1891/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 468/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 22/11/2010 κλήση του.
Legislator headnote
AI generated1891/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1891 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1891/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 468/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 22/11/2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 23/9/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των αρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη- τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το αρθ. 8§3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ, 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του αρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των αρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.Α.Π. 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Με την 320/12-9-1997 απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, κατόπιν της 30767/11-4-1997 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας, προσελήφθη η αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στη Διεύθυνση Δασών Κομοτηνής, ως Δασολόγος για χρονικό διάστημα από 16-9-1997 έως 15-5-1998.
Στη συνέχεια την 1-10-1998, δυνάμει της 337974/21-7-1998 του Γενικού Γραμματέα του ως άνω Υπουργείου με την 3500/1-10-10998 απόφαση του Διευθυντή Δασών Ν. Ροδόπης, συνήφθη νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με έναρξη 1-10-1998 και λήξη 31-5-1999. Επακολούθησε κατόπιν της 53961/20-4-1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Γεωργίας, με την 3009/1999 απόφαση του Διευθυντή δασών Ν.
Ροδόπης του αυτού χαρακτήρα και για το χρονικό διάστημα από 19-9-1999 έως 8-5-2000. Στις 3-7-2000 καταρτίσθηκε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μεταξύ των διαδίκων, για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών, με έναρξη αυτού την 3-7-2000. Κατά τα μεσοδιαστήματα των άνω συμβάσεων η αναιρεσίβλητη εξακολουθούσε να προσφέρει την ίδια εργασία με άτυπες συμβάσεις έργου, για τις οποίες της καταβαλλόταν αποζημίωση με αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.
Η αναιρεσίβλητη από του χρόνου της πρώτης των άνω συμβάσεων, ήτοι από 16-9-1997 και επέκεινα χωρίς διακοπή, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της συμβάσεως με την οποία απασχολείτο, εργαζόταν στη Διεύθυνση Δασών Κομοτηνής υπό την ιδιότητα του δασολόγου, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας αυτής.
Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών αυτών συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε και εξακολουθεί να παρέχει μέχρι την άσκηση της αγωγής η αναιρεσίβλητη, ούτε από τη φύση των αναγκών του αναιρεσείοντος των καλυπτομένων από την εργασία της και επομένως, οι συμβάσεις αυτές έγιναν με πρόθεση και καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος αυτών ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και των άτυπων συμβάσεων έργου να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την νομική βάση της, με την προσβαλλόμενη απόφαση και αναγνωρίσθηκε ότι, οι συμβάσεις που συνδέουν την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η καταγγελία των συμβάσεων αυτών άκυρη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281, 648, 669 και 672 του Α.Κ., αφού υπό τις ως άνω παραδοχές οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης από τη φύση του κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται απ' αυτή (φύση τους), αλλ' ετέθη προς καταστρατήγηση των ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης.
Ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της αναιρεσίβλητης, ανεξάρτητα από τις σχετικές ρυθμίσεις της 1999/70 οδηγίας και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων, η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), που δεν έχουν εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει, αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, και το αντικείμενό της τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Κατά συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 και 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 468/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ