Legislator Case Law & Legislation
1890/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim of provocation by mother's refusal to return child.

Case Number 1890/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's refusal to recognize provocation as a mitigating circumstance. The appellant argued that the mother's refusal to return their child caused him to lose his temper and commit crimes, but the court found no causal link between the custody dispute and the specific criminal acts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84(2)(a) and 84(2)(g) of the Penal Code; The court must establish a causal relationship between the alleged provocation and the criminal act, rejecting claims where the provocation is merely a background circumstance without direct causation.

Keywords

AI generated
Provocation under Greek Penal Code Causal relationship requirement Mitigating circumstance rejection Custody dispute as defense Supreme Court appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 84(2)(a) of the Penal Code
Article 84(2)(g) of the Penal Code
Article 512(1)(g) and (3) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(B) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1890 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1890/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισιγήτρια, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Ιουλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Σαλούστρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1526/2019 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Σ. του Ζ., κάτοικο ... η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.04.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 737/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η 22.04.2019 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, Γεωργίας Κτενά - Κατσάρα, και έλαβε αριθμ. πρωτ. Ε.Μ. 52/222.04.2019, για αναίρεση της απόφασης 1526/2019 του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σκέλος της απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2γ Π.Κ, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση, ως προς αυτό το σκέλος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ.γ και 3 του νέου ΚΠΔ, που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 589 παρ.3 και 590 παρ.1 αυτού, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166.

Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, κατά δε το άρθρο 515 παρ.2 ΚΠΔ, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 6-6-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Χ.

Λ. στην πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης Σ. Ε. του Ζ., με αναιρεσείοντα τον Χ. Σ. του Π. κλητεύθηκε η πολιτικώς ενάγουσα νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ. α του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο της 16.7.2019 που έχε ορισθεί για να συζητηθεί η από 22.4.2019 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1526/2019, καταδικαστικής απόφασης του Β Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών , πλην αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Μετά από αυτά, παρά την απουσία της η εξέταση της ως άνω αναίρεσης θα γίνει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η ένδικη αναίρεση κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ'3 του ΚΠοιΝΔ στις 12-4-2019 με αριθμό ... ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο στις 22-4-2019,δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χριστίνας Σαλούστρου, στην οποία νομότυπα έχει χορηγήσει την απαιτούμενη προς ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετειου Αθηνών και συντάχθηκε η υπ`αριθ.52/2019 Έκθεση αναίρεσης. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 462περ.β,464,466 παρ.1,473 παρ.2,3,474 παρ.1,4,504 παρ.1 και 505 παρ 1 περ.α του ΚΠοιΝΔ. Επομένως,πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 (ΦΕΚ Α'95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 ( άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής ,που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ,επί ίσων δε ποινών στερητικών της ελευθερίας ,λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Επίσης λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ, περί ψευδούς καταμήνυσης, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων: "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι `αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους" , ενώ κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, " Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή".

Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη διάταξη του άρθρου 229παρ.1ΠΚ ,όπως αυτή ισχύει μετά την 1-7-2019, τυποποείται το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης. Σημαντική αλλαγή στο έγκλημα αυτό είναι η κατάργηση της αναφοράς στο σκοπό του δράστη. Μέχρι την 1-7-2019, η ψευδής καταμήνυση (άρθρο 229 παρ.1 παλαιού ποινικού κώδικα)με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τιμωρείται μόνο όταν ο δράστης την τελεί με σκοπό καταδίωξης του καταγγελομένου προσώπου, δηλαδή για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται εκτός του άμεσου δόλου , και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου.

Καθώς όμως στο ελληνικό δίκαιο ισχύει ως προς τη δίωξη η αρχή της νομιμότητας, ήδη η καταγγελία της πράξης δημιουργεί άμεσα τον κίνδυνο άσκησης ποινικής δίωξης, ώστε η αναφορά στον επιπρόσθετο σκοπό να εμφανίζεται περιττή.

Συνεπώς από την 1-7-2019 ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης δεν απαιτείται πλέον σκοπός καταδίωξης του καταμηνυομένου ή του αναφερομένου ,δηλαδή δεν απαιτείται υπερχειλής δόλος αλλά μόνο άμεσος δόλος, και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού μ` αυτή για την καταδίκη του δράστη απαιτείται εκτός από τη συνδρομή και απόδειξη του άμεσου δόλου η συνδρομή και απόδειξη του υπερχειλούς δόλου, που δεν απαιτείται πλέον με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του νέου ΠΚ.

Επίσης από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη και ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του νέου ΠΚ προβλέπεται πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, περί συκοφαντικής δυσφήμησης,, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, με βάση την οποία διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362,το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή.

Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63."Κατά την ίδια διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή και αν τελεί την πράξη δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή." Από τη σύγκριση των ανωτέρω διατάξεων, πλην της επιβαρυντικής περίστασης τελέσεώς του αδικήματος δημόσια ή μέσω του διαδικτύου, που δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 363 του παλαιού ΠΚ είναι επιεικέστερη ως προς την ποινή, αφού με αυτήν προβλεπόταν ότι μαζί με τη τουλάχιστον τριών μηνών φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή, η οποία (χρηματική ποινή) με τη διάταξη του άρθρου 363 του νέου ΠΚ επιβάλλεται πλέον υποχρεωτικά.

Α) Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του παλαιού Π.Κ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι` αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι` αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν (ήτοι να σκόπευε) στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Κατά δε το άρθρο 362 εδ. α` του παλαιού Π.Κ., "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή", ενώ κατά το άρθρο 363 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται μεφυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, αφετέρου δε τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη θεμελίωση και των δύο προαναφερθέντων εγκλημάτων (της ψευδούς καταμήνυσης, και της συκοφαντικής δυσφήμησης) απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως α) τη γνώση ότι το καταμηνυόμενο γεγονός είναι ψευδές στην περίπτωση της ψευδούς καταμήνυσης, και β) τη γνώση ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση του γεγονότος ενώπιον τρίτου δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, καθώς και τη γνώση ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Επιπλέον, όσον αφορά το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης για τη θεμελίωση του, εκτός του προαναφερθέντος άμεσου δόλου, χρειάζεται και επιπρόσθετος υπερχειλής δόλος, αφού απαιτείται σκοπός του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου ή αναφερομένου, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία για ότι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρ. 26 παρ. 1 Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει επί ψευδούς καταμήνυσης, και συκοφαντικής δυσφήμησης ,ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (υπερχειλής δόλος) επί ψευδούς καταμήνυσης, η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Τέλος, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατά το είδος τους, δέχθηκε για τον αναιρεσείοντα ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 30-12-2006 στο Γ.

Α. και απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, τη Ζ., που γεννήθηκε στις 19-4-2008. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν υπήρξε αρμονική, γι' αυτό και διασπάστηκε, και στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθμ. 7368/2009 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανατέθηκε η επιμέλεια του τέκνου προσωρινά στη μητέρα του, ενώ καθορίστηκε προσωρινά και ο τρόπος επικοινωνίας του πατέρα μαζί του.

Ακολούθως ο κατηγορούμενος άσκησε την από 18-9-2009 αγωγή του ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, ζητώντας να ρυθμιστεί οριστικά το δικαίωμα επικοινωνίας του με το παιδί, και εκδόθηκε η υπ' αρ. 1292/2010 οριστική απόφαση, με την οποία ρυθμίστηκε η επικοινωνία κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο διατακτικό της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εγκαλούσα (εκεί εναγομένη) με το ένδικο μέσο της έφεσης, και στη συνέχεια εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2788/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου να τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 681Γ του ΚΠολΔ προδικασία, και τελικά η υπ' αρ. 5102/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που μεταρρύθμισε την πρωτόδικη.

Ο κατηγορούμενος, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ- 2368/2009 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, προσήρχετο στην οικία της εγκαλούσας κατά τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες που η απόφαση αυτή είχε ορίσει, προκειμένου επικοινωνεί με το τέκνο του. Ωστόσο κατά το έτος 2010 και μετά την έκδοση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1292/2010 οριστικής απόφασης ανέκυψαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την ισχύ της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, καθ' όσον η μεν εγκαλούσα ισχυριζόταν ότι αυτή είχε απωλέσει την ισχύ της και αρνείτο να του παραδώσει το τέκνο, o δε κατηγορούμενος επέμενε στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με βάση τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή που κατά τη δική του πεποίθηση εξακολουθούσε να ισχύει Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι η πιο πάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, κατά το χρόνο εκείνο, δεν είχε ανακληθεί, ούτε είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση που να διαπλάθει με διαφορετικό τρόπο τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, αυτή (απόφαση) πράγματι δεν είχε απωλέσει την ισχύ της.

Λεκτέον, βέβαια, ότι πρόκειται περί νομικού θέματος για το οποίο έχουν διατυπωθεί αντίθετες απόψεις, που σε κάθε περίπτωση δικαιολογούν και τη σύγχιση οιουδήποτε των διαδίκων σχετικά με την ισχύ ή όχι της πιο πάνω απόφασης. Περαιτέρω, κατά το ίδιο περίπου χρονικό σημείο, η εγκαλούσα παρατήρησε ότι το παιδί, που διήγε τότε το τρίτο έτος της ηλικίας του, παρουσίαζε παρεκκλίνουσα για την ηλικία του συμπεριφορά, και δη έκανε κινήσεις και εξέφραζε προτάσεις που δημιουργούσαν υποψίες ότι είχε εκτεθεί σε μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου.

Θορυβηθείσα από την πιο πάνω συμπεριφορά του παιδιού της, η εγκαλούσα ζήτησε τη συνδρομή ειδικών και απευθύνθηκε στην Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών, η οποία με το υπ' αρ. .../26-7-2011 έγγραφό της αιτήθηκε την παιδοψυχιατρική εκτίμηση του παιδιού από το Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο .... Ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε να παρευρεθεί, αλλά δεν εμφανίστηκε και στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την από 4-12-2011 αίτηση-αναφορά του, με την οποία ζητούσε εξαίρεση της Εισαγγελίας Ανηλίκων Αθηνών και των υπαλλήλων του "Παιδοψυχιατρικού Κέντρου ..." (εννοώντας προφανώς το Κέντρο της ...), ενώ διελάμβανε σε αυτή και ισχυρισμούς για την εγκαλούσα που θα εκτεθούν κατωτέρω.

Τελικά από το Κέντρο συνεστήθη η παρακολούθηση της ανήλικης από ιδιώτη παιδοψυχίατρο, καθ' όσον οι ψυχολόγοι του Κέντρου αυτού δεν κατόρθωσαν να ελέγξουν την αξιοπιστία του τέκνου για όσα τους εξέθετε για τον πατέρα και τη θεία του (αδελφή του πατέρα). Μετά ταύτα η εγκαλούσα συνέχισε να απευθύνεται σε ειδικούς παιδιοψυχολόγους, ενώ παράλληλα κατέθεσε μήνυση σε βάρος του κατηγορουμένου για αποπλάνηση παιδιού κλπ.

Τελικά ο κατηγορούμενος απηλλάγη των κατηγοριών με το υπ' αριθμ.3279/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε και από το Συμβούλιο Εφετών. Στο μεταξύ, είχε εκδοθεί και η υπ' αρ. 970/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την οποία, η επιμέλεια του ανηλίκου ανατέθηκε οριστικά στην εγκαλούσα μητέρα.

Στα πλαίσια της ως άνω αντιδικίας, ο κατηγορούμενος, την 20-12-2011, κατέθεσε στο Α.Τ. ... προφορική έγκληση κατά της ήδη εγκαλούσας για παραβίαση δικαστικής απόφασης, αρπαγή ανηλίκου, έκθεση του παιδιού σε κίνδυνοι παράβαση του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας και άσκηση ψυχολογικού καταναγκασμού, ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι η εν διαστάσει σύζυγός του υπέβαλλε το τέκνο τους σε ψυχιατρικές θεραπείες σε διάφορα ιδιωτικά κέντρα και ότι διέδιδε ενώπιον γειτόνων πως η ανήλικη ήταν ψυχικά άρρωστη. Από τα παραπάνω καταγγελθέντα, το γεγονός της μη συμμόρφωσης της συζύγου του και τότε μηνυομένης με δικαστική απόφαση, ήτοι με την υπ' αριθμ. 7368/2009 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ρύθμιζε την επικοινωνία του με το τέκνο, ήταν αληθές.

Συνεπώς για τον ως ισχυρισμό του θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί (ομόφωνα) αθώος. Περαιτέρω, κατά την άποψη που επεκράτησε στο δικαστήριο, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς και είχαν ως στόχο να προκαλέσουν την καταδίωξη της εγκαλούσας. Ειδικότερα, αυτός γνώριζε ότι η εγκαλούσα είχε οριστικά την επιμέλεια του τέκνου τους, που της είχε ανατεθεί δυνάμει της υπ' αριθμ. 970/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που νόμιμα του είχε κοινοποιηθεί, και συνεπώς γνώριζε ότι αυτή δεν τέλεσε αδίκημα αρπαγής ανηλίκου.

Μάλιστα, σαφώς διακρίνει, στην πιο πάνω προφορική του έγκληση, το αδίκημα της αρπαγής από εκείνο της παραβίασης δικαστικής απόφασης. Επίσης, αναληθώς κατέθεσε ότι η εγκαλούσα εξέθετε το παιδί σε κίνδυνο, ότι παρέβη το νόμο περί ενδοοικογενειακής βίας και ότι ασκούσε στο παιδί ψυχολογικό καταναγκασμό, ενώ τα περιστατικά αυτά ήταν ψευδή.

Ούτε, εξάλλου, η προσφυγή σε παιδοψυχολόγους -στην οποία πράγματι προέβη η εγκαλούσα- θα μπορούσε να νοηθεί ως έκθεση του παιδιού σε κίνδυνο ή ως ψυχολογική πίεση σ' αυτό. Τέλος, είναι ψευδές ότι η εγκαλούσα διέδιδε ενώπιον γειτόνων πως η ανήλικη ήταν ψυχικά άρρωστη. Οι προφορικές τους αντεγκλήσεις, ενίοτε και ενώπιον αστυνομικών οργάνων, κατά τους χρόνους που ο κατηγορούμενος επιχειρούσε να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας, απέχουν κατά πολύ από την ισχυρισθείσα "διάδοση" περί ψυχικής ασθένειας του παιδιού ενώπιον του γειτονικού κύκλου.

Οι ως άνω ψευδείς ισχυρισμοί, που αφορούσαν στην τέλεση αξιόποινων πράξεων εκ μέρους τη εγκαλούσας, εκπορεύτηκαν από τη βούληση του κατηγορουμένου -ο οποίος διακατεχόταν από αισθήματα εκδίκησης κατά της τέως συζύγου του, επειδή αυτή του καταλόγιζε σοβαρότατα ποινικά αδικήματα σε βάρος του παιδιού- να κινηθεί κατά της εγκαλούσας ποινική διαδικασία.

Εκ παραλλήλου, στην ως άνω έγκλησή του, με την οποία, πέραν του ψευδούς ισχυρισμού του ότι η τέως σύζυγός του εκθέτει σε κινδύνους την ανήλικη κόρη τους και της ασκεί ψυχολογικό καταναγκασμό, επίσης ισχυρίστηκε ότι αυτή παραβιάζει συστηματικά τις δικαστικές αποφάσεις πράγμα ψευδές, εφόσον, μόνο η άρνησή της να του παραδώσει το παιδί, που εκφράστηκε στα πλαίσια της δικής της πεποίθησης ότι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων είχε παύσει να ισχύει (άλλωστε απηλλάγη αμετακλήτως της σχετικής κατηγορίας με την υπ' αρ. 4325/15 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ουδόλως αποτελεί συστηματική παραβίαση, και μάλιστα περισσοτέρων (και αορίστου αριθμού) δικαστικών αποφάσεων, όπως ψευδώς ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος.

Τέλος ο τελευταίος, με την από 4-12-2011 αίτηση-αναφορά του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί της οποίας έγινε λόγος ανωτέρω, ισχυρίστηκε για την εγκαλούσα ότι έχει πρόβλημα ψυχικής υγείας και ότι προσπαθεί να υφαρπάσει εσκεμμένα παιδοψυχιατρική πραματογνωμοσύνη για την ανήλικη κόρη τους Ζ., που συνηγορούσε υπέρ της σεξουαλικής κακοποίησής της από τον ίδιο.

Όμως και αυτά καταγγελθέντα ήταν ψευδή. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι εγκαλούσα είχε παρακολουθήσει συνεδρίες ψυχοθεραπείας κατά το έτος 2007 στην ψυχίατρο Φ. Κ., με τη διάγνωση της "τελειοθηρίας", που ωστόσο δεν αποτελεί ψυχική νόσο ούτε βέβαια επηρέασε οποτεδήποτε την ψυχική της υγεία δημιουργώντας "πρόβλημα" σε αυτή, ενώ, περαιτέρω, η προσφυγή της εγκαλούσας σε παιδοψυχιάτρους εγένετο στα πλαίσια της -επιβεβλημένης άλλωστε- προσπάθειάς της να προστατεύσει το τέκνο της και να λάβει τη βοήθεια ειδικών για την αντιμετώπιση του προβλήματος που αυτό είχε εκδηλώσει, σαφέστατα δε, ουδόλως αυτή επιχείρησε να υφαρπάσει οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη που να τον ενοχοποιεί.

Οι ισχυρισμοί αυτού του κατηγορουμένου: των οποίων έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα, ήταν δυνατόν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας.

Συνεπώς, κατά την άποψη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος τόσο της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως (με την προεκτεθείσα διάκριση) όσο και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ'2α ΠΚ για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ` εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ` εξακολούθηση και συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία ,με το ακόλουθο διατακτικό :ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο του ότι την 20-12-2011 και την 4-12-2011 στην Αθήνα, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, και δη:

1)Την 20-12-2011 στην Αθήνα, εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτή και πιο συγκεκριμένα, με την από 20-12-2011 προφορική έγκλησή του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ. ..., κατεμήνυσε την Ε. Σ. (τότε εν διαστάσει σύζυγό του) για αρπαγή ανηλίκου, έκθεση του παιδιού σε κίνδυνο παράβαση του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας και άσκηση ψυχολογικού καταναγκασμού, ισχυριζόμενος ότι η νυν εγκαλούσα υπέβαλε την ανήλικη κόρη τους σε ψυχιατρικές θεραπείες σε διάφορα ιδιωτικά κέντρα και ότι διέδιδε ενώπιον γειτόνων πως η ανήλικη ήταν ψυχικά άρρωστη, ενώ πολύ καλά γνώριζε ότι η επιμέλεια της θυγατέρας τους είχε ανατεθεί οριστικά στην εγκαλούσα και ότι η τελευταία δεν την είχε εκθέσει σε οποιοδήποτε κίνδυνο καθώς και ότι ουδέποτε είχε ασκήσει ψυχολογική βία επάνω της, ενώ την υπέβαλλε σε ψυχιατρικές θεραπείες προκειμένου να την προστατεύσει, προέβη δε ο κατηγορούμενος στις εν λόγω καταγγελίες για να προκαλέσει την καταδίωξη της Ε. Σ..

2)Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και πιο συγκεκριμένα: α) την 20-12-2011 ισχυρίσθηκε ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του ΑΤ. Γ. Α. ότι η νυν εγκαλούσα παραβιάζει συστηματικά τις δικαστικές αποφάσεις, εκθέτει σε κινδύνους την ανήλικη κόρη τους και της ασκεί ψυχολογικό καταναγκασμό και β) την 4-12-2011 με την αυτή ημερομηνία- αναφορά αίτησή της που απηύθυνε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ισχυρίσθηκε για τη νυν εγκαλούσα ότι έχει πρόβλημα ψυχικής υγείας και ότι προσπαθεί να υφαρπάξει εσκεμμένα παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη για την ανήλικη κόρη τους Ζ., που συνηγορούσε υπέρ της σεξουαλικής κακοποίησής της από τον κατηγορούμενο, αν και γνώριζε ότι όλα τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού η νυν εγκαλούσα δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ψυχικής υγείας, ενώ με την προσφυγή σε παιδοψυχολόγους αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην προστασία του παιδιού της και ουδέποτε αυτή προσπάθησε να υφαρπάξει οποιουδήποτε περιεχομένου πραγματογνωμοσύνη.

Οι ψευδείς δε ως άνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που διατυπώθηκαν ενώπιον τρίτων μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη της εγκαλούσας. Αντίθετα την κήρυξε ομόφωνα αθώο για το ότι: Εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτή και πιο συγκεκριμένα με την από 20-12-2011 προφορική έγκλησή του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ ..., κατεμήνυσε την Ε.

Σ. (τότε εν διαστάσει σύζυγό του)για παραβίαση δικαστικής απόφασης,και συγκεκριμένα της υπ`αριθμ.7368/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ),ενώ αυτή είχε παύσει να ισχύει. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη εκ του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 362 - 363 του ΠΚ όπως τα άρθρα 229 παρ. 1 και 362 - 363 του ΠΚ, ίσχυαν πριν την 30-6-2019.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Α.Τ ... την 20-12-2011 την από 20-12-2011 προφορική έγκλησή του, σε βάρος της εγκαλούσας Ε. Σ. καταγγέλλοντας εν γνώσει του ψευδώς την εν διαστάσει τότε σύζυγό του για αρπαγή ανηλίκου, έκθεση της ανήλικης κόρης τους Ζ.

σε κίνδυνο, παράβαση του νόμου περί ενδοοικογενειακής βίας και άσκηση ψυχολογικού καταναγκασμού με σκοπό να προκαλέσει την ποινική της δίωξη, β) παρατίθενται τα όσα εν γνώσει του ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα διέλαβε τόσο την 20-12-2011 στην παραπάνω έγκλησή του όσο και την 4-12-2011 στην από 4-12-2011 αναφορά αίτησή του που απηύθυνε στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε βάρος της ως άνω εγκαλούσας, τα οποία ήταν πρόσφορα και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, καθώς και ότι τελούσε ο ίδιος εν γνώσει της αναλήθειας των γεγονότων αυτών, δηλαδή ότι ασκεί η εγκαλούσα ψυχολογικό καταναγκασμό σε βάρος της ανήλικης κόρης τους την οποία εκθέτει σε κινδύνους ,ότι η εγκαλούσα έχει προβλήματα ψυχικής υγείας και ότι προσπαθεί να υφαρπάξει εσκεμμένα παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη για την ανήλικη κόρη τους Ζ.

που συνηγορούσε υπέρ της σεξουαλικής κακοποίησής της από τον κατηγορούμενο, τα οποία έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα γ) παρατίθεται η πρόθεση του κατηγορουμένου - αναιρείοντος όπως με αυτά (εν γνώσει του ψευδή) που διέλαβε στην εν λόγω έγκλησή του, επιτύχει το μεν την ποινική δίωξη της εγκαλούσας, το δε να μειώσει την τιμή και την υπόληψή της δ) προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και η υποκείμενη δολία προαίρεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και δη η γνώση αυτού ως προς την αναλήθεια των όσων διέλαβε στην ως άνω έγκλησή του σε βάρος της ανωτέρω εγκαλούσας (εν διαστάσει συζύγού του), θεμελιούμενη, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, σε προσωπική και άμεση αντίληψη του ίδιου λόγω του περιεχομένου των όσων ισχυρίσθηκε, της φύσης της συγκεκριμένης υπόθεσης και τη εντεύθεν διένεξης των διαδίκων-εν διαστάσει συζύγων καθώς και της βούλησης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος,ο οποίος διακατεχόταν από αισθήματα εκδίκησης κατά της τέως συζύγου,να κινηθεί κατά της εγκαλούσας ποινική διαδικασία, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.

ε) παρατίθενται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα των ως άνω εγκλημάτων.

Η δε καταδίκη της στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης και ιδίως από την εκτεταμένη αναφορά της και μάλιστα και κατ` είδος, στα ληφθέντα υπόψη και συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα , χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, να αναφέρεται ότι κατά της εγκαλούσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για όλες τις καταγγελλόμενες από τον ψευδομηνυτή αξιόποινες πράξεις, εφόσον δεν απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού της καταδίωξης της καταγγελλομένης, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττουν με την επίφαση της ελλείψεως και αντιφατικής αιτιολογίας, την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ'1 στοιχ.Δ του Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης,με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφορικά με τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του άμεσου δόλου και επιπλέον του επερχειλούς δόλου για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, καθώς και της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1στοιχ.Ηπερ.δ του Κ.Π.Δ.και ήδη Θ περ. γ του νέου Κ.Π.Δ υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως όταν: α)..., β)...., γ)..., δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 46)ή για το οποίο δε δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο54)ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438).

Ακόμη από τις διατάξεις των άρθρων 36 και 50 Κ.Π.Δ. και του άρθρου 18 Π.Κ., προκύπτει ότι η ποινική δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως και μόνον κατ` εξαίρεση, στις ρητά οριζόμενες από τον ποινικό κώδικα ή άλλους νόμους περιπτώσεις κατ` έγκληση του παθόντος. Επί των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, κινείται κατόπιν αναφοράς, μήνυσης ή άλλης είδησης για την τέλεση αξιόποινης πράξης.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Η εκπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης συνεπάγεται την οριστική παύση της ποινικής δίωξης (ΑΠ 168/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, για την άσκηση ποινικής δίωξης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη απόφαση απαιτείται έγκληση κατ` άρθρο368 παρ.1ΠΚ.,όπως ίσχυε πριν την 30-6-2019,και τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 117 ΠΚ.Στην προκειμένη περίπτωση ,όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Β Πλημμελημάτων) δέχθηκε στο σκεπτικό του ,κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του "...

Λεκτέον, στο σημείο αυτό, ότι η εγκαλούσα έλαβε γνώση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου στις 13-10-2012, που κλήθηκε αρμοδίως να παράσχει έγγραφες εξηγήσεις, και συνεπώς η κατάθεση της εγκλήσεώς της εγένετο εντός της τρίμηνης προθεσμίας από του χρόνου της ως άνω γνώσεώς της, ώστε να μην τίθεται θέμα απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος." Από την παραδεκτή επισκόπηση για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναίρεσης , περί εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως της εγκαλούσας για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, του αναγνωσθέντος στο δικαστήριο της ουσίας από 23-5-2012 εξωδίκου της εγκαλούσας προς τον κατηγορούμενο και την αδελφή του Α.

Χ., προκύπτει ότι το εν λόγω εξώδικο αναφέρεται σε άλλες αξιόποινες πράξεις της μεταξύ τους δικαστικής διαμάχης και συγκεκριμένα στην προηγηθείσα έγκληση της νυν εγκαλούσας κατά του κατηγορουμένου και της αδελφής του Α. Χ. για κακοποίηση του ανηλίκου τέκνου τους Ζ..

Συνεπώς ο τρίτος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια που θεμελιώνεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η περ.δ ΚΠοινΔ και ήδη Θ περ'γ του νέου Κ.Π.Δ για υπέρβαση εξουσίας ως προς την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ,επειδή η έγκληση υποβλήθηκε την 24-12-2012 μετά την πάροδο τριών μηνών από το Μάϊο του 2012,οπότε η εγκαλούσα είχε λάβει γνώση για την πράξη της σε βάρος συκοφαντικής δυσφήμησης από τον κατηγορούμενο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Για το ορισμένο του ισχυρισμού δεν αρκεί η αναφορά απλώς της διατυπώσεως του νόμου, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία να δικαιολογούν την αναγνώριση του αιτούμενου ελαφρυντικού. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο γ`, ήτοι το ότι ο υπαίτιος γ) στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε απόοργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την απαγγελία της περί της ενοχής του κατηγορουμένου αποφάσεως, ζήτησε "να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις, εκτός των άλλων, του άρθρου 84 παρ. 2 γ ΠΚ" και ειδικότερα ανέφερε κατά λέξη: "ότι o υπαίτιος για την πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε η άδικη εναντίον του πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ.

γ ΠΚ, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε από την ενώπιόν Σας ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης μήνυσης είχε έρθει αντιμέτωπος με άδικες σε βάρος του κατηγορίες, για τις οποίες ήδη έχει απαλλαχθεί αμετακλήτως. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος επί σειρά ετών, αφής στιγμής διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή του με τη μηνύτρια, αλλά και μέχρι σήμερα, στερείται της επικοινωνίας με τη θυγατέρα του, γεγονός που του έχει προκαλέσει αδιάκοπη θλίψη και στενοχώρια σε καθημερινή βάση.

Εκ τούτων είναι αυταπόδεικτο ότι o κατηγορούμενος ωθήθηκε στην υποβολή της ένδικης μήνυσης, από την οργή για τις άδικες κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί αλλά και από τη βίαιη θλίψη που τον κατέλαβε, καθώς αποστερείτο της επικοινωνίας του με τη θυγατέρα του".

Το δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου δεχόμενο ότι: "Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ωθήθηκε στις πράξεις του από προηγούμενη ανάρμοστη σε βάρος του συμπεριφορά της εγκαλούσας, η οποία συστηματικά αρνείτο να του παραδώσει το τέκνο τους, παρόλο που ο ίδιος είχε βεβαιωμένο με δικαστική απόφαση δικαίωμα επικοινωνίας. Όμως, το γεγονός και μόνον ότι πριν τη τέλεση των αξιοποίνων πράξεων του κατηγορουμένου, η εγκαλούσα αρνείτο να του παραδώσει το τέκνο τους, με επακόλουθο μάλιστα τη δημιουργία έντασης και διαπληκτισμών μεταξύ τους, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάφαση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2γ ΓΙΚ, καθ'όσον δεν αποδεικνύεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της εγκαλούσας τελεί σε αιτιώδη σχέση με την πληθώρα των ψευδών ισχυρισμών που διατύπωσε ο κατηγορούμενος ο οποίος σε κάθε περίπτωση ηδύνατο και όφειλε να περιοριστεί στην καταμήνυση της παραβίασης της δικαστικής απόφασης".

Συνεπώς είναι απορριπτέος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός του. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ.2α ΠΚ), Ο ισχυρισμός αυτός εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ.γ ΠΚ, κατά το πρώτο σκέλος απορρίφθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, λαμβάνοντας υπόψη το δικαστήριο και τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος αναφορικά με την αποστέρηση της επικοινωνίας αυτού με τη θυγατέρα του κατά την απόρριψη του εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ.γ ΠΚ ελαφρυντικού. Κατά δε το δεύτερο σκέλος από την ίδια διάταξη κατά το μέρος που ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρασύρθηκε στην πράξη του από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη και δη οργή για τις άδικες κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί προβλήθηκε εντελώς αορίστως, αφού δεν προσδιορίζει ποιες ήταν οι άδικες σε βάρος του κατηγορίες (στην αναίρεση του αναφέρεται απαράδεκτα στις περί κακοποίησης της θυγατέρας τους κατηγορίες). Το Δικαστήριο, λοιπόν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, κατά το μέρος αυτό .

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αφενός η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ ΚΠοινΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφετέρου η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 περ.Β . του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακρόασης είναι αβάσιμος.

Συνεπώς ,εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά το ν.4620/2019)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2019(αριθ.Ε.Μ 52/2019) αίτηση αναίρεσης του Σ. Χ. του Π. για αναίρεση της υπ`αριθ.1526/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ