Legislator Case Law & Legislation
1891/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling the lower court correctly applied the statute of limitations interruption rule.

Case Number 1891/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by N. P. Manolakis & Co. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in finding the statute of limitations interrupted, while the appellee, European Trust Insurance, contended the interruption was valid due to force majeure. The court held that the appellant was not prevented from filing the appeal because they had access to the judgment draft and could have exercised their right within the six-month period.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 257 of the Civil Code: The statute of limitations is interrupted if the appeal is filed within six months of the interruption event; mere inability to obtain a certified copy does not constitute force majeure preventing the exercise of the right to appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation force majeure access to judgment appeal admissibility Code of Civil Procedure Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 257 of the Civil Code
Art. 102 of the Commercial Code
Art. 107 of the Commercial Code
Art. 255 of the Civil Code
Art. 304(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 498(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1891 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1891/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "Ν. Π. Μανωλάκης και Σία Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαντζαβίνο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5797/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8066/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 5 Αυγούστου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, δικάζον έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που απέρριψε την εξ ασφαλιστικής υποκαταστάσεως αγωγή της κατά της αναιρεσειούσης μεταφορέως, εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 24.4.2000 η εταιρεία "UNILEVER HELLAS AEBE" που εδρεύει στην Αθήνα πούλησε σε διάφορους αγοραστές, κατοίκους Χίου, απορρυπαντικά και είδη καθαρισμού, συνολικής αξίας 6.754.946 δρχ., που αναφέρονται αναλυτικά κατά ποσότητα, είδος και αξία στα τιμολόγια που εξέδωσε για το σκοπό αυτόν την ίδια ημέρα.

Η πωλήτρια εταιρεία ανέθεσε στην εταιρεία "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ" τη μέριμνα μεταφοράς των εμπορευμάτων αυτών από τις αποθήκες της στον ....και την παράδοσή τους στους αγοραστές στη Χίο. Την ίδια ημέρα η "ΔΙΑΝΟΜΗ ΑΕ", ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ανέθεσε την εκτέλεση της μεταφοράς στην πρώτη εναγόμενη μεταφορική εταιρεία "Ν.

Π. ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία και εξέδωσε τις 1552, 1553 και 1554 από 24.4.2000 φορτωτικές. Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν τις απογευματινές ώρες της 24.4.2000 από τις αποθήκες της πωλήτριας εταιρείας στο ....Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος (που είχε προστηθεί στην οδήγησή του από την πρώτη εναγομένη) οδήγησε και στάθμευσε σε περιφραγμένο υπαίθριο χώρο της πρώτης εναγομένης στην οδό ....στην περιοχή του ...., όπου θα παρέμενε τη νύκτα και την επομένη το πρωΐ θα αναχωρούσε ατμοπλοϊκώς με προορισμό τη Χίο.

Τις βραδινές, όμως, ώρες της ίδιας ημέρας (ώρα περίπου 21.18) εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο, η οποία προκλήθηκε από φωτοβολίδα, την οποία έριξε πάνω στο προστατευτικό κάλυμμα (μουσαμά) του αυτοκινήτου (δηλαδή στο πάνω μέρος των εμπορευμάτων) άγνωστο άτομο από απόσταση, έξω από τον περιφραγμένο χώρο.

Η φωτιά, αφού κατέκαψε το προστατευτικό κάλυμμα, επεκτάθηκε γρήγορα στα εμπορεύματα. Τη φωτιά αντιλήφθηκε ο ευρισκόμενος σε παρακείμενο εστιατόριο μάρτυρας και οδηγός άλλου φορτηγού αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης ....., ο οποίος ειδοποίησε την πυροσβεστική υπηρεσία και άνοιξε την κλειδωμένη σιδερένια πόρτα του χώρου στάθμευσης, ώστε να γίνει δυνατή η είσοδος των πυροσβεστικών οχημάτων και να επιληφθούν του έργου της κατάσβεσης.

Όμως, παρά την επέμβαση της πυροσβεστικής υπηρεσίας, της οποίας τα πυροσβεστικά οχήματα με το πλήρωμα προσήλθαν μέσα σε 10 λεπτά της ώρας περίπου, μετά την ειδοποίηση του ....., η φωτιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων, ενώ από τα νερά που ρίχτηκαν για την κατάσβεση της πυρκαγιάς έπαθαν ζημιά και όσα δεν είχαν καεί.

Το σύνολο της ζημίας ανήλθε στο ποσό των 4.900.00 δρχ. και συγκεκριμένα σε 2.750.000 δρχ. ανήλθε η αξία των εμπορευμάτων που καταστράφηκαν από τη φωτιά και σε 2.150.000 δρχ. η αξία εκείνων που αχρηστεύθηκαν λόγω της επαφής τους με τα νερά της κατάσβεσης. Η πυρκαγιά αυτή που προκλήθηκε από εξωγενή αιτία, δηλαδή τη ρίψη της φωτοβολίδας από άγνωστο άτομο (που, έτσι, προκάλεσε εμπρησμό), προφανώς χάριν παιδιάς, ενόψει των τότε εορτών του Πάσχα, δηλαδή από αμέλειά του, που είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, δεν συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γεγονός ανώτερης βίας που απαλλάσσει το μεταφορέα.

Ειδικότερα, ναι μεν ο χώρος στάθμευσης του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου ήταν περιφραγμένος με μάντρα, ύψους τριών (3) μέτρων περίπου και η εξωτερική σιδερένια πόρτα ήταν κλειδωμένη, πλην όμως η μεταφορέας πρώτη εναγόμενη εταιρεία δεν διέθετε καθόλου προσωπικό επίβλεψης του χώρου (ούτε ένα φύλακα), καθώς και τα αναγκαία πυροσβεστικά μέσα (φορητούς ή τροχήλατους πυροσβεστήρες, σωλήνες νερού κλπ).

Το γεγονός της έλλειψης αυτών (προσωπικού επίβλεψης και πυροσβεστικών μέσων) έχει ουσιαστική σημασία στην προκείμενη περίπτωση, αφού, αν υπήρχε, έστω και ένας φύλακας του χώρου, μόλις αντιλαμβανόταν την εκδήλωση της πυρκαγιάς, θα μπορούσε να την κατασβέσει κατά τη γένεσή της, χρησιμοποιώντας τα αναγκαία πυροσβεστικά μέσα, και να μην αναμένει την άφιξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η οποία έφθασε στο χώρο της πυρκαγιάς δέκα λεπτά περίπου της ώρας μετά την ειδοποίησή της από το μάρτυρα ......, όπως προεκτέθηκε, και ενώ η πυρκαγιά είχε ήδη λάβει μεγάλες διαστάσεις.

Κατά συνέπεια, οι προαναφερόμενες παραλείψεις της πρώτης εναγομένης τελούν σε αντικειμενικό ουσιώδη σύνδεσμο με την καταστροφή των εμπορευμάτων που αποζημίωσε η ενάγουσα, όπως εκτίθεται παρακάτω. Η πυρκαγιά, λοιπόν, αυτή θα μπορούσε να αποτραπεί, αν η εναγόμενη μεταφορική εταιρεία λάμβανε τα απαραίτητα πιο πάνω συνετά και επιμελή μέτρα και, έτσι, δεν μπορεί ν' απαλλαγεί από την ευθύνη της για τη βλάβη των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, λόγω ανώτερης βίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει.

Κατά της πρώτης, πάντως, εναγομένης δεν υπάρχει βάση της αγωγής από αδικοπραξία, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος δεν βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα για το πιο πάνω ζημιογόνο αποτέλεσμα, διότι ενήργησε σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες της πρώτης εναγομένης, όπως όφειλε, και δεν παραβίασε κάποια διάταξη νόμου, ούτε το καθήκον του να μη ζημιώσει την αποστολέα των εν λόγω εμπορευμάτων από υπαιτιότητά του.

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η παραγγελιοδόχος της μεταφοράς "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.", εξαιτίας της εγγυητικής της ευθύνης, κατέβαλε στις 3.8.2000 στην αποστολέα των εμπορευμάτων "UNILEVER HELLAS AEBE", ως αποζημίωση, το ποσό των 4.900.000 δρχ. και υποκαταστάθηκε από το νόμο (άρθρ. 487, 488, 858 του ΑΚ) στα δικαιώματα της τελευταίας, δικαιούμενη, έτσι, να στραφεί η ίδια εναντίον κάθε υπαίτιου της βλάβης των κατεστραμμένων εμπορευμάτων.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, η οποία είχε ασφαλίσει για το χρονικό διάστημα από 18.5.1999 έως 18.5.2000, την πιο πάνω παραγγελιοδόχο της μεταφοράς για κάθε κίνδυνο απώλειας ή βλάβης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, με μέριμνα της τελευταίας, μέσα στην Ελληνική επικράτεια, με σύμβαση ασφάλισης που είχε καταρτιστεί με το ......

ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την 44367/3.4.2000 πρόσθετη πράξη, αναγκάστηκε να καταβάλει στις 8.8.2000 στην ασφαλισμένη της "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.", εξαιτίας του ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, το ποσό των 4.800.000 δρχ., ως ασφάλισμα (4.900.000 δρχ. μείον 100.000 δρχ. λόγω συμφωνημένης απαλλαγής). Με τον τρόπο αυτό υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 210 του ΕμπΝ, στα ουσιαστικά και δικονομικά δικαιώματα της ασφαλισμένης της κατά των υπαιτίων της ζημίας, αλλά και δυνάμει της από 8.8.2000 σύμβασης εκχώρησης (άρθρ. 455 επ.

ΑΚ) που αναγγέλθηκε στους εναγομένους με την άσκηση της ένδικης αγωγής. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του παραπάνω ποσού από την πρώτη εναγόμενη μεταφορική εταιρεία κατά τις διατάξεις της σύμβασης μεταφοράς, όπως ζητεί με την αγωγή της. Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη ΕΠΕ προβάλλει με τις προτάσεις που κατέθεσε νόμιμα κατά την παρούσα συζήτηση οψιγενή ισχυρισμό και συγκεκριμένα την παραγραφή σε επιδικία της ένδικης αξίωσης από τη σύμβαση μεταφοράς, ισχυριζόμενη ότι από τότε που δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση (12.12.2001) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης έφεσης (15.7.2002) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών.

Η ένσταση αυτή είναι παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 527 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ., 107 και 210 ΕμπΝ, 247, 261 και 270 Κ.Πολ.Δ., αφού μπορεί να προταθεί κατά της δικαιούχου, από την ασφαλιστική υποκατάσταση, αντιδίκου της. Όπως ομολογείται από την τελευταία (εκκαλούσα) και αποδεικνύεται, άλλωστε, και από τα σχετικά έγγραφα, από τότε που δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 12.12.2001, η οποία αποτελεί διαδικαστική πράξη κατά την έννοια του αρθρ. 261 ΑΚ μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 5.7.2002, παρήλθε το απαιτούμενο για την παραγραφή της επίδικης αξίωσης εξάμηνο χρονικό διάστημα σε επιδικία που έληγε στις 13.6.2002.

Η εκκαλούσα, όμως, ισχυρίζεται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί από λόγω ανώτερης βίας, διότι δεν ήταν δυνατό ν' ασκήσει την έφεσή της από τις 13.6.2002, όταν η εκκαλούμενη απόφαση παραδόθηκε, θεωρημένη, στο αρχείο της γραμματείας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ μέχρι τότε δε βρισκόταν στο αρχείο, απ' όπου ζήτησε αντίγραφό της (σε σχέδιο).

Για την απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού επικαλείται και προσκομίζει τη με ημερομηνία 22.9.2003 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία βεβαιώνεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση παραδόθηκε στο δικαστή για θεώρηση και υπογραφή στις 6.6.2002 και, στη συνέχεια, επιστράφηκε στις αρχείο 13.6.2002.

Κατά συνέπεια, κατά το χρονικό διάστημα από 6.6.2002 έως 13.6.2002 που ήταν και οι τελευταίες ημέρες της εξάμηνης προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης από μέρους της εκκαλούσας, η οποία (άσκηση έφεσης) αποτελεί την πρώτη επόμενη διαδικαστική πράξη από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης που επιφέρει τη νέα διακοπή της βραχυπρόθεσμης επίμαχης παραγραφής, η εκκαλούσα δεν είχε τη δυνατότητα ν' ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εκκαλούσα δεν εμποδιζόταν κατά το χρονικό διάστημα από 13.12.2001 έως 5.6.2002 ν' ασκήσει την έφεσή της, μεριμνώντας, μετά τη δημοσίευση της απόφασης, να λάβει από το αρχείο της γραμματείας απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου, το οποίο ήταν στη διάθεσή της και μπορούσε εύκολα να ανευρεθεί (άρθρ. 304 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και με βάση αυτό ν' ασκήσει την έφεσή της (έστω και αν δεν είχε καθαρογραφεί και θεωρηθεί η εκκαλουμένη), ενώ η λήψη επίσημου αντιγράφου της εκκαλουμένης ήταν απαραίτητη στην εκκαλούσα μόνο για την επίσπευση της συζήτησης της έφεσης (προσδιορισμός δικασίμου και κλήση προς συζήτηση) κατ' άρθρ. 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και τούτο διότι, εφόσον η εκκαλούσα είχε το δικαίωμα ν' ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο και την τελευταία, έστω, ημέρα της εξάμηνης προθεσμίας (13.6.2002), δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδράνεια και απραξία της. Επομένως, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η παραπάνω αντένσταση της εκκαλούσας για αναστολή της παραγραφής, με συνέπεια η ένδικη αξίωσή της να μην έχει παραγραφεί, αφού η έφεση ασκήθηκε στις 5.7.2002, δηλαδή πριν περάσουν έξι μήνες από τις 13.6.2002 που έπαψε η αναστολή (άρθρ. 257 ΑΚ), και, έτσι, διακόπηκε πάλι η παραγραφή".

Επομένως, το Εφετείο, κρίναν ως ανωτέρω, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 102, 107 ΕμπΝ και 255 ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την έννοια της ανωτέρας βίας προς αποκλεισμό της ευθύνης της αναιρεσειούσης, ενώ τα οικεία πραγματικά γεγονότα συγκροτούν τον επαγόμενο αναστολή της παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης λόγο ανωτέρας βίας.

Κατ' ακολουθίαν οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2004 αίτηση της "Ν. Π. ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 8066/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ