Legislator Case Law & Legislation
1890/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to unclear reasoning on rent arrears versus usage compensation.

Case Number 1890/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order because the appellate court failed to clarify whether the tenant owed rent arrears or usage compensation. The appellant argued that the lower court's contradictory reasoning prevented a proper review of Article 4(7) of Law 2238/1994 regarding the distinction between these two types of debts. Consequently, the court remanded the case for further examination by a different judge to resolve this substantive legal issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case when the appellate court's reasoning fails to distinguish between rent arrears and usage compensation, thereby preventing a valid review of statutory provisions governing lease termination.

Keywords

AI generated
appeal admissibility eviction order rent arrears usage compensation remand for retrial statutory interpretation lease termination

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 4(7) of Law 2238/1994
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1890 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1890/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α.Ό. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπαϊδιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα κατά δήλωσή του από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και δη του διοικητή της ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, και η οποία εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 23-6-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4977/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 331/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2021 αίτησή του και τους από 14-2-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 331/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 4977/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 23.5.2016 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 14.2.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14.2.2023 και επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 15.2.2023 (βλ. την 10815/15.2.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ...... με έδρα το Πρωτοδικείο ..... Α.Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 27.3.2023, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 7 Ν 2238/1994 εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων και από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα.

Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υποχρέου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στο οικονομικό έτος στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο. Μαζί με τη δήλωση αυτή παραδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τα αποδεικτικά έγγραφα της εκχωρούμενης απαίτησης και με την ίδια δήλωση ο εκχωρών βεβαιώνει άτι δεν κατέχει κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή. Κατά δε το άρθρο 20 αρ.1 του ως άνω νόμου εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωση γεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ή περισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών.

Τέλος, σύμφωνα με την ΠΟΛ 1102/2016 ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας μπορούν να δηλωθούν μόνο από φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από την εκμίσθωση / υπεκμίσθωση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ. 4 του Ν 4172/2013, προκειμένου να μην συνυπολογισθούν αυτά στο εισόδημά τους.

Αντίθετα, δεν μπορούν να δηλωθούν ανείσπρακτα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα, όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από αποζημίωση χρήσης ακινήτου (ΑΠ 1971/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ., 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο, που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως "αποζημίωση χρήσης", μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτή υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (ΑΚ 599 παρ. 1). Κατά συνέπεια, η στηριζόμενη στο άρθρο 601 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης του εκμισθωτή, που γεννιέται από την επόμενη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα αποδόσεως της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία : "Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2.5.2009 ο ανακόπτων, Α.Ο.

υπέγραψε με τους Μ.Ε. ιατρό και Ζ.Ύ. επίσης ιατρό, σύζυγο του πρώτου το από 2-5-2009, με αριθμό κατάθεσης 1.../5-5-2009 της ΔΟΥ Νίκαιας ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής χρήσης, δυνάμει του οποίου μίσθωσε ένα ακίνητο στον ... επί της οδού ... και συγκεκριμένα μιας πενταώροφης πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην ...

επί τους οδού ... αρ. ..., αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 98,84 τ.μ., ισόγειο πυλωτή επιφανείας επιφάνειας 98,84 τ.μ., πρώτο υπέρ του ισογείου ορόφου επιφάνειας 98,84 τ.μ., δεύτερο υπέρ του ισογείου ορόφου επιφάνειας 98,84 τ.μ., τρίτο υπέρ του ισογείου ορόφου επιφάνειας 98,84 τ.μ., τέταρτο υπέρ του ισογείου ορόφου επιφάνειας 98,84 τ.μ., πέμπτο υπέρ του ισογείου ορόφου επιφάνειας 74,49 Τ.μ., και "δώμα επιφάνειας 98,84 τ.μ., συγκυριότητας των προαναφερομένων εκμισθωτών, προκειμένου να στεγασθεί σε αυτό Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων.

Τα μέρη συμφώνησαν μηνιαίο μίσθωμα 8.000 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου. Στο προαναφερόμενο συμφωνητικό προβλέφθηκε ότι καθένας από τους εκμισθωτές, ως συγκύριοι, κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου θα ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 4.000 ευρώ. Στο προαναφερόμενο συμφωνητικό προβλέφθηκε η δυνατότητα εκχώρησης της μισθωτικής σύμβασης σε προσωπική, ή άλλου τύπου εταιρεία την οποία θα ίδρυε ο ανακόπτων, ο οποίος θα συνέχιζε να ευθύνεται κατά ποσοστό 51% για τα οφειλόμενα μισθώματα.

Στην συνέχεια στις 4-6-2009 (δημοσίευση στο ΦΕΚ αρ. φύλλου 4204/3-6-2009) συστήθηκε η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "Π.Μ.Μ.Η. Α.Ι.Ν., ΕΠΕ" αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της την οποίας ήταν η λειτουργία της προαναφερόμενης μονάδας. Το εταιρικό κεφάλαιο 18.000.000 ευρώ διαιρέθηκε σε 600 εταιρικά μερίδια εκ των οποίων τα 540 έλαβε ο ένας εκ των δύο εταίρων (ο ανακόπτων) και τα 60 ο δεύτερος εταίρος Π.Κ., σύζυγος της αδελφής του Κ.Ν..

Διαχειριστής με την εξουσία να προβαίνει σε κάθε πράξη διαχείρισης διορίστηκε ο Ν. Π. σύζυγος της κόρης του Κ. Ν.. Η μισθωτική σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά κατά τους πρώτους 18 μήνες αλλά, στην συνέχεια δεν καταβάλλονταν τα οφειλόμενα μισθώματα, με αποτέλεσμα οι εκμισθωτές να ασκήσουν αγωγή κατά του ανακόπτοντος και της προαναφερόμενης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1939/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ερήμην των εναγομένων, δηλαδή του τότε ανακόπτοντα και της προαναφερόμενης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν τα ληξιπρόθεσμα και μη καταβληθέντα μισθώματα ένδεκα μηνών.

Οι εκμισθωτές μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης άσκησαν αγωγή απόδοσης μισθίου επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2429/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε εκτέλεση της οποίας απέβαλαν την εταιρεία από το μίσθιο ακίνητο όπως προκύπτει από την με αριθμό 1079/5-10-2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης μισθίου ακινήτου του Δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου....., Γ.Κ..

Στην συνέχεια οι εκμισθωτές, Μ. Ε. του Ε. και η Ζ. Τ. του Β. εκχώρησαν προς το Ελληνικό Δημόσιο, υποβάλλοντας δύο δηλώσεις εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων με τις οποίες εκχώρησαν τα από 1.1.2012 έως 20.11.2012 μισθώματα του μισθίου ακινήτου συγκυριότητας τους συνολικού ποσού 88.000 ευρώ (44.000 ευρώ ο καθένας) προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Η ΔΟΥ Νίκαιας προχώρησε στην βεβαίωση των ποσών με τους με αριθμό 45 1121 -10-201 5 και 425/21 -10-2015 καταλόγους βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμό 9189/21-10-2015 και 9192/ 21-10-2015 ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ Νίκαιας. Στην συνέχεια η ΔΟΥ Πειραιά απέστειλε στον ανακόπτοντα και ήδη εφεσίβλητο τις με αριθμό 38/22-01-2016 και 380/1 1-03-2016 ατομικές ειδοποιήσεις καταβολής υπερημερίας στις οποίες εμπεριέχονταν οι προαναφερόμενες ειδοποιήσεις.

Ακολούθησε η με αριθμό 2635/21-03-2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου της .... Π.Γ. και σε εκτέλεση της με αριθμό 41/10947/2016 παραγγελίας αναγκαστικής κατάσχεσης του Προϊστάμενου της ΔΟΥ ΙΓ Πειραιά επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία του ανακόπτοντος ήδη εφεσίβλητου, προκείμενου να εισπραχθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς το Ελληνικό Δημόσιο συνολικού ποσού 89.927,20 ευρω εκ του οποίου ποσό 88.000 ευρώ αφορά στο βασικό χρέος των οφειλομένου μισθωμάτων και το ποσό 1.927,20 ευρώ εκπρόθεσμης καταβολής.

Η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε στην μοναδική ακίνητη περιουσία του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου, ήτοι στο με αριθμό 4 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 50,85 τ.μ. επί πολυκατοικίας επί οικοπέδου που βρίσκεται στον ... εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της περιφέρειας του Δήμου ... στην οδό ... αριθμ. ..

με αριθμό ΚΑΕΚ 050 71 21 04 003/0/10, η κυριότητα του οποίου μεταβιβάστηκε στον ανακόπτοντα δυνάμει μεταβιβαστικής της κυριότητας δικαιοπραξίας δυνάμει πώλησης για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 1.../10-09-1997 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου ... Κ.Β.Π., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..... (τόμος ...

και με α.α. 155), η δε αξία του ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των 70.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε στο ποσό των 56.000 ευρώ". Περαιτέρω έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο "ότι η μισθωτική σύμβαση που κατήρτισαν τα μέρη που καταρτίστηκε ήταν εικονική όχι αληθινή διότι τα μέρη, επιθυμούσαν πραγματικά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας μεταξύ των εκμισθωτών (Μ.

Ε. και Ζ.Τ.) και του Κ.Ν. του Π., ιατρού και όχι του ανακόπτοντα ο οποίος ενήργησε ως παρένθετος. Ο Κ.Ν. ήταν γνωστός καρδιολόγος στον ... και την ... ο οποίος μάλιστα ασχολήθηκε με επιτυχία με τα κοινά. Ο ανακόπτων αρχικά ασθενής του Κ.Ν.. συνδέθηκε, με αυτόν με μακρόχρονη σχέσης φιλίας και εμπιστοσύνης. Ο ανακόπτων, ήταν ψυκτικός στο επάγγελμα και άνθρωπος με μηδενική εμπειρία.

Για τον λόγο αυτό ουδέποτε παραστάθηκε στο Δικαστήριο κατά την συζήτηση των αγωγών και οι σχετικές αποφάσεις εκδόθηκαν ερήμην". "Οι εκμισθωτές γνώριζαν ότι η μισθωτική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ αυτών και του προαναφερόμενου ιατρού, τον οποίον σίγουρα γνώριζαν ως ιατροί δραστηριοποιούμενοι στην ίδια περιοχή, (...

και στον ...) και επιθυμούσαν την κατάρτιση της.". Ακολούθως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έκρινε βάσιμο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις προσβληθείσες πράξεις. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ασκούν καμία επιρροή στο νόμιμο και υπαρκτό της οφειλής του ανακόπτοντος ήδη εφεσίβλητου με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες ατομικές βεβαιώσεις.

Και τούτο διότι ... ο ισχυρισμός περί εικονικότητας δεν μπορούσε νομίμως να προταθεί από τον ενιστάμενο εδώ έχοντα θέση εναγόμενου ανακόπτοντα ήδη εφεσίβλητο οφειλέτη, διότι η ένσταση περί εικονικότητας δεν προτείνεται κατ' άρθρο 139 του ΑΚ έναντι του καλόπιστου τρίτου και εδώ του εκδοχέα καθ' ου η ανακοπή ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου στο οποίο μάλιστα είχε κατατεθεί το σχετικό προαναφερόμενο μισθωτήριο αμέσως μετά την κατάρτιση του.

Η γνώση των εκχωρητών δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά απαιτείται γνώση του εκκαλούντος για να προταθεί ο ισχυρισμός περί εικονικότητας του μισθωτηρίου, καθώς αν γινόταν δεκτό το αντίθετο η διάταξη του άρθρου 139 του ΑΚ δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Ακολούθως αφού τόσο ο υποκρυπτόμενος όσο και ο ανακόπτων δεν εξόφλησαν τα οφειλόμενα μισθώματα και οι εκιμισθωτές προκειμένου να απαλλαγούν από αντίστοιχη φορολογική τους υποχρέωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2238/94, εκχώρησαν την ανωτέρω απαίτηση τους, δυνάμει των από εγγράφων εκχωρήσεων, προς το Δημόσιο κατά το ανήκον στον καθένα τους ποσοστό, ήτοι από 1/2 ο καθένας και το Δημόσιο Ταμείο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

δια του Προϊσταμένου του, με τις ήδη προσβαλλόμενες με αριθμό 12209189/21.10.2015 και 12209192/21.10.2015 ταμειακές βεβαιώσεις ύψους 44.000 ευρώ, νομίμως βεβαίωσε ως δημόσιο έσοδο την οφειλή και απέστειλε προς τον ανακόπτοντα εφεσίβλητο τις επίσης προσβαλλόμενες με την ένδικη ανακοπή, με αριθμούς 3042/22.1.2016 και 380/15.3.2016 ατομικές ειδοποιήσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

για το ίδιο ποσό πλέον προσαυξήσεων. Με βάση τα νομικά και πραγματικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις του Δημοσίου Ταμείου εκδόθηκαν νόμιμα για νόμιμη και υπαρκτή οφειλή του ανακόπτοντος εφεσίβλητου. Έπρεπε επομένως να απορριφθεί ο εξεταζόμενος στα πλαίσια του σχετικού λόγου έφεσης αντίστοιχος λόγος της ανακοπής του ανακόπτοντος που έχει θέση εναγομένου, ως νομικά αβάσιμος.

Κατά συνέπεια η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτό τον υπόψη λόγο της ανακοπής και την ίδια και ακύρωσε τις ανακοπτόμενες πράξεις, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ώστε πρέπει να εξαφανισθεί χωρίς να απαιτείται να προβάλλεται το νόμω αβάσιμο αυτού με σχετικό λόγο εφέσεως, που αναφέρεται στην κακή εκτίμηση αποδεικτικού υλικού, αφού αφορά το νόμω βάσιμο του λόγου ανακοπής.

Τούτο δε διότι από τις διατάξεις των άρθρων 522, 524 § 1, 525 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμενο και χωρίς ειδικό παράπονο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο, το ορισμένο, ή το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή δεν έχει τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της στοιχεία ή ασκήθηκε απαραδέκτως, με τους περιορισμούς όμως που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (άρθρο 322 ΚΠολΔ) και από την αρχή της απαγορεύσεως εκδόσεως επιβλαβέστερης αποφάσεως για τον εκκαλούντα ...

Ακολούθως, αφού γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η κρινόμενη με αριθμό 6904/484/2018 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως βάσιμοι και κατ' ουσία, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικαστεί η ανακοπή και πρέπει περαιτέρω να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της που δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. ...

Αυτή είχε νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 1 και 2 του ΚΕΔΕ, 583, 584, 585, 7, 8, 9, 10, 12, 14 ΚΠολΔ και 94 παρ. 1 Συντάγματος... Με το δεύτερο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων εφεσίβλητος ισχυρίστηκε, ότι ο νόμιμος τίτλος της αναγκαστικής εκτέλεσης πάσχει ακυρότητας διότι οι εκχωρητές εσφαλμένως εκχώρησαν μισθώματα έως τις 20.11.2012 παρόλο που η έξωση, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, έλαβε χώρα στις 5.10.2012.

Ο λόγος αυτός ανακοπής πλήττει μέρος μόνο της απαίτησης, και έχει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 599 επ. ΑΚ (και 662δ του ΚΠολΔ), αφού σε περίπτωση που έχει διαταχθεί η απόδοση του μισθίου με δικαστική απόφαση ή διαταγή απόδοσης μισθίου, η λύση της μίσθωσης επέρχεται από και με την εκτέλεση ... όμως είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς από την από 5.10.2012 έκθεση αναγκαστικής αποβολής, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ....

Γ.Κ. αποδεικνύεται ότι ουσιαστικά δεν εκτελέστηκε η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση καθώς εξακολούθησε να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο το μίσθιο, δηλαδή ως χώρος φύλαξης εργαζόμενοι μέχρι και τις 20.11.2012, οπότε οι εκχωρητές ανέλαβαν οι ίδιοι τη λειτουργία της μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (βλ. σχετ. 31 περί ανάκλησης τη άδειας ίδρυσης της μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων "Ά.Ι.").

Τέλος με τον τέταρτο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων εφεσίβλητος παραπονείται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν είναι νόμιμες, διότι η απαίτηση του Δημοσίου δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη για το ότι δεν αφαιρέθηκε από την εκχωρηθείσα αξίωση το ποσό της εγγυήσεως ύψους 16.000 ευρώ που είχε καταβληθεί κατά την κατάρτιση της μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως δικονομικά απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και τούτο διότι δεν επικαλείται ταυτόχρονα ο ανακόπτων α) ότι η εγγύηση μπορούσε να συμψηφιστεί με τα μισθώματα και β) ότι η εγγύηση δεν κατέπεσε λόγω των παραβάσεων των όρων του μισθωτηρίου δηλαδή τη μη καταβολή των μισθωμάτων και την αποβολή του από το μίσθιο." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε δίκασε την ανακοπή του αναιρεσείοντος, την οποία και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα του εκχωρηθέντος από τους εκμισθωτές προς το αναιρεσίβλητο οφειλόμενου κονδυλίου ως μισθώματος ή αποζημιώσεως χρήσεως, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 7 ν. 2238/1994, την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι οι εκμισθωτές άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος αγωγή αποδόσεως του μισθίου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2429/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκτελέστηκε στην συνέχεια με την υπ' αριθμόν 1079/5.10.2012 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.Κ., απορρίπτοντας έτσι την ανακοπή του αναιρεσείοντος, παρέλειψε ωστόσο να διαλάβει παραδοχή, αν η αποβολή έλαβε χώρα κατόπιν καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους των εκμισθωτών ή λόγω της δυστροπίας της μισθώτριας εταιρείας περί την καταβολή των ληξιπροθέσμων μισθωμάτων.

Λόγω των ανεπαρκών και αντιφατικών αυτών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 20.11.2012 οφείλονταν μισθώματα ή αποζημίωση χρήσεως, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι δυνατή η προς το Ελληνικό Δημόσιο εκχώρηση μόνον ληξιπροθέσμων μισθωμάτων από ενεργό μισθωτική σχέση και όχι και ποσά που χαρακτηρίζονται ως αποζημίωση χρήσεως και οφείλονται ως συνέπεια της παραμονής του μισθωτή στο μίσθιο μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης.

Επομένως, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την νοηματική του εκτίμηση ως σύνολο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 ν.3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 331/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ