Legislator Case Law & Legislation
1891/2017 AI generated

1891/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1891/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1891/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...10.11.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Σ. Ε. - Γ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 17.01.2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Keywords

AI generated
rights and obligations of staff unemployment benefits of directors holiday compensation access to a profession hospitality services special scheme for travel agents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1891 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1891/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Σιγάλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2367/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3515/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...10.11.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Σ. Ε. - Γ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 17.01.2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την 26.09.2017 για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω μετ’ αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την από 10.05.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3515/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων των διαδίκων κατά της 2367/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση :α) απορρίφθηκε η έφεση της εναγόμενης και β) έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ακολούθως μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και παραδοχή εν μέρει της αγωγής υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εντόκως το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

O ενάγων με τη ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη ξενοδοχειακή εταιρία με την επωνυμία "... Α.Κ.Τ.Ε" στις 5/7/2008, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με αντικείμενο την οργάνωση και διοίκηση του ευρισκομένου στο Δημοτικό Διαμέρισμα της ... του Δήμου ... του Ν. Ζακύνθου, ξενοδοχείου με τον τίτλο "...

HOTEL" την εκμετάλλευση του οποίου έχει η εναγομένη, αντί μηνιαίων καθαρών αποδοχών 3.000 €. Ότι η τελευταία αρνήθηκε να του καταβάλει μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Μαίου, τις αποδοχές των μηνών Ιουνίου- Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2009, τις αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας 2008-2009 και το δώρο Χριστουγέννων 2009.

Ότι λόγω άρνησης πληρωμής των δεδουλευμένων ως άνω αποδοχών άσκησε κατά την 15/10/2009 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μέχρις ότου η εναγομένη του καταβάλει τις εν λόγω αποδοχές, η οποία έτσι κατέστη υπερήμερη, οφείλοντας να του καταβάλει τις αποδοχές των μηνών Οκτωβρίου (από 15/10/2009) - Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2009.

Ενόψει αυτών, ζήτησε μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 32.5000 για δεδουλευμένες και μη αποδοχές, για αποδοχές και επιδόματα αδείας 2008 και 2009 και επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2009, νομιμοτόκως από τότε ,που εκάστη χρηματική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2367/2011 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 15.273 € για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος Μαίου - Σεπτεμβρίου 2009 και για δώρο εορτών Χριστουγέννων 2009. Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως εκ μέρους των διαδίκων, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία:

α) απέρριψε την έφεση της εναγόμενης και β) δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ακολούθως μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και παραδοχή εν μέρει της αγωγής, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ. Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α` της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το ν.2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά την σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε, όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη ταυτιζόμενα με αυτόν σε μεγάλο βαθμό, τόσο ως προς τις προς τρίτους σχέσεις, εκπροσωπώντας αυτόν σε συναλλαγές, όσο και σε σχέση με τους υπόλοιπους μισθωτούς αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης, και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος υπαλλήλου, ανεξάρτητα του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της κοινής πείρας και λογικής από την φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαία, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι` αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας ανάπαυσης, περί αποζημίωσης ή προσαύξησης για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 935/2017, ΑΠ 767/2017, ΑΠ 478/2014, 980/2013, ΑΠ 978/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.1 του ΠΔ 88/1999 (που μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, το οποίο επαναδιατυπώθηκε με ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88), "Στους εργαζόμενους μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12)μηνών παρέχεται Ετήσια άδεια μετά αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Μετά την Οδηγία 2003/88 θεσπίστηκε ο Ν. 3144/2003 ο οποίος με το άρθρο 22 παρ.1 κατήργησε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 του ΠΔ 88/1999 και όρισε στο άρθρο 6 ότι " Ο εργαζόμενος δικαιούται κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη να λάβει από την έναρξη της απασχόλησής του ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές, που προβλέπεται κατά τις κείμενες διατάξεις ότι δικαιούται μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών σύμφωνα με το άρθρο 2 του α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και όπως εκάστοτε ισχύει, κατ` αναλογία με το χρόνο εργασίας, που έχει συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη.

Η ετήσια κανονική άδεια, η οποία θα χορηγείται σύμφωνα με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και το επίδομα αδείας, διέπονται κατά τα λοιπά από τις οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας". Η διάταξη αυτή του ΠΔ, όπως αυτό ισχύει, όπως και εκείνη του άρθρου 6 του Ν.3144/2003 καθώς και αυτή του άρθρου 2 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 52/1936 που κυρώθηκε με το Ν.2081/1952 είναι γενικές έναντι των ειδικών διατάξεων της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, η οποία προβλέπει ειδικά για τα πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης (βλ.

ΑΠ 447/2015, ΑΠ 935/2017).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 5/7/2008 έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η εναγόμενη, νομίμως εκπροσωπουμένη από την Δ/σα Σύμβουλο και Πρόεδρο του ΔΣ αυτής Β.

Μ., προσέλαβε τον ενάγοντα για χρονική διάρκεια από 5/7/2008 έως 31/12/2009, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σχετικά με την διοίκηση, την διεύθυνση και διαχείριση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της, που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα "...] του Δήμου ... της νήσου Ζακύνθου με τον τίτλο "... HOTEL", αντί μηνιαίων καθαρών αποδοχών 3.000 €, καταβαλλομένων την 30η εκάστου μηνός ,πλέον των δαπανών για τις επαγγελματικές μετακινήσεις του και της παροχής στέγης και πλήρους διατροφής.

Ειδικότερα στο άρθρο 2 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίζεται ότι ο ενάγων έχει τις εξής αρμοδιότητες "... α] Να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προς ευώδοση όλων των απαραίτητων αδειών λειτουργίας όλων των επιμέρους τμημάτων του ξενοδοχείου, όπως στην έκδοση του σήματος λειτουργίας αυτού καθώς και κάθε διοικητικής αδείας ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής .

β] Να παρέχει επιτόπου στον οικισμό "..." του Δ.Δ "..." του Ν. Ζακύνθου, υπηρεσίες οργάνωσης και διοίκηση του ξενοδοχείου της αφενός συμβαλλομένης συντονισμού και ελέγχου των εργασιών αυτής και του προσωπικού επιμελείας και διεκπεραίωσης των θεμάτων ή υποθέσεων αυτής καθώς και οποιοσδήποτε άλλες δραστηριότητες ή ενέργειες, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε από την αφενός συμβαλλομένη ιδίως δε να χειρίζεται τις συμφωνίες με τα τουριστικά γραφεία, τις κάθε είδους κρατήσεις δωματίων και συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και να εκπροσωπεί την αφενός συμβαλλομένη με δικές της δαπάνες σε εκθέσεις κ.ά_ εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, γ] Να προΐσταται όλων των υπηρεσιών και εργαζομένων της αφενός συμβαλλομένης και της οικονομικής διοίκησης διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο δε άσκησης των σχετικών καθηκόντων του, φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία του ξενοδοχείου, την εφαρμογή προγραμμάτων εξορθολογισμού και μείωσης του λειτουργικού κόστους και βελτίωσης κερδών, την κατάρτιση, παρακολούθηση και εκτέλεση προϋπολογισμών, τον σχεδιασμό προσέλκυσης πελατών και γενικά την διαμόρφωση και εφαρμογή της πολιτικής της αφενός συμβαλλομένης στο πλαίσιο πάντα των οδηγιών και κατευθύνσεων της Διοίκησης αυτής., δ] Να επεξεργάζεται και συντονίζει την εργασιακή πολιτική της αφενός συμβαλλομένης, την αξιολόγηση, την επιλογή και εκπαίδευση του προσωπικού, το σύστημα αμοιβών, παροχών και κινήτρων προς τους εργαζόμενους, το σύστημα προαγωγών και τις εργασιακές σχέσεις γενικότερα στο πλαίσιο πάντα των οδηγιών και κατευθύνσεων της Διοίκησης της αφενός συμβαλλομένης".

Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο ενάγων θα ασκεί τα άνω καθήκοντα του στο πλαίσιο των καταστατικών σκοπών και δραστηριοτήτων της εναγόμενης και της στρατηγικής, που καθορίζει κάθε φορά η διοίκηση της, όπως εκπροσωπείται από την Πρόεδρο και Δ/σα Σύμβουλο αυτής υπό τις εντολές και οδηγίες της, υποβάλλοντας προς αυτήν κατά διαστήματα προτάσεις για την πολιτική, που πρέπει να ακολουθήσει η εναγομένη σε όλα τα ανωτέρω θέματα και προτείνοντας τροποποιήσεις ή αλλαγές τις οποίες θεωρεί απαραίτητες για την ομαλή διεξαγωγή και ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της και στο ίδιο άρθρο § 3 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ότι η εναγομένη θα θέτει στην διάθεση του ενάγοντος για την εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του εξειδικευμένα ειδικά στελέχη τα οποία θα προΐστανται των αντίστοιχων υπηρεσιών, ενώ ορίστηκε ως αγορανομικός υπεύθυνος για θέματα απασχόλησης, εργασιακών σχέσεων, υγιεινής και ασφάλειας του προσωπικού και των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, της εναγομένης υποχρεούμενης στην καταβολή των επιβαλλόμενων διοικητικών προστίμων, χρηματικών ποινών ή μετατρέψιμων εις χρήμα ποινών φυλάκισης καθώς και κάθε είδους διοικητικού ή δικαστικού προστίμου και όλων γενικά των εξόδων του [άρθρο 2 § 4 ].

Με το άρθρο 3 συμφωνήθηκε ότι η λήξη της ένδικης συμβατικής σχέσεως επέρχεται αυτοδικαίως με την παρέλευση του ορισμένου χρόνου αυτής, χωρίς να απαιτείται καταγγελία ή έγγραφη όχληση ή τήρηση οποιοσδήποτε τύπου ή διαδικασίας και ότι μπορεί να παραταθεί με έγγραφη συμφωνία των μερών το αργότερο τρεις [3] μήνες πριν από την συμφωνημένη λήξη της ήτοι μέχρι 30/9/2009.

Επίσης ο ενάγων μπορεί να αποχωρήσει πριν από την λήξη του συμβατικού χρόνου, οικειοθελώς [με παραίτηση], η οποία ισχύει και είναι δεσμευτική για τα μέρη, εφόσον υποβληθεί εγγράφως προς την εναγομένη, δύο [2] μήνες τουλάχιστον, πριν από την ημέρα της αποχώρησής του. Ο ενάγων άσκησε τα ως άνω καθήκοντα του κατά την διάρκεια της συμβατικής του σχέσεως μέχρι στις 12/10/2009, έχοντας την γενική εποπτεία και τον έλεγχο της λειτουργίας του ως άνω ξενοδοχείου ιδιοκτησίας της εναγομένης, προσλαμβάνοντας κατόπιν αξιολόγησης, με συνέντευξη, του αναγκαίο’ προσωπικό’ ;

και απολύοντας αυτό, ως εκπρόσωπος της εναγομένης, προβαίνοντας σε μετατάξεις και προαγωγές αυτού, Συνήπτε τις οικονομικές συμφωνίες με τουριστικούς πράκτορες και ήταν επιφορτισμένος με θέματα, που άπτονταν των δημοσίων σχέσεων και της προσέλκυσης πελατείας. Δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας προσέλευσης και αποχώρησης από την εργασία του, οι δε αποδοχές του ήταν αντίστοιχες της διευθυντικής θέσεως, που κατείχε και ήταν κατά πολύ ανώτερες των άλλων εργαζομένων, των οποίων προΐστατο, ακόμη και αυτών, που προίσταντο διαφόρων υπηρεσιών στο ξενοδοχείο και των καθοριζόμενων με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Η ευρεία έκταση των εξουσιών διεύθυνσης και εκπροσώπησης, ο επιτελικός χαρακτήρας των καθηκόντων του ενάγοντος, τον κατατάσσει στην κατηγορία των διευθυνόντων υπαλλήλων, υποχρεουμένου να ενεργεί εντός του πλαισίου της γενικής στρατηγικής και των δραστηριοτήτων της εναγομένης. Είχε υψηλό βαθμό αυτονομίας και δημιουργικότητας ,δεχόμενος, μόνον, γενικές οδηγίες από την Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο της εναγομένης, εμφανιζόμενος τόσον στο εσωτερικό της επιχείρησης της όσον και προς τα έξω ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής [βλ.

μεταξύ άλλων και τις έγγραφες αναγγελίες πρόσληψης προσωπικού προς τον ΟΑΕΔ] και ευθυνόμενος ως αγορανομικός υπεύθυνος σε θέματα εργασιακών σχέσεων, υγιεινής και ασφάλειας του προσωπικού και των παρεχομένων υπηρεσιών και προϊόντων. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι ο ενάγων στην έγγραφη επικοινωνία του με το προσωπικό του ξενοδοχείου, με τις Δημόσιες Αρχές, τους πελάτες του ξενοδοχείου, τους τουριστικούς πράκτορες κλπ.

υπογράφει, άλλοτε ως διευθυντής και άλλοτε ως γενικός Διευθυντής [General manager]. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον ο ενάγων ήταν διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί αδείας αναπαύσεως και συνεπώς δεν δικαιούται αποδοχών και επιδόματος αδείας 2008 και 2009, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων..." Mε την κρίση αυτή, το Εφετείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το ν. 2269/1920 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσινγκτον ως προς την ιδιότητα του ενάγοντος ως διευθύνοντος συμβούλου, μη δικαιουμένου ως εκ τούτου καταρχήν άδεια ανάπαυσης και τις αντίστοιχες αποδοχές και δεν παραβίασε τις διατάξεις του ΠΔ 88/1999 και του άρθρου 6 του Ν. 3144/2003, που ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες ως γενικές έναντι των ειδικών ως άνω διατάξεων της Διεθνούς αυτής Σύμβασης και επομένως πρέπει ν` απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. (βλ.

ΑΠ 447/2015).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 234 της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρώην άρθρο 177, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών ή Κοινοτήτων (στο εξής ΔΕΚ) αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις α)επί της ερμηνείας της παρούσας Συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ και επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν-με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά.

Κατ` εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 234 της ΣυνθΕΚ, όταν ο εθνικός δικαστής διαπιστώσει ότι για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιον του διαφοράς, είναι αναγκαία η επίλυση του ζητήματος της ερμηνείας διάταξης του κοινοτικού δικαίου, οφείλει να εξετάσει, εάν το ΔΕΚ έχει με προγενέστερη απόφαση του αποφανθεί επί του ιδίου νομικού ζητήματος.

Σε καταφατική περίπτωση οφείλει, βασιζόμενος στην παρά του ΔΕΚ γενόμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, να επιλύσει απευθείας την επίδικη διαφορά και μόνο, εάν δεν υφίσταται τέτοια απόφαση, δύναται να απευθυνθεί στο ΔΕΚ, εάν κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο. Ειδικότερα, με τη διαδικασία αυτή, η οποία ονομάζεται προδικαστική παραπομπή, πέρα από τη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, επιτυγχάνεται και η πληρέστερη παροχή έννομης προστασίας, αφού παρέχεται έτσι η δυνατότητα της έμμεσης επιδίωξης κρίσης για τη νομιμότητα οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, κάτι που δεν μπορεί να προκληθεί με ευθεία προσφυγή στο κοινοτικό δικαστήριο.

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτηση αναιρέσεως ζητεί να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δ.Ε.Κ προκειμένου αυτό "να αποφανθεί σχετικά με το ένα οι διευθύνοντες υπάλληλοι έχουν το δικαίωμα ή μη να λαμβάνουν ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές" Το αίτημα αυτό, που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο γιατί στην ένδικη περίπτωση δεν ανακύπτει θέμα α) επί της ερμηνείας της ως άνω Συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ και επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, και περαιτέρω δεν είναι αναγκαία η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Περαιτέρω, ενόψει μη υποβολής αιτήματος για την καταβολή δικαστικής δαπάνης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε, δεν επιδικάζονται έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.05.2016 αίτηση για αναίρεση της 3515/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος)

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ