Legislator Case Law & Legislation
1892/2017 AI generated

1892/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1892/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1892/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) και ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (εδ. δ). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Β., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30.9.2016 και με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1892 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1892/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2)Π. Μ. του Α., κατοίκου ... 3)Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... 4)Φ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 5)Π. Δ. του Β., 6)Ι. Ί. του Λ., κατοίκου ... 7)Ά. Μ. του Ε., κατοίκου ... 8)Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ... 9)Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 10)Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 11)Ν. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 12)Σ. Δ. του Θ., κατοίκου ... 13)Μ. Λ. του Χ., κατοίκου ... 14)Θ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 15)Σ. Κ. του Σ., κατοίκου .... Ο 14ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. λόγω απορροφήσεως του κλάδου διανομής αυτής, και 3)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας" (Α.Δ.Μ.Η.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. λόγω απορροφήσεως του κλάδου μεταφοράς αυτής. Όλες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1652/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 1750/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/9/2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική απάντηση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε (εδ.

γ) και ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (εδ. δ). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Β., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30.9.2016 και με αριθ.

κατάθ. 842/30.9.2016 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων, δέκα πέντε (15) τον αριθμό, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω …τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα της …, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού δικηγόρο, η οποία παρέστη ως πληρεξουσία δικηγόρος αυτών τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό και επί πλέον υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων το δικόγραφο της αναίρεσης (άρθ. 143 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015).

Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως εφόσον ο 14ος των αναιρεσειόντων Σ. Θ. του Α. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο (26 Σεπτεμβρίου 2017), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.

α και γ του ΚΠολΔ.

Με την από 30.9.2016 και με αριθ. κατάθ. 842/30.9.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1756/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων αυτών κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1652/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή η από 24.5.2004 έφεση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών, ως και οι με τις προτάσεις αυτών ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης, εξαφανίσθηκε η απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 21.12.1998 και με αριθ.

κατάθ. 105293/5411/1999 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (επί συνόλου 18 αρχικά εναγόντων) κατά της αρχικά μόνης εναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας, της οποίας καθολικοί διάδοχοι τυγχάνουν η δεύτερη και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες νομιμοποιούνται να συνεχίσουν τη δίκη κατόπιν απόσχισης, σύμφωνα με άρθρα 123 και 98 Ν.4001/2011 ορισμένων κλάδων της δραστηριότητας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή.

Με την ίδια απόφαση (προσβαλλομένη) απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 22.6.2004 αντίθετη έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως και ο με τις προτάσεις αυτών ασκηθείς πρόσθετος λόγος έφεσης, αναφορικά με το απορριφθέν με την πρωτόδικη απόφαση μέρος της αγωγής αυτών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.

α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 , 3, 4 παρ.1, 3, 4 και 8, 5 παρ.1, 3 και 5, 6, 22 παρ.1, 2 και 3, 23 παρ. 1,2 και 3 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ.1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.

Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Ειδικότερα ο κλάδος των τεχνικών υποδιαιρείται σε κατηγορίες, στις οποίες περιλαμβάνεται εκείνη των τεχνολόγων (Τ3), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (ε) περιλαμβάνει τρία μισθολογικά κλιμάκια (7-8-9), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν η κτήση πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισοτίμου αλλοδαπής και εκείνη των τεχνικών (Τ4), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (στ) περιλαμβάνει έξι μισθολογικά κλιμάκια (9-10-11-12-13-14), όπου απαιτείται ως τυπικό προσόν πτυχίο αναγνωρισμένης Μέσης ή Κατώτερης Τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολής ΔΕΗ ή σχολής μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας και τυχόν κατά νόμο απαιτουμένη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτήν εμπειρία.

Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης. Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.

Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για τη πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή. Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.

Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Μισθολογικές προαγωγές ενεργούνται κάθε φορά μόνο κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και μέχρι του ανωτάτου μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας στην οποία ανήκει ο μισθωτός.

Η μισθολογική προαγωγή γίνεται μετά τη συμπλήρωση τριετίας στο κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ο δε μισθωτός παραπέμπεται προς κρίση, εφόσον συμπληρώνει την τριετία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του χρόνου κρίσης. Για οποιαδήποτε μισθολογική προαγωγή εντός της ίδιας βαθμίδας απαιτείται ο μισθωτός, εκτός από τις λοιπές προϋποθέσεις, να έχει και τα τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα προσόντα και υπηρεσιακή επίδοση που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της επιχείρησης, ενώ για την προαγωγή σε ανωτέρα βαθμίδα απαιτείται επιπροσθέτως όπως υφίσταται κενή οργανική θέση και ο μισθωτός να έχει υπηρεσιακή επίδοση που υπερβαίνει σαφώς και καταδήλως τις βασικές απαιτήσεις της επιχείρησης, κατά την αιτιολογημένη κρίση των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 22 οργάνων.

Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ' ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό. Για τη πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στη παρ.5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις.

Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από τη κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής όπου μετατάσσεται. Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή.

Τέλος με την από 28.2.1990 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για του όρους αμοιβής και εργασίας προσωπικού της ΔΕΗ" (πρακτικό κατάθεσης Υπ. Εργασίας 22/7.3.1990, πράξη κατάθεσης Ειρηνοδικείου Αθηνών 13/28.3.1990), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 227) έλαβε χώρα από 1.1.1990 ανακλιμάκωση της μισθολογικής εξέλιξης του ήδη υπηρετούντος στην ΔΕΗ τακτικού προσωπικού σε συνάρτηση με τη στάθμη του τίτλου σπουδών, εφόσον ο εν λόγω τίτλος απαιτείτο ως τυπικό προσόν για τη πρόσληψη, ένταξη, μισθολογική εξέλιξη ή μετάταξη στην κατηγορία στην οποία βρίσκεται κάθε τακτικός μισθωτός την υπόψη ημερομηνία.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ-ΔΕΗ συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της αναιρεσείουσας ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.

Η υποχρέωση αυτή της ΔΕΗ που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με την μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 698/2015, ΑΠ 244/2013, ΑΠ 1151/2007, ΑΠ 185/2005).

Περαιτέρω όμως από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και τη κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1252/2008).

Επομένως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η κατά τα ανωτέρω κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 772/2017, ΑΠ 1415/2015, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1596/2012, ΑΠ 1133/2011, ΑΠ 646/2008).

Η συνδρομή της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, που αποτελεί κατά τα ήδη προεκτεθέντα αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη του έκτακτου προσωπικού της ΔΕΗ σε κάποια από τις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού, από την οποία εξαρτάται η εν συνεχεία μισθολογική εξέλιξη του, με την οποία θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή σχετικό δικαίωμα του εργαζόμενου, απαιτείται να αναφέρεται ρητά στο οικείο δικόγραφο και δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά (ΑΠ 1415/2015).

Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την από 21 Δεκεμβρίου 1998 και με αριθ. κατάθ. 105293/5411/1999 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [επί συνόλου αρχικά δέκα οκτώ εναγόντων] ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από την αρχικώς εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) [της οποίας καθολικός διάδοχος ως προς την πέμπτη και τον όγδοο των αναιρεσειόντων τυγχάνει η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ) κατ' άρθρο 123 του Ν. 4001/2011 και ως προς τον ενδέκατο των αναιρεσειόντων η τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΑΔΜΗΕ) κατ' άρθρα 97 και 102 του Ν.4001/2011] κατά τους αναγραφόμενους στην αγωγή χρόνους, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι αυτοί ήταν απόφοιτοι Ανωτέρων Τεχνικών Σχολών και το παραπάνω προσόν αυτών είχαν γνωστοποιήσει στην εναγομένη ΔΕΗ και ότι στη συνέχεια με σχετικές αποφάσεις του Διοικητή της ΔΕΗ, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεων, εντάχθηκαν κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης στην κατηγορία των τεχνικών (Τ4) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 10, πλην του 5ου και 13ης των εναγόντων (4ου και 12ης των αναιρεσειόντων) Λ.

Φ. και Δ. Σ. που εντάχθηκαν στην ίδια κατηγορία με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 12. Ότι η εναγομένη ΔΕΗ κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΚΠ - ΔΕΗ και ενεργώντας παράνομα, αντισυμβατικά και αντίθετα στη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ τους ενέταξε στην κατηγορία των Τεχνικών (Τ4) και στα ως άνω αναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια, ενώ έπρεπε να τους εντάξει στη κατηγορία των τεχνολόγων (Τ3) με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 9 τους 5ο και 13η των εναγόντων και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 8 τους λοιπούς ενάγοντες, καθόσον αυτοί είχαν όλα τα προβλεπόμενα από τον οικείο ΚΚΠ-ΔΕΗ τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν χρηματικές απώλειες από την λανθασμένη ένταξή τους σε άλλη κατηγορία και στα ανωτέρω μισθολογικά κλιμάκια και από την στη συνέχεια μη προαγωγή τους στο αντίστοιχο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, μετά τη συμπλήρωση κάθε τριετίας ευδόκιμης υπηρεσίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη ΔΕΗ κακώς τους ενέταξε στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 και 12 αντίστοιχα και ότι αυτή όφειλε κατά τους χρόνους ένταξης αυτών να τους εντάξει στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8, πλην του 5ου και 13ης εξ αυτών που όφειλε να τους εντάξει στο μισθολογικό κλιμάκιο 9 και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να τους προαγάγει στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια με βάση τις οικείες ρυθμίσεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ και της από 28.2.1990 ΕΣΣΕ μετά την πάροδο της απαιτουμένης τριετίας από τους αναγραφόμενους στην αγωγή για κάθε ενάγοντα χρόνους και γ) να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να τους καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τη παράλειψη της ορθής ένταξης τους και της μετά ταύτα μισθολογικής τους εξέλιξης, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους διαφορά κατέστη απαιτητή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμό 1652/2001 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς τους πρώτους 17 ενάγοντες, [με εξαίρεση τον 18ο των αρχικά εναγόντων (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη), ως προς τον οποίο το Δικαστήριο ανέστειλε την πρόοδο της δίκης μέχρι την περάτωση της δίκης που είχε ανοιγεί με προηγούμενη αγωγή αυτού], με την οποία (οριστική απόφαση) το Δικαστήριο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς τα υπό στοιχείο (α) και (β) κεφάλαια και απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας ως προς το υπό στοιχείο (γ) κεφάλαιο αναγνώρισης της καταβολής μισθολογικών διαφορών.

Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών από τους ενάγοντες και την εναγομένη αντίστοιχα οι από 22.6.2004 (αριθ. κατάθ. 5277/2004) και 24.5.2004 (αριθ. κατάθ. 4231/2004) αντίθετες εφέσεις, ενώ κατά τη συζήτηση αυτών οι διάδικοι προέβαλαν παραδεκτώς με τις προτάσεις τους (άρθρο 672 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε) και πρόσθετους λόγους έφεσης.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο των ως άνω αντιθέτων εφέσεων και των προσθέτων λόγων, έκρινε, κατά παραδοχή ως βασίμου του προταθέντος από τις τότε εκκαλούσες - εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες εταιρείες πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης, ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν εκτίθετο στο οικείο δικόγραφο, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο απόδειξης, ότι κατά την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ένταξη εκάστου ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της (αρχικά) εναγομένης υπήρχε κενή οργανική θέση στην κατηγορία Τ3 και στα μισθολογικά κλιμάκια 9 και 8, στο οποίο έκαστος αυτών δεν εντάχθηκε σε αντίθεση με τον ΚΚΠ-ΔΕΗ παράνομα, αντισυμβατικά, καταχρηστικά και αντίθετα με την καλή πίστη, ενώ κατά τους ισχυρισμούς τους θα έπρεπε από τότε να έχουν ενταχθεί.

Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τα κεφάλαια αυτά. Τέλος μετά την άνω απόρριψη των (α) και (β) αιτημάτων της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων (πλην του 18ου εξ αυτών, του οποίου η έφεση ως στρεφομένη κατά μη οριστικής απόφασης είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη) και τον πρόσθετο λόγο αυτής, που αφορούσαν παράπονα των εκκαλούντων, για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση του υπό στοιχείο (γ) αιτήματος της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή ως προς τα άνω υπό στοιχεία (α) και (β) αιτήματα αυτής, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις νόμου και δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος για την ένταξη των αναιρεσειόντων μισθωτών της πρώτης αναιρεσίβλητης σε συγκεκριμένη κατηγορία και μισθολογικά κλιμάκια του τακτικού προσωπικού της.

Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (όχι όμως και από τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, που προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της προσβαλλομένης απόφασης), οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως αόριστου του αιτήματος για αναγνώριση της οφειλής των μισθολογικών διαφορών στις αποδοχές τους από την μη ορθή ένταξή τους στη κατηγορία Τ3 και στα συγκεκριμένα μισθολογικά κλιμάκια και της μετά ταύτα μισθολογικής τους εξέλιξης, στην οποία (πλημμέλεια) υπέπεσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την επικύρωση κατά το κεφάλαιο αυτό της ομοίως κρίνασας με αριθμό 1652/2001 απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του περί τούτου λόγου έφεσης αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση αυτής της αξίωσης των αναιρεσειόντων είναι η προηγούμενη ευδοκίμηση του υπό στοιχείο (α) αιτήματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστο και ο σχετικός λόγος αναίρεσης κρίθηκε αβάσιμος (ΑΠ 1415/2015).

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.9.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ.1750/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ