Legislator Case Law & Legislation
1893/2007 AI generated

1893/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1893/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2005 ανταίτηση δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκε η 1212/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1893/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των επικειμένων τους, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1893 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1893/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και την Πάτρα, το οποίο εκπροσώπησε η Ν.Κ.Πολιτικού, Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ......, 2. ....., 3. ...., 4. ....... και 5. ......, .... Οι 1ος, 2η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και ο 5ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 19 Σεπτεμβρίου 2005 ανταίτηση δια των προτάσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκε η 1212/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 5ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, είναι αόριστος ο μνημονευθείς λόγος αναίρεσης, αν δεν διαλαμβάνει 1) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας 2) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και των επικειμένων τους, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την κύρια αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία ως προς το ύψος της καθορισθείσας αποζημίωσης των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων, ενώ ως προς την επικουρική αιτίαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά χωρίς, μάλιστα, να αναφέρονται, τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη για την πληρότητα των αιτιολογιών της, και παράλληλα δεν αναφέρεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση του προσδιορισμού της αποζημιώσεως, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και ε) σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 114 παρ.5, 100 παρ.1, 103, 107, 110 και 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προκύπτει ότι, ως ενιαία απόφαση του Εφετείου για τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των διαδικασιών, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, είναι νοητέα η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων του δικαιούχου και όχι η επιπρόσθετη επιδίκαση δικαστικών εξόδων για τη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, δεδομένου ότι σε περίπτωση αίτησης στο Εφετείο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης η προσωρινώς καθορίσασα την αποζημίωση απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου καθίσταται, σύμφωνα με τα άρθρα 18 επομ .

ν. 2882/2001, ενόλω ανίσχυρη, ο δε δικαιούχος της αποζημίωσης διάδικος αφού μια φορά θα πληρώσει την αμοιβή του δικηγόρου του, ακόμη και, σε περίπτωση διπλού, προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ενόψει του ότι μία μόνο φορά οφείλεται αμοιβή στο δικηγόρο που παραστάθηκε και στις δύο διαδικασίες, γιατί ουσιαστικά μία μόνο φορά αυτός παρέσχε την εργασία του, μια φορά πρέπει να λάβει την αμοιβή αυτή από τον αντίδικό του υπόχρεο.

Τα δε δικαστικά έξοδα περιλαμβάνουν α) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ) β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την ενώπιον του Εφετείου παράσταση (άρθρο 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων) γ) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης και των προτάσεων (άρθρα 103 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων).

Οι υπό στοιχ. (β) και (γ) δικηγορικές αμοιβές καθορίζονται πλήρεις, αφού δεν επιτρέπεται εν προκειμένω ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 4 εδ. τελευταίο του Συντάγματος, 17 παρ. 4 του ν.δ. 446/1974, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επόμ.

του Κώδικα Δικηγόρων, και την 1314/21-12-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 1626/29-12-2000), συνάγεται ότι η αμοιβή την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης και προτάσεων ή ανταίτησης και προτάσεων προκειμένου να επιτύχει τον καθορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υποχρέου και περιέρχεται στο δικαιούχο ώστε να μη επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης, ανέρχεται δε, προκειμένου περί δίκης καθορισμού οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του εφετείου κατά τα άρθρα 100, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων α) σε ποσοστό 2% της αποζημίωσης, για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή ανταίτησης και κυρίας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο και γ) σε ποσοστό 2% για την άσκηση ανταίτησης ή κυρίας παρέμβασης με τις προτάσεις.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 98 του ίδιου Κώδικα των δικηγόρων, η επιδίκαση από το δικαστήριο στο δικηγόρο αυξημένης αμοιβής σε σχέση με εκείνη που ορίζεται στα άρθρα 100 επ. του ίδιου Κώδικα, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, το χρόνο που καταναλώθηκε, την σπουδαιότητα, της διαφοράς, τις ιδιάζουσες περιστάσεις της και γενικά της καταβληθείσες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του σύμφωνα με την ΚΠολΔ 561 παρ.1.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και των επικειμένων τους, για τα οποία είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημίωσης, καταδίκασε το αιτούν και καθού η ανταίτηση και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων που άσκησαν ανταίτηση με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις τους, την οποία ορίζει στα κατώτατα νόμιμα όρια, αφού δεν δέχεται εφαρμογή των προϋποθέσεων αύξησής της κατά το άρθρο 98 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων, ως εξής: "α)ι στο ποσό των 175 ευρώ για την παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου μετά των εξόδων και β) σε ποσοστό 3% επί του ποσού της καθοριζόμενης ως άνω οριστικής αποζημίωσης για την αμοιβή των ίδιων δικηγόρων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107, 110, 111 και 114 παρ. 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έπρεπε να καθορίσει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων που άσκησαν την ανταίτηση με τις προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης, ποσοστό, άλλωστε, που ζήτησαν και αυτοί με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, διευκρινίζοντες στο τέλος τους ότι ζητούν "να καταδικασθεί σε κάθε περίπτωση το Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη με την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων μας κατά τα ελάχιστα όρια του Κώδικα Δικηγόρων".

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης και συγκεκριμένα κατά το μέρος που καθόρισε την αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων των αναιρεσιβλήτων που άσκησαν ανταίτηση με τις προτάσεις σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1212/2006 απόφασή του Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ