Legislator Case Law & Legislation
1892/2014 AI generated

1892/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1892/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1892/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π. και να υποστεί η ενάγουσα την εκτιθέμενη στην αγωγή οικονομική ζημία, ενώ, αν η εναγόμενη δικηγόρος επιδείκνυε ευσυνειδησία και επιμέλεια, κατά την άσκηση του λειτουργήματος της, προβαίνοντας στις οφειλόμενες ενέργειες τις οποίες παρέλειψε, θα τελεσφορούσε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του άνω οφειλέτη της και θα ικανοποιούνταν πλήρως η επιδικασθείσα ως άνω απαίτησή της.

Keywords

AI generated
act of accession of Greece lex loci delicti professional ethics del credere breach of loyalty duty corruption offences
AI generated
108/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2198/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
517/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1799/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
2046/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1892 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1892/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Ο. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, ο οποίος ανεκάλεσε την από 25-4-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "GEBR P. GMBH (ΑΦΟΙ Π. ΕΠΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ρούντα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 42/11 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20/6/09 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 45/09 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή της από 4/11/08 αγωγής κακοδικίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 10.858,38 ευρώ.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 4 ΕισΝ.ΚΠολΔ αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρων επιτρέπεται, μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια αυτών. Στις παραγράφους 1, 2 και 3 της ίδιας διατάξεως, όπως η πρώτη από αυτές τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 693/1977 "περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας", ορίζεται ακόμη ότι Α) η αγωγή που συντάσσεται σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 εδ.1 του ΚΠολΔ, πρέπει α) να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα και Β) στην αγωγή επισυνάπτονται α) τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και β) ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη.

Επομένως, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, στοιχεία, θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά των ανωτέρω προσώπων είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα ζημία.

Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του "παρανόμου", σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που διαγράφουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εν λόγω δημοσίων λειτουργών και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας τους. Βαριά είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 38 και 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων (όπως ίσχυε κατά τον παρακάτω κρίσιμο χρόνο), ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός (άρθρο 38) και κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την εντολή που του ανατίθεται ευσυνειδήτως και επιμελώς, προσπαθώντας να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του δικαίου (άρθρο 46 παρ. 1).

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, ισχυρίστηκε ότι στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρο είχε αναθέσει περί το τέλος Μαΐου 2002 την εντολή να ασκήσει σε βάρος του οφειλέτη της Ν. Π. αγωγή διαρρήξεως της αναφερόμενης συμβάσεως μεταβίβασης του περιγραφόμενου σ' αυτό ακινήτου από τον οφειλέτη της στο γιο του λόγω γονικής παροχής, ότι η εναγομένη άσκησε αρχικά την από 19.6.2002 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, στις 13.1.2004 και ακολούθως αυτή άσκησε την όμοιου περιεχομένου 56/2003 αγωγή, με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης, η οποία (δεύτερη αγωγή) συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο, στις 9.11.2004 και εκδόθηκε η 25/2005 οριστική απόφαση του δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ύστερα από παραδοχή ενστάσεως των εναγομένων, περί παραγραφής της αξίωσης λόγω μη επιδόσεως της αγωγής εντός πέντε ετών από το χρόνο που είχε λάβει χώρα η προσβαλλόμενη απαλλοτρίωση.

Ότι η παραγραφή που δέχθηκε το Δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή είχε διακοπεί με την άσκηση της πρώτης αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας είχε γίνει παραίτηση με τη δεύτερη αγωγή και η διαδρομή του χρόνου παραγραφής έληγε, στις 14.5.2008 και συνεπώς δεν είχε υποκύψει η αξίωσή της στην παραγραφή, όμως η εναγόμενη δικηγόρος, ενώ όφειλε να αντικρούσει την προβληθείσα ένσταση παραγραφής με την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, γεγονός που γνώριζε η ίδια ή να προσβάλει με έφεση την οριστική απόφαση που είχε κρίνει εσφαλμένα περί παραγραφής, από βαρύτατη αμέλειά της και αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής παρέλειψε να προβάλει την ως άνω αντένσταση, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή για τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ως παραγεγραμμένη και να μη καταστεί δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της αξιώσεως της ενάγουσας από την 10579/1987 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέμπεν Γερμανίας, που είχε κηρυχτεί εκτελεστή με την 1892/02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον το απαλλοτριωθέν με τη δικαιοπραξία αυτή ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη Ν.

Π. και να υποστεί η ενάγουσα την εκτιθέμενη στην αγωγή οικονομική ζημία, ενώ, αν η εναγόμενη δικηγόρος επιδείκνυε ευσυνειδησία και επιμέλεια, κατά την άσκηση του λειτουργήματος της, προβαίνοντας στις οφειλόμενες ενέργειες τις οποίες παρέλειψε, θα τελεσφορούσε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του άνω οφειλέτη της και θα ικανοποιούνταν πλήρως η επιδικασθείσα ως άνω απαίτησή της.

Στο δικόγραφο της αγωγής αναγράφονται με ακρίβεια τα έγγραφα τα οποία επικαλείται η ενάγουσα για την απόδειξη των λόγων της αγωγής, τα οποία αναφέρει ότι προσκομίζει. Όπως, λοιπόν προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής, σ' αυτήν διαλαμβάνεται σαφής έκθεση των απαραίτητων γεγονότων για την ορισμένη κατά τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ θεμελίωσή της στις παραπάνω αναφερόμενες νομικές διατάξεις, καθώς και όλων των επιπλέον στοιχείων που αξιώνει προς τούτο το άρθρο 73 παρ. 2,3 και 4 του ΕισΝ ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, εκτίθενται με πληρότητα οι λόγοι, οποίοι στηρίζουν την αποζημιωτική αξίωση της ενάγουσας, η πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας στην ενάγουσα εντολέα, η υπαιτιότητα της εναγομένης, που συνίσταται σε βαριά αμέλειά της, καθώς και τα περιστατικά που στοιχειοθετούν ευθέως την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης και της προκληθείσας εξ αυτής περιουσιακής ζημίας της ενάγουσας.

Επίσης, αναγράφονται στην αγωγή με ακρίβεια τα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλείται για την απόδειξή της η ενάγουσα.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας και να απορρίψει τον σχετικό περί τούτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρεσείουσα, με τον 1° λόγο της αιτήσεώς της, αλλ' ούτε και στην υποδηλούμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι αρκέστηκε σε ολιγότερα στοιχεία, αναφορικά με τη νομιμότητα της αγωγής. Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 98 ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει, εκτός αν το αναφέρει ειδικά, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να ασκηθεί αγωγή κακοδικίας, κατά δε το άρθρο 73 παρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, στην αγωγή (κακοδικίας κατά δικηγόρου) επισυνάπτεται, μεταξύ άλλων, ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη. Για την ύπαρξη δε της παραπάνω ειδικής πληρεξουσιότητας αρκεί ο απλός προσδιορισμός του αντικειμένου της χωρίς να απαιτείται και η λεπτομερής παράθεση στο πληρεξούσιο έγγραφο της αιτίας και των ειδικότερων λόγων που το συνιστούν.

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που υπέγραψε την ένδικη αγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με το .../21.10.2008 ειδικό πληρεξούσιο που συντάχθηκε ενώπιον της Γενικής Προξένου στο Μόναχο Γερμανίας Άννας Καρκώ, Συμβούλου Πρεσβείας Α', δια του νομίμου διαχειριστή της Α.

Π. του Σ., δηλώνει ότι παρέχει στη Δ. Ξ. του Α., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ειδική πληρεξουσιότητα να ασκήσει για λογαριασμό της σε βάρος της εναγομένης Ε. Ο., δικηγόρου Πρέβεζας, αγωγή κακοδικίας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, με αίτημα να καταδικαστεί εκείνη στην καταβολή αποζημίωσης για την υλική ζημία που υπέστη από τις εκτιθέμενες πράξεις και παραλείψεις της και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υποθέσεως.

Με το ανωτέρω πληρεξούσιο παρέχεται ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κακοδικίας. Πραγματικά η δικηγόρος Δ. Ξ. συνέταξε την υπό κρίση από 4.11.2008 αγωγή που απευθύνεται ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Η Δ. Ξ. είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης και κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων δικαιούται από μόνη να καταθέτει δικόγραφα και να παρίσταται μόνο στα πρωτοδικεία της Θεσσαλονίκης και τα ειρηνοδικεία που υπάγονται σ' αυτά, όχι όμως και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας.

Για την νόμιμη παράσταση και εκπροσώπηση της ενάγουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, απαιτείται η συμπαράσταση δικηγόρου που έχει δικαίωμα ενέργειας και παραστάσεως στα δικαστήρια της Πρέβεζας. Επειδή όμως και η εναγομένη είναι δικηγόρος που διατελεί στα δικαστήρια της Πρέβεζας, δεν βρέθηκε κάποιος δικηγόρος-μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας πρόθυμος να συμπράξει με την ανωτέρω δικηγόρο Θεσσαλονίκης και να λάβει την εντολή υπογραφής της αγωγής, καταθέσεως αυτής και εκπροσωπήσεως της ενάγουσας κατά τη συζήτηση της αγωγής, η ενάγουσα δια της έχουσας προς τούτο εξουσία διορισμού και άλλων δικηγόρων με βάση το ανωτέρω ειδικό πληρεξούσιο, πληρεξούσιας δικηγόρου της Δ.

Ξ., υπέβαλε προς τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Πρέβεζας, σύμφωνα με το άρθρο 47 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", την 3.11.2008 αίτηση για διορισμό δικηγόρου από τον πίνακα δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, για να συμπράξει και νομιμοποιήσει την ανωτέρω δικηγόρο και να καταθέσει την αγωγή κακοδικίας πριν τις 27.11.2008 που παρέρχεται η εξάμηνη παραγραφή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, να επιδώσει πριν την ανωτέρω ημερομηνία την αγωγή και να εκπροσωπήσει την ενάγουσα στο Δικαστήριο.

Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Πρέβεζας με την 107/13.11.2008 πράξη του όρισε τον δικηγόρο του Πρωτοδικείου Πρέβεζας Β. Μ., πληρεξούσιο της ενάγουσας ως άνω εταιρίας προκειμένου να αναλάβει την εκπροσώπηση των εννόμων συμφερόντων της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, στην υπόθεση αντιδικίας της με την εναγομένη δικηγόρο Πρέβεζας, και ειδικότερα να αναλάβει τη νομιμοποίηση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας εταιρίας Δ.

Ξ., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, και να καταθέσει για λογαριασμό της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας αγωγή κακοδικίας της ως άνω εντολέα εταιρίας κατά της εναγομένης δικηγόρου, να επιδώσει έγκαιρα και νόμιμα την αγωγή πριν τις 27.11.2008 (ημερομηνία εξάμηνης παραγραφής), να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου και γενικότερα να την εκπροσωπήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Με βάση την ανωτέρω πράξη ο δικηγόρος Β. Μ., συvυπέγραψε την ανωτέρω αγωγή στις 17.11.2008 στην Πρέβεζα, ο οποίος και κατέθεσε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, όπως τούτο προκύπτει από την συνταχθείσα από τη Γραμματέα του δικαστηρίου Αικατερίνη Ζώνιου 129/24.11.2008 έκθεση κατάθεσης δικογράφου την οποία αυτός υπογράφει.

Ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά της εναγόμενης δικηγόρου είχε δοθεί από την ενάγουσα στη δικηγόρο του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης Δ. Ξ., η οποία είχε αυτήν κατά την άσκηση της αγωγής. Ο δικηγόρος Πρέβεζας Β. Μ. συμπράττει ώστε να καλυφθεί η έλλειψη της δυνατότητας ασκήσεώς δικηγορίας στα δικαστήρια της Πρέβεζας της δικηγόρου Δ.

Ξ.. Τούτο συμβαίνει με την υπογραφή και από αυτόν της αγωγής καθώς και με την υπογραφή της έκθεσης καταθέσεως της αγωγής. Αλλά και σ' αυτόν με το διορισμό του με την προαναφερόμενη πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Πρέβεζας που εκδόθηκε με βάση τη σχετική αίτηση της ενάγουσας, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε αναλυτικά παραπάνω, δόθηκε ειδική πληρεξουσιότητα για τη σύμπραξη στην άσκηση της αγωγής κακοδικίας και παράστασης στο δικαστήριο.

Σύμφωνα δε με αυτά η υπό κρίση αγωγή κακοδικίας δεν είναι απαράδεκτη. Παρεκτός τούτου, με το .../12.2.2009 ειδικό πληρεξούσιο που συντάχθηκε ενώπιον της Γενικής Προξένου στο Μόναχο Γερμανίας Ά. Κ., Συμβούλου Πρεσβείας Α', δια του νομίμου διαχειριστή της Α. Π. του Σ., η ενάγουσα παρέχει και στο δικηγόρο Πρέβεζας την εντολή να την εκπροσωπήσει στην δίκη επί της ένδικης αγωγής κακοδικίας, ενώ αναγνωρίζει ως ισχυρή και εγκρίνει τη συνυπογραφή της αγωγής από αυτόν.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η αγωγή κακοδικίας ασκείται παραδεκτά και υπογράφεται νόμιμα από την έχουσα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο Δ. Ξ. που συμπράττει με το δικηγόρο Β. Μ. που διατελεί στα δικαστήρια Πρέβεζας, που επίσης έχει την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού δέχθηκε ότι υπήρχε ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της ένδικης αγωγής κακοδικίας και συνεπώς αυτή ήταν παραδεκτή, παρά την στήριξη της κρίσης του σε εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, δεχθέν ότι με το .../12.2.2009 ειδικό πληρεξούσιο που χορήγησε η ενάγουσα στο δικηγόρο Πρέβεζας Β.

Μ. θεραπεύτηκε η ακυρότητα της αγωγής, καθόσον η ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας σε, κάθε περίπτωση πρέπει να έχει δοθεί κατά το χρόνο άσκησης αυτής, ώστε να προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος που την υπογράφει είχε την εντολή να την ασκήσει και δεν λειτούργησε αυτογνωμόνως, ανεξάρτητα από το ότι το σχετικό ειδικό πληρεξούσιο για την απόδειξη της ύπαρξης της σχετικής ειδικής πληρεξουσιότητας έχει τη δυνατότητα να το προσκομίσει παραδεκτά και κατά τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1567/2006 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ), σε σωστό αποτέλεσμα κατέληξε και πρέπει, με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας με την ανωτέρω ορθή, να απορριφθεί ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, ως αβάσιμος ...

Στην προκείμενη περίπτωση με το .../21.10.2008 ειδικό πληρεξούσιο που συντάχτηκε ενώπιον της Γενικής Προξένου στο Μόναχο Γερμανίας Ά. Κ., Συμβούλου Πρεσβείας Α', η ενάγουσα δια του νομίμου διαχειριστή της Α. Π. του Σ., δηλώνει ότι παρέχει στη Δ. Ξ. του Α., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ειδική πληρεξουσιότητα να ασκήσει για λογαριασμό της σε βάρος της εναγομένης Ε. Ο., δικηγόρου Πρέβεζας, αγωγή κακοδικίας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, με αίτημα να καταδικαστεί εκείνη στην καταβολή αποζημίωσης για την υλική ζημία που υπέστη από τις πράξεις και παραλείψεις της και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Με το ανωτέρω πληρεξούσιο παρέχεται ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κακοδικίας, η οποία παραδεκτά ασκείται με βάση αυτό το ειδικό πληρεξούσιο και δεν απαιτούνταν να παρατίθεται στο πληρεξούσιο αυτό λεπτομερώς η αιτία και οι ειδικότεροι λόγοι στους οποίους θεμελιώνεται η αγωγή κακοδικίας, ο δε σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση για το ότι δεν απέρριψε την αγωγή επειδή κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης δεν υπήρχε ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αγωγής, αφού στο πληρεξούσιο δεν εκθέτει σε τι συνίσταται η κακοδικία, είναι αβάσιμος".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κακοδικίας λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου Πρέβεζας Β. Μ.υ. Τούτο, διότι τα κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά στοιχειοθετούν ευθέως παροχή από την αναιρεσίβλητη ειδικής πληρεξουσιότητας και στο δικηγόρο Πρέβεζας Β.

Μ., να συμπράξει με τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ. Ξ. στην άσκηση της ένδικης αγωγής κακοδικίας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αγωγή είχε ήδη υπογραφεί από την έχουσα ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρο Θεσσαλονίκης, της οποίας η νομιμοποίηση στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας πραγματοποιήθηκε με την σύμπραξη του κατ' αίτηση της αναιρεσίβλητης διορισθέντος από τον πρόεδρο πρωτοδικών δικηγόρο Πρέβεζας, ανεξάρτητα από την πλεοναστική και προς ενίσχυση των παραδοχών του Εφετείου απλή αναφορά ότι η αναιρεσίβλητη στη συνέχεια και με το .../12.2.2009 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της Γενικής Προξένου στο Μόναχο Γερμανίας παρέσχε στον ως άνω δικηγόρο Πρέβεζας την εντολή να την εκπροσωπήσει στην δίκη επί της ένδικης αγωγής κακοδικίας, αναγνωρίζοντας ως ισχυρή και εγκρίνοντας τη συνυπογραφή της αγωγής από αυτόν.

Ωσαύτως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι με το .../21.10.2008 ειδικό πληρεξούσιο παρασχέθηκε από την αναιρεσίβλητη στη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ. Ξ. ειδική πληρεξουσιότητα να ασκήσει για λογαριασμό της σε βάρος της αναιρεσείουσας δικηγόρου αγωγή κακοδικίας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, με αίτημα να καταδικαστεί εκείνη στην καταβολή αποζημίωσης για την υλική ζημία που υπέστη από τις πράξεις και παραλείψεις της και ότι με το ανωτέρω πληρεξούσιο παρέχεται ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κακοδικίας, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής παράθεση της αιτίας και των λόγων στους οποίους θεμελιώνεται η αγωγή κακοδικίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κακοδικίας λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δ.

Ξ..

Συνεπώς, ο 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αβασίμως προβάλλεται. Επίσης, με όσα κατά τα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης ειδικής πληρεξουσιότητας της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο των δικηγόρων Β.

Μ. και Δ. Ξ. για τις ανωτέρω δικονομικές ενέργειες τους, ώστε ο 6ος λόγος κατά το μέρος του (στοιχ. Γ), με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα τούτο, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1057/09, ΑΠ 104/12).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά τη διερεύνηση της ουσίας της ένδικης διαφοράς, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρία που εδρεύει στο Μόναχο Γερμανίας, έχουσα απαίτηση χρηματική κατά του Ν. Π. του Κ., άσκησε αγωγή κατ' αυτού και εκδόθηκε η 10579/1987 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέμπεν Γερμανίας, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να της καταβάλει το ποσό των 6897,86 γερμανικών μάρκων, αντίστοιχο με 3527,63 ευρώ, με τόκο 9,5% από 23.12.1986. Η ως άνω απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί στη Γερμανία επειδή δεν υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και η ενάγουσα έδωσε εντολή στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χ. Τ., με επιμέλεια του οποίου ο τίτλος αυτός κηρύχθηκε εκτελεστός και στην Ελλάδα με την 1892/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο δικηγόρος Χ. Τ. έδωσε στην εναγομένη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας, για λογαριασμό της ενάγουσας, την εντολή να ερευνήσει για την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη Ν. Π. στην Πρέβεζα. Η εναγομένη από την έρευνα που έγινε διαπίστωσε ότι ο οφειλέτης αυτός με το 2561/31-3-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής ... το οποίο είχε

μεταγραφεί ... είχε μεταβιβάσει την κυριότητα του μοναδικού εμφανούς περιουσιακού του στοιχείου, ήτοι ενός διαμερίσματος ... επιφάνειας 101,13 τ.μ., αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης 6966738 δραχμών, λόγω γονικής παροχής στον ανήλικο τότε γιο του Κ. Π., ο οποίος εκπροσωπούνταν στην κατάρτιση της σύμβασης από τους γονείς του, ήτοι τον εναγόμενο που του μεταβίβαζε το ακίνητο και τη μητέρα του ...

Ο οφειλέτης δεν πλήρωνε το χρηματικό ποσό που είχε υποχρεωθεί με την απόφαση να καταβάλει και άλλα περιουσιακά στοιχεία για να ικανοποιηθεί η αξίωση της ενάγουσας με αναγκαστική εκτέλεση δεν υπήρχαν. Το μήνα Μάιο του έτους 2002 ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Γ. Π., έδωσε εντολή στην εναγομένη να ενεργήσει τις απαιτούμενες δικαστικές ενέργειες για τη διάρρηξη αυτής της άνω δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως του ακινήτου ως καταδολιευτικής.

Η πληρωμή της αμοιβής της θα γινόταν αφού η ίδια θα έστελνε στην εντολέα της κατάσταση για τις εν γένει ενέργειες τις οποίες θα ενεργούσε για την εκτέλεση της εντολής και τη δικαιούμενη αμοιβή με τα τυχόν παραστατικά. Η εναγομένη αποδέχθηκε την ανάθεση της υποθέσεως. Στις 19.6.2002 κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας την από την ίδια ημερομηνία αγωγή με την οποία ζητούσε τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας ...

ορίστηκε δε ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής η 13.5.2003. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στους εναγόμενους, ήτοι τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο, τον γιο του προς τον οποίο η μεταβίβαση και τη μητέρα του τελευταίου που τον εκπροσώπησε επίσης στη σύμβαση ... Κατά τη συνεδρίαση της 13.5.2003 ... αυτή αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13.1.2004, κατά την οποία δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση λόγω της μη επικόλλησης στο πινάκιο των νόμιμων τελών χαρτοσήμου και Τ.Ν.

Ακολούθως η εναγομένη δικηγόρος, για τη διεκπεραίωση της εντολής που είχε λάβει, κατέθεσε στις 14.5.2003 την απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας από 12.5.2003 αγωγή κατά των αυτών ως άνω εναγομένων, ακριβώς όμοιου περιεχομένου με την από 19.6.2002 αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτείται με τη νέα αγωγή ...

και ορίστηκε ημερομηνία συζητήσεως αυτής η 13.1.2004. Η νέα από 12.5.2003 αγωγή διαρρήξεως της ως άνω δικαιοπραξίας, επιδόθηκε στους εναγόμενους, αντισυμβαλλομένους στη γονική παροχή, με τις 4625 και 4627/10.9.2003 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας. Κατά τη δικάσιμο της 13.1.2004 η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τις 9.11.2004 κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 25/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Στη δίκη επί της αγωγής διαρρήξεως ο εναγόμενος προέβαλε ένσταση παραγραφής της σχετικής αξίωσης, το δε Δικαστήριο δέχθηκε ότι από το χρόνο που καταρτίστηκε η προσβαλλόμενη απαλλοτρίωση, ήτοι τις 31-3-1998, μέχρι την άσκηση της δικαζόμενης από 12.5.2003 αγωγής, που συντελέστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την επίδοση αντιγράφου αυτής στους εναγόμενους στις 10.9.2003, όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές αναφερόμενες ανωτέρω εκθέσεις επιδόσεως, είχε παρέλθει πενταετία και η αξίωση είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη, κατά το άρθρο 946 ΑΚ, πενταετή παραγραφή και κατά παραδοχή της ενστάσεως αυτής απέρριψε την αγωγή.

Όμως, η εναγομένη δικηγόρος, πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας εταιρίας που ζητούσε τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, είχε τη δυνατότητα να προτείνει για τελέσφορη αντίκρουση της ενστάσεως παραγραφής, αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ, όχι με την τελευταία αγωγή, αλλά με την πρώτη από 19.6.2002 αγωγή που είχε επιδοθεί σης 9.7.2002, προτείνοντας τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για την ιστορική θεμελίωση της αντενστάσεως αυτής, ήτοι ότι η παραγραφή έχει διακοπεί με την άσκηση της πρώτης ως άνω αγωγής, καθόσον από το δικόγραφο αυτής παραιτήθηκε στις 10.9.2003 με την επίδοση της δεύτερης αγωγής στο δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής, η δε δεύτερη αγωγή ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση.

Με την προβολή της αντένστασης θα απορρίπτονταν η ένσταση και θα γινόταν δεκτό ότι η αξίωση για τη διάρρηξη δεν υπέπεσε σε παραγραφή, καθόσον η παραγραφή είχε διακοπεί με την άσκηση της πρώτης αγωγής από την άσκηση αυτής στις 9-7-2002 και στη συνέχεια τη διαδικαστική πράξη της αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως που έγινε στις 13.5,2003. 'Ετσι, θα γινόταν δεκτή η αγωγή και θα διέτασσε το Δικαστήριο τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής και η ενάγουσα εταιρία θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση και θα ικανοποιούσε την κατά του Ν.

Π. ως άνω χρηματική απαίτησή της. Σημειώνεται ότι ως προς τη συνδρομή των στοιχείων ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση ήταν καταδολιευτική και τη δυνατότητα της ενάγουσας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, καθώς και ότι λόγω της εκ της μη προβολής της αντένστασης και εντεύθεν απορρίψεως της αγωγής λόγω της παραγραφής και τέλος της εξ αυτής επελεύσεως αντίστοιχης με την απαίτησή της ζημίας της ενάγουσας, η σχετική κρίση της εκκαλουμένης δεν προσβάλλεται με λόγο έφεσης.

Η παράλειψη προβολής της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής από την εναγόμενη δικηγόρο, σε συνδυασμό και με το ότι αδικαιολογήτως παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και δεν συζήτησε αυτήν κατά τη δικάσιμο της 13.1.2004, χωρίς να δικαιολογεί πειστικά αυτή την ενέργειά της, είναι αντισυμβατική ενέργεια, δηλώνει ότι δεν εκτέλεσε την ανατεθείσα σ' αυτήν εντολή ευσυνείδητα και με επιμέλεια, όπως επιβάλλεται να ενεργεί κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οφείλεται δε σε βαριά αμέλεια αυτής, δεδομένου ότι η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικηγόρου, την οποία (συμπεριφορά) κάθε συνετός δικηγόρος με βάση τους νομικούς κανόνες, τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής στις ίδιες συνθήκες καταβάλει, και την οποία μπορούσε με βάση τις προσωπικές της ικανότητες και γνώσεις να καταβάλει η εναγομένη δικηγόρος, είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει αδιαφορία της εναγομένης για τα αγαθά της εντολέα της ενάγουσας.

Η μη καταβολή στην εναγομένη δικηγόρο από την εντολέα ενάγουσα εταιρία οποιασδήποτε αμοιβής για τις ενέργειες που είχε εκτελέσει μέχρι τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτής να εκτελέσει ευσυνείδητα και με επιμέλεια τα καθήκοντά της και να προβάλει την αντένσταση της διακοπής παραγραφής και συνεπώς τη βαριά αμέλεια αυτής στην υπεράσπιση της υποθέσεως, παρεκτός του ότι η εναγομένη πίνακα με τις ενέργειές της για εκτέλεση της εντολής και το δικαιούμενο ποσό της αμοιβής απέστειλε στην ενάγουσα εταιρία στις 29.6.2006, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής διαρρήξεως.

Η ενάγουσα εταιρία, ενόψει του ότι ο οφειλέτης της Ν. Π. δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, του οποίου δεν κατέστη δυνατή η διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την κατ' αυτού απαίτησή της και ζημιώθηκε κατά το ποσό αυτής ανερχόμενο μετά των τόκων σε 10858,38 ευρώ.

Επομένως, αφού τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει ισόποση αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε τα αντίθετα υποστηρίζοντες τέταρτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης, είναι αβάσιμοι".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφήνεια και επάρκεια τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά, τα στοιχειοθετούντα α) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της επίμαχης παράλειψης της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτήν ζημίας της αναιρεσίβλητης, εφόσον κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές του παραδοχές, με την προβολή της αντένστασης (περί διακοπής της παραγραφής) θα απορριπτόταν η ένσταση (περί παραγραφής) και θα γινόταν δεκτό ότι η αξίωση για τη διάρρηξη δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, κι έτσι, θα γινόταν δεκτή η αγωγή και θα διέτασσε το Δικαστήριο τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, ως καταδολιευτικής, η δε ενάγουσα εταιρία θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση και θα ικανοποιούσε την κατά του Ν.

Π. ως άνω χρηματική απαίτησή της: β) την βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας, εφόσον κατά τις ίδιες ουσιαστικές παραδοχές η αναιρεσείουσα, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να προτείνει για την τελέσφορη αντίκρουση της ενστάσεως παραγραφής, αντένσταση διακοπής της παραγραφής αυτής, με την πρώτη από 19.6.2002 αγωγή που είχε επιδοθεί, στις 9.7.2002, προτείνοντας τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για την ιστορική θεμελίωση της, αντισυμβατικά φερόμενη, παρέλειψε να το πράξει, η δε συμπεριφορά της αυτή δηλώνει, ότι δεν εκτέλεσε την ανατεθείσα σ' αυτήν εντολή, ευσυνείδητα και με επιμέλεια, όπως επιβάλλεται να ενεργεί κατά την άσκηση του λειτουργήματός της, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων και οφείλεται σε βαριά αμέλειά της, δεδομένου ότι η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικηγόρου, την οποία κάθε συνετός δικηγόρος με βάση τους νομικούς κανόνες, τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, στις ίδιες συνθήκες καταβάλει, και την οποία μπορούσε με βάση τις προσωπικές της ικανότητες και γνώσεις να καταβάλει, είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει αδιαφορία της εναγομένης (αναιρεσείουσας) για τα αγαθά της εντολέα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης).

Συνεπώς, ο 6ος λόγος κατά το παραπάνω μέρος του (στοιχ. Α και Β), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα παραπάνω ζητήματα, τυγχάνει αβάσιμος. Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί του ότι το Εφετείο προδιαγράφει και προεξοφλεί την ουσιαστική ευδοκίμηση της αγωγής διαρρήξεως και την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης με αναγκαστική εκτέλεση, ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και ως τέτοιες είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, με όσα κατά τα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο, κατά την κυριαρχική του κρίση, ως αποδειχθέντα, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 του Κώδικα Δικηγόρων (όπως ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο), 73 παρ. 4 Εισ. ΝΚΠολΔ και 330, 914 ΑΚ. Τούτο διότι: 1) Υπό τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, όντως η αναιρεσείουσα, κατά την εκτέλεση του λειτουργήματός της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν εκτέλεσε επιμελώς την εντολή που της ανέθεσε η αναιρεσίβλητη. 2) Η αμέλειά της ενείχε το χαρακτήρα της βαριάς αμέλειας, εφόσον η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικηγόρου, υπήρξε σημαντική, ασυνήθης, ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει αδιαφορία της αναιρεσείουσας για τα αγαθά της εντολέα της αναιρεσίβλητης. 3) Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η περιγραφόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποτέλεσε πρόσφορη αιτία για την κατ' αιτιώδη συνάφεια πρόκληση της επίδικης ζημίας της αναιρεσίβλητης, την οποία και πράγματι προκάλεσε, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.

Συνεπώς, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον 5° λόγο της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, όπως και ο λόγος αυτός.

Με τον 4° λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 91 του Κώδικα περί Δικηγόρων, εφόσον κατά την αναιρεσείουσα το Εφετείο έκρινε ότι αυτή χωρίς να έχει λάβει την αμοιβή της, όφειλε να ενεργήσει διαδικαστικές πράξεις για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.

Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να ενεργεί διαδικαστικές πράξεις χωρίς αμοιβή, αλλά ότι η μη καταβολή στην εναγομένη δικηγόρο από την εντολέα ενάγουσα εταιρία οποιασδήποτε αμοιβής για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί μέχρι τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, δεν αναιρεί την υποχρέωση αυτής να εκτελέσει ευσυνείδητα και με επιμέλεια τα καθήκοντά της και συνεπώς δεν αναιρεί τη βαριά αμέλεια αυτής στην υπεράσπιση της υποθέσεως.

Η ανωτέρω παραδοχή εναρμονίζεται πλήρως τόσο με την προηγηθείσα παραδοχή στην αρχή της απόφασης, ότι σύμφωνα με την εντολή που της δόθηκε και εκείνη αποδέχτηκε, η πληρωμή της αμοιβής της θα γινόταν αφού η ίδια θα έστελνε στην εντολέα της κατάσταση για τις εν γένει ενέργειες τις οποίες θα ενεργούσε για την εκτέλεση της εντολής και τη δικαιούμενη αμοιβή με τα τυχόν παραστατικά, όσο και με την συνεχόμενη παραδοχή, ότι η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα εταιρία πίνακα με τις ενέργειές της, για εκτέλεση της εντολής και το δικαιούμενο ποσό της αμοιβής, στις 29.6.2006, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής διαρρήξεως.

Συνεπώς, τόσο ο παραπάνω λόγος, όσο και ο συναφής που προβάλλεται με μέρος του 6ου λόγου (στοιχ. Ε), με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογίας, αναφορικά με τη φερόμενη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να "προεκδώσει" παραστατικά για την αμοιβή της πριν ολοκληρωθεί η κάθε διαδικαστική πράξη και χωρίς να έχει πληρωθεί από την εντολέα της, είναι αβάσιμοι.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 παρ. 1 και 5 ΕισΝΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο1 και 38 του ν.δ. 3026/1954)" προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη.

Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε.

Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με τον χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος, ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος. Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΑΚ αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου.

Αντίθετα, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής εντολής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914 ), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες" (Ολ. ΑΠ 18/1999, 20/2000, ΑΠ 1057/09).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης της ένδικης αγωγής κακοδικίας, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Όπως προαναφέρθηκε η συζήτηση της από 12.5.2003 αγωγής διαρρήξεως επί της οποίας εκδόθηκε η 25/2005 απόφαση με την οποία η ανωτέρω αγωγή απορρίφθηκε εξαιτίας παραγραφής της αξίωσης, κατά την οποία η εναγομένη δικηγόρος παρέλειψε να προτείνει την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής, έγινε στις 9.11.2004. Όμως, η προθεσμία της αγωγής κακοδικίας σε βάρος της εναγομένης που επέδειξε βαριά αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων της, δεν αρχίζει από την ημερομηνία αυτή κατά την οποία συνέβη η παράλειψη, αλλά από τη γνώση της ενάγουσας για την παράλειψη αυτή, σύμφωνα με όσα έγιναν ανωτέρω δεκτά.

Συνεπώς, αφού και η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής σε βάρος της εναγόμενης δεν άρχισε από την ημερομηνία της συζητήσεως κατά την οποία συνέβη η παράλειψη, αλλά από τη γνώση της ενάγουσας για την παράλειψη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 73 παρ. 5 του ΕισΝΚΠολΔ, και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος ...

Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, η ενάγουσα έλαβε γνώση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης δικηγόρου και της παραλείψεως αυτής να προτείνει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, συνεπεία της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή διαρρήξεως και επήλθε ζημία στα περιουσιακά δίκαια της ενάγουσας, στις 26.5.2008 και κατ' ακολουθία η κρινόμενη από 4.11.2008 αγωγή κακοδικίας, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24.11.2008, ασκήθηκε πριν παρέλθει η αποκλειστική προθεσμία των έξι μηνών από της κατά την 26.5.2008 γνώσεως της ενάγουσας για την παράλειψη της εναγομένης να ασκήσει με επιμέλεια την εντολή που της είχε δοθεί.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού που δέχθηκε τα ίδια ότι δηλαδή η αγωγή κακοδικίας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, καθόσον η ενάγουσα έλαβε γνώση της παραλείψεως της εναγομένης στις 26.5.2008, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος που αιτιάται σφάλμα της εκκαλουμένης ως προς την κρίση της αυτή, είναι αβάσιμος".

Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, ο 3ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 73 παρ. 5 ΕισΝΚΠολΔ δεν έλαβε ως αφετηρία της εξάμηνης προθεσμίας για την άσκηση της ένδικης αγωγής κακοδικίας το χρόνο της επίμαχης παράλειψης της αναιρεσείουσας (9/11/04), αλλά το χρόνο που περιήλθε σε γνώση της η εν λόγω παράλειψη (26/5/08), τυγχάνει αβάσιμος.

Εξάλλου, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης εκτίθεται με σαφήνεια και επάρκεια το αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με τον χρόνο γνώσης από την αναιρεσίβλητη της επίμαχης παράλειψης της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα έλαβε γνώση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης δικηγόρου και της παραλείψεως αυτής να προτείνει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, συνεπεία της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή διαρρήξεως και επήλθε ζημία στα περιουσιακά δίκαια της ενάγουσας, στις 26.5-2008, όταν παραδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο της Δ.

Ξ. μέσω της εταιρίας ταχυδρομικών μεταφορών φάκελος από το Πρωτοδικείο Πρέβεζας που περιείχε την απορριπτική απόφαση. Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και καθιστούν εφικτό το σχετικό αναιρετικό έλεγχο. Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω από την αναιρεσείουσα με μέρος του 6ου λόγου (στοιχ.

Δ και ΣΤ) αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν αιτιολογεί γιατί "απορρίπτονται" όσα βεβαιώνει ενόρκως η μάρτυράς της Ε. Α., δεν αιτιολογεί γιατί δέχεται την άποψη της αναιρεσίβλητης ότι έλαβε γνώση της ζημίας της μετά την αλληλογραφία της δικηγόρου της Δ. Ξ. με το Πρωτοδικείο Πρέβεζας, ενώ το ίδιο πρωτοδικείο, με την 2582/10 βεβαίωση, βεβαιώνει ότι δεν απέστειλε τον παραπάνω φάκελο, δεν αιτιολογεί με ποια απόδειξη δέχεται ότι ο φάκελος που εκείνη (αναιρεσείουσα) έστειλε στη δικηγόρο Δ.

Ξ. δεν περιείχε την 25/05 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και δεν αναφέρει με ποιόν υπάλληλο του εν λόγω πρωτοδικείου επικοινώνησε η δικηγόρος της Δ. Ξ., ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλονται.

Συνεπώς, ο 6ος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του (στοιχ. Δ και ΣΤ), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.

Με τον 7° λόγο της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αυτή, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για την έκδοση και το περιεχόμενο της 25/05 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ήδη από τις 19/3/08 και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την ένορκη βεβαίωση της υπαλλήλου και μάρτυρός της Ε.

Α. και 2) την 2582/5.10.10 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την .../26.1.2009 ένορκη βεβαίωση της Ε.

Α. ενώπιον της συμ/φου Πρέβεζας Μαγδαληνής Παππά-Αυδίκου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από, τη γενική, αλλά και ειδική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία και μάλιστα, προέβη σε ρητή εκτίμηση και αξιολόγηση πολλών εκ τούτων.

Συνεπώς, ο 7ος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με το 8° λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της ένορκης βεβαίωσης της Ε.

Α. και όλων των εγγράφων που επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γιαυτό ο παραπάνω λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, αβασίμως προβάλλεται.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/12/2011 αίτηση της Ε. Ο., για αναίρεση της 42/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ