Legislator Case Law & Legislation
1893/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forgery but allows it on usury, citing statute of limitations for partial sentences.

Case Number 1893/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by one defendant regarding forgery but allowed the appeal concerning usury and the total sentence. The court found that the forgery conviction involved partial sentences that had expired under the statute of limitations, rendering the appeal inadmissible. Conversely, the usury conviction remained valid and subject to review, so the case was remitted for new proceedings on that specific count.

Legislator headnote

AI generated

Articles 32(1) and 2 of Law 3346/2005; Article 216 of the Penal Code: When partial sentences expire due to the statute of limitations, the appeal is inadmissible for those counts, but the appeal remains admissible for other convictions and the total sentence if they have not expired.

Keywords

AI generated
statute of limitations partial sentences forgery conviction usury conviction inadmissible appeal remitted for retrial total sentence

Cited Legislation

AI generated
Article 32(1) and 2 of Law 3346/2005
Article 216 of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 2(1) of the Penal Code
Article 470 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1893 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1893/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Σούλη, για αναίρεση της 1872/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον .... και πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερβόλη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Απριλίου 2005 δύο αυτοτελείς αιτήσεις, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 943/2005.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί εκείνη του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δύο αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά της ίδιας καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 1872/2005, εκ των οποίων α) η πρώτη με χρονολογία 13-4-2005 του εκ των κατηγορουμένων ....και β) η δεύτερη με χρονολογία 13-4-2005 του εκ των κατηγορουμένων .... και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς, αφού στρέφονται κατά της ίδιας καταδικαστικής απόφασης.

ΙΙ. Ειδικότερα επί των αιτήσεων αυτών αναιρέσεως Α) Επί της αιτήσεως του εκ των κατηγορουμένων .....

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπό του δράστη με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες.

Διαπράττεται δε πλαστογραφία με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου σε περίπτωση συμπληρώσεως από τον λήπτη λευκής επιταγής με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική διάταξη, που εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 στ. ΠΚ, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά το άρθρο 404 παρ.1, 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, πριν αυτό τροποποιηθεί με το άρθρο 14 παρ.8 του Ν.2721/1999, ετιμωρείτο, σε βαθμό πλημμελήματος α) όποιος κατ΄επάγγελμα και κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον ευατό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και β) όποιος απαλλοτριώνει ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε αναφορικά με τις πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από τον πρώτο ως άνω αναιρεσείοντα, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ΄είδος προσδιορίζονται αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος με διαδοχικές συμβάσεις δανείου κατά το χρονικό διάστημα 2-10-90 έως 2-12-1993 δάνεισε τον εγκαλούντα ....

με τα ποσά των 2 εκατ. δρχ. (στις 2-10-90), 1.200.000 δρχ. (στις 2-2-1991), 1 εκατ.δρχ (στις 2-2-92), 3.685.000 δρχ. (στις 28-9-92), 3.220.000 δρχ. (στις 2-5-93), 2.500.000 δρχ. (στις 25-11-93) και 1 εκατ. δρχ. (στις 31-12-93). Προς εξασφάλιση του άνω δανείου ο α' κατηγορούμενος απαίτησε την παροχή τραπεζικών επιταγών, ώστε εκδόθηκαν προς τούτο από τον δανεισθέντα έξι λευκές επιταγές της Τράπεζας Εργασίας συνολικού ποσού 19.500.000 δρχ., ήτοι οι υπ'αριθμ. 04603, 123286, 4344439, 45546787, 95001560 και 0460007 επιταγές της άνω Τράπεζας ποσών αντίστοιχα 2,5 εκατ. 2 εκατομ, 5 εκατομ., 4 εκατ.

και 3 εκατ. Για τα δάνεια αυτά ο εγκαλών κατέβαλε τόκους νόμιμους αλλά και τοκογλυφικούς, ήτοι πέραν του νομίμου ορίου, σύμφωνα με το σχετικό πίνακα που παρατίθεται στο τέλος του παρόντος σκεπτικού, με δεδομένο ότι συνολικά για την άνω χρονική περίοδο ο εγκαλών πήρε ως δάνειο ποσό 14.605.000 δρχ. και κατέβαλε προς εξόφληση το ποσό 21.660.000 δρχ.

με τοκογλυφικούς τόκους ποσού 6.009.231 δρχ. Μετά την εξόφληση του άνω ποσού ο εγκαλών απαίτησε την επιστροφή των άνω επιταγών, αλλά ο πρώτος κατηγορούμενος, απέφευγε να επιστρέψει αυτές αλλά καθησύχαζε τον εγκαλούντα ότι βρίσκονται υπό την κατοχή του. Πάντως ο εγκαλών προς εξασφάλισή του προέβη σε ανάκληση των επιταγών στην πληρώτρια Τράπεζα.

Στις 11-3-1999 ο α' κατηγορούμενος από πρόθεση και εν γνώσει όλων των άνω συμπλήρωσε τις επιταγές, θέτοντας ως ημερομηνία έκδοσης την 11-3-1999, ενώ στην υπ'αριθμ. 123286 επιταγή στην ένδειξη "εις διαταγήν," την φράση "Γιαννακόπουλου Ιωάννη", χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί για τούτο με τον εγκαλούντα, ο οποίος βέβαια δεν είχε λόγο να συμφωνήσει στην εξόφληση επιταγών που είχε ήδη εξοφλήσει.

Τούτο το έπραξε ο κατηγορούμενος ώστε να φαίνονται οι επιταγές ως νόμιμες και ως εκδότης ο εγκαλών που θα ευθυνόταν για την εξόφληση. Ο ίδιος κατηγορούμενος (α) έκανε χρήση των επιταγών αυτών που είχαν νοθευθεί, μεταβιβάζοντας αυτές με οπισθογράφηση προς τον τρίτο των κατηγορουμένων ..... και αυτός τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον δεύτερο κατηγορούμενο ...

που τις ενεφάνισε στην Τράπεζα προς πληρωμή. Οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι γνωρίζοντας τη νόθεση από τον πρώτο των επιταγών και την ανάκλησή τους από τον εγκαλούντα και παρόλα αυτά έθεσαν την υπογραφή τους επ'αυτών ώστε να φαίνεται νόμιμη με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και ο ... ως τελευταίος νόμιμος κομιστής και στις 12-3-1999 τις εμφάνισε στην Εμπορική Τράπεζα προς πληρωμή.

Περαιτέρω την 1-6-1999 ο ... εν γνώσει κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ότι ο εγκαλών εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές και βεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενο της μήνυσής του, αν και γνώριζε ότι ήταν εξολοκλήρου ψευδής. Οι δύο κατηγορούμενοι από ιδιοτέλεια και από πρόθεση είχαν δεχτεί στην κατοχή τους τις άνω επιταγές που προήλθαν από αξιόποινη πράξη.

Ο πρώτος (α) κατηγορούμενος που νόθευσε τις επιταγές επιδίωξε με τον τρόπο αυτό την εκπλήρωση των άνω τοκογλυφικών ωφελημάτων με την είσπραξη των επιταγών ως ενσωματώνουσες δικαίωμά του κατά του εγκαλούντος, γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος είχε πλήρως εξοφλήσει το δάνειο. Ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε και στο παρελθόν δανείσει με τον ίδιο τρόπο (τοκογλυφικά) τον εγκαλούντα και συνήθιζε να πράττει τούτο και είχε με την επανειλημμένη τέλεση την πρόθεση βιοπορισμού, διαμορφώνοντας συγχρόνως και χαρακτήρα με ροπή στην πράξη αυτή του εύκολου κέρδους.

Το παραπάνω αδίκημα είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τη συνομολόγηση των δανειακών ως άνω συμβάσεων και η παραγραφή του αρχίζει από τότε που έγινε η επιδίωξη κατά τα άνω των ωφελημάτων από την τοκογλυφία (πρβλ. Χωραφά Γεν. Αρχ. Ποιν.Δικ. εκδ. 1964 παρ.40). Ο εγκαλών έλαβε γνώση της πραγματικής επιδίωξης αυτής του α' κατηγορουμένου στο τέλος του έτους 1999, όταν ο τελευταίος σε σχετικές οχλήσεις του εγκαλούντος για την τύχη των επιταγών απέφυγε να τον πληροφορήσει, ώστε όταν επείσθη ότι οι επιταγές που ενεφάνισε στην Εμπορική Τράπεζα ο ... , ήταν οι συγκεκριμένες που είχε παραδώσει λευκές στον α' κατηγορούμενο, αμέσως εντός της τρίμηνης προθεσμάις (Ιανουάριο 2000) υπέβαλε τη σχετική μηνυτήρια αναφορά του στον αρμόδιο Εισαγγελέα.

Περαιτέρω όλα τα παραπάνω περιστατικά που απαιτεί ο νόμος περιλαμβάνονται επαρκώς στο κατηγορητήριο, χωρίς αντιφάσεις. Κατόπιν τούτου όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν και ακολούθως, να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι των ως άνω πράξεων, αφού ο πίνακας που προαναφέρθηκε με τη σειρά των δανείων και τους τοκογλυφικούς τόκους που προκύπτουν έχει ως ακολούθως:

(Πινακας με

α/α πραξεων

ΧρονολογίαΧορήγησηςδανείου

Εκάστοτε Δανειζόμενο κεφάλαιο (σε δρχ)

Εκάστοτε καταβολέμου(σεδρχ)

Εκάστοτε νομίμως τοκιζόμενο ποσό δρχ

Εκάστοτε Νόμιμο επιτόκιο (%)

Εκάστοτε Νόμιμος Τόκος (σε δρχ)

Εκάστοτε Διαφορά τόκου (τοκογλυφικου νόμιμου) σε Δρχ. (Δ-Η=Θ)

Εκάστοτε Τοκογλυφικό επιτόκιο (%)

)

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο κήρυξε ένοχο το κατηγορούμενο πρώτον αναιρεσείοντα .... του ότι στην Αθήνα την 11-3-1999 1)με πρόθεση νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκαμε δε χρήση των εγγράφων αυτών και συγκεκριμένα έχοντας εις χείρας του τις υπ'αριθμ. 046003, 123286, 4344439, 45546787, 95001560, 046007 επιταγές της Τράπεζας Εργασίας εκδόσεως του εγκαλούντος, ποσού 3.000.000 η πρώτη, 2.500.000 δρχ.

η δεύτερη, 2.000.000 δρχ. η τρίτη, 5.000.000 δρχ. η τέταρτη, 4.000.000 δρχ. η πέμπτη, και 3.000.000 δρχ. η έκτη, συμπλήρωσε αυτές ως προς την ελλείπουσα ένδειξη της ημερομηνίας και στην υπ'αριθμ. 123.286 και την ένδειξη εις διαταγήν θέτοντας σε όλες ως ημερομηνία έκδοσης "11-3-1999" και στην υπ'αριθμ. 123.286 παραπλεύρως της ένδειξης εις διαταγήν την ένδειξη "Γιαννακόπουλου Ιωάννη" με σκοπό να παραπλανήσει τους περαιτέρω κομιστές ότι οι επιταγές είναι καθ΄όλα νόμιμες και έγκυρες και ότι ο εκδότης τους εγκαλών ...., ευθύνεται για την πληρωμή τους.

Των ούτω νοθευμένων επιταγών έκαμε χρήση μεταβιβάζοντάς τε περαιτέρω. 2) επιδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων πράξη που ενεργεί κατ΄επάγγελμα, και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα με τον προπεριγραφέντα υπό στοιχείο (Α1) τρόπο της νοθεύσεως των επιταγών προσπάθησε να εισπράξει αυτές ως ενσωματώνουσες δήθεν δικαίωμά του σε βάρος του εγκαλούντος μολονότι εγνώριζε ότι ο ως άνω εγκαλών ...., είχε πλήρως εξοφλήσει προς αυτόν το δάνειο των 19.500.000 δρχ.

και ουδεμία πλέον απαίτηση είχε εις βάρος του. 'Ετσι έπραξε προκειμένου να εξασφαλίσει εισόδημα προς το ζην, ο τρόπος δε που ενήργησε καταδεικνύει δράστη που έχει αποκτήσει την έξη προς διενέργεια τέτοιων πράξεων. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντα περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ κατά την ως άνω έννοια.

Ειδικότερα με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι σύμφωνα με τα άρθρα 14, 34 του ν.5960/1933 περί επιταγής και 1034 ΑΚ αυτός ως κομιστής έγινε κύριος των επίδικων επιταγών και περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 216 παρ.1 ΠΚ και 713 δεν διέπραξε νόθευση εγγράφου γνησίου (επιταγές) αφού συμπλήρωσε αυτές κατά τα ελλείποντα στοιχεία κατόπιν εντολής του εκδότου του εγγράφου, διότι σαφώς δέχθηκε ότι μετά την εξόφληση των άνω επιταγών από τον εγκαλούντα ο τελευταίος απαίτησε την επιστροφή αυτών, ενώ ο αναιρεσείων απέφυγε να τις επιστρέψει και στη συνέχεια από πρόθεση και εν γνώσει των ανωτέρω συμπλήρωσε τις άνω επιταγές, χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί για τούτο με τον εγκαλούντα που είχε ήδη εξοφλήσει, δηλαδή δέχθηκε το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία εμμέσως πλην σαφώς ότι δεν υπήρχε εκ μέρους του εγκαλούντα σχετική εντολή προς συμπλήρωση των επίμαχων επιταγών κατά τα ελλείποντα στοιχεία.

Επομένως τ'αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως είναι αβάσιμα και ο λόγος αυτός απορριπτέος.

Ως προς την υπό του ιδίου πρώτου αναιρεσείοντος τέλεση της αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας:

Για την ποινική δίωξη της πράξεως της τοκογλυφίας με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ΄επάγγελμα τέλεσης της πριν από την τροποποίηση του άρθρου 404 του ΠΚ, με το άρθρο 14 παρ.8 του Ν.2721/1999 δεν απαιτείτο έγκληση. Η έγκληση προβλεπόταν μόνο για τις πράξεις της τοκογλυφίας την παρ.1 και 2 του άρθρου αυτού (αυτές δηλαδή που δεν τελούνταν κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια κατά την παράγραφο 3) από την παρ.5 του ίδιου άρθρου, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ.8 εδ.γ' του ως άνω νόμου 2721/3-6-99, από τις ισχύος του οποίου για την ποινική δίωξη κάθε μορφής τοκογλυφίας δεν απαιτείται πλέον έγκληση.

Περαιτέρω το έγκλημα της τοκογλυφίας μπορεί να πραγματωθεί αντικειμενικώς με συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων ή με την επιδίωξη τέτοιων ωφελημάτων. Οι τρόποι τέλεσης αυτοί του εγκλήματος είναι αυτοτελείς και τελούν σε αληθινή πραγματική συρροή. Εν όψει των ανωτέρω και της ειδικότερης παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως (σκεπτικό και διατακτικό) ότι η επιδίωξη της εκπλήρωσης των ως άνω τοκογλυφικών ωφεληματων έλαβε χώρα στις 11-3-1999 α) ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (άρθρ. 510 παρ.1 Ε ΚΠΔ) κατ΄εκτίμηση αυτού, των διατάξεων των άρθρ. 117, 404 παρ.2β ΠΚ λόγω παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας εκ του άρθρου 117 ΠΚ για την υποβολή της εγκλήσεως σχετικώς με την αποδοθείσα σ'εκείνον παραβίαση της διατάξεως του άρθρου και παρ. 2β'ΠΚ και της εντεύθεν εξάλειψης του αξιοποίνου της ως άνω πράξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος β) ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας, άνευ μάλιστα αιτιολογίας, των διατάξεων περί παραγραφής του εγκλήματος των άρθρων (111 αριθ.3), 112 και του άρθρου 404 παρ.2α, β' και παρ.3 ΠΚ (ως ίσχυε προ της τροποποιήσεως), λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της συνομολογήσεως κάθε δανειακής συμβάσεως (2-10-1990, 2-2-1991, 2-2-1991, 28-9-1992, 2-5-1993, 23-11-1993 και 31-12-1993) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι οι τρόποι τελέσεως του εγκλήματος αυτού είναι αυτοτελείς και τελούν ως προαναφέρθηκε σε αληθινή πραγματική συρροή, η δε επιδίωξη της εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων, κατά τον τρόπον που αναφέρεται στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης, έλαβε χώρα όπως προσημειώθηκε στις 11-3-1999.

Περαιτέρω όμως, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, εμπεριέχονται ασάφειες καθόσον δεν αναφέρεται ο χρόνος για τον οποίο εδόθη το δάνειο εκάστης των εις τον ως άνω πίνακα αναφερομένων επτά συμβάσεων δανείου και πότε έκαστον εξοφλήθηκε, ούτως ώστε να είναι εφικτή η σύγκριση μεταξύ του εκαστοτε νομίμου επιτοκίου και του τελικώς καταβληθέντος ποσού.

Επίσης ασάφεια προκύπτει για ποια δάνεια από τα εις τον πίνακα αναφερόμενα έγιναν οι εκάστοτε αναφερόμενες επί μέρους καταβολές για να μπορεί να συναχθεί ασφαλές επί μέρους και τελικό αποτέλεσμα καταβολών εκάστης συμβάσεως δανείου και συνολικώς. Ακόμη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται εις τι αφορά, η προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του συνόλου των επιταγών ποσού 19.500.000 δρχ.

και του ποσού που συνολικώς επέστρεψε ο εγκαλών ήτοι (21.660.000-19.500.000=) 2.160.000 δρχ. Εν όψει των ανωτέρω ασαφειών ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και κατά τούτο πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθόσον μεν αυτή στρέφεται κατά του μέρους της απόφασης που αφορά το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον όμως στρέφεται κατά του μέρους της απόφασης που αφορά το έγκλημα της τοκογλυφίας (επιδίωξης εισπράξεως τοκογλυφικών ωφελημάτων), πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί κατά το μέρος της αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και τη συνολική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Β.Επί της αιτήσεως του εκ των κατηγορουμένων ....: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 97 ΠΚ, επί πραγματικής συρροής εγκλημάτων επιβάλλεται μία συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από την επαύξηση της βαρύτερης από τις ποινές που συρρέουν κατά το λόγο των υπολοίπων επί μέρους συρρεουσών ποινών. Οι ποινές αυτές που συρρέουν διατηρούν την νομική αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής και δεν απορροφώνται απ'αυτήν, γι'αυτό, αν από νόμιμο λόγο, μεταγενέστερο της εκδόσεως της συγχωνευτικής αποφάσεως, όπως, όταν με νεότερη νομική διάταξη, επέλθει παραγραφή επιβληθεισών ποινών, αυτή (παραγραφή) αναφέρεται στις επί μέρους ποινές, έστω και αν έχουν συνεπιμετρηθεί αυτές στη συνολική ποινή.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1 και 2 του Ν.3346/2005, 2 και 114 ΠΚ και 568 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι οι επιβληθείσες μέχρι την 17-6-2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία εκτιθεί παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17-6-2005 σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ.1 του άρθρου 32 του Ν.3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα, ή δημόσιο κατηγόρου κατά περίπτωση.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1872/14-2-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο ανωτέρω αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τα εγκλήματα α) χρήσεως πλαστού εγγράφου β) αποδοχής προϊόντων εγκλήματος γ) ψευδούς καταμήνυσης και δ) ψευδορκίας μάρτυρος σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών για κάθε μία από της α και β' πράξεις και τεσσάρων μηνών για κάθε μία από τη γ' και δ' πράξεις και συνολικώς σε ποινή φυλάκισης ένδεκα (11) μηνών, επαυξηθείσης της μιας εξ αυτών κατά δύο μήνες από κάθε μία από τις λοιπές, ποινή η οποία δεν έχει εκτιθεί μέχρι 17-6-2005 γιατί ανεστάλη επί τριετία.

Συνεπώς εφόσον γίνεται δεκτό, ότι, η κατά τα άνω παραγραφή αναφέρεται στις επί μέρους ποινές κάθε μία από τις οποίες δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, δεν μπορεί να εκδικασθεί η προκειμένη αναίρεση με τα σημερινά δεδομένα, αφού η υπόθεση έπρεπε κατά νόμο να τεθεί στο αρχείο υπό τον αρμόδιο εισαγγελέα και πρέπει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος τούτου, θα προσέκρουε στο άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ και 470 ΚΠΔ Για τους λόγους αυτούς Συνεκδικάζει τις από 13 Απριλίου 2005 αιτήσεις των .....

Α)

Απορρίπτει την από 13 Απριλίου 2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1872/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καθόσον αυτή αφορά το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως.

Αναιρεί την ίδια απόφαση κατά το μέρος αυτής που αφορά το έγκλημα της τοκογλυφίας (επιδίωξης εισπράξεως τοκογλυφικών ωφελημάτων), καθώς και τη συνολική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης στο ίδιο δικαστήριο για νέα συζήτηση συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Β).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13 Απριλίου 2005 αιτήσεως του ..... περί αναιρέσεως της υπ'αρ. 1872/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ