Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling the objection to enforcement exceeded the 15-day statutory deadline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly declared an objection to enforcement inadmissible, but the court found the objection was filed 15 days after the seizure report, exceeding the strict deadline. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and rejected the request, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 933 of the Code of Civil Procedure; Article 934 of the Code of Civil Procedure: An objection to the excess of authority in enforcement proceedings must be filed within fifteen days of the first execution act; failure to meet this deadline renders the objection inadmissible, and the subsequent appeal against the inadmissibility decision is likewise inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1893 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μουζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 317/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 144 αυτού, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημερών και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Ευθύς δε ως συμπληρωθεί η ανωτέρω προθεσμία της έφεσης και καταστεί τελεσίδικη η απόφαση, οπότε και συγχωρείται η αναίρεση κατ' αυτής (553 παρ. 1 ΚΠολΔ), κινείται η προθεσμία της αναίρεσης η οποία και αυτή, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, είναι τριάντα ημερών (άρθρ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), ηρεμεί δε διαρκούσης της προθεσμίας της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν, και εφόσον από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από το αναιρεσίβλητο έγγραφα, ήτοι α) την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... και β) την με αριθ. πιστ. 597/2008 βεβαίωση του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 2-5-2006 και κατ' αυτής δεν ασκήθηκε έφεση, αυτή κατέστη τελεσίδικη την 1-6-2006 και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 3-7-2006 ημέρα Δευτέρα, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ., 933 Κ.Πολ.Δ. και 25 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο αποτελεί και η με αναγκαστική εκτέλεση πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή, ώστε λόγο ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ..
Αν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου και συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτέλεσης με τίτλο τυπικώς μεν έγκυρο, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 Α.Κ., ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ.
ήτοι εντός δεκαπέντε ημερών από την κατάσχεση. Αν η αντίθεση στα εν λόγω κριτήρια αφορά στην απαίτηση ή στον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας της εκτέλεσης, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ., δηλαδή προκειμένου περί χρηματικών απαιτήσεων μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την ανακοπή της ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 10879/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση του κατασχεθέντος με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση ακινήτου της για την ικανοποίηση απαιτήσεως του καθού εις βάρος της, το οποίο ορίστηκε να εκπλειστηριαστεί με την επίσης προσβαλλόμενη επαναληπτική περίληψη στις 21-4-2004.
Ότι η απαίτηση του καθού από την εν λόγω διαταγή πληρωμής εις βάρος αυτής προέρχεται από εγγύηση αυτής σε δύο επιταγές ποσού 35.220 και 22.000 ευρώ, αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε ο σύζυγος της Α και μεταβίβασε στο καθού, λόγω δε οικονομικής αδυναμίας του πρωτοφειλέτη συζύγου της συμφώνησαν με τον καθού να λάβει αυτή δάνειο από την Τράπεζα Πειραιώς με εγγύηση το εν λόγω κατασχεθέν ακίνητο και να του εκχωρήσει το προϊόν, σε απόσβεση του αντίστοιχου ποσού εκ της εγγυήσεως της.
Ότι η προαναφερόμενη Τράπεζα ενέκρινε δάνειο ύψους 44.020 ευρώ, το οποίο έλαβε αυτή στις 26-6-2003 και αυθημερόν κατέθεσε σε λογαριασμό του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού Εμμανουήλ Μουζάκη το ποσό των 35.220 ευρώ σε εξόφληση της πρώτης εκ των ανωτέρω επιταγών, καθώς και το ποσό των 4.000 ευρώ, η δε Τράπεζα Πειραιώς ενέγραψε σε βάρος αυτής (ανακόπτουσας) προσημείωση υποθήκης επί του κατασχεθέντος ακινήτου για το ποσό των 52.824 ευρώ.
Ότι με βάση τα προεκτεθέντα οι προσβαλλόμενες πράξεις της εκτελέσεως είναι καταχρηστικές και έγιναν καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, δεδομένου ότι ο καθού εισέπραξε όλη την αξία του ακινήτου της και του ληφθέντος από αυτήν δανείου και δεν προσδοκά να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου της, αφού η ως άνω δανείστρια Τράπεζα έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης και θα καταταχθεί προνομιακά στο σχετικό πίνακα κατατάξεως.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως και συγκεκριμένα α) της από 16-12-2003 επιταγής προς πληρωμή επί του αντιγράφου εξ' απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 10879/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, β) της υπ' αριθμ. .....
εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου της Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά ..... και γ) της υπ' αριθμ. ..... Επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως της ίδιας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η προβολή της καταχρηστικότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης αναφέρεται αποκλειστικά σε ουσιαστικό ελάττωμα του εκτελεστού τίτλου, εντεύθεν δε ο οικείος λόγος ανακοπής υπάγεται στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. και έπρεπε να ασκηθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες, αφότου έγινε η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, ήτοι εντός δεκαπέντε ημερών από την επόμενη της σύνταξης της ..... κατασχετήριας έκθεσης και ότι ενόψει αυτών ο άνω λόγος ανακοπής που ασκήθηκε στις 13-4-2004, είναι απαράδεκτος. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 είναι απαράδεκτος, αφού η ίδρυση του λόγου αυτού προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα του λόγου της ανακοπής και δεν ιδρύεται σε περίπτωση απόρριψης αυτού για τυπικό λόγο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθ. 317/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ