Supreme Court dismisses appeal on capacity grounds, upholding lower court's finding of the minor's adulthood and medical evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the legal capacity of a minor child. The appellant argued the child remained a minor, but the court found the Third Instance correctly relied on medical expert reports and the child's own testimony confirming adulthood. Consequently, the court ruled that the child had the capacity to appear in court independently, validating the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127, 63, 64 of the Civil Code; Articles 128, 1666, 1667, 1676, 1678, 1681 of the Civil Code; Articles 559, 561, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: The court must verify if a person has reached the age of majority and possesses the capacity to act; if medical evidence and the person's own declaration confirm adulthood, the lower court's assessment of their capacity to appear in court stands and the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1890 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1890/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αικατερίνης Φραγκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π., συζύγου Π. Σ., 2) Π. Σ. του Σ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Μ. Σ. του Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Μαρία Φυντανή, η οποία αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω αναφερόμενος Μ. Σ., ενηλικιώθηκε και παρίσταται ατομικώς δια της δικαστικής αυτού συμπαραστάτριας Μ. Π. συζύγου Π. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από της ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 17/12/2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2011 και 1728/2018 μη οριστικές και η 414/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2022 αίτησή του και τους από 24/8/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρ. 127 ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρ. 63 παρ.1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ. 2, 1666 παρ. 1, 1667, 1676 αρ. 1, 1678 παρ. 1 και 1681 ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής, δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επέρχεται μεταβολή, που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα.
Διάδικος, όμως, παραμένει το πρόσωπο αυτό, το οποίο μετά τη θέση του υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση εκπροσωπείται νομίμως στο δικαστήριο από τον ορισθέντα προσωρινό και μετά την τελεσιδικία οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη (ΑΠ 1736/2017). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με εκείνη του αρθρ. 286 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, επέρχεται μόνον, αν η μεταβολή αυτή συμβεί έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ανήλικος, που εκπροσωπήθηκε στην κατ` έφεση δίκη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, ενηλικιώθηκε μετά το πέρας της συζήτησης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης, η αναίρεση κατά της τελευταίας ή ανάλογα το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της, πρέπει ν` απευθύνονται προσωπικά κατ` αυτού, που ήδη ενηλικιώθηκε και όχι κατά των γονέων του, οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται πλέον παθητικά, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών μέχρι την άσκηση της αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων έλαβε γνώση της ενηλικίωσης.
Διαφορετικά η αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατ` άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 27/1987, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1263/2018,ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 181/2011). Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ` άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή η προηγηθείσα της άσκησης της αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων ενηλικίωση του διαδίκου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1136/2021).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 2/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-6-2020 έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος μετά των από 30-11-2020 πρόσθετων λόγων αυτής και, αφού εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 414/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-9-2008 αγωγή των Μ.
Π. και Π. Σ., που ενεργούσαν για λογαριασμό του τότε ανηλίκου τέκνου τους και ήδη αναιρεσίβλητου, Μ. Σ. και υποχρεώθηκαν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΕ" (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) να καταβάλουν στους ενάγοντες υπό την ως άνω ιδιότητά τους το συνολικό ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του τέκνου τους, ήδη αναιρεσίβλητου και ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και επιπλέον αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των ίδιων εναγομένων να καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, στους ενάγοντες, υπό την ως άνω ιδιότητά τους το συνολικό ποσό των 469.300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του τέκνου τους και ως αποζημίωση λόγω της αναπηρίας του και της πλασματικής απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμου, εξαιτίας της σοβαρής σωματικής βλάβης, που υπέστη ο ανήλικος υιός τους και ήδη αναιρεσίβλητος από την αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ιατρού μαιευτήρα κατά την εξέλιξη του τοκετού, που διενεργήθηκε στην κλινική της εταιρείας "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΕ".
Η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στις 17-3-2022, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2022 πράξη κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέα, απευθύνεται κατά των 1) Μ. Π. συζ. Π. Σ. και 2) Π. Σ. του Σ., οι οποίοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας εκπροσώπησαν το (τότε) ανήλικο τέκνο τους Μ.
Σ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο άνω ανήλικος ενηλικιώθηκε στις 12.7.2023, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 17.3.2022, όμως πριν από την άσκηση των από 24.8.2023 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31.8.2023, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2023 πράξη κατάθεσης του οικείου γραμματέα.
Το γεγονός αυτό της ενηλικίωσης το γνώριζε ο αναιρεσείων, διότι, πέραν του ότι, τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και στα σχετικά δικόγραφα (αγωγή, έφεση, προτάσεις) αναφερόταν, ότι το τέκνο των εναγόντων Μ. Π. και Π. Σ. γεννήθηκε στις ...-2005, οπότε ενηλικιώθηκε στις ...-2023, ο τοκετός διενεργήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα - ιατρό στην παραπάνω κλινική και ήταν γνωστή σε αυτόν (αναιρεσείοντα) η ημεροχρονολογία γέννησής του, συνεπώς και της ενηλικίωσής του.
Επομένως, οι ένδικοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, απευθυνόμενοι κατά των 1) Μ. Π. συζ. Π. Σ. και 2) Π. Σ. του Σ. , ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του τέκνου τους Μ. Σ. , του οποίου την ενηλικίωση γνώριζε, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέοι, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτοι, όπως βάσιμα προβάλλεται και από το παριστάμενο προσηκόντως διά της δικαστικής συμπαραστάτριάς του τέκνο των αναιρεσιβλήτων Μ.
Σ. , με τις από 20-9-2023 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρο 570 παρ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έλαβε χώρα γνωστοποίηση του ως άνω γεγονότος της ενηλικίωσης του Μ. Σ. και δήλωση συνέχισης της δίκης από τον εν λόγω διάδικο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από την οριστική δικαστική συμπαραστάτρια μητέρα του Μ. Π. συζ. Π. Σ. (286, 287 και 290 ΚΠολΔ), που ορίστηκε δυνάμει της υπ' αρ. 1409/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και η παραστάσα πληρεξούσια δικηγόρος, μετείχε στη συζήτηση για τον ως άνω διάδικο, που εκπροσωπήθηκε από την δικαστική συμπαραστάτριά του. Επομένως, είναι έγκυρη η ως άνω παράσταση (συμμετοχή στη συζήτηση) του αναιρεσίβλητου Μ. Σ. , εκπροσωπούμενου από τη δικαστική συμπαραστάτριά του και παραδεκτά χωρεί κατά τα λοιπά η περαιτέρω έρευνα της αίτησης αναίρεσης.
2. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974, ορίζεται ότι " 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξης δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ένωσης.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Περαιτέρω, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Έτσι το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν τούτο για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Επομένως, η εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανάκλησης της εις βάρος του έγκλησης ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντίθετα δε προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 93-96 αυτού. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197Κ.Δ.Δ). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι κατ` αρχήν δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Άλλωστε η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` επέκταση να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διατάραξης της ενιαίας έννομης τάξης) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δέσμευσης και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικότερα όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, δηλαδή αναγνωρίζεται η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον η εν λόγω απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής απόδειξης, αλλά και κατά το άρθρο 62 ΚΠοινΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξης δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μια κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η μη ύπαρξη ενιαίας έννομης τάξης ενισχύεται και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης. Γενικότερα η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και ως εκ τούτου και σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται με βάση την αρχή ne bis in idem.
Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α. , δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημίωσης των ζημιωθέντων, τα οποία προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης.
Το πολιτικό δικαστήριο αφ` ενός μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αφ` ετέρου δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δύο φορές για την ίδια πράξη.
Έτσι το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη.
Τελικά δε παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται ως εκ τούτου θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020).
Περαιτέρω, από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ως άνω προβλεπόμενου τεκμηρίου αθωότητας από πολιτικό δικαστήριο είναι να έχει προηγηθεί συναφής και στενά συνδεόμενη έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή και η οποία να είχε ως αποτέλεσμα τη μη επιβολή στον κατηγορούμενο ποινής για οποιοδήποτε από τους ως άνω αναφερόμενους λόγους. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει της πιο πάνω διαφοροποίησης μεταξύ αστικής ή πολιτικής και ποινικής δίκης και γενικότερα μεταξύ αστικού και ποινικού αδικήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας σε πολιτική δίκη όταν για το ίδιο βιοτικό συμβάν δεν έχει λάβει χώρα έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας με οποιαδήποτε μορφή κατά τις διατάξεις των άρθρων 37 επ. ΚΠοινΔ είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης (ΑΠ 829/2021).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 414/2025, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το, ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, Μ. Π., σύζυγος του δεύτερου ενάγοντος της κύριας αγωγής και ήδη δεύτερου εφεσίβλητου, Π. Σ., το Νοέμβριο του έτους 2004 και ενώ ήταν 29 ετών κατέστη έγκυος. Ήταν πρωτότοκος, με ελεύθερο ατομικό ιατρικό και γυναικολογικό ιστορικό και χωρίς καμία αξιόλογη αναφορά για οποιαδήποτε κληρονομική επιβάρυνση.
Κατά τους αρχικούς δε μήνες της κύησής της παρακολουθείτο από τον ιατρό Δ. Η. , μαιευτήρα – γυναικολόγο , και, όπως αυτός την ενημέρωνε, η εγκυμοσύνη της εξελίσσετο ομαλώς, χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας. Τον Απρίλιο του 2005, ενόσω διένυε τον έκτο μήνα κύησης, η Μ. Π. απευθύνθηκε, μαζί με το σύζυγό της, στον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής - προσεπικαλούντα - παρεμπιπτόντως ενάγοντα - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, ιατρό Ι.
Π. , μαιευτήρα - γυναικολόγο, που διατηρεί ιατρείο στην πόλη της Κέρκυρας και ο οποίος έκτοτε παρακολουθούσε την πορεία της κύησής της. Κατά την εξέλιξη αυτής και στο πλαίσιο του προβλεπόμενου προγεννητικού ελέγχου, η Π. υποβλήθηκε σε υπερηχογραφικούς ελέγχους την 26η-11-2004, τη 17η-12-2004, τη 18η-1-2005, τη 2η-3-2005, τη 15η-4-2005, τη 12η-5-2005 και τη 10η-6-2005, χωρίς να αναδειχθεί απεικονιστικά κάποιο ιδιαίτερο παθολογικό εύρημα ή κάποια ανατομική ανωμαλία του εμβρύου.
Επίσης, υποβλήθηκε σε πολλαπλές εργαστηριακές εξετάσεις αίματος, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων για λοιμογόνους παράγοντες (π.χ. αντισώματα για τοξόπλασμα, κυτταρομεγαλοϊό κ.λπ.), καθώς και ούρων, χωρίς και πάλι να διαπιστωθούν αξιόλογα παθολογικά ευρήματα, ενώ τη 18η-1-2005 υποβλήθηκε σε προγραμματισμένο προγεννητικό έλεγχο για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα του οποίου ο αναμενόμενος κίνδυνος τέτοιων γενετικών ανωμαλιών ήταν ελάχιστος - μικρότερος από τον αναμενόμενο.
Ακόμη, κατά τον όγδοο μήνα της κύησης η ίδια εξετάστηκε από τους ιατρούς Δ. Π. , ειδικό καρδιολόγο, και Α. Κ. , ειδικό ενδοκρινολόγο, οι οποίοι δεν διαπίστωσαν κανένα παθολογικό πρόβλημα, κατά την κύηση, που θα μπορούσε να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου, όπως υπέρταση ή διαβήτη κύησης.
Περαιτέρω, την ...-2005, η Π. υποβλήθηκε σε προγραμματισμένο υπερηχογραφικό έλεγχο, ο οποίος ανέδειξε φυσιολογική ανάπτυξη του εμβρύου, χωρίς αναφορά παθολογικών ευρημάτων, με υπερηχογραφικά εκτιμώμενο βάρος του εμβρύου 3.046 γρ. περίπου και ηλικία κύησης συμβαδίζουσα με την προσδιοριζόμενη υπερηχογραφικά ηλικία του (βλ. από ...-2012 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού δημόσιας υγείας - ιατροδικαστή Σ. Τ....). Η τελευταία τακτική προγεννητική κλινική εξέταση της εγκύου πραγματοποιήθηκε την 11η-7-2005, όταν αυτή βρισκόταν στην 39η εβδομάδα κύησης και ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής - προσεπικαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, ιατρός Ι. Π., επιβεβαίωσε την ομαλή και φυσιολογική εξέλιξη της εγκυμοσύνης, ορίζοντας το επόμενο ραντεβού για τη 15η-7-2005.
Πλην, όμως, τη 12η-7-2005, περί ώρα 00:30, η Π. κατελήφθη από πόνους τοκετού (ωδίνες) και, αφού ο σύζυγός της ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Π. , καθ' υπόδειξή του μετέβησαν αμφότεροι, περί ώρα 02:35, στην κλινική συμφερόντων της δεύτερης εναγόμενης της κύριας αγωγής, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "CORFU CLINIC", ενώ ενημερώθηκε αμέσως από τον ιατρό και η μαία Μ. Κ.
Στην κλινική έγιναν όλες οι απαραίτητες ενέργειες προετοιμασίας της επιτόκου και, κατόπιν εξέτασης από τον Π., διαπιστώθηκε ότι αυτή ευρίσκετο στο πρώτο στάδιο του τοκετού και στις 05:15, της ίδιας ημέρας, διενεργήθηκε επισκληρίδιος αναισθησία από τον ιατρό Σ. Μ. , αναισθησιολόγο. Ακολούθως, περί ώρα 05:30 επήλθε ρήξη υμένων, το δε εξερχόμενο αμνιακό υγρό ήταν διαυγές, ενώ την 06:30 ώρα η διαστολή του τραχήλου ήταν τέλεια (10 εκ.) και ξεκίνησε το στάδιο της εξώθησης.
Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το από ...-2005 έγγραφο της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ Α.Ε." και δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, από τους διαδίκους, όπως δεν αμφισβητείται και το ότι η θέση της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου ήταν εξ αρχής οπίσθια ινιακή. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η θέση αυτή δεν συνιστά επιπλοκή του τοκετού, ούτε ένδειξη καισαρικής τομής, αλλά απλώς μια ανώμαλη θέση της εμβρυϊκής κεφαλής, που διαπιστώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου του τοκετού, με συχνότητα 5-10% επί των ινιακών προβολών, όταν δε η κεφαλή φτάσει στο πυελικό έδαφος, στρέφεται σε πρόσθια ινιακή κατά τη διάρκεια του τοκετού, ο οποίος στην περίπτωση αυτή περατώνεται χωρίς πρόβλημα.
Αντιθέτως, εάν δεν στραφεί σε πρόσθια ινιακή, τότε χαρακτηρίζεται ως σχετική δυσαναλογία και ο τοκετός χαρακτηρίζεται από παράταση του σταδίου εξώθησης και εξελίσσεται αργά και επώδυνα (εάν δεν έχει γίνει επισκληρίδιος αναισθησία), το δε δεύτερο στάδιο του τοκετού, σε αυτή την περίπτωση, για πρωτότοκο με επισκληρίδιο αναισθησία, όπως η Π., μπορεί να διαρκέσει κατά μέσο όρο τρεις ώρες, όπως το χρονικό αυτό όριο ορίζεται από τη μαιευτική κοινότητα (βλ.
ιδίως απάντηση του πραγματογνώμονος ιατρού Γ. Γ. , μαιευτήρα - γυναικολόγου, στη δεύτερη ερώτηση, που του τέθηκε, στην από ...-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του και 2η σελίδα της από ...-2021 ιατρικής γνωμοδότησης του Γ. Φ.).
Στην περίπτωση αυτή, της διαπίστωσης της σχετικής δυσαναλογίας, που συνεπάγεται την παράταση του δεύτερου σταδίου του τοκετού, προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του εμβρύου, απαραίτητη είναι η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου, στους οποίους αντανακλάται η τυχόν έλλειψη οξυγόνου αυτού, η μέθοδος δε που ακολουθείται πλέον, για την παρακολούθηση των καρδιακών παλμών, είναι η χρήση καρδιοτοκογράφου, δηλαδή μηχανήματος το οποίο αντικατέστησε το κοιλιοσκόπιο, που χρησιμοποιείτο παλιότερα για το σκοπό αυτό (βλ. ιδίως ένορκη κατάθεση μάρτυρος Α. Α., καθηγητή μαιευτικής - γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην 46η σελίδα των ταυτάριθμων με την υπ' αριθ. 148/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και 2η σελίδα της από ...-2021 ιατρικής γνωμοδότησης Γ. Φ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη συνεκτίμηση και δέουσα αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόμενων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης φάσης του τοκετού, η Μ. Π. ήταν συνεχώς συνδεδεμένη με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου, κρίση του Δικαστηρίου που στηρίζεται, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν προσκομίζεται εκτυπωμένο καρδιοτοκογράφημα.
Οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν, βεβαίως, να αιτιολογήσουν την αδυναμία προσκόμισής του, ισχυριζόμενοι ότι η επίτοκος ήταν μεν καθ' όλη τη διάρκεια του τοκετού συνδεμένη με καρδιοτοκογράφο, πλην όμως το συγκεκριμένο μοντέλο δεν διέθετε δυνατότητα εκτύπωσης, παρά μόνο ψηφιακή ένδειξη και ηχητικό σήμα.
Προς επίρρωση του ανωτέρω ισχυρισμού τους, μάλιστα, επικαλούνται και προσκομίζουν τις υπ' αριθ. ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις της Μ. Κ. και του Σ. Μ. και τις υπ' αριθ. ..., ..., ... και ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Κ., Γ. Ρ., Σ. Κ. και Δ. Η., αντιστοίχως. Από τους ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες η Κ. ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, η μαία που συνεπικουρούσε τον Ι.
Π., κατά τον τοκετό της Μ. Π., ο Μ. είναι βοηθός αναισθησιολόγος, ο οποίος εργάζεται στη δεύτερη εναγόμενη και -όπως ιστορεί- την ημέρα του επίδικου τοκετού έτυχε να περάσει από την αίθουσα τοκετών περί ώρα 08:00, πριν ξεκινήσει την πρωινή του βάρδια, και να δει συνδεμένο και σε λειτουργία τον καρδιοτοκογράφο, η Κ. , η Ρ.
και η Κ. απασχολούνται ως νοσηλεύτριες στη δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής και ο Η. είναι συνεργαζόμενος με αυτήν ιατρός, γυναικολόγος - μαιευτήρας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους εν λόγω ενόρκως βεβαιούντες η "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ" διέθετε κατά τον επίμαχο χρόνο τρεις καρδιοτοκογράφους, με στοιχεία α) SONICAID FETAL m4l, β) COROMETRICS FETAL MOD 145 και γ) COROMETRICS 170 SERIES.
Παρότι δε, σύμφωνα με τους ενόρκως βεβαιούντες, η εκάστοτε επίτοκος πολλές φορές συνδέεται με τον καρδιοτοκογράφο κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με χρονική απόσταση η μία σύνδεση από την άλλη περίπου 30 λεπτά της ώρας, δηλαδή δεν συνδέεται αυτή συνεχώς και επί ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, που είναι επικίνδυνο και μπορεί να έχει ανεπιθύμητα αποτελέσματα για την επίτοκο, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η Μ.
Π. "καθ' όλη τη διάρκεια, από όταν εισήχθη στην Κλινική και μέχρι την ώρα που κατέστη επιβεβλημένη η διενέργεια καισαρικής τομής, ήταν συνδεμένη με τον καρδιοτοκογράφο" (βλ. ένορκες βεβαιώσεις Κ., Κ., Ρ. και Κ.). Όσον αφορά τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς των ενόρκως βεβαιούντων πρέπει, κατ' αρχάς, να ειπωθεί ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ...
ένορκη βεβαίωση του συνταξιούχου ιατρού Χ. Τ., γυναικολόγου, το περιεχόμενο της οποίας δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, η μεν συσκευή SONICAID FETAL m4l δεν είναι καρδιοτοκογράφος, αλλά απλή συσκευή Doppler, μέσω της οποίας, εκμεταλλευόμενος ο γυναικολόγος το φαινόμενο Doppler, ανιχνεύει τη συχνότητα των παλμών ενός εμβρύου κατά την κύηση (εμβρυϊκό Doppler), χωρίς να έχει δυνατότητα παρακολούθησης των συσπάσεων της μήτρας, καθόσον η συγκεκριμένη συσκευή δεν διαθέτει σχετικές ενδείξεις.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ίδιο ενόρκως βεβαιούντα, αμφότερες οι συσκευές COROMETRICS είναι πράγματι καρδιοτοκογράφοι, πλην όμως είναι παλαιάς τεχνολογίας και στην οθόνη τους φέρουν μόνο τρεις αριθμούς, που αφορούν τους εμβρυϊκούς παλμούς (ανώτερη και χαμηλότερη τιμή) και μία αριθμητική τιμή που αφορά τη στιγμιαία ισχύ της σύσπασης της μήτρας, χωρίς να διαθέτουν δυνατότητα εκτύπωσης καρδιοτοκογραφήματος. Ενόψει των ανωτέρω και μολονότι δυσχερώς μπορεί να αποδοθεί ευθύνη για αμελή συμπεριφορά στον εναγόμενο ιατρό, μόνο για το λόγο ότι η Κλινική, με την οποία συνεργάζεται και ενεργεί τις ιατρικές του πράξεις, διέθετε κατά τον κρίσιμο χρόνο μηχανήματα παλαιάς τεχνολογίας, στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει, από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ούτε καν ότι η επίτοκος ήταν συνδεμένη με κάποια από τις τελευταίες αυτές συσκευές και όχι με εκείνη του εμβρυϊκού Doppler, που οι ενόρκως βεβαιούντες επίσης χαρακτηρίζουν (εσφαλμένως) ως καρδιοτοκογράφο.
Περαιτέρω, εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι, παρόλο που (σύμφωνα με τις παρούσες κατά τον τοκετό μαία και νοσηλεύτριες), προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, η εκάστοτε επίτοκος πολλές φορές δεν συνδέεται συνεχώς και επί ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, αλλά κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με χρονική απόσταση της μίας σύνδεσης από την άλλη περίπου 30 λεπτά της ώρας, στην προκειμένη περίπτωση, η Μ.
Π. φέρεται από τις ενόρκως βεβαιούσες να ήταν διαρκώς, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ωρών, συνδεμένη με τον καρδιοτοκογράφο, χωρίς να δίδεται κάποια πειστική εξήγηση για αυτήν τη διαφοροποίηση στη μεταχείριση της ενάγουσας, στο μέτρο που, σύμφωνα με τους εναγόμενους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα, ο τοκετός της εξελίσσετο ομαλώς και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
Λαμβάνοντας υπόψη όσα μόλις εκτέθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι τα όσα ιστορούν οι ενόρκως βεβαιούσες, περί διαρκούς σύνδεσης της επιτόκου Μ. Π. με καρδιοτοκογράφο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού τελούν σε αντίφαση με όσα οι ίδιες ισχυρίζονται, όχι μόνο περί έλλειψης αναγκαιότητας ενέργειας της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης στους συνήθεις τοκετούς, αλλά και περί δυνητικής επικινδυνότητάς της.
Ανάξιο μνείας δεν είναι, εξάλλου, και το γεγονός ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων, περί παράλειψης σύνδεσης της πρώτης από αυτούς με καρδιοτοκογράφο, καθ' όλη τη διάρκεια του τοκετού, περιλαμβάνετο ήδη με σαφήνεια και εμφατικότητα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής και αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες, στους οποίους εστηρίζετο η επικαλούμενη αμελής συμπεριφορά του εναγόμενου ιατρού.
Παρ' όλα αυτά, οι εναγόμενοι ουδένα αποδεικτικό μέσο εισέφεραν εμπροθέσμως και παραδεκτώς, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς αναίρεση αυτού του ισχυρισμού, καθόσον οι υπ' αριθ. ..., ... και ...-2011 ένορκες βεβαιώσεις, που η δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής, κατά την αρχική συζήτηση επικαλέστηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων, προσκομίσθηκαν απαραδέκτως, μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρ. 237§§1 και 4 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015) προθεσμιών.
Ακόμη δε και κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη, αυτές αποτελούσαν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον προσκομίστηκαν εκ νέου με επίκληση με τις προτάσεις της δεύτερης εναγόμενης, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ότι λήφθηκαν, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων της δύο τουλάχιστον ημέρες πριν τη βεβαίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 270§2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόστηκε εν προκειμένω από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω του χρόνου λήψης των εν λόγω βεβαιώσεων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιθέμενων και δεδομένου ότι οι ίδιες κατά περιεχόμενο, υπ' αριθ. ..., ..., ...-2021 ένορκες βεβαιώσεις, προσκομίζονται πλέον παραδεκτώς, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπως και οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις των εναγόμενων, οι οποίες επίσης λήφθηκαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, παρίσταται αμφίβολη η αξιοπιστία των συγκεκριμένων ενόρκων βεβαιούντων, σημειωτέου ειδικώς, για τον Σ.
Μ., πως είναι άξιο απορίας ότι, μετά από την πάροδο 16 ετών, είναι σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του και να ιστορήσει ένα άνευ σημασίας συμβάν, όπως η συνομιλία που είχε με τον Ι. Π. σε έναν συνήθη τοκετό, για τον οποίο -κατά τον ενόρκως βεβαιούντα- "δεν υπήρχαν ενδείξεις -ούτε πριν ούτε κατά τη διάρκεια της επέμβασης- κάποιας ιδιαίτερης επιπλοκής, που απαιτούσε άλλη αντιμετώπιση".
Με βάση τα ανωτέρω και για τον πρόσθετο λόγο, ότι όσα οι εν λόγω ενόρκως βεβαιούντες αναφέρουν αναιρούνται πλήρως από τους ισχυρισμούς της ίδιας της πρώτης ενάγουσας και από την υπ' αριθ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση του Χ. Π., το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση, ότι η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου στην προκειμένη περίπτωση εγίνετο, κατά διαστήματα, από τον πρώτο εναγόμενο ή από τη μαία Μ.
Κ., αποκλειστικώς με τη χρήση ακουστικών, δηλαδή με τη χρήση μεθόδου με την οποία δεν είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του, ενώ δεν είναι εφικτή και η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθείται και δεν αξιολογείται η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας (βλ.
υπ' αριθ. ...-2021 ένορκη βεβαίωση Χ. Τ.). Στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι, με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, η εκκαλούσα της Β' έφεσης - δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής παραπονείται ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και στήριξε κατά ένα μέρος την κρίση του περί αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου (ιατρού) στο γεγονός ότι η ίδια ("ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ") δεν διέθετε καρδιοτοκογράφο.
Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος της Β' έφεσης, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την απλή επισκόπηση της εκκαλουμένης καθίσταται σαφές, πως στον ανωτέρω ιατρό αποδίδεται ότι δεν είχε διαρκώς συνδεδεμένη την επίτοκο με καρδιοτοκογράφο με ψηφιακή έστω ένδειξη και όχι ότι η Κλινική δεν διέθετε τέτοιο εξοπλισμό (βλ.
σελ. 14 και στίχους 24 - 27: "... Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης φάσης του τοκετού η επίτοκος ήταν συνεχώς συνδεδεμένη με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου με ψηφιακή ένδειξη...", καθώς επίσης σελ. 25 και στίχους 7-11 της εκκαλουμένης απόφασης: "...Συγκεκριμένα, ο πρώτος των εναγόμενων κατά την παραμονή της πρώτης των εναγόντων στην αίθουσα τοκετού δεν έκανε χρήση μηχανήματος καρδιοτοκογράφου, που, κατά τους ισχυρισμούς τόσο του ίδιου όσο και της δεύτερης των εναγόμενων διέθετε η τελευταία στον εξοπλισμό της, προκειμένου να παρακολουθεί συνεχώς την καρδιακή λειτουργία του εμβρύου...").
Όπως αποδείχθηκε περαιτέρω (και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους), περί ώρα 08:40, διαπιστώθηκε επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, της τάξης των 100 παλμών/λεπτό, οπότε ο ιατρός Ι. Π. διέκοψε την παροχή οξυτοκίνης, χορήγησε οξυγόνο στην επίτοκο με μάσκα, μέτρησε την αρτηριακή της πίεση και αύξησε τη χορήγηση υγρών ενδοφλέβια, εξέτασε κολπικά την επίτοκο, για να επιβεβαιώσει το ύψος της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου και ότι δεν υπήρχαν επιπλοκές, όπως πρόπτωση ομφαλίδας, και την τοποθέτησε σε πλάγια θέση.
Οι ενάγοντες, βεβαίως, αμφισβητούν ότι ο εν λόγω εναγόμενος προέβη πράγματι σε αυτές τις ενέργειες, πλην όμως τους ισχυρισμούς του τελευταίου επιβεβαιώνει κατά το μεγαλύτερο μέρος τους η ενόρκως βεβαιούσα Μ. Κ. [:"... διαπιστώσαμε από τη συνεχή καρδιοτοκογραφική παρακολούθηση μία σχετική στιγμιαία διακύμανση των καρδιακών παλμών του εμβρύου περί τους 110/min, φαινόμενο συχνό στους τοκετούς, οι οποίοι επανήλθαν άμεσα με τους χειρισμούς που συνιστώνται σε αυτές τις περιπτώσεις (ενυδάτωση, αλλαγή θέσης εγκύου κ.τ.λ.)..."], ενώ ανταποδεικτικώς, δεν προσκομίζεται κάποιο στοιχείο, που να μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, τούτο δε παρότι παρίσταται ανεξήγητο το γεγονός ότι οι επίσης ενόρκως βεβαιούσες προαναφερθείσες νοσηλεύτριες, οι οποίες κατέθεσαν για τη συνεχή σύνδεση της επιτόκου με τον καρδιοτοκογράφο, δεν ανέφεραν τίποτε για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Ωστόσο, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για τον έτερο ισχυρισμό των εναγόμενων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ο οποίος επιχειρείται και πάλι να επιβεβαιωθεί από την ενόρκως βεβαιούσα μαία, ότι δηλαδή οι ανωτέρω ενέργειες του ιατρού Π. απέδωσαν αποτελέσματα και ότι οι καρδιακοί παλμοί του τέκνου επανήλθαν σε φυσιολογικά επίπεδα.
Πράγματι, εκτός από τον ανωτέρω ισχυρισμό τους, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα υποστήριξαν επίσης την άποψη ότι ο χρόνος του δευτέρου σταδίου του τοκετού, σε περιπτώσεις πρωτοτόκου με παρουσία επισκληριδίου, μπορεί να υπερβεί και τον βιβλιογραφικά αναφερόμενο των 3 ωρών, χωρίς αυτό να έχει αρνητική επίδραση στην τελική έκβαση του τοκετού και την κατάσταση της υγείας του νεογνού (βλ.
ιατρικές γνωμοδοτήσεις Φ. και Δ. και ένορκες καταθέσεις μαρτύρων Α. και Ζ.).
Εάν, όμως, η άποψη αυτή ήταν γενικώς ιατρικά αποδεκτή στη μαιευτική κοινότητα και σε γνώση του πρώτου εναγόμενου, αυτός δεν θα είχε κανέναν απολύτως λόγο να εκκινήσει τη διαδικασία περαίωσης του επίδικου τοκετού με καισαρική τομή (για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω) αμέσως μετά την εμφάνιση επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου και στο μέτρο που αυτή διήρκεσε στιγμιαία και αποκαταστάθηκε αμέσως, δίνοντάς του τη δυνατότητα να περατώσει τελικώς τον τοκετό κολπικά (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Γ. Γ.). Τούτο, διότι παρίσταται ασύμβατο με τη λογική και δυσχερώς μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η διαμόρφωση της κρίσης του ιατρού, περί του ότι ο -μέχρι τότε καθ' όλα φυσιολογικώς εξελισσόμενος τοκετός- τελικώς δεν εξελίσσετο, σε σχέση με την εμπέδωση του εμβρύου στην πύελο ("... δηλαδή το παιδί παρέμενε "ψηλά"...", βλ. ένορκη βεβαίωση Κ.), απλώς έτυχε να συμπέσει χρονικώς με την (κατά τους εναγόμενους, επιτυχώς αποκατασταθείσα) επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του τελευταίου [βλ. και φωτοαντίγραφο από το βιβλιάριο υγείας του νεογνού, όπου αναφέρεται ως "Αιτία για την επέμβαση (καισαρική τομή)" η ένδειξη "λόγω δυσαναλογίας και αλλοίωσης των παλμών"].
Μάλιστα, ο ενόρκως εξετασθείς με επιμέλεια του πρώτου εναγόμενου μάρτυρας Α. Α., Καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν επανειλημμένως του ζητήθηκε να προσδιορίσει το γεγονός που εκκίνησε τη διαδικασία της καισαρικής τομής, υπέδειξε τη μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του εμβρύου [βλ.
κατάθεση εν λόγω μάρτυρα στις 52η και 80η σελίδες των με αριθ. 148/2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: "... Νομίζω ότι χάλασαν οι παλμοί, απ' ό,τι διάβασα πάλι σας είπα, χάλασαν οι παλμοί κι αποφάσισε ο Γιατρός να κάνει κατευθείαν την καισαρική τομή. Σε κάποια στιγμή που οι παλμοί αυτοί δεν φτιάχνανε..." και (απαντώντας στην ερώτηση "Εγώ σας ερωτώ, μιλήσατε με τον κύριο Π., τι ήταν εκείνο που οδήγησε το Γιατρό, τον κύριο Π., να κάνει καισαρική τομή...Φαντάζομαι, απ' ό,τι θυμάμαι, απ' ό,τι μπορώ να θυμηθώ, είναι ότι δεν προχωρούσε πλέον περισσότερο ο τοκετός κι έκανε αλλοίωση παλμών...
Ναι, δεν επανερχόντουσαν (οι παλμοί). Δεν επανήρχετο η καρδιακή συχνότητα μετά την ωδίνα. Αυτό εννοούμε παθολογικό..."]. Άξιο μνείας είναι δε ότι, ο εν λόγω μάρτυρας, κατά παραδοχή του ίδιου, αντλεί τις γνώσεις του, για την ερευνώμενη υπόθεση, αποκλειστικώς από τη μελέτη των δικογράφων που την αφορούν και τις συνομιλίες του με τον πρώτο εναγόμενο, με επιμέλεια του οποίου προσήλθε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για να καταθέσει, και όχι από τη μελέτη του ιατρικού φακέλου (βλ. 44η και 79η σελίδα των ανωτέρω πρακτικών), επομένως τελεί εν γνώσει των ισχυρισμών του τελευταίου, περί επιτυχούς έκβασης των μέχρι τότε ενεργειών του.
Ενόψει, λοιπόν, των ανωτέρω και της μη αποκατάστασης της επιβράδυνσης των παλμών του εμβρύου, περί ώρα 09:00, αποφασίστηκε από τον πρώτο εναγόμενο η περάτωση του τοκετού, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, αφού δε έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες τροποποίησης της επισκληριδίου αναισθησίας, διενεργήθηκε τελικώς καισαρική τομή και την 09:30 γεννήθηκε άρρεν νεογνό, βάρους 3.300 γρ., το οποίο, κατά την αξιολόγηση της γενικής υγείας του, στο 1 λεπτό και ξανά στα 5 λεπτά μετά τη γέννησή του, έλαβε βαθμολογία Apgar "3", καθόσον εμφάνιζε ελαφρά κυάνωση, υποτονία, σφύξεις 100/λεπτό και προσπάθεια αναπνοής.
Αμέσως, έγινε καρδιοπνευμονική ανάνηψη του νεογνού με χρήση ambu και χορήγηση οξυγόνου με ασκό, από τον παρόντα στον τοκετό παιδίατρο Κ., που είχε ως αποτέλεσμα σε 6-8 λεπτά αυτό να έχει κορεσμό οξυγόνου 98,99%, σφύξεις 125/λεπτό και δικές του αναπνοές 45-50/λεπτό, όντας σε θερμοκοιτίδα με χορήγηση διάχυτου οξυγόνου, όπου είχε ρόδινο χρώμα, αλλά παρέμενε ελαφρά υποτονία (βλ.
ιδίως εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης Ι. Ν. και Μ. Π.). Σημειώνεται ότι ο δείκτης Apgar πήρε το όνομά του από την Virginia Apgar, που τον επινόησε το έτος 1952, και βοηθά τον παιδίατρο να αξιολογήσει πόσο καλά λειτουργεί ο οργανισμός του νεογέννητου, με συνεκτίμηση πέντε τομέων και δη της καρδιακής συχνότητας, της αναπνοής, του μυϊκού τόνου, της αντανακλαστικής ανταπόκρισης σε ερεθίσματα και της χροιάς του δέρματος.
Κάθε τομέας βαθμολογείται σε μία κλίμακα από 0 έως 2 και οι αριθμοί αυτοί αθροίζονται, με υψηλότερη δυνατή βαθμολογία το 10. Μία βαθμολογία Apgar από 8 έως 10, σημαίνει ότι το παιδί βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, δηλαδή η καρδιακή συχνότητα είναι περισσότερο από 100 χτύποι ανά λεπτό, το μωρό αναπνέει κανονικά και κλαίει, είναι δραστήριο, βήχει ή φταρνίζεται, όταν κλείνει η μύτη του, και έχει καλό χρώμα στο δέρμα, ενώ τα νεογέννητα με βαθμό Apgar από 4 και κάτω, στο 1 λεπτό μετά τη γέννα, όπως εν προκειμένω, χρειάζονται άμεση βοήθεια με την αναπνοή τους, ο χτύπος της καρδιάς είναι αργός ή δεν ακούγεται, φαίνονται χλωμά ή ακόμα και μπλε και οι αντανακλαστικές αντιδράσεις τους μπορεί να απουσιάζουν ή να είναι μειωμένες (βλ.
ιδίως ένορκη εξέταση μάρτυρα Χ. Κ. , καθηγητή Νευροχειρουργικής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 148/2011 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Η εξέταση Apgar εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της γενικής υγείας των νεογέννητων στο 1 λεπτό και ξανά στα 5 λεπτά μετά τη γέννησή τους, ωστόσο η αξιοπιστία της ως μεμονωμένου δείκτη περιγεννητικής ασφυξίας του νεογνού αμφισβητείται πλέον από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας, καθόσον περιγράφει την καρδιοαναπνευστική κατάσταση του νεογνού, χωρίς να υποδηλώνει το εκλυτικό αίτιο αυτής, ενώ έχει παρατηρηθεί και ότι 75% των παιδιών, που μετά τον τοκετό εμφάνισαν εγκεφαλική παράλυση (Ε.Π.), είχαν φυσιολογική βαθμολόγηση Apgar (βλ.
ιδίως έκθεση πραγματογνωμοσύνης Ι. Ν.). Μετά από 30 λεπτά το νεογνό παρουσίασε γογγυσμό και ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Κέρκυρας, όπου εισήχθη την 11:30 με γογγυσμό, αναπνοές 90/λεπτό, σφύξεις 100/λεπτό, μη εκλυόμενα αρχέγονα αντανακλαστικά, υποτονικό, νωθρό (εικόνα μέτριας νεογνικής εγκεφαλοπάθειας) και με ρόδινο χρώμα.
Κατά την αντικειμενική εξέταση στο Γ.Ν. Κέρκυρας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη προκεφαλής (βλ. από ...-2005 έγγραφο του Γ.Ν.Κ. και το φύλλο νοσηλείας του ίδιου Νοσοκομείου), σημείο ενδεικτικό πίεσης και κάποιου βαθμού δυσαναλογίας (βλ. ιδίως την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Μ. Π.), ενώ κατά τον εργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελαφρώς αυξημένων λευκών αιμοσφαιρίων και υπογλυκαιμία (βλ.
ιδίως έκθεση πραγματογνωμοσύνης Ι. Ν.), με διάγνωση του ως άνω νοσοκομείου "πιθανή περιγεννητική ασφυξία, γογγυσμός" (βλ. προαναφερόμενο από ...-2005 έγγραφο του Γ.Ν. Κέρκυρας). Κατά την 6η ώρα της ζωής του το νεογνό παρουσίασε επανειλημμένως επεισόδια σπασμών, τα οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν, και χορηγήθηκε αντισπασμωδική αγωγή με διαζεπάμη αρχικώς, από το ορθό και, στη συνέχεια, ενδοφλεβίως, ενώ περίπου 12 ώρες από την εισαγωγή του, δηλαδή περί ώρα 22:15 της ίδιας ημέρας, με συνεχώς επιδεινούμενη την κλινική του εικόνα (σπασμοί, υπογλυκαιμία, λοίμωξη), το νεογνό διασωληνώθηκε και διακομίσθηκε αεροπορικώς στην Αθήνα, στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών Μ.Ε Ν.Ν.) του Νοσοκομείου Παίδων "ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ".
Εκεί εισήχθη τη 02:05 ώρα της 13ης-7-2005 (βλ. ιδίως έγγραφο μονάδας μεταφοράς πρόωρων και προβληματικών δηλαδή περίπου 4 ώρες μετά τη διασωλήνωση, έχοντας εικόνα σοβαρής νεογνικής εγκεφαλοπάθειας και βαριάς γενικής κατάστασης, με υποθερμία, υπεργλυκαιμία, αγγειοκινητικές διαταραχές κορμού και άκρων, 70-80 αναπνοές/λεπτό, συνεχείς σπασμούς κάτω άκρου και γαστροπληγία, τέθηκε δε σε αναπνευστήρα θετικών πιέσεων και ο εργαστηριακός του έλεγχος έδειξε σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές, οξέωση, νεφρική ανεπάρκεια, αυξημένα μυϊκά και ηπατικά ένζυμα, δηλαδή πολυοργανική δυσλειτουργία με εργαστηριακές ενδείξεις λοίμωξης.
Το νεογνό υποβλήθηκε, κατά το πρώτο 24ωρο της ζωής του, σε υπερηχογράφημα εγκεφάλου, το οποίο ανέδειξε "ενδοκοιλιακή αιμορραγία πρώτου βαθμού άμφω και υποψία αυξημένης ηχογένειας περικοιλιακά, το επαναληπτικό στην ένατη ημέρα ζωής ήταν αμετάβλητο, ενώ στη δέκατη πέμπτη ημέρα ζωής υπήρξε σαφής επιδείνωση των ευρημάτων με διάχυτη και αυξημένη ηχογένεια του παρεγχύματος και εκτεταμμένη αιμορραγία άμφω" (βλ.
ιατρική γνωμοδότηση Γ. Φ.). Κατόπιν, παρέμεινε σε αναπνευστήρα επί 11 ημέρες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο έλαβε αντιβίωση, πλάσμα, διττανθρακικά, ντοπαμίνη για ενίσχυση της κυκλοφορίας και αντισπασμωδική αγωγή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σε πολύ επηρεασμένη γενική κατάσταση, με αγγειοκινητικές διαταραχές και επανειλημμένα επεισόδια τονικοκλονικών σπασμών, με τη νευρολογική του εικόνα, κατά τη 14η ημέρα της ζωής του, να περιγράφεται ως "σοβαρής υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας" (ήταν αποδιασωληνωμένο, με δικές του αναπνοές, πολύ νωθρό, δεν έκλαιγε, είχε συμμετρικές κινήσεις άκρων μετά από επώδυνα ερεθίσματα, δεν εκλύοντο νεογνικά αντανακλαστικά, εμφάνιζε βατραχοειδή στάση κάτω άκρων, γενικευμένη μυϊκή υποτονία, προσαγωγή αντίχειρα άμφω (βλ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης Ι. Ν. και ιατρική γνωμοδότηση Γ. Φ.). Η νοσηλεία του νεογνού, στην ανωτέρω Μ.Ε.Ν.Ν., ήταν πολύμηνη, διαρκώντας μέχρι τη 17η-11-2005, κατά τη διάρκεια της οποίας υποβλήθηκε σε νευρολογική επανεκτίμηση, την 3η-11-2005 και διαπιστώθηκε εικόνα σπαστικής τετραπληγίας με φτωχή πρόγνωση (βλ. ιδίως από 11-11-2005 έγγραφο του Α' Νεογνικού Τμήματος του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος).
Στο διάστημα που ακολούθησε, συνεπεία της σπαστικής τετραπληγίας και της προκαλούμενης από αυτήν αδυναμίας του ανηλίκου να ελέγξει τις εκκρίσεις του, υπέστη πολλαπλές λοιμώξεις, κυρίως του αναπνευστικού, εξαιτίας των οποίων νοσηλεύτηκε επανειλημμένα στο Γ.Ν. Παίδων "ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ" (βλ. από 23-6-2006, 1-8-2006, 22-10-2006, 26-1-2007 και 23-2-2007 παιδιατρικά ιστορικά του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος, σε συνδυασμό με την από 20-10-2017 έκθεση των τεχνικών συμβούλων Τ.
και Τ.), ενώ, πλέον, το ανήλικο τέκνο των εναγόντων πάσχει από "σπαστική τετραπληγία, με ορθοκυστικές διαταραχές και νοητική στέρηση στα πλαίσια περιγεννητικής υποξικής εγκεφαλοπάθειας, έχει δε κριθεί ανάπηρο κατά ποσοστό 85% εφ' όρου ζωής (βλ. ιδίως την από 27-2-2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής ΚΕ.Π.Α.
Κέρκυρας και την από 15-5-2009 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολογικού Τμήματος του Γ.Ν. Παίδων "ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ"). Ειδικότερα, έχει διαπιστωθεί ότι δεν παρακολουθεί, δεν ανταποκρίνεται στην εκφορά του ονόματος του ή σε ερεθίσματα, δεν έχει εκφραστικό λόγο, δεν ελέγχει σφιγκτήρες κύστης και ορθού, εμφανίζει αδυναμία χρήσης άνω άκρων, αυτόνομης καθιστής θέσης και ορθοστάτισης - βάδισης, διαταραχή της όρασης και της ακοής, δυσχέρεια στη σίτιση - σιελόρροια, επιληψία και βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τη φροντίδα των γονέων του, λόγω αδυναμίας επικοινωνίας και αυτοεξυπηρέτησης, η δε κατάσταση της υγείας του δεν πρόκειται να αποκατασταθεί στο μέλλον (βλ.
εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης Ι. Ν. και Μ. Π.). Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, ότι όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αφορούν την κλινική κατάσταση του Μ. Σ., αμέσως μετά τη γέννησή του και την περαιτέρω πορεία της υγείας του, όπως αυτές μόλις περιγράφηκαν, εκτός του ότι προκύπτουν από τη μελέτη του ιατρικού φακέλου του ανηλίκου και επιβεβαιώνονται από τις προαναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιατρικές γνωμοδοτήσεις, δεν αμφισβητούνται ειδικά από τους εναγόμενους και την προσθέτως παρεμβαίνουσα, ούτε προσκομίστηκε από αυτούς ανταποδεικτικώς κάποιο στοιχείο, με βάση το οποίο να μπορεί να σχηματιστεί για τα ζητήματα αυτά διάφορη εικόνα.
Σύμφωνα με την από 27-9-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - νεογνολόγου Μ. Π. (βλ. και από 28-5-2009 έκθεση ένορκης εξέτασης του ιατρού Χ. Κ., ειδικού ιατροδικαστή, που δόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας), η υποξική - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια από την οποία πάσχει, κατά τα ανωτέρω, το τέκνο των εναγόντων αποτελεί σοβαρή εκδήλωση περιγεννητικής ασφυξίας.
Ειδικότερα, στην εν λόγω έκθεση διαλαμβάνονται τα εξής: "Η Υ.Ι.Ε. (Υποξική - Ισχαιμική Εγκεφαλοπάθεια) που οφείλεται σε βλάβη η οποία συμβαίνει κατά τη διάρκεια του τοκετού (intrapartum asphyxia) στα τελειόμηνα νεογνά αποτελεί σημαντική αιτία βρεφικού θανάτου, καθώς και νευροαναπτυξιακής καθυστέρησης, αφού είναι γνωστό ότι ευθύνεται για το 20% όλων των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης.
Για να συσχετισθεί η παρουσία νευρολογικών προβλημάτων κατά την βρεφική ή μετέπειτα ηλικία με υποξικό - ισχαιμικό επεισόδιο κατά την διάρκεια του τοκετού, λόγω της εμβρυϊκής δυσπραγίας, θα πρέπει να συνυπάρχουν τα παρακάτω ευρήματα στο νεογέννητο (Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία και το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και γενικώς αποδεκτά από την διεθνή κοινότητα των Νεογνολόγων): 1) χαμηλά Apgar scores, ήτοι score<3 στο 5° ή και περισσότερα λεπτά (δηλαδή ανάγκη για ανάνηψη), 2) οξέωση με Ph του αίματος ομφάλιου λώρου <7,10 [φυσιολογικές τιμές Ph αίματος ομφαλικής αρτηρίας 7,20-734 και ομφαλικής φλέβας 7,28-7,40], 3) εκδήλωση συγκεκριμένων νευρολογικών διαταραχών κατά την διάρκεια των πρώτων 24 ωρών μετά τη γέννηση π.χ.
υποτονία, σπασμοί, κώμα, 4) πολυοργανική ανεπάρκεια (τουλάχιστον δύο οργάνων: πνεύμονες, καρδιά, ήπαρ, νεφροί, αίμα, έντερο) σαν συνέπεια της οξείας ασφυξίας, 5) Απουσία ιστορικού ενδομήτριας λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών.
Στα σημεία εμβρυϊκής δυσχέρειας (δυσπραγίας) περιλαμβάνονται το παθολογικό Doppler, ανώμαλες καταγραφές στο καρδιοτοκογράφημα, όπως μειωμένη μεταβλητότητα, όψιμες επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού και βασική (baseline) βραδυκαρδία, η παρουσία κεχρωσμένου αμνιακού υγρού (αξιολόγηση του ευρήματος με βάση την ποσότητα και τον χρόνο της εμφάνισης), η διαπίστωση οξέωσης με καταγραφή της οξεοβασικής ισορροπίας μέσω διαδερμικών καθετήρων που τοποθετούνται στο κεφάλι του εμβρύου και η καταγραφή εμβρυϊκού ΗΕΓ (ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος).
Στην ασφυξία η διαταραχή συμβαίνει κατά την διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου σταδίου του τοκετού σαν αποτέλεσμα της διακοπής της πλακουντιακής αιματικής ροής. Υπάρχει επομένως παρακώλυση στην ανταλλαγή αερίων, που οδηγεί σε υποξαιμία και υπερκαπνία (αύξηση του CO2). Η διαδικασία αναγνωρίζεται από την εμβρυϊκή οξέωση, η οποία αντανακλά τον βαθμό του αναερόβιου μεταβολισμού που απαιτείται κατά την διάρκεια της υποξίας.
Η βλάβη σε κυτταρικό επίπεδο ακολουθεί δύο φάσεις: Η πρώτη φάση αρχίζει με το οξύ υποξικό - ισχαιμικό επεισόδιο. Το ώριμο έμβρυο - νεογνό αντιδρά μέσω αντιρροπιστικών μηχανισμών, ήτοι ανακατανομή του αίματος, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί επαρκής αιμάτωση των "ευγενών" οργάνων, που είναι ο εγκέφαλος, η καρδιά και τα επινεφρίδια, αγγειοδιαστολή μέσω τοπικής αύξησης αγγειοδιασταλτικών ουσιών όπως Κ (κάλιο) Η+, αδενοσίνη, προσταγλανδίνες, αυτορρύθμιση της εγκεφαλικής αιματικής ροής.
Αυτό γίνεται εις βάρος της αιμάτωσης των νεφρών, του ήπατος, του εντέρου, των πνευμόνων. Σε αυτή την φάση παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της εγκεφαλικής αιματικής ροής, κατάσταση πολύ επικίνδυνη για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας. Την παράταση της υποξίας συνοδεύει ένας καταρράκτης μεταβολών (μείωση καρδιακής παροχής, ενεργοποίηση ριζών Ca++, απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών) και μετά από 30-60 λεπτά ακολουθεί η πτώση της αρτηριακής πίεσης, η περαιτέρω ελάττωση της αιμάτωσης των διαφόρων οργάνων αλλά κυρίως η μείωση της αιμάτωσης του εγκεφάλου (ισχαιμία του εγκεφάλου).
Το τελικό αποτέλεσμα της υποξίας - ισχαιμίας του εγκεφάλου είναι ο θάνατος των νευρικών κυττάρων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η διάρκεια της υποξίας. Διάρκεια υποξίας κατά τον τοκετό (intrapartum asphyxia) πάνω από μια ώρα συνοδεύεται από μεγαλύτερη επίπτωση σοβαρών αναπνευστικών επιπλοκών και εγκεφαλοπάθειας στο νεογνό.
Η πρώτη φάση σε κυτταρικό επίπεδο χαρακτηρίζεται από άμεσο κυτταρικό θάνατο (νέκρωση κυττάρων), διότι, λόγω της υποξίας παρατηρείται πρωτογενής ενεργειακή ανεπάρκεια, λόγω αναερόβιου μεταβολισμού και εξάντλησης των αποθεμάτων γλυκόζης και ΑΤΡ (Τριφωσφορική αδενοσίνη) που οδηγεί και σε ενδοκυττάρια συσσώρευση ριζών Ca++ και κυτταρικό θάνατο.
Ακολουθεί μια λανθάνουσα περίοδος η οποία, αναλόγως με την βαρύτητα και την διάρκεια της αρχικής βλάβης, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκατάσταση μέσω και της σωστής αντιμετώπισης (δηλ. υποστήριξη αναπνευστικού, περιορισμός υγρών, υποστήριξη κυκλοφορικού, αντιμετώπιση σπασμών, παρακολούθηση και αντιμετώπιση ηλεκτρολυτικών και άλλων επιπλοκών) ή να οδηγήσει σε δευτερογενή ενεργειακή ανεπάρκεια.
Η δευτερογενής ενεργειακή ανεπάρκεια - δεύτερη φάση (μετά από 6-15 περίπου ώρες) οδηγεί σε καθυστερημένο κυτταρικό θάνατο των νευρικών κυττάρων την 3η - 10η ημέρα μετά το ασφυκτικό συμβάν. Η εξέλιξη εξαρτάται από την βαρύτητα της πρώτης φάσης και τα ενεργειακά αποθέματα του εγκεφάλου. Οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στον καθυστερημένο κυτταρικό θάνατο είναι η υπεραιμία (επαναιμάτωση), το κυτταρροτοξικό εγκεφαλικό οίδημα, η μιτοχονδριακή ανεπάρκεια, η συσσώρευση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών, η ενεργοποίηση των μηχανισμών αποπτωτικού θανάτου, όπως και ο σχηματισμός ελευθέρων ριζών 02 και οξειδίου του αζώτου.
Η υπεραιμία οφείλεται σε απώλεια της αυτορρύθμισης (vasoparalysis). Σε μελέτη... βρέθηκε ότι ασφυκτικά νεογνά που παρουσίαζαν υπεραιμία (απώλεια αυτορρύθμισης) κατά μέσον την 9η ώρα της ζωής σε συνδυασμό με το παθολογικό ΗΕΓ παρουσίαζαν φτωχότερη πρόγνωση. Σε αυτή την δεύτερη φάση παρατηρείται η εμφάνιση των σπασμών, γεγονός που υποδηλώνει την ανάπτυξη εγκεφαλοπάθειας με απώλεια σημαντικού αριθμού νευρώνων.
Η ύπαρξη των δύο φάσεων επιβεβαιώνεται με την μαγνητική Φασματοσκοπία (MRS Magnetic Resonance Spectroscopy) σε νεογνά με μέτρια και σοβαρή ΥΙΕ. Οι μελέτες δείχνουν ότι σύντομα μετά την γέννηση ο οξειδωτικός μηχανισμός είναι φυσιολογικός, ενώ ακολουθεί η δευτεροπαθής ενεργειακή ανεπάρκεια, η βαρύτητα της οποίας συσχετίσθηκε με την έκβαση.
Η παραπάνω αναφερθείσα λανθάνουσα περίοδος, μεταξύ των δύο φάσεων αποτελεί ένα "θεραπευτικό παράθυρο" μετά από την αρχική καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση και πριν την εξέλιξη στη δευτεροπαθή φάση. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται η λεγόμενη "θεραπευτική υποθερμία" (ΘΥ) τις πρώτες 6 ώρες της ζωής σε ασφυκτικά νεογνά με κλινικές ή εργαστηριακές ενδείξεις ΥΙΕ και αποσκοπεί στην αναστολή της εξέλιξης της δευτεροπαθούς εγκεφαλικής βλάβης, λόγω ενεργειακής ανεπάρκειας.
Το ευεργετικό αποτέλεσμα της ΘΥ αποδίδεται στην μείωση των ενεργειακών αναγκών. Για τη σταδιοποίηση της βαρύτητας της εικόνας των ασφυκτικών νεογνών με ΥΙΕ χρησιμοποιείται η ταξινόμηση Sarnat and Sarnat. Παρόμοια και πιο πρόσφατη είναι η ταξινόμηση του Thompson. Σύμφωνα με αυτές τις ταξινομήσεις διακρίνονται τρεις βαθμοί βαρύτητας νεογνικής εγκεφαλοπάθειας, η ήπια, η μέτρια και η βαριά.
Η ήπια εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από ευερεθιστότητα. Ο μυϊκός τόνος είναι φυσιολογικός. Οι κόρες των οφθαλμών είναι διασταλμένες, παρατηρείται φτωχό αντανακλαστικό θηλασμού και δεν υπάρχουν σπασμοί. Τα συμπτώματα διαρκούν λιγότερο από 24 ώρες. Η μέτριας βαρύτητας εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από λήθαργο, υποτονία και μειωμένη ενεργητικότητα.
Οι κόρες των οφθαλμών είναι σε μύση, ενώ το αντανακλαστικό του θηλασμού απουσιάζει. Συχνά υπάρχουν σπασμοί εστιακοί ή γενικευμένοι. Τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο από 5 ημέρες. Η βαριά εγκεφαλοπάθεια χαρακτηρίζεται από κώμα, σοβαρή υποτονία, απουσία αυτόματης ενεργητικότητας. Οι κόρες των οφθαλμών είναι σε απόκλιση, μυδρίαση ή χωρίς αντίδραση στο φως.
Οι σπασμοί εμφανίζονται από το πρώτο 24ωρο, είναι παρατεταμένοι και ανθεκτικοί στην θεραπεία. Μπορεί να υπάρχει εικόνα απεγκεφαλισμού. Επομένως, όπως φαίνεται, υπάρχουν ανώμαλα ευρήματα (abnormalities in neurologic examination) στην νευρολογική εξέταση, που είναι εμφανή νωρίς μετά τη γέννηση και καθίστανται περισσότερο εμφανή στις 12-24 ώρες μετά την γέννηση.
Η νευρολογική εξέταση, όπως φαίνεται, μπορεί να δείξει ανωμαλίες στην λειτουργία του εγκεφαλικού φλοιού (ευερεθιστότητα, λήθαργος, σπασμοί, κώμα), του στελέχους (διαταραχές στο μέγεθος της κόρης των οφθαλμών, ανωμαλίες κρανιακών νεύρων), του τόνου (υποτονία, υπερτονία) και των αντανακλαστικών. Τα ευρήματα εξαρτώνται από την χρονική στιγμή της εξέτασης και από την σοβαρότητα της υποκείμενης βλάβης του εγκεφάλου.
Τα νεογνά με ήπιας μορφής ΥΙΕ έχουν συνήθως καλή έκβαση. Τα νεογνά με μέτρια ΥΙΕ έχουν ανώμαλη έκβαση σε ποσοστό 20% - 25%. Η βαριά ΥΙΕ συνδέεται με κακή έκβαση σε όλες τις περιπτώσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις ΥΙΕ είναι κρίσιμο να αποκλεισθούν άλλες δυνητικές αιτίες (ενδομήτρια λοίμωξη, τραυματισμός μητέρας, διαταραχές της πήξης κατά την κύηση, πρόωρη γέννηση, υπολειπόμενη ανάπτυξη εμβρύου, πολλαπλή κύηση, χρωμοσωμικές ή σύμφυτες διαταραχές του μεταβολισμού).
Όσον αφορά το θέμα της πολυοργανικής ανεπάρκειας, περίπου το 80% των ασφυκτικών τελειόμηνων νεογνών εμφανίζει ανεπάρκεια ενός ή περισσότερων οργάνων. Σημαντική είναι η σύνδεση εκδηλώσεων (ευρημάτων) στην διάρκεια του τοκετού με την μεταγενέστερη εγκεφαλική παράλυση. Κριτήρια σύνδεσης κοντά στον τοκετό: 1.
Οι ανώμαλες καταγραφές στο καρδιοτοκογράφημα, όπως μειωμένη μεταβλητότητα, όψιμες επιβραδύνσεις του καρδιακού ρυθμού και βασική (baseline) βραδυκαρδία, που δείχνουν ότι κάποιο σοβαρό παθολογικό γεγονός συνέβη. Η παραπάνω διαταραχή στο καρδιοτοκογράφημα δείχνει ότι κάτι αξιοσημείωτο - δραματικό συνέβη κατά την διάρκεια του τοκετού (a sentinel event occurs during the labor). 2.
Η διαπίστωση της ύπαρξης οξέωσης σε αρτηριακό αίμα που έχει ληφθεί από τον ομφάλιο λώρο, ιδιαίτερα Ph μικρότερο από 7,00 και έλλειμμα βάσης μεγαλύτερο του 12 mmol/ml.
3. Apgar score μικρότερο από 3 στα 10 λεπτά ή περισσότερο, με ανάγκη για καρδιοπνευμονική ανάνηψη ή διασωλήνωση στην αίθουσα τοκετού. 4. Πρώιμη έναρξη μέτριας ή βαριάς εγκεφαλοπάθειας στο νεογνό ηλικίας κύησης > των 36 εβδομάδων, απουσία άλλων αιτιών εγκεφαλοπάθειας. Η διαδρομή από μια υποξική-ισχαιμική βλάβη που συμβαίνει στη διάρκεια του τοκετού πρέπει να περάσει (must progress) διαμέσου της νεογνικής εγκεφαλοπάθειας. 5. Γρήγορη έναρξη πολυοργανικής ανεπάρκειας.
6. Απεικονιστικός έλεγχος συμβατός με οξεία εγκεφαλική βλάβη. Ο απεικονιστικός έλεγχος και δη η MRI εγκεφάλου παρέχει το καλύτερο εργαλείο για τον καθορισμό της έκτασης - του βαθμού (extent) της βλάβης του, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό (determine) του χρόνου της βλάβης. Ευρήματα μπορεί να είναι εμφανή 24 - 48 ώρες μετά την στιγμή της βλάβης.
Τα ευρήματα είναι ανάλογα της σοβαρότητας της βλάβης. Ήπιες έως μέτριες βλάβες χαρακτηρίζονται από παραϊνιακές - περιρολάνδειες αλλαγές. Αυτές αναφέρονται σε αμφοτερόπλευρη νέκρωση του φλοιού, καθώς και σε νέκρωση της γειτονικής - παρακείμενης (adjacent) υποφλειώδους λευκής ουσίας και περιλαμβάνει τις ανώτερες μέσες και κυρίως οπίσθιες θέσεις των κυρτοτήτων των εγκεφαλικών ημισφαιρίων.
Η νέκρωση συμβαίνει στις λεγόμενες μεθοριακές ζώνες, δηλαδή μεταξύ των τελικών κλάδων των μεγάλων εγκεφαλικών αρτηριών, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητες στην έκθεση σε ισχαιμία. Η σπαστική τετραπληγία είναι η συχνότερη μακροπρόθεσμη έκβαση αυτής της βλάβης. Άλλες βλάβες που συμβαίνουν περιλαμβάνουν εκείνες του ιππόκαμπου, των βασικών γαγγλίων, του θαλάμου, της γέφυρας, με βλάβη των κρανιακών νευρών εντός αυτής.
Επακόλουθα στην νεογνική ηλικία είναι νεογνικοί σπασμοί, δυσχέρεια στην σίτιση, ενώ μακροπρόθεσμη έκβαση είναι νοητική υστέρηση και σπασμοί. Βλάβη των βασικών γαγγλίων παρατηρείται στα δύο τρίτα των ασφυκτικών νεογνών. Επομένως, ο όρος "ασφυξία" είναι μια διάγνωση η οποία γίνεται μετά τον τοκετό και εκ των υστέρων είναι ενδεικτική - δηλωτική μιας κακής προσαρμογής του εμβρύου στο stress.
Το ερώτημα που τίθεται τελικά είναι εάν τα 6 αυτά κριτήρια είναι ουσιώδη για την στήριξη - εδραίωση της σύνδεσης των συμβάντων στην διάρκεια του τοκετού και της επακόλουθης εγκεφαλικής παράλυσης. Από την αθροιστική εμπειρία σημαντικών ερευνητών φαίνεται ότι όλα τα ως άνω σημεία (κριτήρια) είναι παρόντα σε ποσοστό άνω του 90% των περιπτώσεων εγκεφαλικής παράλυσης.
Τα ουσιώδη κριτήρια που καθορίζουν την συσχέτιση ενός οξέος συμβάντος στην διάρκεια του τοκετού (intrapartum event) σε βάθος χρόνου, δηλ. μακριά από τον τοκετό προτείνονται από την ACOG and American Academy of Pediatrics Task Force on Neonatal Encephalopathy and Cerebral Palsy:
1. H διαπίστωση της ύπαρξης οξέωσης σε αρτηριακό αίμα που έχει ληφθεί από τον ομφάλιο λώρο, ιδιαίτερα Ph μικρότερο από 7,00 και έλλειμμα βάσης μεγαλύτερο του 12 mmol/ml. 2. Πρώιμη έναρξη μέτριας ή βαριάς εγκεφαλοπάθειας σε νεογνό ηλικίας κύησης > των 36 εβδομάδων, απουσία άλλων αιτιών εγκεφαλοπάθειας. Η νευρολογική εξέταση σε μέτρια ή βαριά εγκεφαλοπάθεια, όπως φαίνεται και ανωτέρω, μπορεί να δείξει ανωμαλίες στην λειτουργία του εγκεφαλικού φλοιού (ευερεθιστότητα, λήθαργος, σπασμοί, κώμα) του στελέχους (διαταραχές στο μέγεθος της κόρης των οφθαλμών, ανωμαλίες κρανιακών νεύρων), του τόνου (υποτονία, υπερτονία) και των αντανακλαστικών (απουσία, αδύναμα αντανακλαστικά - hyporeflexia). 3.
Εγκεφαλική παράλυση τύπου σπαστικής τετραπληγίας ή δυσκινητικού τύπου. Η σπαστική τετραπληγία και λιγότερο η εγκεφαλική παράλυση δυσκινητικού τύπου συσχετίζονται με οξύ υποξικό συμβάν κατά την διάρκεια του τοκετού (acute hypoxic intrapartum events). Αυτό δεν σημαίνει ότι τα acute hypoxic intrapartum events προκαλούν πάντα σπαστική τετραπληγία, αλλά ότι η σπαστική τετραπληγία οφείλεται πάντα σε acute hypoxic intrapartum events. 4.
Απουσία ιστορικού ενδομήτριας λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών. Με βάση τα παραπάνω αναφερθέντα κριτήρια σύνδεσης (το νεογνό) παρουσιάζει τα κάτωθι: 1. Διαυγές αμνιακό υγρό κατά την ώρα της ρήξης θυλακίου, άρα μπορεί να συμπεράνει κάποιος ότι δεν υπήρξε κάποιο stress μέχρι εκείνη τη στιγμή. 2.
Εμβρυϊκή δυσχέρεια για τουλάχιστον πενήντα λεπτά (από τη διαπίστωσή της μέχρι την ολοκλήρωση της καισαρικής τομής) με εκδήλωση βασικής βραδυκαρδίας και συχνότητα καρδιακών παλμών <110 παλμοί/λεπτό. Το στάδιο εξώθησης και της προσπάθειας επίτευξης φυσιολογικού τοκετού, επίσης ήταν παρατεταμένο, δηλαδή ήταν 3 ώρες (από την επίτευξη πλήρους διαστολής έως και την ολοκλήρωση της καισαρικής τομής). 3.
Δεν υπάρχει Ph ομφάλιου λώρου (προφανώς λόγω έλλειψης μηχανήματος αερίων αίματος).
4. Apgar score 1ου και 5ου λεπτού "3" και στην συνέχεια καρδιοπνευμονική ανάνηψη με Ambu και συνεχή χορήγηση Ο2 για δέκα λεπτά (επομένως χαμηλό Apgar score στην διάρκεια αυτού του διαστήματος). 5. Πρώιμη έναρξη μέτριας προς βαριά ΥΙΕ (υποτονία, νωθρότητα, απουσία αρχέγονων αντανακλαστικών, σπασμοί με εικόνα status, δηλαδή συνεχής και παρατεταμένη εκδήλωση, με δυσχέρεια στον έλεγχο αυτών (χορήγηση φαινοβαρβιτάλης παράλληλα με μιδαζολάμη, που συνήθως χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση του status) 6.
Πολυοργανική ανεπάρκεια. Εκτός από την εικόνα ΥΙΕ (συμμετοχή του ΚΝΣ) υπάρχει και συμμετοχή του αναπνευστικού συστήματος (ανάγκη για αναπνευστική υποστήριξη, παρέμεινε διασωληνωμένο για 14 ημέρες με μετέπειτα σταδιακή μείωση της υποστήριξης), ηπατική βλάβη (αυξημένες τιμές τρανσαμινασών, ήτοι SGOT 467 U/L.
SGPT 266 U/L, YGT 206 IU/L, υπογλυκαιμία), νεφρική βλάβη (αυξημένες τιμές ουρίας 52 mg/dl, κρεατινίνης 1,6 mg/dl, λευκωματουρία), πιθανή καρδιακή βλάβη (αυξημένες τιμές CPK 2913 IIU/ml). Η αύξηση αυτής της CPK πιθανότατα οφείλετο σε αύξηση του καρδιακού κλάσματος αυτής, όπως επίσης και του εγκεφαλικού κλάσματος. Η λευκοκυτάρρωση και δη χωρίς αύξηση άλλων δεικτών φλεγμονής (π.χ.
CRP- σε αντιδρώσα πρωτεΐνη) δεν στοιχειοθετεί εικόνα λοίμωξης ούτε εικόνα διάχυτης ενδαγγειακής πήξης, χωρίς ενδείξεις επηρεασμένων χρόνων πήξης και με καλά επίπεδα αιμοπεταλίων. Αύξηση των λευκοκυττάρων, καθώς και των εμπυρήνων ερυθρών αιμοσφαιρίων παρατηρείται στα νεογνά που έχουν υποστεί ασφυξία. 7.
Γρήγορη διαπίστωση ύπαρξης εγκεφαλικής αιμορραγίας. 1° US εγκεφάλου κατά την εισαγωγή στην ΒΜΕΝ: ενδοκοιλιακή αιμορραγία και αυξημένη ηχογένεια περικοιλιακά. 2° US εγκεφάλου κατά την 9η ημέρα της ζωής ίδια εικόνα με το πρώτο. 3° US εγκεφάλου κατά την 27-7-2005, δηλαδή την 15η ημέρα της ζωής: διάχυτη ηχογένεια του εγκεφαλικού παρεγχύματος και εκτεταμένη αιμορραγία άμφω. 8.
Απουσία ιστορικού ενδομήτριος λοίμωξης, τραυματισμού μητέρας, διαταραχών πήξης κατά την κύηση, πρόωρης γέννησης, υπολειπόμενης ανάπτυξης εμβρύου, πολλαπλής κύησης, χρωμοσωμικών ή συγγενών ανωμαλιών. 9. Εικόνα σπαστικής τετραπληγίας με νοητική υστέρηση. Επομένως, όπως περιγράφεται ανωτέρω, η εικόνα πληροί τα κριτήρια σύνδεσης της σπαστικής τετραπληγίας με συμβάντα κατά την διάρκεια του τοκετού και την επακόλουθη Υποξική - Ισχαιμική Εγκεφαλοπάθεια.
Η ΥΙΕ προκάλεσε την εγκεφαλική αιμορραγία, διότι... στην πρώτη φάση της ασφυξίας, λόγω των αντιρροπιστικών μηχανισμών, παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της εγκεφαλικής αιματικής ροής, κατάσταση πολύ επικίνδυνη για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας, και επίσης... στην δεύτερη φάση παρατηρείται υπεραιμία και κυτταροτοξικό εγκεφαλικό οίδημα, καταστάσεις πολύ επικίνδυνες για την εκδήλωση εγκεφαλικής αιμορραγίας.
Τα ευρήματα από την μεταγενέστερη MRI Εγκεφάλου, συσχετιζόμενα με την επακόλουθη εικόνα της Σπαστικής Τετραπληγίας, παραπέμπουν σε intrapartum asphyxia. Όπως φαίνεται από την παραπάνω τοποθέτηση και τα παραπάνω αναφερθέντα στοιχεία, η ασφυξία κατά την διάρκεια του τοκετού είχε και ένταση και διάρκεια τουλάχιστον πενήντα λεπτών, ούτως ώστε να οδηγήσει στην ΥΙΕ και τον καταρράκτη των διαδικασιών που οδηγούν σε κυτταρικό θάνατο το νευρικό κύτταρο.
Χρονικά το νεογνό διήλθε μέσω της πρώτης φάσης της ΥΙΕ, της λανθάνουσας περιόδου και, ενώ είχε από ώρες εισέλθει στην δεύτερη φάση της ΥΙΕ, διακομίσθηκε σε Εντατική Μονάδα Νεογνών Τριτοβάθμιου Νοσοκομείου. Η διακομιδή από το αξιόλογο, αλλά περιφερειακό Νοσοκομείο, ήταν κατά τη γνώμη μου επιβεβλημένη και απολύτως αναγκαία.
Η αερομεταφορά μπορεί να συνεπάγεται κάποια ταλαιπωρία για το νεογνό και τους γονείς, αλλά δεν συνετέλεσε στην σπαστική τετραπληγία, διότι, όπως φαίνεται από τα ανωτέρω, η βλάβη είχε ήδη δρομολογηθεί από την intrapartum asphyxia. Το αυτό πιστεύω και για την ουρολοίμωξη που αναφέρεται στην ερώτηση, αν και δεν αναφέρεται στις διαγνώσεις της Α.Μ.Ε.Ν.
Όσον αφορά την υπογλυκαιμία, αυτή μπορεί να θεωρηθεί σαν συνέπεια της ΥΙΕ, μέσω της ηπατικής βλάβης, η οποία αποδεικνύεται από την σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών και της yGT. Επίσης οι σπασμοί συνεχίζονται και μετά τη διόρθωση της υπογλυκαιμίας και δεν αποδίδονται σε αυτήν". Με βάση αυτό το σκεπτικό και παραπέμποντας σε εκτεταμένη βιβλιογραφία, η ορισθείσα ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα "η σημερινή κατάσταση του τέκνου των εναγόντων οφείλεται σε περιγεννητική υποξία σε ποσοστό 100%", άποψη με την οποία ταυτίζονται, παραθέτοντας ο καθένας τα δικά του επιχειρήματα, τα περισσότερα από τα οποία προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο με εκείνα της πραγματογνώμονα, οι τεχνικοί σύμβουλοι των εναγόντων Χ.
Τ., μαιευτήρας - γυναικολόγος, και Σ. Τ., ιατροδικαστής και ιατρός Δημόσιας Υγείας, καθώς και οι καταθέσαντες τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες ιατρικές γνωμοδοτήσεις Χ. Κ., ειδικός ιατροδικαστής, Χ. Κ., ιατρός νευροχειρουργός (ο οποίος εξετάστηκε και ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), Ε.
Μ. και Ι. Μ., αμφότεροι ιατροί νευρολόγοι. Όσον αφορά τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις και ιατρικές γνωμοδοτήσεις, πρέπει να παρατηρηθεί κατ' αρχάς ότι ορισμένοι από τους τεχνικούς συμβούλους και ιατρικώς γνωμοδοτήσαντες είναι ειδικότητας με αντικείμενο που είναι είτε ποιοτικώς (νευρολόγοι, νευροχειρουργοί), είτε ολικώς (ιατροδικαστές, γενικοί ιατροί) διάφορο από εκείνο των ορισθέντων πραγματογνωμόνων (μαιευτήρα - γυναικολόγου, παιδιάτρου - παιδονευρολόγου και νεογνολόγου - εντατικολόγου), γεγονός με βάση το οποίο οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν να πλήξουν την αξιοπιστία τους, αμφισβητώντας ότι αυτοί διαθέτουν τις απολύτως εξειδικευμένες γνώσεις που απαιτούνται, για να γνωματεύσουν αυθεντικά στην ερευνώμενη περίπτωση.
Ωστόσο, όλοι οι ανωτέρω κατέθεσαν αναλυτικότατες εκθέσεις, παραθέτοντας επιχειρήματα και, ενίοτε, παραπομπές σε βιβλιογραφία, με συνέπεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διαφορετική τους εξειδίκευση να μην τους καθιστά -άνευ ετέρου- αναξιόπιστους, όσον αφορά την κρινόμενη υπόθεση.
Περαιτέρω, πρέπει να ειπωθεί ότι τόσο η προαναφερθείσα πραγματογνώμονας (Μ. Π.), όσο και κάποιοι από τους γνωμοδοτήσαντες, σε αρκετά σημεία των εκθέσεών τους, αλλά και κάποια από τα επίσης ανωτέρω αναφερθέντα ιατρικά έγγραφα, χρησιμοποιούν τον όρο "περιγεννητική ασφυξία", είτε ως διάγνωση της κατάστασης της υγείας του νεογνού Σ., είτε ως αιτιολογία της εγκεφαλικής του βλάβης.
Δραττόμενοι από αυτό, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα επιχειρούν να ανατρέψουν τα συμπεράσματα της πραγματογνώμονος και των γνωμοδοτούντων, υποστηρίζοντας ότι ως περιγεννητική περίοδος ορίζεται το διάστημα από την 28η εβδομάδα της εγκυμοσύνης έως και την 1η εβδομάδα της ζωής του νεογνού και ότι, συνεπώς, ακόμη και αν γίνουν δεκτές οι απόψεις των ανωτέρω ιατρών, περί σύνδεσης της υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας (ΥΙΕ), που υπέστη το νεογνό Σ. , με "περιγεννητική ασφυξία", αυτή (ασφυξία) θα μπορούσε να έχει συμβεί οποτεδήποτε εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.
Ωστόσο, μολονότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους, αναφορικά με τη διάρκεια της περιγεννητικής περιόδου είναι βάσιμος (πρόσφατες, μάλιστα, μελέτες, που γίνονται δεκτές και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αφετηριάζουν την περιγεννητική περίοδο από την 22η εβδομάδα κύησης, βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρα μαιευτήρα - γυναικολόγου Β.
Ζ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), η προσεκτική ανάγνωση όλων των ανωτέρω εκθέσεων οδηγεί ανενδοίαστα στο συμπέρασμα, ότι οι συγκεκριμένοι ιατροί, δεν χρησιμοποιούν τον όρο "περιγεννητική ασφυξία", για να συνδέσουν την υποξική - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια (ΥΙΕ) του νεογνού γενικώς με οποιοδήποτε γεγονός, που τυχόν έλαβε χώρα καθ' όλη την προαναφερθείσα χρονική περίοδο.
Αντιθέτως, αυτός (όρος) χρησιμοποιείται, για να προσδιορίσει χρονικώς συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του ιατρού Π., κατά τη διάρκεια του τοκετού (δηλαδή σε χρόνο για τον οποίο ο ανωτέρω όρος είναι επίσης ιατρικά δόκιμος), λόγω των οποίων δεν έγινε έγκαιρα αντιληπτή η εμβρυϊκή δυσχέρεια και παρατάθηκε άσκοπα και επικίνδυνα η -ούτως ή άλλως στρεσογόνος για το έμβρυο- διάρκεια του (τοκετού), με τον τρόπο δε αυτόν τελικώς, τόσο η Π. , όσο και ο μάρτυρας (Κ.) και οι γνωμοδοτούντες, που συμφωνούν με τα συμπεράσματά τους, συνδέουν απολύτως αιτιακά τα συμβάντα, κατά τον τοκετό, με την πάθηση του τέκνου των εναγόντων.
Τα ανωτέρω συμπεράσματα επιχειρούν οι εναγόμενοι να αναιρέσουν, επικαλούμενοι κατ' αρχάς την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - παιδονευρολόγου Ι. Ν. , η οποία, επικαλούμενη την ισχαιμία, τη λοίμωξη, την υπογλυκαιμία, τους αρρύθμιστους σπασμούς και την παρατεταμένη παραμονή του νεογνού σε αναπνευστήρα, καθώς και τις διαταραχές οξυγόνωσης κατά τις διακομιδές αυτού, καταλήγει στο ότι "η σπαστική τετραπληγία - νοητική υστέρηση από την οποία πάσχει ο Μ.
Σ. θα μπορούσε να αποδοθεί στην πρώιμη εμφάνιση νεογνικής εγκεφαλοπάθειας από υποξία - ισχαιμία, αλλά με πολλαπλούς συνυπάρχοντες μεταγεννητικούς συνεργικούς παράγοντες, που συμμετείχαν και επιδείνωσαν την κλινική έκβαση: αναγκαιότητα διακομιδής 2 φορές, εργαστηριακά διαπιστωθείσα λοίμωξη, σοβαρή υπογλυκαιμία, δύσκολα ελεγχόμενοι νεογνικοί σπασμοί, ηλεκτρολυτικές διαταραχές", καθόσον "τα στοιχεία που πιστοποιούν την ήπια υποξία κατά τη γέννηση (καθυστερημένες επιβραδύνσεις στον καρδιοτοκογράφο, χαμηλό Apgar score: 3 στο πέμπτο λεπτό, καθυστερημένη έναρξη αυτόματης αναπνοής) ανευρίσκονται συχνά και σε νεογνά που στη συνέχεια δεν ανέπτυξαν νευρολογικά προβλήματα".
Την ίδια άποψη (Ν.), περί πιθανής συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση πολλαπλών βλαπτικών παραγόντων, που οδήγησαν στο ανωτέρω αποτέλεσμα, υποστήριξαν η διορισθείσα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας πραγματογνώμονας Μ. Τ., παιδίατρος - παιδονευρολόγος, Επίκουρη Καθηγήτρια Παιδιατρικής του Τομέα Υγείας του Παιδιού της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και από τους συντάξαντες ιατρικές γνωμοδοτήσεις οι Γ.
Φ. και η Ι. Κ., όχι όμως και οι εξετασθέντες με επιμέλεια των εναγόμενων μάρτυρες Α. Α., ο οποίος δεν ήταν σε θέση να απαντήσει συγκεκριμένα για την ερευνώμενη περίπτωση (βλ. 51ησελίδα υπ' αριθ. 148/2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: "... εγώ όμως μπορώ να σας πω για την περιγεννητική ασφυξία πως μπορεί να επέλθει γενικά..."), ενώ ο έτερος εξετασθείς μάρτυρας Β.
Ζ., ερωτηθείς σχετικώς, απάντησε γενικώς και αορίστως, ότι μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι δεν γνωρίζει τι έγινε εν προκειμένω και προκλήθηκε η εγκεφαλική παράλυση του Μ. Σ., πλην όμως, το συμβάν που την προκάλεσε, δεν έλαβε χώρα κατά τον τοκετό (βλ. 103η σελίδα υπ' αριθ. 148/2011 πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου).
Όσον αφορά ειδικότερα τις γνωμοδοτήσεις Φ. και Κ., άξιο μνείας είναι πρωτίστως, ότι αμφότεροι οι ιατροί, όπως και οι πραγματογνώμονες Ν. και Τ., παρίστανται ενδοιαστικοί κατά την έκθεση των απόψεών τους, υπό την έννοια του ότι χρησιμοποιούν γενικόλογες και αόριστες εκφράσεις, όπως "φαίνονται να προκαλούνται...", "συχνά εντοπίζονται...", "πιθανότατα συνέβαλαν...", "δεν μπορεί να συνδεθεί ή να αποδοθεί με βεβαιότητα...", "περισσότερο είναι συμβατά..." και παραθέτουν μεν αναλυτικώς τα -κατ' αυτούς- γενικώς ισχύοντα, στην ιατρική κοινότητα, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα, εστιάζοντας δε, στην προκειμένη περίπτωση, αδυνατούν να προσδιορίσουν ποιοι ακριβώς από τους επικαλούμενους παράγοντες, που προηγήθηκαν του τοκετού και με ποιον ακριβώς μηχανισμό, μπορεί να οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, για το Μ.
Σ., καθώς και σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρέασαν την κλινική του εικόνα. Τούτο δε καθίσταται κρισιμότερο, για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των συμπερασμάτων τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, το μαιευτικό ιστορικό της Μ. Π. ήταν ελεύθερο και απουσίαζαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες του νεογνού ή άλλα ευρήματα, που να στοιχειοθετούν γνωστό σύνδρομο, η δε κύησή της και ο τοκετός εξελίχθηκαν απολύτως ομαλά, μέχρι την παράταση του σταδίου της εξώθησης και τη διαπίστωση της βραδυκαρδίας του εμβρύου.
Υπό το πρίσμα αυτό και ενόψει της απουσίας οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου, από το οποίο να δημιουργείται έστω σχετική υπόνοια, παρίσταται απλώς γενικώς πιθανή, σε επίπεδο βιβλιογραφικής αναφοράς, η συσχέτιση με κάποιο συμβάν που προηγήθηκε του τοκετού της υποξικής - ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, που εμφάνισε το νεογνό Σ.
και της προκληθείσας, συνεπεία αυτής, εγκεφαλικής παράλυσης και σπαστικής παραπληγίας με νοητική υστέρηση. Πρέπει, μάλιστα, στο σημείο αυτό να ειπωθεί ότι άπαντες οι αμέσως ανωτέρω αναφερθέντες πραγματογνώμονες και γνωμοδοτούντες, εκφέρουν τις σχετικές απόψεις τους, όπως θα έπρατταν, αν δεν είχε λάβει χώρα κατά τον τοκετό κανένα αξιόλογο ιατρικά συμβάν και αυτός είχε εξελιχθεί απολύτως ομαλώς μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο περαίωσή του.
Έτσι, όμως, παραγνωρίζουν το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, τέτοια συμβάντα υπήρξαν περισσότερα από ένα και δη α) η μη παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο, που είχε ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του και να μην είναι εφικτή η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθείτο και δεν αξιολογείτο η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας, β) η μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών παλμών του εμβρύου (αμφότερα ζητήματα για οποία ήδη έγινε λόγος ανωτέρω), γ) η επί μακρόν παράταση του τοκετού, χωρίς προοπτική περαίωσής του κολπικώς (έστω επεμβατικώς με εμβρυουλκία ή συκιουλκία) και δ) η καθυστέρηση στη λήψη απόφασης για καισαρική και στη διενέργειά της (ζητήματα για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια).
Αναφορικώς, εξάλλου, με την επικαλούμενη επίδραση συμβάντων μετά τον τοκετό, που να προκάλεσαν τελικά την εγκεφαλική παράλυση του νεογνού, πρέπει να ειπωθεί ότι μία τέτοιου είδους θεώρηση, η οποία θα απάλλασσε τον ιατρό Π. από οποιανδήποτε ευθύνη για αμελή συμπεριφορά (στο μέτρο που αυτός δεν ενεπλάκη σε καμία ιατρική πράξη μετά τον τοκετό), θα ασκούσε έννομη επιρροή, εν προκειμένω, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το νεογνό είχε γεννηθεί απολύτως υγιές και χωρίς κάποιο πρόβλημα, όχι δε και στην περίπτωση κατά την οποία θα κρινόταν ότι, λόγω προηγούμενης αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου, προκλήθηκε βλάβη της υγείας του νεογνού, η οποία απλώς επιτάθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις άλλων προσώπων, χωρίς να διακόπτεται ο μεταξύ τους υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος. Τούτο διότι, η ευθύνη περισσότερων ιατρών για το αυτό ζημιογόνο αποτέλεσμα, στο οποίο υπήρξε συντρέχουσα αμέλειά τους, ταυτόχρονη ή και διαδοχική, ρυθμίζεται από το άρθρ. 926 εδ. α' ΑΚ και ενέχονται αυτοί από κοινού και εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του ποσοστού συνυπαιτιότητας του καθενός, ο τυχόν δε επιμερισμός της μεταξύ τους ευθύνης μπορεί να γίνει μόνο σε μεταξύ τους δίκη, με την άσκηση του δικαιώματος αναγωγής...
Στην κρινόμενη περίπτωση, όμως, ουδείς από τους εξετασθέντες ενόρκως ιατρούς, τους ορισθέντες πραγματογνώμονες, τους γνωμοδοτήσαντες ιατρούς ή ακόμα και τους ενόρκως βεβαιώσαντες ήταν σε θέση να υποστηρίξει πειστικώς, ότι το νεογνό γεννήθηκε απολύτως υγιές ή, έστω, χωρίς σοβαρά προβλήματα, λαμβανομένης, μάλιστα, της πολύ χαμηλής βαθμολογίας Apgar, που είχε στο πρώτο και στο πέμπτο λεπτό της ζωής του και της εντός λίγων ωρών ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του, που κατέστησε απολύτως αναγκαία την αεροδιακομιδή του στην Αθήνα, στη Μ.Ε.Ν.Ν. του Νοσοκομείου Παίδων "ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ". Βεβαίως, οι εναγόμενοι και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως και οι ιατροί που υποστηρίζουν τις θέσεις τους, επιχειρούν να εκμηδενίσουν την αποδεικτική αξία της ανωτέρω εξέτασης Apgar, ως αξιόπιστου μέσου για την αξιολόγηση της γενικής υγείας των νεογέννητων, επικαλούμενοι, αφενός, το γεγονός ότι είναι αρκετά σύνηθες το να έχουν νεογνά χαμηλή βαθμολογία Apgar και τελικώς να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως και το να έχουν ικανοποιητική βαθμολογία και τελικώς να εμφανίσουν εγκεφαλική παράλυση, και αφετέρου, το γεγονός ότι στην ερευνώμενη περίπτωση δεν έλαβε χώρα εκ νέου βαθμολόγηση του νεογνού και στο δέκατο λεπτό της ζωής του.
Πλην, όμως, η ανωτέρω συλλογιστική βάση δεν είναι συμπαγής και πειστική, καθόσον παραβλέπεται σ' αυτήν κατ' αρχάς το ότι, παρά την επικαλούμενη μειωμένη αξιοπιστία της, η βαθμολόγηση Apgar εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στη μαιευτική κοινότητα, όπως και εν προκειμένω.
Περαιτέρω, στην περίπτωση του νεογνού Σ., συνέπεσε η χαμηλότατη βαθμολόγηση Apgar και η σε πολύ σύντομο χρόνο διάγνωση υποξικής ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, που οδήγησε τελικώς στην εγκεφαλική του παράλυση και στη σπαστική τετραπληγία που σήμερα εμφανίζει, γεγονότα που δεν μπορούν να αποσυνδεθούν, ούτε μεταξύ τους, ούτε από εκείνα που προηγήθηκαν και να εμφανίζονται ή να αξιολογούνται αυτοτελώς, όπως συμβαίνει στις βιβλιογραφικές αναφορές που κάνουν οι εν λόγω ιατροί.
Εξάλλου, στην πραγματογνωμοσύνη της Μ. Π., με πειστικότητα εξηγείται το ότι η αερομεταφορά του νεογνού και η λοίμωξη, καθώς και η υπογλυκαιμία που εμφάνισε αυτό μετά τη γέννησή του, δεν συνετέλεσαν στη σπαστική τετραπληγία, διότι αυτή είχε ήδη δρομολογηθεί από το συμβάν της ασφυξίας κατά τη διάρκεια του τοκετού [βλ.
ενδεικτ. ένορκη εξέταση Ε. Μ. : "... Τονίζεται ότι η αυξημένη τιμή λευκών αιμοσφαιρίων που ανευρέθηκε κατά την εισαγωγή του ασθενούς στο Γ.Ν.Π.Α. "Αγ. Σοφία" οφειλόταν στο οξύ και έντονο stress της περιγεννητικής ασφυξίας και όχι σε λοίμωξη, γιατί τότε θα εκδηλωνόταν σε μεταγενέστερο χρόνο και σε συνδυασμό με άλλα ευρήματα (πυρετό, θετικές καλλιέργειες σωματικών υγρών, αυξημένη CRP).
Επίσης η υπογλυκαιμία ήταν αποτέλεσμα της εγκεφαλικής βλάβης και της απώλειας των φυσιολογικών ρυθμιστικών μηχανισμών του νεογνού, καθώς και της δυσλειτουργίας του ήπατος, λόγω της υποξικής βλάβης που υπέστη κατά τον τοκετό, και όχι αιτία της εγκεφαλικής του βλάβης..." και Ι. Μ. : "... Επίσης η πραγματογνώμονας (Τ.) παραλείπει να αναφέρει το γεγονός ότι η αύξηση των λευκών κυττάρων παρατηρείται και σε νεογνά που έχουν υποστεί ισχαιμική βλάβη, καθώς η υποξία έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση παραγωγής των λευκών κυττάρων..."].
Στον αντίποδα και παρά τη μη αμφισβητούμενη από κανέναν αναγκαιότητα της αεροδιακομιδής του νεογνού, ούτε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου παιδονευρολόγου Μ. Τ., ούτε σε κάποια από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, γνωμοδοτήσεις που συμφωνούν με αυτήν, εκτίθεται με σαφήνεια το πώς ο κάθε παράγοντας (μεταφορά, αεροδιακομιδή, σοβαρή λοίμωξη, εμμένουσα - μη αντιρροπούμενη υπογλυκαιμία, μη ελεγχόμενοι νεογνικοί σπασμοί) μπορούσε να επιδράσει και πράγματι επέδρασε στην κλινική έκβαση της κατάστασης του ανηλίκου [βλ.
και ένορκη εξέταση Ι. Μ. : "... δεν υφίσταται κάποιος παθοφυσιολογικός μηχανισμός ούτε κάτι ανάλογο αναφέρεται από την πραγματογνώμονα για το πώς η διακομιδή (δηλαδή μεταφορά) ενός νεογνού μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση (δηλαδή την έναρξη) μίας εγκεφαλικής βλάβης σε έναν φυσιολογικό εγκέφαλο. Παραλείπεται δε στο συγκεκριμένο σημείο να αναφερθεί ότι το νεογνό με τη γέννησή του παρουσίασε εικόνα εγκεφαλοπάθειας (υποτονία, νωθρότητα), δηλαδή στοιχεία εγκεφαλικής βλάβης.
Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω, ως ιατρός Πολεμικής Αεροπορικής Ιατρικής, ότι η αεροδιακομιδή του οποιουδήποτε ασθενούς γίνεται σε συνθήκες σταθερής παροχής οξυγόνου και, συνεπώς, η άποψη που αναπτύσσει η πραγματογνώμονας ότι η αεροδιακομιδή του νεογνού δύναται να επιδείνωσε την υπάρχουσα εγκεφαλική βλάβη είναι παντελώς λανθασμένη..."].
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει, τέλος, στην ιατρική γνωμοδότηση του Γ. Δ. , με την οποία οι εναγόμενοι επιχειρούν να αποδομήσουν, βήμα προς βήμα, την πραγματογνωμοσύνη της Μ. Π.
Ο εν λόγω ιατρός, Καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κατ' αρχάς, αφού πρώτα κάνει μια πολύ σύντομη αναφορά στο ιατρικό ιστορικό του επίδικου τοκετού και μία αρκετά εκτενέστερη στο τι είναι η εγκεφαλική παράλυση και στο γιατί, κατά την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης, η εγκεφαλική παράλυση συνδέθηκε αρχικώς με τον τοκετό, ακολούθως αναφέρεται στους παράγοντες κινδύνου εγκεφαλικής παράλυσης και απαριθμεί ως τέτοιους (με βάση τη σύγχρονη βιβλιογραφία) την προωρότητα (78%), την ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη (34%), την ενδομήτρια λοίμωξη (28%), την προγεννητική κολπική αιμορραγία (27%), τη σοβαρή πλακουντιακή παθολογία (21%) και την πολύδυμη κύηση (20%).
Μάλιστα ο ανωτέρω γνωμοδοτών σχολιάζει, ότι η πραγματογνώμονας Π. , στη 15η σελίδα της έκθεσής της αναφέρει και εκείνη τους παράγοντες κινδύνου της εγκεφαλικής παράλυσης, περιλαμβάνει δε "ολόκληρη λίστα μαιευτικών παραμέτρων, όπως τη χρήση ωκυτοκίνης, την επισκληρίδιο αναισθησία, τη χρώση αμνιακού υγρού, το παθολογικό καρδιοτοκογράφημα και την αποτυχία έγκαιρης διάγνωσης της κεφαλοπυελικής δυσαναλογίας", ενώ, αφενός, πουθενά στη σύγχρονη βιβλιογραφία δεν περιλαμβάνεται έστω ένας από τους συγκεκριμένους μαιευτικούς παράγοντες και αφετέρου, από τους -κατ' αυτόν- διεθνώς αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου εκείνη δεν αναφέρει ούτε έναν.
Ωστόσο, ο Γ. Δ. παραλείπει να αναφέρει το ότι, το επικαλούμενο από αυτόν απόσπασμα από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Π. ακολουθεί τη φράση "στους παράγοντες κινδύνου κατά την διάρκεια του τοκετού περιλαμβάνονται...", δηλαδή η πραγματογνώμονας στο συγκεκριμένο σημείο της έκθεσής της ασχολείται αποκλειστικά με τους παράγοντες κινδύνου (γενικά και όχι σε σχέση με την εγκεφαλική παράλυση), κατά τη διάρκεια του τοκετού και όχι πριν από αυτόν, όπως πράττει ο γνωμοδοτών, συνακόλουθα δε οι αναφερόμενοι από τον καθέναν τους παράγοντες κινδύνου αφορούν διαφορετικό χρόνο και εν μέρει διαφορετικό αντικείμενο.
Πέραν τούτου, αν γινόταν αναντίρρητα δεκτή η άποψη του Δ. , η προκληθείσα, στην ερευνώμενη περίπτωση, εγκεφαλική παράλυση δεν θα ήταν δυνατόν να αποδοθεί σε καμία αιτία, στο μέτρο που δεν διαγνώστηκε εν προκειμένω καμία από τις -κατ' αυτόν- σημαντικότερες παθολογίες, που διαπιστώθηκαν στο 98% των περιπτώσεων.
Στη συνέχεια, ο γνωμοδοτών ιατρός θίγει το ζήτημα "πόσο ευαίσθητος στην υποξία είναι ο εμβρυϊκός εγκέφαλος", ώστε να διατυπώσει τη θέση ότι "απαιτούνται 10 - 15 λεπτά απόλυτης ασφυξίας, προκειμένου να έχουμε απόλυτη εγκεφαλική βλάβη", συνθήκη η οποία δεν προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό ότι πληρούται στην περίπτωση του νεογνού Σ.
Και σε αυτήν, όμως, την περίπτωση παραβλέπεται το γεγονός ότι, η μη παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο είχε ως συνέπεια να μην είναι δυνατή η ανίχνευση με ακρίβεια, ούτε της μεταβλητότητας του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού, ούτε του βασικού ρυθμού του και να μην είναι εφικτή η ταξινόμηση των επιβραδύνσεων σε πρώιμες, όψιμες και μεταβαλλόμενες, εφόσον δεν παρακολουθούντο και δεν αξιολογούντο η έναρξη και το τέλος της σύσπασης της μήτρας.
Δηλαδή, μπορεί να μην προέκυψε απόλυτη ασφυξία του εμβρύου (με την έννοια της απουσίας καρδιακών παλμών), ωστόσο, λόγω της μη σύνδεσης της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο και της απουσίας καρδιοτοκογραφήματος, δεν προκύπτει επίσης και το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο διήρκεσαν οι συνθήκες μερικής ασφυξίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι α) ο κολπικός τοκετός στον οποίο υποβάλλεται το έμβρυο, είναι διαδικασία υποξίας, όταν σε κάθε συστολή της μήτρας περιοδικά στερείται οξυγόνο, β) ο συγκεκριμένος τοκετός περαιώθηκε με καισαρική τομή, τρεις ώρες μετά την έναρξη της τελευταίας φάσης του, αγγίζοντας τα -κατά πολλούς- ανώτατο όρια για πρωτότοκο με επισκληρίδιο αναισθησία και γ) το έμβρυο βρισκόταν σε κατάσταση μερικής ασφυξίας, τουλάχιστον επί 45 λεπτά (από τότε που καταγράφεται για πρώτη φορά μη δυνάμενη να αποκατασταθεί επιβράδυνση των καρδιακών του παλμών), επομένως για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το ελάχιστο όριο των 30 λεπτών, που -κατά τον ίδιο τον γνωμοδοτούντα- επαρκεί για την πρόκληση μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης, ανάλογα πάντα με τη βαρύτητα της υποξίας.
Ακόμη, η τοποθέτηση του εν λόγω γνωμοδοτούντος, ότι το καθαρό αμνιακό υγρό δεν είναι αξιόπιστος δείκτης της μέχρι πρότινος καλής νευρικής λειτουργίας του εμβρύου, καθώς και ότι εσφαλμένα στηρίζει τα συμπεράσματά της και στην -κατά τον ίδιο επίσης αναξιόπιστη- βαθμολογία APGAR, η πραγματογνώμονας Π. , πέραν του ότι από ουδένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι γίνεται αποδεκτή από την πλειοψηφία στη μαιευτική κοινότητα (βλ.
και αντίθετες απόψεις γνωμοδοτούντων Χ. Τ. και Σ. Τ.), τίθεται όλως εν αμφιβόλω από μόνο το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες εξακολουθούν να ελέγχονται κατά τους τοκετούς, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να συσχετισθούν με άλλους, εφόσον το νεογνό εμφανίσει αμέσως ή σε σύντομο χρόνο προβλήματα υγείας.
Περαιτέρω, αναφορικά με την αξιοπιστία της βαθμολογίας Apgar, ως ποσοτικής έκφρασης της "ζωτικότητας" του νεογνού, έγινε αναλυτικώς λόγος σε άλλο σημείο της παρούσας και αρκεί να ειπωθεί ότι και για το συγκεκριμένο κριτήριο, επιχειρείται από το γνωμοδοτούντα, με τη χρήση βιβλιογραφικών αναφορών και στατιστικών, να απομονωθεί αυτό από τα λοιπά κριτήρια, με βάση τα οποία συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η εγκεφαλική παράλυση του Μ.
Σ. συνδέεται με γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ακολούθως, ο γνωμοδοτών Γ. Δ. , θίγει το ζήτημα της δυσαναλογίας της διαμέτρου της κεφαλής του εμβρύου συγκριτικά με τη μητρική πύελο (κεφαλοπυελική δυσαναλογία), ως λόγου για τη διενέργεια εκλεκτικής καισαρικής τομής, πλην όμως και πάλι ερευνά το συγκεκριμένο ζήτημα μεμονωμένως και όχι παραλλήλως με την οπίσθια ινιακή προβολή του εμβρύου, καθόσον αμφότεροι οι εν λόγω παράγοντες συνυπήρξαν στον επίδικο τοκετό, ούτε με το χρόνο που θα έπρεπε να μεσολαβήσει, μέχρι να αποφασίσει ο μαιευτήρας - γυναικολόγος να εγκαταλείψει τις προσπάθειες για κολπική περαίωσή του.
Δηλαδή, αποφεύγει να απαντήσει τελικώς στα κρίσιμα ερωτήματα α) σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο του τοκετού ήταν δυνατή, εν προκειμένω, η διαπίστωση από τον ιατρό Π. της κεφαλοπυελικής δυσαναλογίας του εμβρύου και β) με δεδομένη την ήδη γνωστή σε αυτόν οπίσθια ινιακή προβολή του, σε ποιο χρονικό σημείο έπρεπε να λάβει την απόφαση για διενέργεια καισαρικής τομής.
Επίσης, ο γνωμοδοτών θίγει και το ρόλο του καρδιοτοκογραφήματος στη διάγνωση της ισχαιμικής εγκεφαλικής βλάβης, υποστηρίζοντας ότι, αποτελεί πτωχό δείκτη ανίχνευσής της, κάνοντας όμως λόγο και για σύνδεσή του με αυτήν, μόνο εάν συνυπάρχει "καταστροφικό μαιευτικό γεγονός" (sentinel event), πριν από το οποίο το καρδιοτοκογράφημα ήταν φυσιολογικό και πέραν του οποίου είναι και παραμένει παθολογικό.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, γίνεται ευχερώς αντιληπτό ότι η άποψη που αυτός εκφράζει, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι είναι γενικά αποδεκτή στη μαιευτική κοινότητα, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον όχι μόνο δεν υφίσταται καρδιοτοκογράφημα, ώστε να μελετηθούν οι τυχόν καταγεγραμμένες σε αυτό μεταβολές, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, η επίτοκος δεν ήταν καν συνδεδεμένη με καρδιοτοκογράφο, γεγονός που συνετέλεσε στην μη έγκαιρη διάγνωση της δυσπραγίας του εμβρύου και την παράταση της υποξίας του.
Τέλος, μνεία πρέπει να γίνει και στη μαγνητική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε το νεογνό Σ., τη 18η-12-2005, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα για τον ακριβή χρόνο πρόκλησης της εγκεφαλικής του βλάβης.... Συγκεφαλαιώνοντας, από τη συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων, προκύπτει ότι υπαίτιος πρόκλησης της ανωτέρω πάθησης του τέκνου των εναγόντων, είναι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών της Β' έφεσης, καθόσον αυτός προέβη, κατά τη διάρκεια του τοκετού, σε ενέργειες και παραλείψεις αντίθετες προς τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που θα επεδείκνυε κάθε μέσος συνετός μαιευτήρας - γυναικολόγος, υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία θα μπορούσε να επιδείξει με τις γνώσεις και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του.
Συγκεκριμένα, κατά την παραμονή της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης στην αίθουσα τοκετού, δεν έκανε χρήση μηχανήματος καρδιοτοκογράφου, που διέθετε η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της Α' έφεσης στον εξοπλισμό της, προκειμένου να παρακολουθεί συνεχώς την καρδιακή λειτουργία του εμβρύου.
Παρότι δε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγόμενου, που επιβεβαιώνονται από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο ιατρική γνωμοδότηση του Επίκουρου Καθηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών Γ. Α. , αλλά και από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου των μαρτύρων Α.
Α. , Καθηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Β. Ζ. , Μαιευτήρα - Γυναικολόγου, η χρήση καρδιοτοκογράφου στατιστικώς δεν κατάφερε να εξαλείψει τα ποσοστά νεογνικής εγκεφαλοπάθειας, λόγω των ψευδώς αρνητικών και ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων που εμφανίζει, εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, η παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου, που τα τελευταία χρόνια γίνεται με τη σύνδεση της μητέρας με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου (το οποίο αντικατέστησε την παλαιότερη μέθοδο παρακολούθησης των παλμών του εμβρύου με κοιλιοσκόπιο), είναι επιβεβλημένη, καθόσον στην καρδιακή λειτουργία του εμβρύου αντανακλάται η έλλειψη οξυγόνου κατά τη διάρκεια του τοκετού, η οποία, μπορεί να οδηγήσει σε περιγεννητική ασφυξία (βλ.
σχετ. και ένορκη κατάθεση μάρτυρα Κ., σύμφωνα με τον οποίο η μη παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του τέκνου συνιστά αμελή συμπεριφορά). Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι ο εκκαλών της Β' έφεσης είχε εντοπίσει, από το πρώτο στάδιο του τοκετού, την οπίσθια ινιακή θέση του εμβρύου, εξαιτίας της οποίας -ο τοκετός προβλεπόταν πολύωρος και επίπονος, δεν συνέδεσε την πρώτη ενάγουσα με μηχάνημα καρδιοτοκογράφου, ώστε να παρακολουθούνται συνεχώς οι καρδιακοί παλμοί του εμβρύου και να διαπιστωθεί αμέσως περίπτωση εμβρυακής δυσχέρειας, αλλά αρκέστηκε στον κατά διαστήματα έλεγχο της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου από τον ίδιο και τη μαία.
Πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι, ο ισχυρισμός της τελευταίας και των νοσηλευτριών, στις ένορκες βεβαιώσεις τους, περί συνήθους πρακτικής να μην συνδέεται η επίτοκος διαρκώς και για πολλές ώρες με τον καρδιοτοκογράφο, προς αποφυγή του συνδρόμου της κάτω κοίλης φλέβας, αναιρείται πλήρως από την ένορκη βεβαίωση του Χ. Τ. , σύμφωνα με τον οποίο "μπορεί κάλλιστα η έγκυος να είναι ξαπλωμένη στο πλάι και συγχρόνως να είναι συνδεδεμένη στον καρδιοτοκογράφο. Απλώς χρειάζεται μία απλή μετακίνηση των κεφαλών ανίχνευσης των καρδιακών παλμών του εμβρύου σε νέα θέση, που να ακούγονται καλύτερα οι παλμοί. Αυτό γίνεται σε όλες τις αίθουσες τοκετών στα νοσοκομεία της Ελλάδας".
Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ενώ είχαν ήδη παρέλθει δύο ώρες και δέκα λεπτά από την έναρξη της δεύτερης φάσης του τοκετού, χωρίς να προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη στην κάθοδο του εμβρύου, που μπορούσε να οδηγήσει σε περάτωση του τοκετού με φυσιολογικό τρόπο, όταν την 08:40 ώρα έγινε αντιληπτή για πρώτη φορά η ύπαρξη αλλοιώσεων στους παλμούς του εμβρύου, η οποία δεν καθίστατο δυνατό να αποκατασταθεί με τις ιατρικές πράξεις που ενήργησε ο εναγόμενος ιατρός (διακοπή της παροχή οξυτοκίνης, χορήγηση οξυγόνου στην επίτοκο με μάσκα, μέτρηση της αρτηριακής της πίεσης και αύξηση της χορήγησης υγρών ενδοφλεβίως, κολπική εξέταση της επιτόκου, προς επιβεβαίωση του ύψους της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου και της μη ύπαρξης επιπλοκών, όπως πρόπτωση ομφαλίδας, και τοποθέτηση της επιτόκου σε πλάγια θέση), αυτός δεν αξιολόγησε ως σοβαρή τη διαρκώς παρατεινόμενη εμβρυακή δυσχέρεια, ώστε να προβεί αμέσως στη διενέργεια καισαρικής τομής, πριν από την εγκατάσταση στο έμβρυο ισχαιμικής εγκεφαλοπάθειας, αλλά ανέμεινε για χρονικό διάστημα δεκαπέντε λεπτών τη φυσιολογική περάτωση του τοκετού, προσδοκώντας την επάνοδο των παλμών σε φυσιολογικά επίπεδα.
Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο το έμβρυο ευρίσκετο σε κατάσταση υποξίας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον σαράντα πέντε λεπτών (βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης Μ. Π.), αφού χρειάστηκε επιπλέον μισή ώρα για την περάτωση του τοκετού με καισαρική τομή παρότι, όπως κατέθεσε ο καθηγητής Α. Α. , όταν υφίσταται σχετική δυσαναλογία και διαπιστώνεται σοβαρή αλλοίωση παλμών η οποία δεν αποκαθίσταται, η καισαρική τομή πρέπει να διενεργηθεί αμέσως (βλ. 65η και επ.
σελίδες των υπ' αριθ. 148/2011 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: "... αν κατά τη διάρκεια του τοκετού έχετε τέτοια σημεία, που να λεν ότι η κύηση, αυτός ο τοκετός οδηγείται σ' ένα παιδί το οποίο μπορεί να 'χει εγκεφαλική βλάβη, αυτό θα φανεί, ο μόνος τρόπος που μπορείτε να το δείτε είναι με τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας, γιατί ανταποκρίνεται, η καρδιακή συχνότητα ανταποκρίνεται στα διάφορα προβλήματα τα οποία υπάρχουν, στην έλλειψη οξυγόνου δηλαδή.
Επομένως, η παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας είναι αυτό το οποίο σας κάνει να οδηγήσετε μία γυναίκα σε μία καισαρική τομή... Όταν αυτά τα πράγματα είναι, επαναλαμβάνω, και δεν βελτιώνονται κατά τη διάρκεια της παύλας, τότε η γυναίκα πρέπει να οδηγηθεί σε καισαρική τομή... Επομένως, ο μέσος όρος είναι, το να κάνετε μια καισαρική τομή, το να μπείτε από την αίθουσα τοκετών και να κάνετε μία καισαρική τομή, είναι περίπου 20 λεπτά...", με την επισήμανση και του ότι, ερωτηθείς όσον αφορά την ανάγκη διενέργειας καισαρικής τομής με την εμφάνιση βραδυκαρδίας, ο πραγματογνώμονας Γ.
Γ. απάντησε γενικόλογα και όχι αναγόμενος στα στοιχεία της προκείμενης περίπτωσης). Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση, περί του ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου εναγόμενου - προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη εκκαλούντος της Β' έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, Ι.
Π., από τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου προκλήθηκε στο ανήλικο τέκνο των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων περιγεννητική υποξία, επακόλουθο της οποίας ήταν η πρόκληση σε αυτό εγκεφαλικών βλαβών και συνακόλουθα σπαστικής τετραπληγίας, χωρίς να απαιτείται η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, όπως αβάσιμα αιτείται ο εκκαλών της Β' έφεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας (.....), δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των σχετικών περί του αντιθέτου λόγων των ενδίκων εφέσεων..... Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται, ούτε από το γεγονός ότι, κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης για την τυχόν ύπαρξη ποινικής ευθύνης του εν λόγω ιατρού, η από 24-9-2008 έγκληση των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων αρχικώς απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ' αριθ. 76/2-7-2010 διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας (η οποία υιοθέτησε καθ' ολοκληρία τα συμπεράσματα της από 16-5-2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - παιδονευρολόγου Μ.
Τ.), ακολούθως δε η προσφυγή των τελευταίων, κατά της ανωτέρω διάταξης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθ. 19/2-11-2010 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, καθόσον το αποδιδόμενο στον εγκαλούμενο αδίκημα είχε ήδη -ως πλημμέλημα- υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Πράγματι, πρέπει για λόγους πληρότητας της παρούσας απόφασης να ειπωθεί ακόμη ότι, προκειμένου να ανατρέψουν την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναφορικά με την ύπαρξη υπαιτιότητας του εναγόμενου ιατρού και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των όποιων πράξεων και παραλείψεων αυτού και του αποτελέσματος της πρόκλησης εγκεφαλικής παράλυσης στο τέκνο των εφεσίβλητων, οι εκκαλούντες παραπονούνται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας του Ι.
Π., όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα απαλλαγή του από κάθε ποινική ευθύνη, η οποία κατέστη αμετάκλητη, ενόψει της προαναφερθείσας αδυναμίας έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της προσφυγής των εγκαλούντων. Ωστόσο, οι σχετικές αιτιάσεις των εκκαλούντων δεν είναι βάσιμες, κατ' αρχάς για το λόγο ότι, όπως γίνεται πάγια και αναντίρρητα δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, η διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, με την οποία απορρίπτεται η έγκληση ως μη νόμιμη ή ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης παράγει περιορισμένο "οιονεί δεδικασμένο", που κάμπτεται, αν μεταγενέστερα προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά, χωρίς μάλιστα να απαιτείται νέα διάταξη, ανακλητική της απορριπτικής, αρκούσης της κίνησης της ποινικής δίωξης, είτε με πρωτοβουλία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, είτε με παραγγελία του εισαγγελέα εφετών.
Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη του τελευταίου επί ασκηθείσας προσφυγής κατά της απορριπτικής διάταξης του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, καθόσον ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να ανακαλέσει ο ίδιος τη διάταξή του, με την οποία απορρίπτει την προσφυγή, δηλαδή δεν δημιουργείται με την απόρριψη δεδικασμένο και μπορεί να επανεξετάσει τη θέση του (..........).
Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, η -επελθούσα κατά τον τρόπο που μόλις περιγράφηκε- αμετάκλητη απαλλαγή του εγκαλουμένου ιατρού, από οποιαδήποτε ποινική του ευθύνη, που συνδέεται με το επίδικο συμβάν, κανενός είδους δεδικασμένο δεν μπορεί να παραγάγει, που να ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα αστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ούτε υπό την έννοια της Συνταγματικής διάκρισης των δικαιοδοσιών, που διαφέρουν ως προς τη φύση της διαδικασίας και της ευθύνης, αλλά ούτε και ως προς τους κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως, που αποκλείει την ύπαρξη μίας ενιαίας έννομης τάξης, της οποίας η διάρρηξη να επαπειλείται από τις διαφορετικές κρίσεις των δικαστηρίων με διαφορετική δικαιοδοσία.......
Στην ερευνώμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε τη Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η έγκληση των νυν εφεσιβλήτων, ούτε διερεύνησε το ποινικό αδίκημα, αντιθέτως έκρινε ότι η συμπεριφορά του εκκαλούντος της Β' έφεσης, με τον τρόπο που έλαβε χώρα, συνιστούσε παράνομη συμπεριφορά, η οποία στο αστικό δίκαιο δημιουργεί τις προϋποθέσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Έκρινε, δηλαδή, ειδικώς και εμπεριστατωμένως ότι ο ανωτέρω εκκαλών, υπαίτια ενεργών, ζημίωσε τους ενάγοντες και το εκπροσωπούμενο από αυτούς ανήλικο τέκνο τους και υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της επελθούσας από την παράνομη συμπεριφορά του βλάβης τους. Έτσι κρίνοντας, ουδόλως παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας του εν λόγω εκκαλούντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες των Β' και Γ' εφέσεων και των πρόσθετων λόγων της Β' έφεσης, ούτε ερμήνευσε την ποινική αθωωτική διάταξη, ούτε έκρινε εάν αυτή εκδόθηκε ορθώς ή εσφαλμένως, ούτε δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της απαλλαγής του εκκαλούντος ιατρού ή τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, στηρίζοντας, μάλιστα, τη δική του κρίση στην εκτίμηση και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη της Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών.
Κατόπιν των ανωτέρω με βάση δε και όσα αναλυτικώς εκτέθηκαν, για την έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, στη σε βάρος του ανοιγείσα πολιτική δίκη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι αντίστοιχες αιτιάσεις της Β' έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής και της Γ' έφεσης, περί παραβίασης από την εκκαλουμένη, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρ. 6§2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.....
Περαιτέρω, αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα της Β' έφεσης, αποδείχθηκε ότι αυτός, ως παρέχων ιατρικές υπηρεσίες, στις οποίες απέβλεψαν οι ενάγοντες, απευθυνόμενοι σε αυτόν, ευθύνεται, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη και στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρ. 8 του Ν. 2251/1994 νόθου αντικειμενικής ευθύνης, καθόσον αποδείχθηκε από τους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους η βλάβη που υπέστη το ανήλικο και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της παροχής υπηρεσιών από τον εναγόμενο ιατρό, ενώ δεν αποδείχθηκε από τον τελευταίο η ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ή η συνδρομή κάποιου λόγου που επάγεται την άρση ή μείωση της ευθύνης του....." Με το πρώτο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο προσέβαλε παρανόμως το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 τεκμήριο αθωότητας, με το να μην εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της υπ' αρ. 76/2010 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο εγκαλούμενος ιατρός και ήδη αναιρεσείων δεν ενήργησε κατά τον επίδικο τοκετό τις ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις επί του νεογνού, αλλά ούτε και ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ πράξεων και παραλείψεων αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος της εγκεφαλοπάθειας του ήδη αναιρεσίβλητου, απέρριψε την έγκληση των εκπροσωπούντος αυτόν γονέων του.
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι είναι αόριστος επειδή δεν παρατίθενται στην αίτηση οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τα εκτιθέμενα από τον αναιρεσείοντα για τη θεμελίωσή του, δεν έχει λάβει χώρα έναρξη ποινικής δίκης και γενικότερα ποινικής διαδικασίας κατ' αυτού για το ίδιο βιοτικό συμβάν, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (σωματική βλάβη από αμέλεια), και συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα δημιουργίας υπέρ αυτού τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο θα έπρεπε να εφαρμοστεί από το Εφετείο.
Σε κάθε δε, περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον, από τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της ως άνω Εισαγγελικής Διάταξης δεν αμφισβήτησε αυτήν, αλλά συνεκτιμώντας και το έγγραφο αυτό, κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη και πρόσθετες αποδείξεις, πλήρως αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
4. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).
Είναι όμως απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που πλήττει την ουσία της υπόθεσης ή που αποδίδει εκτιμητικό σφάλμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 658/2016).
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, τα οποία, με νόμιμη επίκληση προσκόμισε, προκειμένου να αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια για την προκληθείσα στον αναιρεσίβλητο σωματική βλάβη και ειδικότερα :
α) την από 16-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Μ. Τ., Επίκουρης Καθηγήτριας Παιδιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, β) την από 17-8-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Ι. Ν., Παιδιάτρου - Παιδονευρολόγου και γ) τη διενεργηθείσα δυνάμει της υπ' αρ. 716/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, πραγματογνωμοσύνη του Γ.
Γ., μαιευτήρα - γυναικολόγου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, ".... την από ...-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα μαιευτήρα - γυναικολόγου Γ. Γ., που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αυξ. αριθ. 16/2015 (η διενέργεια της οποίας είχε διαταχθεί με την 716/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας), την από 17-8-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονος παιδιάτρου - παιδονευρολόγου Ι.
Ν., που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αυξ. αριθ. 26/2017, ....την από 16-5-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδιάτρου - παιδονευρολόγου Μ. Τ., που συντάχθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, σε βάρος του εκκαλούντος .....Ι. Π..." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, όπου επίσης μνημονεύονται ρητά οι άνω πραγματογνωμοσύνες, με αναφορές στο περιεχόμενό τους και σύγκριση των απόψεων και συμπερασμάτων τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμο. Με τις λοιπές δε, αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, μη αξιολογώντας ορθά τα τεθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με το να δεχθεί ως αποκλειστικό παράγοντα πρόκλησης της ζημίας τη δήθεν συμπεριφορά του, πλήττεται απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που εκπροσωπούμενος από τη δικαστική του συμπαραστάτρια, κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 16-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 2/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και τους από 24-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης