Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of proper service and irrelevant arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiff's lawsuit. The appellant argued the lower court ignored claims regarding the plaintiff's legal standing and joint liability, but the court found these arguments inadmissible as they constituted denials of the claim rather than new facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the insurer's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds concern only the denial of the claim or are irrelevant to the judgment's reasoning, and the court must verify proper service before proceeding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1891 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1891/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Σ. - .... Α.Ε.", που προήλθε από τη συγχώνευση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", διά της απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στον Δήμο .. ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2017 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14180/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3988/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 8646/9.2.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου ... Α.Τ., την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29.5.2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3988/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) Π.Π., με την από 25.1.2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγόμενων: 1) Α.Λ., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ο.
Σ. - ... Α.Ε." (αναιρεσείουσας) και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η. Ε. Α.Ε.Ε.Γ.Α." (δεύτερης αναιρεσίβλητης), ισχυρίστηκε ότι, στις 31.3.2016, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην περιοχή των ... της Αθήνας και επί της οδού ..., όταν αποκόπηκε και επέπεσε σε αυτόν το εναέριο καλώδιο δικτύου των ηλεκτροκίνητων λεωφορείων (στο εξής για συντομία "τρόλεϊ"), με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του να ανατραπεί στο οδόστρωμα και εκείνος να τραυματιστεί, η δε μοτοσικλέτα να υποστεί ολική καταστροφή.
Ότι συνυπόχρεοι για την αποκατάσταση των ζημιών του είναι οι εναγόμενοι και ειδικότερα ο μεν πρώτος και η δεύτερη (ήδη αναιρεσείουσα) ως συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος, και συγκεκριμένα, ο πρώτος επειδή, οδηγώντας το υπ' αριθ. 9005 τρόλεϊ σε κοντινή απόσταση μπροστά από τη μοτοσικλέτα, διήλθε βίαια από το σημείο εκείνο και έτσι, σε συνδυασμό με την πλημμελή συντήρηση του δικτύου των τρόλεϊ, προκάλεσε την αποκοπή και πτώση του εναέριου καλωδίου, και η δεύτερη (αναιρεσείουσα), επειδή είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγηση του τρόλεϊ και ταυτόχρονα επειδή είχε ευθύνη για την καλή συντήρηση του δικτύου της, η δε τρίτη των εναγομένων (δεύτερη αναιρεσίβλητη), επειδή είχε αναλάβει, με ασφαλιστική σύμβαση που είχε συνάψει με τη δεύτερη των εναγομένων, την ευθύνη κάλυψης των ζημιών που προκαλούνται από τη δεύτερη των εναγομένων και τους προστηθέντες αυτής.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 4.565 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά το ποσό των 24.565 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική δαπάνη του.
Περαιτέρω, με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, ο ενάγων παραιτήθηκε από ένα επιμέρους κονδύλιο αποζημίωσης ποσού 400 ευρώ (δαπάνη φυσιοθεραπειών) και περιόρισε το υπόλοιπο χρηματικό αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14180/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας στις 31.1.2019 με την τακτική διαδικασία του Ν. 4335/2015, αφού θεώρησε την αγωγή ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο εναγόμενο, με την αιτιολογία ότι η αγωγή δεν του επιδόθηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, στη συνέχεια, δικάζοντας ερήμην της δεύτερης εναγομένης - αναιρεσείουσας (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (ενάγοντος και τρίτης εναγομένης - δεύτερης αναιρεσίβλητης), α) απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη - δεύτερη αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο της αγωγής ή των προτάσεων του ενάγοντος δεν γινόταν επίκληση της ασφαλιστικής σύμβασης και των όρων αυτής, με βάση την οποία η τρίτη εναγόμενη είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης της δεύτερης εναγομένης έναντι τρίτων ζημιωθέντων, ώστε οι τελευταίοι να έχουν ευθεία αγωγή κατά της τρίτης εναγομένης, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή σε βάρος της δεύτερης εναγομένης - αναιρεσείουσας, θεωρώντας, λόγω της ερημοδικίας της, ως ομολογημένους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (άρθρ. 271 παρ. 3, 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αναγνώρισε ότι η δεύτερη εναγόμενη - αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.165 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι συνολικά το ποσό των 8.165 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) άσκησε έφεση, την οποία απηύθυνε κατά του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και κατά της τρίτης εναγομένης (δεύτερης αναιρεσίβλητης). Επί της έφεσης αυτής, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3988/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της τρίτης εναγομένης (δεύτερης αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας ως απαράδεκτη, ενώ δέχθηκε αυτήν ως προς τον ενάγοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε ως προς αυτόν, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ) την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια, δικάζοντας την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 6.065 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής, η δεύτερη εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 673/2013, 450/2013).
Συνεπώς, με τον παραπάνω λόγο ελέγχεται και το παραδεκτό ή απαράδεκτο της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 664/2018, 1290/2017, 786/2014). Περαιτέρω, με τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος..." και ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους.
Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον υπόχρεοι για αποζημίωση από αδικοπραξία (ΑΚ 926), νομιμοποιείται παθητικά ως εφεσίβλητος, ο αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, έναντι του οποίου ο εκκαλών νικήθηκε, όχι, όμως και ο ομόδικος του εκκαλούντος, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής, ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον εκκαλούντα και επωφελή για τον ομόδικό του (ΑΠ 700/2020, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 559/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της εκκαλούμενης υπ' αριθμόν 14180/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο, απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), με την αιτιολογία ότι "στο περιεχόμενό της ... δεν γίνεται επίκληση της ασφαλιστικής συμβάσεως και των όρων αυτής, με βάση την οποία η τρίτη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική επιχείρηση ανέλαβε την υποχρέωση καλύψεως του κινδύνου έναντι τρίτων...".
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον αυτή δεν ήταν αντίδικος της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) αλλά απλή ομόδικός της στην πρωτοβάθμια δίκη (συνεναγομένη) και η εκκαλουμένη απόφαση δεν περιέχει, κατά τα ανωτέρω, διάταξη που να είναι βλαπτική για την εκκαλούσα και ευνοϊκή για τη δεύτερη των εφεσιβλήτων (όπως λ.χ.
αν είχε απορριφθεί παρεμπίπτουσα αγωγή της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης). Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το επικουρικά σωρευόμενο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας, διαλαμβάνοντας αποδεικτικό πόρισμα μετά από εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, αλλά κήρυξε απαράδεκτη την έφεση.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 1150/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι: α) δεν έλαβε υπ' όψη της τον ισχυρισμό της περί του αβασίμου νόμω και ουσία της αγωγής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, β) δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό της περί συνευθύνης της δικονομικής εγγυήτριας (δεύτερης αναιρεσίβλητης), γ) δεν έλαβε υπ' όψη ότι η αναιρεσείουσα καλυπτόταν συννόμως από τα επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια και δ) ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποζημίωσε για το αυτό βιοτικό συμβάν άλλα εμπλακέντα και ζημιωθέντα πρόσωπα.
Ο λόγος αυτός, ως προς τον υπό στοιχείο α) ισχυρισμό, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη της τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμω και ουσία αβάσιμη, είναι απαράδεκτος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την εκτεθείσα έννοια, ενώ ως προς τους λοιπούς, υπό στοιχ.
β, γ και δ, ισχυρισμούς, ο ίδιος αναιρετικός λόγος τυγχάνει επίσης απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον με τις εν λόγω αιτιάσεις δεν προσβάλλεται η απόρριψη από το εφετείο ως απαράδεκτης της έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά ούτε και αφορά η αποδιδόμενη πλημμέλεια τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.12.2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Σ.- .... Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3988/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ