Supreme Court dismisses appeal against court of appeal decision on debt collection contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a debt collection contract. The appellant argued the contract was void due to forgery and lack of consideration, while the lower court found the parties intended the contract to stand as a binding promise of debt despite its formal defects. The court upheld the lower court's reasoning, stating that the parties would have accepted the contract's validity if they had known of the defect at the time of signing.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 nos. 1, 19 KPolD; Art. 182 AC: A void legal act containing elements of another valid act remains effective if the parties would have desired it had they known of the voidness.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1892 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1892/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυπριωτάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μόσχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2516/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8086/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 18-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 182 ΑΚ:
Όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα". Κατά δε την έννοια των άρθρων 1 και 2 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", η επιταγή ως τοιαύτη είναι άκυρη, αν δεν αναφέρεται επί του τίτλου (και) η χρονολογία της εκδόσεώς της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (σημ. δηλαδή η εδώ αναιρεσείουσα) διατηρεί και εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο στον ....., όπου επίσης έχει μεγάλη κτηματική περιουσία, την οποία καλλιεργεί με εργάτες, διατηρεί δε και ποιμνιοστάσια. Τον συντονισμό και την επίβλεψη του απασχολούμενου απ' αυτή προσωπικού στις ως άνω επιχειρήσεις της η εναγομένη είχε αναθέσει στον πατέρα της ενάγουσας Α, τον οποίο απασχολούσε ως επιστάτη επί σειρά ετών και μέχρι το θάνατο του (13-3-2003), δεδομένου ότι η ίδια κατοικούσε και συνεχίζει να κατοικεί στην Αθήνα, συχνά δε και για μεγάλα χρονικά διαστήματα διέμενε στο εξωτερικό.
Στο πλαίσιο των προσφερομένων από αυτόν υπηρεσιών, ο Α, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης προέβαινε σε εισπράξεις χρημάτων καθώς και σε καταβολές χρημάτων για αμοιβές του απασχολουμένου από την εναγομένη προσωπικού, για αγορά των αναγκαίων για τις καλλιέργειες σπόρων και φυτοφαρμάκων, για αγορά ζωοτροφών, για επισκευές, κατασκευές και γενικά για ο,τιδήποτε ήταν απαραίτητο για την λειτουργία των επιχειρήσεως της εναγομένης.
Όλες δε τις εισπράξεις και τις καταβολές που έκανε ο Α κατέγραφε ο ίδιος λεπτομερώς και απέδιδε τακτικά λογαριασμό στην εναγομένη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα της συνεργασίας της με τον Α, η εναγομένη εξέδωσε τη με αριθμό ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, ποσού 14700 ευρώ σε διαταγή αυτού (Α), στον οποίο και την παρέδωσε.
Στη εν λόγω επιταγή δεν τέθηκε ημερομηνία έκδοσης με συνέπεια αυτή να είναι άκυρη, χωρίς τα συμβαλλόμενα μέρη να το γνωρίζουν. Η επιταγή αυτή δεν συμπληρώθηκε ποτέ, ούτε εμφανίστηκε προς πληρωμή μέχρι και τις 13/3/2003, οπότε αιφνιδίως απεβίωσε ο Α, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ενάγουσα θυγατέρα του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω συμβληθέντες και δη η εναγομένη και ο Α εάν γνώριζαν την ακυρότητα της επιταγής κατά το χρόνο της έκδοσης της, θα ήθελαν αυτή να ισχύσει κατά μετατροπή ως σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι στο πλαίσιο της εμπιστοσύνης, που είχε στον Α, εξέδωσε την τραπεζική αυτή επιταγή σε διαταγή του και του την παρέδωσε, προκειμένου αυτός, κατά την μακρά απουσία της στο εξωτερικό, να συμπληρώσει την ημερομηνία και να την εμφανίσει στην τράπεζα προς πληρωμή, προκειμένου να καλύψει τις αναγκαίες κατά την απουσία της πληρωμές, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε φορά που αυτή απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό, δεν αποδείχθηκε.
Ειδικότερα από τον αναλυτικό λογαριασμό, που ο ως άνω Α συμπλήρωνε για την εναγομένη, αποσπάσματα του οποίου η τελευταία προσκομίζει μετ' επικλήσεως και στο Δικαστήριο αυτό, προκύπτει ότι η τελευταία σε σπάνιες περιπτώσεις του κατέβαλε μετρητά χρήματα και μάλιστα το ανώτερο μέχρι του ποσού των 4.000 ευρώ, δεδομένου ότι τα έσοδα από την περιουσία της συνήθως ήταν ανώτερα από τα έξοδα.
Ουδαμού δε μέσα στον αναλυτικό αυτόν λογαριασμό αναφέρεται ότι ο ως άνω Α ρευστοποίησε επιταγές της εναγομένης σε διαταγή του για κάλυψη των αναγκαίων πληρωμών. Άλλωστε η ίδια δεν προσκομίζει καμία παρόμοια επιταγή από το αρχείο της Τράπεζας προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ενόψει και του ύψους (του ποσού) της εν λόγω επιταγής.
Επομένως η αγωγή "αποδεικνύεται" βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τους ισχυρισμούς της εναγομένης και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως ισχυρίζεται με την έφεσή της η ενάγουσα εκκαλούσα". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο αυτό στοιχεία, ήτοι: με την ακυρότητα της συμβάσεως για έκδοση της ένδικης επιταγής, με την άγνοια των συμβληθέντων μερών (εκδότριας και λήπτου) περί της ακυρότητος αυτής και με την ουσιαστική εκτίμηση ότι οι συμβληθέντες, εάν γνώριζαν την ακυρότητα της επιταγής στον χρόνο της έκδοσής της, θα ήθελαν να ισχύει αυτή ως σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους. Επομένως, δεν είναι βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Εξάλλου, οι περαιτέρω -εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ- προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο δεν έχει καθόλου αιτιολογίες: α) σχετικώς με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη πλαστογράφησε την υπογραφή του λήπτου της επιταγής πατέρα της προκειμένου να την εμφανίσει προς πληρωμή και να την εισπράξει και β) περί του χρόνου που η ρηθείσα επιταγή ήταν πληρωτέα "και συνακόλουθα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αξίωσή της αντιδίκου", πρέπει να απορριφθούν ως προβαλλόμενοι αλυσιτελώς, αφού, υπό τα προεκτεθέντα η ένδικη απαίτηση επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη (νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής) όχι ως κομίστρια της επιταγής εξ οπισθογραφήσεως, αλλά ως κληρονόμο του πατέρα της, που ήταν δικαιούχος της απαίτησης από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους. Σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση ερείδεται- και είναι γι'αυτό απορριπτέος -ο αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), κατά τον οποίο το Εφετείο "εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση χωρίς να κάνει δεκτό κάποιον από τους ... λόγους εφέσεως της αντιδίκου, στηριζόμενο σε πράγματα και λόγους που δεν προτάθηκαν". Τούτο δε, διότι το Εφετείο εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση δεχθέν λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, ο οποίος- όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεως- σαφώς διαλαμβανόταν σ'αυτή.
Απορριπτέος, τέλος, και δη ως αβάσιμος είναι ο λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένα έγγραφα που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει για απόκρουση της αγωγής. Τούτο δε διότι από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψιν (και) "τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε, με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, και τα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από την αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 8086/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ