ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι μη νόμιμος, καθόσον με βάση τα επικαλούμενα από την ενάγουσα περιστατικά η με αριθμό 1045/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιά που παρέπεμψε τη διαφορά στην νόμιμα συνεστημένη Διαιτησία του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος παράγει δεδικασμένο μόνο ως προς το αρμοδίως και παρεμπιπτόντως κριθέν από αυτή ζήτημα περί του εγκύρου της διαιτητικής συμφωνίας που συνιστά ιδία δικονομικού δικαίου συμφωνία, διακρίνεται και είναι αυτοτελής έναντι της ουσιαστικής κυρίας σύμβασης, και συνεπώς σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν δεν συντρέχει η επικαλούμενη από την ενάγουσα περίπτωση αναψηλάφησης με την προεκτεθείσα έννοια ...".
Το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι το παραγόμενο από την τελεσίδικη παραπεμπτική 1045/06 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς δεδικασμένο δεν καταλαμβάνει και την κρίση του αναφορικά με το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων επίμαχης σύμβασης, αλλά μόνον το αρμοδίως και παρεμπιπτόντως κριθέν από αυτήν ζήτημα περί του εγκύρου της διαιτητικής συμφωνίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ. Τούτο, διότι το Εφετείο δεν είχε αρμοδιότητα και δικαιοδοσία να αποφασίσει για τη σύμβαση, μετά από διάγνωση της διαφοράς (άρθρο 331 ΚΠολΔ), λόγος για τον οποίο άλλωστε κατά παραδοχή της ενστάσεως που πρόβαλε η ήδη αναιρεσείουσα περί ρήτρας διαιτησίας, παρέπεμψε την υπόθεση προς διάγνωση και απόφαση στο διαιτητικό δικαστήριο.
Συνεπώς, με την ανωτέρω κρίση του δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αβασίμως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη με μέρος (στοιχ. α') του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια δεν συνέτρεχε ούτε λόγος αναψηλάφησης κατά το άρθρο 544 αρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλονται από την αναιρεσείουσα με μέρος (στοιχ.
β') του πρώτου λόγου της αιτήσεως υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παράβασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 897 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Με το υπόλοιπο μέρος (στοιχείο γ') του πρώτου λόγου της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε του κανόνες δικαίου από τους αρ. 6 και 8 του άρθρου 897 ΚΠολΔ, με την παραδοχή του ότι δεν ήταν επιτρεπτή η προσβολή της επίμαχης διαιτητικής απόφασης λόγω παραβίασης εκ μέρους των διαιτητών των περί δεδικασμένου διατάξεων, σχετικά με το κατά την άποψη της αναιρεσείουσας απορρέον δεδικασμένο από την 1045/06 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ως προς τον χαρακτηρισμό της σύμβασης.
Όμως, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, διότι όπως ήδη αναφέρθηκε, για το επίμαχο ως άνω ζήτημα δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο από την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Εξάλλου, τις περί όλων των ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο τις διατύπωσε στην απόφασή του με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, ώστε και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του (στοιχείο γ'), με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το παράπονο ότι διέλαβε ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες για το κατά πόσο η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου αντέφασκε προς την 1045/06 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ή παρέβη το εξ αυτής δεδικασμένο (ώστε να είναι ακυρωτέα κατ' άρθρο 897 αρ. 8 και 6 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
Ως δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, ως δικαστικών εγγράφων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΔ), νοούνται και οι διαιτητικές αποφάσεις. Επομένως, η διαιτητική απόφαση, ως διαδικαστικό έγγραφο, δεν είναι "έγγραφο", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠΔ, ήτοι αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των άρθρων 339, 432 επ. ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου και μόνον ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 559 αρ.2θ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 831/94). Επομένως, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του (στοιχείο α'), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο αυτό 559 αρ. 20 ΚΠΔ για παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου της επίμαχης διαιτητικής αποφάσεως, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων και της οποίας εζητείτο με την αγωγή, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, η ακύρωση, προτείνεται απαραδέκτως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 4 του ΚΠολΔ "Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος". Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007). Για την κρίση δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία. Ουδέποτε, όμως, συνιστά "υπέρβαση εξουσίας", κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 4 ΚΠολΔ, από την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους των διαιτητών, ή από την έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή από την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των διαιτητών, και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 537/2007, ΑΠ 40/10).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον 3ο λόγο της από 25/7/08 ακυρωτικής αγωγής της, είχε ζητήσει την ακύρωση, άλλως αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενη την κατ' άρθρο 897 αρ. 4 υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, το οποίο εφόσον δέχτηκε ότι η επίμαχη σύμβαση δεν ήταν ναύλωση, αλλά μία σύμβαση του ΑΚ, θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση-αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως μη υπαγόμενη στη διαιτησία του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, διεπόμενη από το β.δ. 447/1969.
Το Εφετείο απέρριψε τον ακυρωτικό αυτό λόγο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Με τον αριθμό 18 όρο της ένδικης από 18-11-1992 εγγράφου συμβάσεως που τιτλοφορείται "σύμβαση ναύλωσης" ορίστηκαν τα εξής: "Σε διαφωνία μεταξύ των μερών, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή των όρων της συμβάσεως αυτής αρμόδιο όργανο επίλυσης καθορίζεται το Ναυτικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
Το παρόν ισχύει και σαν συνυποσχετικό υπαγωγής της διαφοράς που ενδεχομένως κατά τα ανωτέρω προκόψει στη διαιτησία του Ν.Ε.Ε.". Η εγκυρότητα της δικονομικής αυτής συμφωνίας για την ένδικη διαφορά κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, όπως προεκτέθηκε, με την 1045/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που παρέπεμψε την υπόθεση στη μόνιμη διαιτησία του ΝΕΕ.
Η διαφορά που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι ναυτική διαφορά (βλ. αρθρ. 51 παρ. 3 Α και ΒΣΝ. 2172/1993) αφού ανέκυψε από πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, και ειδικότερα, από την από 18-11-1992 σύμβαση μεταφοράς δια θαλάσσης συσκευασμένου τσιμέντου. Έτσι αυτή υπάγεται στη μόνιμη διαιτησία του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 2 του 447/1969 ΒΔ, στην οποία μπορεί να υπαχθεί κάθε ιδιωτική διαφορά ναυτιλιακού χαρακτήρα.
Ο χαρακτήρας της άνω διαφοράς ως ναυτικής δεν αναιρείται από την εφαρμογή γι' αυτή από τους διαιτητές των διατάξεων του ΑΚ για τη σύμβαση έργου, οι οποίοι σύμφωνα και με το άρθρο 8 του άνω ΒΔ, εφαρμόζουν τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και τη διεθνώς κρατούσα ναυτιλιακή πρακτική. Με την εφαρμογή δε των άνω διατάξεων περί συμβάσεως έργου του ΑΚ για την ένδικη σύμβαση, όπως προκύπτει από την υπό ακύρωση απόφαση, δεν υπερέβησαν οι διαιτητές την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος.
Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος ακύρωσης που υποστηρίζει ότι οι διαιτητές υπερέβησαν την εξουσία τους με το να εφαρμόσουν σε αυτή τις διατάξεις του ΑΚ για τη σύμβαση έργου είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στη αναιρεσιβαλλομένη επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά τόσο με το χαράκτη ρα της επίμαχης διαφοράς, ως ναυτικής, δυνάμενης να υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του ΝΕΕ, όσο και με το ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν υπερέβη την παρασχεθείσα σ' αυτό από τη συμφωνία περί διαιτησία ή το νόμο εξουσία.
Συνεπώς, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με μέρος του δεύτερου λόγου (στοιχείο β') και μέρος του τρίτου λόγου (στοιχεία α', β'), υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για αντιφατικές , άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικώς με τα αμέσως παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμοι. Επίσης, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως τους κανόνες δικαίου από το άρθρο 2 του β.δ. 447/1969" που προβλέπει την δυνατότητα υπαγωγής στη μόνιμη διαιτησία του ΝΕΕ των πάσης φύσεως ναυτιλιακών διαφορών ιδιωτικού δικαίου, ούτε του άρθρου 8 του ίδιου β.δ/τος, που προβλέπει την δυνατότητα του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου να εφαρμόζει τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και την διεθνώς κρατούσα ναυτιλιακή πρακτική, ώστε ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του (στοιχείο γ'), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ανωτέρω κανόνων δικαίου, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη από 5/12/13 αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20/8/13 (αρ. πιν. 13) και 5/12/13 (αρ. πιν. 40) αιτήσεις αναιρέσεως.
Αναιρεί μερικώς την 747/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και δη κατά το μέρος της με το οποίο, κατά παραδοχή της από 15/9/08 αγωγής της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" ακύρωσε την 1/2008 απόφαση της συνεστημένης μόνιμης διαιτησίας του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της από 20/8/2013 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Α..
Απορρίπτει την από 5/12/2013 αίτηση της "ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" για αναίρεση της 747/12 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου στην επί της από 5/12/2013 αιτήσεως αναιρέσεως δίκη, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ