Legislator Case Law & Legislation
1892/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against court ruling on pledge security and public debt offsetting.

Case Number 1892/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's final decision regarding a pledge security and public debt offsetting. The bank argued the lower court failed to properly assess the validity of the pledge and the offsetting of debts owed to the state. The court ruled that the First Instance Court correctly applied the law, provided sufficient reasoning, and did not err in its factual findings or legal characterization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is legally sound, factually based, and adequately reasoned, as the appellant's arguments merely contradict the established facts without challenging the legal qualification.

Keywords

AI generated
appeal admissibility pledge security public debt offsetting legal reasoning civil procedure code bankruptcy proceedings judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 191, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1892 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1892/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τράπεζας ... Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 10921/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 10921/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ... κατά της 110/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...

A.E.", και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση, κατά παραδοχή της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης εξόφλησης, όσο και κατά την μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η παραπάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία, της οποίας καθολική διάδοχος είναι ήδη η παρασταθείσα τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

A.E.", λόγω της διάσπασής της με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και μεταφοράς του στην τελευταία, με τις ανακοινώσεις υπ' αριθμ. πρωτ. 31907/2020 (Έγκριση Διάσπασης) και 31909/2020 (Σύσταση της νέας εταιρίας) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις των άρθρ. 35 παρ.1α, 36 παρ.1, 2,3, 44 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (ΦΕΚ Α' 224), οι οποίες διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 παρ. 1 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και η εφαρμογή αυτού επεκτάθηκε στις τράπεζες με το άρθρο 26 παρ. 9 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ Α' 130), εισήχθη, ως προς την ενεχυρίαση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιρειών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, οι περί ενεχύρου διατάξεις του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται μόνον συμπληρωματικώς για ζητήματα μη ρυθμιζόμενα από τις ανωτέρω ειδικές διατάξεις.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η ενεχυρίαση απαίτησης συνεπάγεται όχι απλή επιβάρυνση αυτής, όπως η συνήθης ενεχυρίαση απαίτησης, αλλά την εκχώρησή της προς τον ενεχυρούχο πιστωτή, ο οποίος γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της απαίτησης, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, να την εισπράξει.

Η εκχώρηση συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), και μετά την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) με τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1028/2018, ΣτΕ 1311/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του ν. 1882/1990 "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής, διαρρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις", όπως ο τίτλος του αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 2648/1998 ("Αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη και φορολογικές υποχρεώσεις προς το Δημόσιο"), η παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 2 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω ν. 2648/1998 και συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2753/1998, ορίζονται τα εξής: "1.

Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,... 2.

Ως συναλλαγή, πράξη ή ενέργεια, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος, νοείται ενδεικτικώς: α) Η είσπραξη χρημάτων, β)...

3. H εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, αποδεικνύεται με αποδεικτικό ενημερότητας που εκδίδεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.O.Y. και χορηγείται εφόσον ο αιτών: α) έχει υποβάλει τις δηλώσεις... και β) έχει καταβάλει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή με διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, που έχει χορηγηθεί από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα, τις μέχρι τη χρονολογία έκδοσης του αποδεικτικού βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Δημόσιο. 4.

Τα της ισχύος του αποδεικτικού, τα τηρητέα βιβλία ή έντυπα, τα του ελέγχου εφαρμογής του μέτρου αυτού, οι τυχόν εξαιρέσεις ή απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισης του αποδεικτικού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθορίζονται με τις ως άνω κανονιστικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. ... 5. ... 6.

Για την έκδοση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη και οι οφειλές προς κοινότητες - δήμους και Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση...". Κατ' εφαρμογή των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 26 του ν. 1882/1990 και της αριθμ. 1013368/6976/0016/ΠΟΛ1028/4-2-1999 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ.1223/24.11.1999 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β' 2134), που ισχύει από 1-12-1999, στο άρθρο 1 της οποίας, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι: "...

Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής, κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών (όπως το ανωτέρω πρώην τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 αναριθμήθηκε σε τρίτο, και αντικαταστάθηκε ως άνω από την υπ` αριθμ. 1105118/6830-11/0016/ΠΟΛ.1298/5.12.2000 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, Β' 1575)", στο άρθρο 3 ότι: "Από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας απαλλάσσονται:... 2.

Το Ελληνικό Δημόσιο, το Δημόσιο άλλων Κρατών, οι Διεθνείς Οργανισμοί, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα Ν.Π.Δ.Δ., τα ιδρύματα που συνιστώνται με το ν. 2039/1939, οι αναγνωρισμένες στην Ελλάδα Τράπεζες (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 της υπ` αριθμ. 1039503/3308-11/0016/20.04.2007 υπουργική απόφαση, Β' 752, η ισχύς της οποίας αρχίζει από 1η Μαΐου 2007)...", και στο άρθρο 8 παρ. 2 εδ β και γ ότι αν ζητηθεί αποδεικτικό για είσπραξη χρημάτων κατά τη διάρκεια διευκόλυνσης, στην οποία ο οφειλέτης είναι συνεπής, αυτό χορηγείται από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ με υποχρεωτική παρακράτηση ποσοστού της απαίτησης που θα εισπραχθεί, το οποίο ορίζεται κατά την κρίση του, εκτός αν στην απόφαση του αρμοδίου οργάνου αναφέρεται ποσοστό παρακράτησης, οπότε ορίζεται το ίδιο.

Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων για τη συμμόρφωσή του στη διευκόλυνση, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές, που δεν είχαν υπαχθεί στη διευκόλυνση ή δημιουργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η διευκόλυνση, ενώ με το άρθρο 10 παρ. 1 της απόφασης αυτής καταργήθηκε η προγενέστερη υπ' αριθ. 2048300/6844-11/0016/9.8.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β' 508/9.8.1990 τ.

Β') και στη συνέχεια, με το άρθρο 12 παρ. 3 της απόφασης του Γ. Γρ. Δημ. Εσ. Υπ. Οικ. Πολ. 1274/2013 (ΦΕΚ Β 3398/31/12/2013) καταργήθηκε, από 1-1-2014, η ανωτέρω 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ 1223/24.11.1999, και δεν περιλαμβάνονται στις εξαιρέσεις προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας, για τη διενέργεια των πράξεων ή συναλλαγών οι τράπεζες. Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011, προστέθηκε παράγραφος 9 στο προαναφερθέν άρθρο 26 του ν. 1882/1990, στην οποία ορίζεται ότι: "Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων που προβλέπονται στην παράγραφο 1...

το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή... Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι το ύψος της βεβαιωμένης οφειλής κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών".

Με τις διατάξεις αυτές προβλέφθηκε η υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή, στις κάθε φύσης συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών με δήμους και κοινότητες ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του άρθρου 26 του ν. 1882/1990 (βλ.

εισηγητική έκθεση του νόμου), με τις διατάξεις του άρθρου αυτού επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου και η ταχύτερη είσπραξη των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών του από τους αμελείς και δύστροπους οφειλέτες. Ο σκοπός αυτός έχει αναχθεί από το νομοθέτη επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού, που άγει αναγκαίως σε επιβράδυνση ή ανατροπή της προγραμματισμένης από τη Διοίκηση δράσης με ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις (ΣτΕ 1198/2012, ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 1392/2008).

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3943/2011, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 28 προβλέφθηκε ότι στην περίπτωση εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των ως άνω φορέων, το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα, όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυριούχο δανειστή, ώστε να διασφαλισθεί η απόδοση των προς είσπραξη χρημάτων του δημοσίου.

Εξάλλου, στο άρθρο 12 του ν. 4174/2013 (Κεφάλαιο τρίτο, "αποδεικτικό ενημερότητας και βεβαίωση οφειλής", όπως ο τίτλος Κεφ. τρίτου αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 41 Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α 287/31.12.2013) ορίζονται τα εξής: 1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται. 2.

Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών. 3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. 4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα.

Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ` αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών. 5.

Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησης του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισης του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσης του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα. 6.

Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγηση του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου.

Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία. 7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα. 8...., 9.....

Στο άρθρο 1 της κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 εκδοθείσας απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με αριθμό 1274/2013 (Β' 3398/31-12-2013), η οποία ισχύει από 1-1-2014, και τροποποιήθηκε με την με αριθμό 1065/2014 (Β' 642/26-2-2014) απόφαση του ιδίου οργάνου, ορίζονται τα εξής: "1. Η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας καθίσταται υποχρεωτική στις εξής περιπτώσεις:

α. Για την είσπραξη χρημάτων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από το Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός καθορίζεται στην κείμενη νομοθεσία, από Δημοσίους Υπολόγους και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των ανωτέρω εφόσον το ακαθάριστο ποσό για κάθε τίτλο πληρωμής υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (1.500), ανά δικαιούχο.

Το αποδεικτικό ενημερότητας προσκομίζεται από τον εισπράττοντα στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτού... β...(...) ε. Για την καταβολή των εκχωρημένων χρηματικών απαιτήσεων κατά των φορέων της περίπτωσης α. του παρόντος άρθρου. Το αποδεικτικό προσκομίζεται στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφληση αυτού, τόσο από τον εκχωρητή ή ενεχυράσαντα όσο και από τον εκδοχέα ή ενεχυρούχο δανειστή.

Η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας του εκχωρητή ή ενεχυράσαντα ζητείται είτε από τον εκδοχέα είτε από τον ενεχυρούχο δανειστή. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, λόγω οφειλών, τα προς είσπραξη χρήματα αποδίδονται στο Δημόσιο μέχρι του ύψους των βεβαιωμένων χρεών κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών.

Στο άρθρο 2 προβλέπονται οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικού ενημερότητας στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι τράπεζες, ενώ με το με το άρθρο 12 παρ. 3 της ως άνω απόφασης καταργήθηκε, από 1-1-2014, η 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ 1223/24.11.1999. Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι μετά την ολοκλήρωση της κατά το άρθρο 95 του ν. 23621995 διαδικασίας αναγγελίας, η εκχωρηθείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.

αποκτάται από τον αναγγείλαντα ενεχυρούχο εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της, και το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ., ως οφειλέτης, υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο σε αυτόν και όχι στον εκχωρητή - ενεχυράσαντα, ο οποίος από την αναγγελία της εκχώρησης, αποξενώνεται οριστικά από την εκχωρηθείσα ενεχυριασθείσα απαίτηση.

Από τις αυτές ως άνω διατάξεις, οι οποίες αποβλέπουν στην εξασφάλιση της εξόφλησης των οφειλών προς το Δημόσιο από τους λοιπούς φορείς και κατισχύουν, ως εκ τούτου, ως προς τις εν λόγω οφειλές και τα ρυθμιζόμενα υπ' αυτών σχετικά ζητήματα, των διατάξεων που αφορούν στην εκχώρηση των απαιτήσεων, προκύπτει ότι επί εκχώρησης απαίτησης κατά ν.π.δ.δ.

απαιτείται, για την εξόφλησή της, προσκόμιση κατά την καταβολή αποδεικτικού ενημερότητας οφειλών στο Δημόσιο, που βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο, τόσο του εκχωρητή όσο και του εκδοχέα, ενώ εξάλλου το ν.π.δ.δ. δεν μπορεί να εξοφλήσει απαίτηση κατ' αυτού, εφόσον ο αρχικός δανειστής (εκχωρητής) έχει χρέη προς το Δημόσιο, στην περίπτωση δε αυτή καταβάλλεται απευθείας ολόκληρη η απαίτηση ή τμήμα αυτής προς εξόφληση των εν λόγω οφειλών (στο Δημόσιο).

Κρίσιμος χρόνος για την προσκόμιση του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας είναι κατά ρητή διάταξη του νόμου ο χρόνος της καταβολής της απαίτησης (ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014, ΣτΕ 3038/2013), ενώ είναι αδιάφορο αν οι εν λόγω οφειλές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την αναγγελία της εκχώρησης και, κατά μείζονα λόγο, αν οι φόροι ή οι εισφορές και οι καταλογισθείσες σε βάρος του εκχωρητή προσαυξήσεις και πρόστιμα ανάγονται σε προγενέστερα ή μεταγενέστερα της εκχώρησης χρονικά διαστήματα (ΣτΕ 2645/2020, ΣτΕ 1505/2015, ΣτΕ 179/2014).

Έτσι, η ικανοποίηση των ανωτέρω εκχωρηθεισών απαιτήσεων γίνεται υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο απόδοσής τους δεν υπάρχουν εκκρεμείς οφειλές προς το Δημόσιο και του εκχωρητή της απαίτησης (ΣτΕ 3765/2013, ΣτΕ 3038/3013). Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 9 του ν. 1882/1990, δυνάμει της οποίων το Δημόσιο μπορεί να συμψηφίζει και οι λοιποί φορείς οφείλουν να αποδίδουν την ανωτέρω εκχωρηθείσα απαίτηση στο Δημόσιο, ακόμη και όταν η οφειλή του εκχωρητή βεβαιώθηκε μετά την αναγγελία της εκχώρησης δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

γ του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, με τα οποία δεν επιτρέπεται η στέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας του φυσικού ή νομικού προσώπου.

Τούτο, διότι το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της παρακράτησης, κατά το χρόνο πληρωμής, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ταχύτερη είσπραξη των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών από τους αμελείς και δύστροπους οφειλέτες, για ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταται στην αποτροπή της απώλειας εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού του Δημοσίου, που άγει αναγκαίως σε επιβράδυνση ή ανατροπή της προγραμματισμένης από τη Διοίκηση, δράσης με ευρύτερες δημοσιονομικές επιπτώσεις, ανεξαρτήτως του ότι δεν οδηγεί σε μείωση του ύψους των απαιτήσεων, για την εξασφάλιση των οποίων συνάπτεται σύμβαση εκχώρησης, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, ούτε υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο που επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας των εκδοχέων.

Συνεπώς, κατά το ισχύον, κατά το κρίσιμο για την προκείμενη υπόθεση, νομικό καθεστώς, αν το ν.π.δ.δ. κατέβαλε το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης απευθείας στο Δημόσιο προς εξόφληση οφειλών του ενεχυράσαντα απαλασσόταν από την υποχρέωση που υπείχε κατά το ν.δ. της 17.7/13.8.1923, έναντι του εκδοχέα της απαίτησης και δεν όφειλε να καταβάλει το ποσό της απαίτησης και στον εκδοχέα, ο οποίος κατέστη, με την αναγγελία της εκχώρησης, αποκλειστικός δικαιούχος αυτής (ΑΠ 151/2020, ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014), ενώ τα αυτά παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση ύπαρξης εκκρεμών οφειλών προς το ΙΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 (ΣτΕ 1311/2017, ΣτΕ 179/2014).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021 ΑΠ 132/2021).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 890/2021, ΑΠ 693/2021).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560 αρ. 6, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 890/2021, ΑΠ 233/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) κατήρτισε με την επωνυμία ... που έχει σαν αντικείμενο δραστηριότητας μεταξύ άλλων, την πώληση κάθε είδους αναλώσιμου υγειονομικού υλικού, μηχανημάτων και εξοπλισμού ιατρικής, νοσηλευτικής και θεραπευτικής χρήσης, περιλαμβανομένων των φαρμάκων καθώς και φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία καθώς και σε θεραπευτικά κέντρα, κλινικές και εν γένει σε νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δραστηριοποιούνται στον τομέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, την υπ' αριθμ. ...

Σύμβαση Πιστώσεως με Ανοικτό (Αλληλόχρεο) Λογαριασμό, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η παροχή από την ενάγουσα τράπεζα προς την ως άνω πιστούχο εταιρία πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000 ευρώ, διεπόμενη από τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονταν στην ως άνω σύμβαση πιστώσεως).

Η ως άνω πίστωση αυξήθηκε διαδοχικά και δη α) μέχρι του ποσού των 7.000.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως αυξήσεως της πιστώσεως και β) μέχρι του ποσού των 10.000.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως αυξήσεως της πιστώσεως. Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω πιστώσεως, της οποίας έκανε χρήση η ως άνω πιστούχος εταιρεία τηρήθηκαν οι υπ' αριθμ. ...

λογαριασμοί της πιστούχου ενώ η ενάγουσα τράπεζα κάνοντας χρήση σχετικού δικαιώματος που της παρείχε η σύμβαση παροχής πίστωσης μετέφερε σταδιακά στον πρώτο εκ των ανωτέρω υπ' αρ. ... λογαριασμό τα εκάστοτε συνολικά χρεωστικά σε βάρος της πιστούχου που εμφάνιζαν οι υπόλοιποι τέσσερις λογαριασμοί και έτσι μετά τις ως άνω μεταφορές ο υπ' αρ. ...

λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου 4.367.028,47 ευρώ και οι υπόλοιποι μηδέν. Στη συνέχεια η ενάγουσα τράπεζα προέβη την 26.9.2014 στο κλείσιμο της ως άνω σύμβασης παροχής πίστωσης και των λογαριασμών που τηρούνταν για την εξυπηρέτησή της και από το κλείσιμο αυτό προέκυψε ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 4.428.442,76 ευρώ.

Παράλληλα η ως άνω πιστούχος εταιρεία με την επωνυμία ... δυνάμει, διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.(ήδη αναιρεσίβλητου) χωρίς τη διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων προμήθειας πώλησε στο τελευταίο ιατρικά - φαρμακευτικά υλικά κατόπιν εγγράφων παραγγελιών του νοσοκομείου και με ονομαστική χρέωση ασθενούς, τα οποία τοποθετήθηκαν κατόπιν ιατρικών πράξεων και τις δαπάνες των οποίων ενέκρινε το εναγόμενο διά του Διοικητικού του Συμβουλίου μεταγενέστερα το δε συνολικό κόστος αυτών στο ποσό των 7.429,75 ευρώ εκδοθέντων προς τούτο των υπ' αριθμ.: 1) 4356/2.12.2013 τιμολογίου πώλησης, αξίας 62,15 ευρώ,.. (Ακολουθεί η περιγραφή ετέρων δεκαέξι (16) τιμολογίων πώλησης.) Τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια εμπορεύματα τα παρέδωσε η ως άνω πιστούχος εταιρεία στην έδρα του εναγομένου που τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα, διά των αρμοδίων υπαλλήλων του.

Άλλωστε το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ειδικώς τις ανωτέρω πωλήσεις καθώς και την παραλαβή των πωληθέντων εμπορευμάτων, συναγόμενης ομολογίας του ως προς τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί ότι το χρηματικό αντικείμενο κάθε μιας από τις επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και ως εκ τούτου εγκύρως αυτές καταρτίστηκαν χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου ...

Επίσης αποδείχθηκε ότι η πιστούχος εταιρεία ... κατήρτισε με την ενάγουσα Τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη το παράρτημα υπ' αρ. 41/10.1.2014 όπου αναφέρονταν επί λέξει τα ακόλουθα: "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΥΠ' ΑΡ. 41/10.1.2014 της από 13.7.2010 σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζομένων απαιτήσεων μεταξύ αφενός της ...

αφετέρου της ... ("Ενεχυράζων") ... Ρητά συμφωνείται ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στο παρόν και δεν προσδιορίζονται εννοιολογικά κατά διαφορετικό τρόπο χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους αποδίδεται στη Σύμβαση Ενεχυράσεως. Με το παρόν, προς εξασφάλιση των Ασφαλιζόμενων απαιτήσεων ο Ενεχυράζων εκχωρεί λόγω ενεχύρου στην αποδεχόμενη Τράπεζα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Σύμβαση Ενεχυράσεως, τις απαιτήσεις του, οι οποίες απορρέουν ή θα απορρεύσουν από συμβάσεις προμήθειας (πώλησης) μεταξύ αυτού και των προσώπων που αναφέρονται κατωτέρω υπό την στήλη "Οφειλέτης" για τις οποίες απαιτήσεις και σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων έχουν εκδοθεί τα κατωτέρω έγγραφα (Τιμολόγια-Δελτία Αποστολής).

Ο Ενεχυράζων παρέδωσε στην Τράπεζα με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω στο άρθρ. 6.02 της Σύμβασης Ενεχυράσεως αντίγραφο των Τιμολογίων - Δελτίων Αποστολής που αναφέρονται κατωτέρω και αφορούν τα είδη που αναγράφονται σε αυτά". Σημειώνεται ότι αντίγραφο της αναφερόμενης στο ως άνω παράρτημα από 13.7.2010 σύμβασης ενεχυράσεως απαιτήσεων και διαχείρισης ενεχυραζομένων απαιτήσεων που φέρεται να συνήφθη μεταξύ αφενός της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης Τράπεζας και αφετέρου της πιστούχου εταιρίας "...

δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εφεσίβλητη.

Συνεπώς η πιστούχος με το ως άνω υπ' αρ. 41/10.1.2014 παράρτημα που κατήρτισε την 10.1.2014 με την ενάγουσα Τράπεζα εκχώρησε στην τελευταία, προς εξασφάλιση μέρους των απαιτήσεων που η ως άνω Τράπεζα διατηρούσε σε βάρος της από τη χορήγηση της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, τις δικές της απαιτήσεις κατά των αναφερόμενων στο ως άνω παράρτημα Νοσοκομείων από συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με αυτά, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι ένδικες απαιτήσεις της έναντι του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ.

από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης που είχε συνάψει με αυτό, εκδοθέντων και των ανωτέρω αναφερόμενων τιμολογίων. Οι εκχωρήσεις αυτές αναγγέλθηκαν νομίμως στο εναγόμενο και συγκεκριμένα προς την αρμόδια για την εκκαθάριση και εντολή πληρωμής της δαπάνης υπηρεσία, προς την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία, προς το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο του εναγομένου καθώς και προς τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, προς τη ΙΒ' ΔΟΥ Αθηνών και προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού συντασσομένων προς τούτο των υπ' αρ. ...

αντίστοιχων Εκθέσεων Επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αγγελικής Καράκου, οπότε και συντελέστηκε η εκχώρηση προς την ενάγουσα Τράπεζα, λόγω ενεχύρου και των ως άνω απαιτήσεων της πιστούχου εταιρίας κατά του εναγόμενου συνολικού ποσού 7.429,75 ευρώ και μετά τη συντέλεση αυτής από τις ως άνω αναγγελίες αποκόπηκε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας κάθε δεσμός του Νοσοκομείου με την προμηθεύτρια (εκχωρήτρια) εταιρεία και αποκλειστικός δικαιούχος της απαίτησης της τελευταίας ήταν πλέον ο εκδοχέας δηλαδή η εφεσίβλητη Τράπεζα.

Εφόσον δε υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά η εκχώρηση των ανωτέρω επίδικων απαιτήσεων της πιστούχου προς την ενάγουσα τράπεζα συντελέστηκε μετά τη δημοσίευση του ν. 3943/2011 θα έπρεπε,..., να προσκομισθεί στο εναγόμενο αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας τόσο για την εκχωρήτρια πιστούχο και προμηθεύτρια αυτού εταιρία όσο και για την εκδοχέα ενάγουσα Τράπεζα.

Από τα αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας της εκχωρήτριας εταιρίας αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΒ Αθηνών, που υπερέβαιναν το ύψος της εκχωρηθείσας εκ μέρους της ένδικης απαιτήσεως προς την ενάγουσα εκδοχέα και έτσι το εναγόμενο, λόγω των ως άνω οφειλών της πιστούχου, εκχωρήτριας εταιρίας, τα προς είσπραξη χρήματα ύψους 7.429,75 ευρώ, πλέον ενός επιπλέον ποσού 694,95 ευρώ που αφορούσε σε, μη επίδικες, εκχωρηθείσες απαιτήσεις της προμηθεύτριας εταιρίας προς την Τραπεζική Εταιρία "...

Α.Ε.", τα απέδωσε στην ως άνω Δ.Ο.Υ. κατά ποσοστό 100% σε εξόφληση της βεβαιωμένης οφειλής της ως άνω εκχωρήτριας εταιρίας προς την εν λόγω Δ.Ο.Υ., κατά το χρόνο της απόδοσης αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα σχετικά στο υπ' αρ. 3437/17.9.2014 αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το δημόσιο της ως άνω εταιρίας σε συνδυασμό με την από 18.9.2014 εντολή πληρωμής οφειλών βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ.

του εναγόμενου προς την ... το από 18.9.2014 έμβασμα της ως άνω τράπεζας για μεταφορά του ανωτέρω ποσού από το λογαριασμό του εναγόμενου στην ως άνω Δ.Ο.Υ. ΙΒ Αθηνών, για δε την απόδοση αυτή είχε εκδοθεί από το εναγόμενο το υπ' αρ. 1233/25.4.2014 Χρηματικό Ένταλμα Πληρωμής. Το εναγόμενο νοσοκομείο προέβαλε νομίμως με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά καθώς και με τις νομοτύπως κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ότι έχει εξοφλήσει το ποσό των 7.429,75 ευρώ που όφειλε στην προμηθεύτρια εταιρεία από τις συμβάσεις πώλησης ιατρικών - φαρμακευτικών εμπορευμάτων καθόσον κατέβαλε αυτό στη ΔΟΥ ΙΒ Αθηνών προς εξόφληση χρεών της τελευταίας προς το Δημόσιο και ως εκ τούτου απαλλάχθηκε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της ενάγουσας, εκδοχέως της απαίτησης.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση εξόφλησης, την οποία επαναφέρει το εκκαλούν Νοσοκομείο με λόγο έφεσης και είναι νόμιμη στηριζόμενος στο άρθρο 26 παρ. 9 του Ν. 1882/1990 σε συνδυασμό με το άρθρο 416 ΑΚ και, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη καθόσον κατά τα ιστορούμενα στη μείζονα σκέψη, εφόσον η εκχώρηση συντελέστηκε μετά την προσθήκη της ανωτέρω παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Ν. 1882/1990, προσθήκη που προβλέφθηκε με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 3943/2011 και εφόσον η προμηθεύτρια του εναγόμενου εταιρία που είχε εκχωρήσει την ένδικη απαίτηση στην ενάγουσα Τράπεζα δεν ήταν φορολογικά ενήμερη κατά το χρόνο της καταβολής το εναγόμενο Νοσοκομείο δεν μπορούσε να καταβάλει τα χρήματα στη δικαιοπάροχο της ως άνω εταιρίας ενάγουσα τράπεζα της εκχωρηθείσας σε αυτή απαιτήσεως και νομίμως για το λόγο αυτό το ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης το κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ.

ΙΒ' Αθηνών προς εξόφληση οφειλών της προμηθεύτριας και εκχωρήτριας εταιρίας προς το Δημόσιο και συνακόλουθα, το εναγόμενο Νοσοκομείο, με την καταβολή του παραπάνω ποσού στο Δημόσιο απαλλάχθηκε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της ενάγουσας Τράπεζας εκδοχέως της απαιτήσεως αφού, κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων νόμου, νομίμως εξόφλησε την ως άνω απαίτησή της με απευθείας καταβολή στην ως άνω Δ.Ο.Υ.

ΙΒ. Αθηνών και ως εκ τούτου δεν οφείλει πλέον το ως άνω ποσό στην ενάγουσα Τράπεζα. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης Τράπεζας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι επίδικες εκχωρήσεις έλαβαν χώρα σε χρόνο προ της ισχύος του Ν. 3943/2011 και ως εκ τούτου το εκκαλούν μη νόμιμα απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά στο Δημόσιο και ότι συνεχίζει να τα οφείλει προς εκείνη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού υπό τα προεκτιθέμενα η επίδικη εκχώρηση έλαβε χώρα και συντελέστηκε μετά τη θέση σε ισχύ του ως άνω Νόμου 3943/2011 και συνεπώς, εφόσον η προμηθεύτρια του εναγόμενου εταιρία που είχε εκχωρήσει την ένδικη απαίτηση στην ενάγουσα Τράπεζα δεν ήταν φορολογικά ενήμερη κατά το χρόνο της καταβολής το εναγόμενο Νοσοκομείο νομίμως απέδωσε τα οφειλόμενα ποσά με απευθείας καταβολή στην ως άνω Δ.Ο.Υ.

ΙΒ' Αθηνών προς εξόφληση οφειλών της προμηθεύτριας και εκχωρήτριας εταιρίας προς το Δημόσιο, απαλλασσόμενο έκτοτε από την υποχρέωση που υπείχε έναντι της εκδοχέως της απαιτήσεως ενάγουσας. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης τράπεζας ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με απαιτήσεις του Δημοσίου έναντι της εκχωρήτριας αφενός είναι αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται το χρονικό σημείο που οι τελευταίες κατέστησαν απαιτητές και αφετέρου ότι έλαβε χώρα μη νόμιμα καθόσον επιτρέπεται συμψηφισμός των ένδικων απαιτήσεων με εκείνες του Δημοσίου μόνο εφόσον οι τελευταίες υφίσταντο και ήταν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο της εκχώρησης, πέραν της τυχόν αβασιμότητάς τους είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί έχουν πεδίο εφαρμογής όταν πρόκειται για είσπραξη οφειλών σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οπότε και το τελευταίο προβαίνει σε συμψηφισμό απαιτήσεών του προς την εκχωρήτρια εταιρία και όχι στην προκειμένη περίπτωση που δεν συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού ίδιων απαιτήσεων του εναγόμενου ν.π.δ.δ.

έναντι της προμηθεύτριας αυτού και εκχωρήτριας εταιρίας αλλά περίπτωση απαλλαγής του εναγόμενου από την υποχρέωση που υπείχε, κατά το ν.δ. της 17.7./13.8.1923 έναντι της ενάγουσας εκδοχέως της απαιτήσεως, με απευθείας καταβολή της οφειλής προς το Δημόσιο κατ' επιταγή της ανωτέρω αναφερόμενης διατάξεων νόμου και, συνεπώς, μη δυνάμενο το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

να προτάξει σε συμψηφισμό της απαίτησης της εκχωρήτριας εταιρίας απαιτήσεις τρίτου, ως εν προκειμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΒ' Αθηνών, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης που αφορούν στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να προβληθεί νομίμως ο συμψηφισμός απαιτήσεων σε περίπτωση εκχώρησης δεν αφορούν στην προκειμένη υπόθεση....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι είναι βάσιμη η προβληθείσα από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. ένσταση εξόφλησης της εκχωρηθείσας στην αναιρεσείουσα, λόγω ενεχυρίασης, από την παραπάνω εκχωρήτρια ανώνυμη εταιρία κατ' αυτού απαίτησης, που αποτελούσε το τίμημα των από την εκχωρήτρια εγκύρως πωληθέντων και παραδοθέντων ιατρικών προϊόντων στο αναιρεσίβλητο, με την απόδοση από το τελευταίο του εκχωρηθέντος ποσού στο Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου οφειλέτης ήταν η ενεχυράσασα εταιρία, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.

και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση αυτής, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση εξόφλησης, όσο και κατά την μη εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση αυτής, περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την οποία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η προέλευση της εκχωρηθείσας απαίτησης από άκυρες συμβάσεις πώλησης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1254, 416 ΑΚ, 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923, 26 του ν. 1882/1990, όπως αυτό ίσχυε με την προσθήκη της παρ. 9 με το άρθρο 28 παρ. 2 του ν. 3943/2011, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του (άρθρ. 52 του ως άνω νόμου), του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Σ, και άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (με τη σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, καθόσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) η μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ενεχυράσασας - εκχωρήτριας σύμβαση ενεχυρίασης της απαίτησης της τελευταίας για την καταβολή του τιμήματος των αναφερόμενων διαδοχικών έγκυρων συμβάσεων πώλησης κατά του αναιρεσίβλητου, έλαβε χώρα στις 10.1.2014, για την εξασφάλιση μέρους της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά της ενεχυράσασας από τη χορήγηση της αναφερόμενης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, β) με την αναγγελία της σύμβασης ενεχυρίασης στο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., οφειλέτη της ενεχυράσασας- εκχωρήτριας, που έλαβε χώρα στις 29-1-2014, ήτοι μετά την παραπάνω από 31-3-2011 προσθήκη της παρ. 9 στο άρθρο 26 του ν. 1882/1990, συντελέστηκε η εκχώρηση προς την αναιρεσείουσα τράπεζα, λόγω ενεχύρου, της ως άνω απαίτησης της εκχωρήτριας εταιρίας κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.

και έκτοτε αποκλειστικός δικαιούχος της ενεχυριασθείσας απαίτησης κατέστη η αναιρεσείουσα - ενεχυρούχος - εκδοχέας, η ικανοποίηση της οποίας τελούσε υπό την από το νόμο αίρεση ότι κατά το χρόνο είσπραξή της δεν υπήρχαν εκκρεμείς οφειλές της ενεχυράσασας εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο, και γ) το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ, στις 18-9-2014 απέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο την ενεχυρασθείσα απαίτηση, κατά τον κρίσιμο δε αυτό χρόνο η ενεχυράσασα - εκχωρήτρια είχε βεβαιωμένη από την ΙΒ' ΔΟΥ, σε βάρος της οφειλή προς το Δημόσιο που υπερέβαινε το εκχωρούμενο στην αναιρεσείουσα ποσό, και κατά συνέπεια, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την παραπάνω απόδοση από αυτό του εκχωρηθέντος στην αναιρεσείουσα, ποσού προς την ΙΒ' Δ.Ο.Υ., η οποία και επί ενήμερης και ρυθμισμένης απαίτησης, στην περίπτωση είσπραξης χρημάτων, εκδίδει αποδεικτικό ενημερότητας με το οριζόμενο απ' αυτήν ποσοστό παρακράτησης, καταλογιζόμενη στις αντίστοιχες δόσεις, απαλλάχθηκε από την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της ενεχυρασθείσας απαίτησης στην αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η σχετική ένσταση απαλλαγής αυτού από την ως άνω υποχρέωση, είναι δε αδιάφορη η αιτία της οφειλής προς το Ελληνικό Δημόσιο και αν οι οφειλές αυτές βεβαιώθηκαν πριν ή μετά την παραπάνω ενεχυρίαση ή την αναγγελία αυτής, ενώ, εξάλλου, το επιλεγέν από το νομοθέτη μέτρο της απόδοσης στο Ελληνικό Δημόσιο, αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου διά των ανωτέρω διατάξεων σκοπού δημόσιου συμφέροντος και δεν αντίκεται προς την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης ούτε συνιστά παραβίαση των περιουσιακών της δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1α του 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αυτός παραπάνω λόγος κατά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ΥΑ 1013/368/6976/0016/ΠΟΛ 1028/1999 (ΦΕΚ 153Β/1999) του Υπουργού Οικονομικών, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμ. 1109793/6134-11/0016/ΠΟΛ 1223/24.11.1999 αυτού, με την οποία υφίστατο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εξαίρεση της αναιρεσείουσας ως αναγνωρισμένης τράπεζας να προσκομίσει αποδεικτικό ενημερότητας, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν στήριξε τη βασιμότητα της ένστασης του αναιρεσίβλητου περί απαλλαγής του από την καταβολή της ένδικης απαίτησης στην αναιρεσείουσα στο γεγονός της μη προσκόμισης από την αναιρεσείουσα αποδεικτικού ενημερότητας χρεών της τράπεζας προς το Δημόσιο, αλλά αποκλειστικά στην ύπαρξη κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο βεβαιωμένης οφειλής σε βάρος της εκχωρήτριας - ενεχυράσασας, προκύπτουσα από το εκδοθέν από την αρμόδια φορολογική αρχή αποδεικτικό ενημερότητας με παρακράτηση 100%, και, συνακόλουθα, δικαιολογείται το απορριπτικό της αγωγής αποδεικτικό πόρισμα, ανεξαρτήτως του ότι η προβλεπόμενη από την ως άνω Υ.Α.

εξαίρεση της αναιρεσείουσας ως αναγνωρισμένης τράπεζας να προσκομίσει ίδια φορολογική ενημερότητα, δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της 18ης-9-2014, λόγω κατάργησης αυτής από 1-1-2014 με το άρθρο 12 παρ. 3 της απόφασης του Γ. Γρ. Δημ. Εσ. Υπ. Οικ. Πολ. 1274/2013 (ΦΕΚ Β. 3398/31/12/2013). Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού κανόνων δικαίου, που ορθώς εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας, με πληρότητα την παραπάνω από 10.1.2014 σύμβαση ενεχυρίασης, για την εξασφάλιση μέρους της αναφερόμενης απαίτησης της αναιρεσείουσας από τη χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, τη συντέλεση της ενεχυρίασης της ένδικης απαίτησης, με την από 29-1-2014, ολοκλήρωση των προβλεπόμενων από το άρθρο από το άρθρο 95 του ν. 2362/1995 επιδόσεων, και την απαλλαγή του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ.

από την ένδικη υποχρέωση καταβολής τιμήματος στην ενεχυρούχο εκδοχέα αναιρεσείουσα με την απευθείας απόδοση στην παραπάνω ΔΟΥ, κατά ποσοστό 100%, σε εξόφληση της εναντίον της απαίτησης της ενεχυράσασας, λόγω της, κατά τον κρίσιμο χρόνο απόδοσης, βεβαιωμένης οφειλής της εκχωρήτριας - ενεχυράσασας προς το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να απαιτείται η αναφορά ετέρων πραγματικών περιστατικών, ούτε η έκδοση βεβαίωσης οφειλής προς το Δημόσιο, αφού κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, η ΔΟΥ εκδίδει υποχρεωτικά αποδεικτικό ενημερότητας με το ποσοστό παρακράτησης και επί ρυθμισμένης ενήμερης οφειλής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος, και κατά τα δύο σκέλη αυτού, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ανεπαρκούς, ασαφούς αιτιολογίας είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν νομικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα πραγματικών απόψεων αυτής.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, καθώς η νομική υπηρεσία του αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2019 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ... A.E.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η "... A.E." για αναίρεση της 10921/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ