Supreme Court dismisses appeal for failure to specifically cite evidence documents in appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant failed to specifically cite the evidence documents submitted by the respondents, violating the requirement for precise reference to proof. Consequently, the court ruled that the lower court did not commit a procedural error by considering the documents properly referenced by the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 11, item b of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal request is inadmissible if it fails to specifically cite the evidence documents relied upon, thereby preventing the court from verifying the basis of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ευαγγέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26385/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1377/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 510/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2535/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2007 αίτησή της και με τους από 10-2-2009 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 της από 10 Ιουνίου 1930 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας " περί οριστικής εκκαθαρίσεως των ζητημάτων των προκυπτόντων εκ της εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης και της Συμφωνίας των Αθηνών εν σχέσει προς την ανταλλαγήν των πληθυσμών", που κυρώθηκε με το ν.4793/1930, " η κινητή και ακίνητος περιουσία η εγκαταλειφθείσα εν Ελλάδι υπό των ανταλλαξίμων Μουσουλμάνων περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν".
Στο άρθρο 16 της συμβάσεως αυτής αναφέρεται αναλυτικά η κινητή και ακίνητη περιουσία, που περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα στην Ελληνική Κυβέρνηση, ενώ στο άρθρο 25 αυτής ορίζεται ότι, εάν τα ακίνητα αυτά δεν είχαν καταληφθεί από την Κυβέρνηση, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της συμβάσεως, δεν θα δύναται να ενεργηθεί η κατάσχεση, μεσεγγύηση ή κατάληψη αυτών, παρά μόνο μετά από προηγούμενη εξέταση και έγκριση κάθε περιπτώσεως από την Μικτή Επιτροπή.
Εφόσον η κατάσχεση εγκρίθηκε από την εν λόγω Επιτροπή, η κυριότητα των ακινήτων περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα και με το άρθρο 2 & 1 του ν. 6018/1934, με τον οποίο κυρώθηκε η υπογραφείσα την 9 Δεκεμβρίου 1933 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας "περί καταργήσεως της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών".
Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο ανέθεσε στην Τράπεζα της Ελλάδος, με διαδοχικές συμβάσεις, που κωδικοποιήθηκαν με το Β.Δ. της 8-5/10-7-1939 σε ενιαίο κείμενο, τη διαχείριση των κτημάτων των ανταλλαγέντων Μουσουλμάνων, ενώ με το άρθρο 1 & 5 του Β.Δ.24/31-10-1940 τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούσαν την διαχείριση των ανταλλαξίμων κτημάτων, η οποία με τον α.ν.1909/1939 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, συστήθηκε δε ειδική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), δυνάμει του από 19-9/4-10-1939 Β.Δ/τος (ΑΠ 510/2006).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1193, 1119, 1710 και 1846 του ΑΚ προκύπτει, ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί αυτή εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των ακινήτων, εφόσον μεταγράφηκε η περί αποδοχής της κληρονομίας δήλωσης, με τη μεταγραφή δε αυτή η κυριότητα των ακινήτων περιέρχεται στον κληρονόμο από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναοόμένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο Ζ απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανού Ρόδινου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από το Ελληνικό Δημόσιο ένα οικόπεδο συνολικού εμβαδού 342 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στη ..., στην οδό ... και συνορεύει ανατολικά με ανταλλάξιμα ακίνητα με αριθμό κτηματολογίου 3740 και 4433, δυτικά με ανταλλάξιμο ακίνητο με αριθμό κτηματολογίου 12254, βόρεια με ανταλλάξιμο ακίνητο με αριθμό κτηματολογίου 12252 και νότια με την οδό ....
Το οικόπεδο αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της από 30-1-1923 συμβάσεως ανταλλαγής Ελλάδος-Τουρκίας, της από 21-6-1924 αποφάσεως της Μικτής Επιτροπής και της από 10-6-1930 Ελληνοτουρκικής συμφωνίας, που κυρώθηκε με το Ν 4793/1930, παραδόθηκε δε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και αμέσως μετά στο Γραφείο Ανταλλαγής με το από 22-12-1925 πρωτόκολλο παράδοσης και ανταλλαγής και καταχωρίστηκε στο κτηματολόγιο ανταλλαξίμων με αριθμό 12253.
Ο Ζ πέθανε την 11 Απριλίου 1948. Κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του ..., η οποία πέθανε την 17 Ιουνίου 1984. Η τελευταία, δυνάμει της από 21 Νοεμβρίου 1983 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 678/1984 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την 894/1984 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, εγκατέστησε κληρονόμους εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν τους ενάγοντες Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5, κατά το ποσοστό 1/5 του ακινήτου, οι οποίοι, δυνάμει της 22708/27-4-1987 δηλώσεως αποδοχής, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννα Μπιλίση, αποδέχθηκαν ιδίω ονόματι και για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου τους την κληρονομιά και μετέγραψαν νόμιμα τη δήλωση.
Έτσι, λόγω της κατ' εξαίρεση αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής (αρθρ. 1199 ΑΚ) , θεωρείται ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου από το θάνατο της κληρονομουμένης. Ο αγοραστής Ζ παρέλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο τη νομή του μείζονος οικοπέδου που έγκυρα αγόρασε, έκτοτε και καθ' όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από την αγορά (1940) μέχρι το έτος 1985, ο αγοραστής, ακολούθως η θυγατέρα του και τέλος οι ενάγοντες κατείχαν το οικόπεδο με τη βούληση να τον έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή.
Όλα τα παραπάνω πρόσωπα, από το θάνατο του δικαιοπαρόχου του καθενός, το έθεσαν υπό την ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους και το χρησιμοποιούσαν με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ως οικοπέδου, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση των συννομέων εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους.
Ειδικότερα, αφού οριοθέτησαν το οικόπεδο, ακολούθως το είχαν υπό την εποπτεία τους και είχαν τη δυνατότητα να ασκούν τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, με επίβλεψη και προσωπικές επισκέψεις το επιτηρούσαν για να το διαφυλάξουν από επεμβάσεις τρίτων. Ακόμη, μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους, οι ενάγοντες προέβησαν σε ενέργειες για την πολεοδομική τακτοποίηση ολόκληρου του οικοπέδου, προκειμένου να το αξιοποιήσουν.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, η εναγόμενη Χ, δυνάμει του 1933/1961 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, απέκτησε με εξαγορά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό 12254 γειτονικού ανταλλάξιμου οικοπέδου, εμβαδού 502,60 τετραγωνικών μέτρων, εφαπτόμενου με τη δυτική πλευρά του ανωτέρω ακινήτου των εναγόντων.
Η εναγομένη, η οποία δεν νεμήθηκε μέχρι το έτος 1985 οποιοδήποτε τμήμα του παραπάνω οικοπέδου των εναγόντων, σε ημερομηνία της ανοίξεως του έτους αυτού που δεν διακριβώθηκε, ενεργώντας αυθαίρετα και χωρίς να αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα, εκμεταλλευόμενη την προσωρινή απουσία των εναγόντων, κατέλαβε ένα τμήμα του ως άνω ακινήτου εμβαδού 119 τετραγωνικών μέτρων.
Το τμήμα αυτό συνορεύει ανατολικά με το υπόλοιπο οικόπεδο των εναγόντων σε τεθλασμένη πλευρά 9 και 8,5 μέτρων, δυτικά με το οικόπεδο της εναγόμενης σε πλευρά 18 μέτρων, βόρεια με το υπόλοιπο οικόπεδο των εναγόντων σε πλευρά 5,5 μέτρων και νότια με την οδό ... σε πρόσοψη 7 μέτρων. Η εναγομένη περιέφραξε πρόχειρα την καταληφθείσα εδαφική έκταση και τοποθέτησε μέσα σ' αυτήν κότες.
Όμως, η ενέργειά της αυτή έγινε αμέσως αντιληπτή από το συγκύριο του οικοπέδου Ψ4, κατά τη συνηθισμένη επιθεώρηση του ακινήτου για τη διαφύλαξη του από επεμβάσεις τρίτων. Τότε η εναγομένη, μετά από προσωπική παρέμβαση του Ψ4, συμμορφώθηκε στο αίτημά του και εγκατέλειψε την καταληφθείσα από αυτήν εδαφική έκταση.
Μετά παρέλευση, όμως, τεσσάρων ετών, σε μη διακριβωθείσα ημέρα του μηνός Ιουνίου 1989, η εναγομένη επανήλθε και κατέλαβε πάλι την ίδια έκταση, την οποία περιέφραξε πλέον με σταθερή περίφραξη, την ενσωμάτωσε στο δικό της γειτονικό ακίνητο και έκτοτε την κατέχει και αρνείται την απόδοση της στους ενάγοντες.
Το κατείχε με τη βούληση να το έχει ως αποκλειστικά δικό της καθ' όλες του τις χρησιμότητες και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Το έθεσε υπό την αποκλειστική εξουσίασή της, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και το χρησιμοποιούσε αδιάκοπα ως δίοδο για τη μετάβαση από την οικία της προς την παρακείμενη οδό.
Η χρησιμοποίηση αυτή του ακινήτου έγινε με βούληση κτήσης και άσκησης νομής εκ μέρους της για λογαριασμό της, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως του ακινήτου με διάνοια κυρίου. Λόγω της αρνήσεως της εναγομένης για την απόδοση του καταληφθέντος τμήματος του μείζονος οικοπέδου τους, οι ενάγοντες άσκησαν εναντίον της την κρινόμενη 10356/ΤΠ 1606/1992 διεκδικητική αγωγή, την οποία κατέθεσαν στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 27 Μαρτίου 1992 και επέδωσαν στην εναγόμενη την 1 Απριλίου 1992, όπως αποδεικνύεται από την 12835/1992 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ....
Η άσκηση της αγωγής, δηλαδή η κατάθεση της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και η επίδοση της, επέφερε τη διακοπή υπέρ των εναγόντων αφενός μεν της αρξάμενης χρησικτησίας της εναγομένης και αφετέρου της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής. Συνακόλουθα, η παραπάνω νομή του επίδικου ακινήτου από την εναγομένη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκεσα μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου τόσο κατά τρόπο παράγωγο όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο, καθώς και ότι η εναγομένη, η οποία νεμήθηκε αδιάκοπα το επίδικο εδαφικό τμήμα από το μήνα Ιούνιο 1989 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 1-4-1992, δηλαδή για χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο της εικοσαετίας, δεν έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν τούτου το Εφετείο, αφού δέχτηκε ως βάσιμη την ασκηθείσα έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ήδη αναιρεσιβλήτους με τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο, και της μη απόκτησης, αντιθέτως, από την εναγομένη κυριότητας επ' αυτών με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δη της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα ως παραβιασθείσας εκ πλαγίου διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της κύριας αναίρεσης και τους τρίτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα έγγραφα, που προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι:1)την 14273/1994 Εισηγητική Έκθεση καταθέσεως μαρτύρων και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ...
και ..., 2) το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Δεληγιάννη, το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αστερίου Σγουρού και ... συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου 3)την από 5-1-1998 τεχνική έκθεση του διπλωματούχου τοπογράφου και αγρονόμου μηχανικού ... περί φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών με αριθμό 148050, 14851 λήψεως 29-9-1989 και των αεροφωτογραφιών με αριθμό 218374, 218373 λήψεως 8-5-1990, σε συνδυασμό με το από 12-5-1989 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την 5842/15-5-1989 πράξη τακτοποίησης της Δ/νσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και με το από 3-4-1991 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την 6130/9-4-1991 πράξη αναλογισμού της ίδιας Πολεοδομίας, 4)το 50511/6-2-1992 έγγραφο της Δ.Ε.Η., 5)το 3191/26-5-1993 έγγραφο του Οργανισμού Ύδρευσης Θεσσαλονίκης, 6) την από 14-10-1997 επιστολή της Κοινοπραξίας <Θ.
Καραγιάννης Α.Ε. - S.T.P. SANGALLI>, 7) το λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, 8) το ΔΠ/ΤΑ 23208/2388/3-7-1971 δημόσιο έγγραφο - απόφαση εγκρίσεως της 6120/1991 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, 9) το ΤΥ 45497/22-1-1974 έγγραφο-απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, 10) το από 11-9-1973 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την 3511/1973 πράξη τακτοποίησης, 11) το από 15-5-1989 τοπογραφικό διάγραμμα, 12) το 24742/1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αστ.
Σγουρού, 13) αντίγραφο-απόσπασμα φύλλων από τον οδικό χάρτη της πόλεως Θεσσαλονίκης, 14) δύο αντίγραφα παλαιών σχεδιαγραμμάτων που έχουν ληφθεί από την παλαιά υπηρεσία ΥΔΑΜΚ, 15) τις καταθέσεις μαρτύρων της ενώπιον της Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, 16) το από 8-4-1985 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., 12090/30-6-1993 πιστοποιητικό Δ.Ο.Υ.
Θεσσαλονίκης και την 971/1985 δήλωση φόρου κληρονομίας των εναγόντων, 17) των καταθέσεων των μαρτύρων ... και ... που περιέχονται στην Εισηγητική Έκθεση. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη <τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που νομότυπα εξετάσθηκαν και περιέχονται στην 14273/1994 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια>, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στη σχετική εισηγητική έκθεση, καθώς όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε την ένδικη αγωγή και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και ότι απέδωσε στην κατάθεση των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας, ενώ έδωσε βαρύτητα και στα προσκομισθέντα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι στον έλεγχο του Ακυρωτικού δεν υπόκειται η εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ επίσης το αξιόπιστο της μαρτυρικής κατάθεσης ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η λέξη <ζητήθηκαν> αναφέρεται σε κεφάλαιο της δίκης. Κατά δε το άρθρο 183 ΚΠολ.Δ τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε.
Οι διατάξεις των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176 έως 193 ΚΠολΔ συνάγεται με σαφήνεια ότι τα δικαστικά έξοδα, που καταδικάζεται ο ηττώμενος διάδικος να καταβάλει στον αντίδικό του, ανήκουν στον τελευταίο ως νικήσαντα διάδικο για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γενικώς για τη διεξαγωγή της δίκης.
Η δε καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 Κ.Πολ.Δικ.). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, καθόσον, ενώ ζητήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους η καταδίκη της αναιρεσείουσας μόνο στα δικαστικά έξοδα <της παρούσας δίκης>, το Εφετείο επιδίκασε δικαστικά έξοδα και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του νικήσαντος διαδίκου για τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γενικώς για τη διεξαγωγή της δίκης και επομένως το αίτημα για την επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης <της παρούσας δίκης> μετά την παραδοχή της έφεσης, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την αποδοχής ως βάσιμης της αγωγής, εμπεριέχει και αίτημα για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Επομένως, το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της δίκης περί καταβολής των δικαστικών εξόδων δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 9/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, των οποίων όμως δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, αφού στις από 9-3-2007 κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά, χωρίς ειδική και ορισμένη επίκληση, ώστε να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και η απόδειξη που με αυτά εισάγεται και χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων από 21-11-2000 προτάσεών τους, ήτοι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα:1) το 1933/1961 παραχωρητήριο της ΔΑΠ, 2) την από του έτους 1961 δήλωση της αναιρεσείουσας στην Εφορία για φόρο µεταβίβασης, όπου δηλώνει κατοικία στην οδό ...
αρ. 91, 3) το 1439/1998 αµετάκλητο απαλλακτικό βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Θεσσαλονίκης, 4) την 5842/1989 πράξη τακτοποίησης συνοδευόµενη από το τοπογραφικό της, 5) την 6120/1991 πράξη τακτοποίησης συνοδευόµενη από το τοπογραφικό της, 6) το 29/23463/ΠΣΚ/996/10-6-1998 έγγραφο της Πολεοδοµίας µε το συνηµµένο διάγραµµα, 7) την από 10-7-1989 ένσταση της αναιρεσείουσας στο Νοµάρχη Θεσσαλονίκης κατά της ως άνω 5842/1989 πράξης τακτοποίησης µε το συνηµµένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραµµα, 8) την ΔΠ/ΤΑ/39377 απόφαση του Νοµάρχη, η οποία όσον αφορά το επίδικο επιβεβαιώνει την απουσία νοµίµων δικαιωµάτων της εναγόµενης, 9) το από 18-4-1985 τοπογραφικό του τοπογράφου ..., 10) την 138/1993 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (µη οριστική προδικαστική), 11) την 26385/1999 απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 12) την 14273/1994 εισηγητική έκθεση εξέτασης µαρτύρων, 13) το ...
συµβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανού Ραδινού, µεταγεγραµµένο στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, 14) την 22.708/1987 δήλωση αποδοχής κληρονοµίας της συµβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μπιλίση, µεταγεγραµµένη στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης. Όπως όμως προκύπτει από τις με ημερομηνία 9-3-2007 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι έχουν γίνει συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και προς αντίκρουση της προβληθείσας από την εναγόμενη-αναιρεσείουσα ένστασης ιδίας κυριότητας, νόμιμα και παραδεκτά επικαλέστηκαν όλα τα ανωτέρω έγγραφα, με σαφή, ορισμένη και ειδική επίκληση αυτών, με προσδιορισμό του περιεχόμενου κάθε εγγράφου και της εισαγόμενης με αυτό απόδειξης.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλλόμενη απόφασή του, κατά την περιεχόμενη σ' αυτή ρητή διαβεβαίωση, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχαν προσκομίσει με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ και ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2007 αίτηση και του από 10-2-2009 πρόσθετους λόγους της Χ για αναίρεση της 2535/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ