Supreme Court allows appeal against Thessaloniki Court of Appeal for insufficient reasoning on large fund transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Piraeus Bank against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The bank argued that the lower court failed to adequately explain how the remaining funds for purchasing government bonds were obtained from the joint account. The court found these reasoning deficiencies fundamental to the validity of the lower court's judgment on the fund transfer issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 580(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; A judgment is voidable if it contains insufficient reasoning regarding a fact that has a decisive influence on the validity of the contested claim and the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1890 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1890/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βαλεργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. συζ. Ι. Π., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Σπανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/1998 αγωγή της αρχικής διαδίκου ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε." που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27503/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 1194/2009 μη οριστική και 1243/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/1/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 28/3/2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 24-1-2012 αιτήσεως της Ανώνυμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1243/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την ένδικη αγωγή, η αρχικώς ενάγουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ", η οποία ήδη έχει συγχωνευθεί δι' απορροφήσεως στην αναιρεσείουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", εξέθεσε: Ότι η πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητος, την 31-10-1995, της έδωσε εντολή, μέσω του υποκαταστήματός της στη Θεσσαλονίκη, να αγοράσει στο όνομα αυτής και των λοιπών εναγομένων, τέκνων αυτής (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) έντοκα γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου, ετήσιας διάρκειας, αντί τιμήματος 8.771.938 δραχμών, για την προκαταβολή δε της δαπάνης εκτελέσεως της εν λόγω εντολής, της έδωσε παραλλήλως την εντολή να προβεί σε ισόποση ανάληψη εκ του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, που αυτή τηρούσε στο ίδιο υποκατάστημά της με συνδικαιούχους τα τέκνα της, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.
Ότι ο αρμόδιος υπάλληλός της παρέλειψε να συμπληρώσει το σχετικό έντυπο αναλήψεως από τον κοινό λογαριασμό των εναγομένων του ισόποσου τιμήματος αγοράς των ως άνω εντόκων γραμματίων, με αποτέλεσμα αυτά να μεταβιβασθούν στους εναγομένους, χωρίς οι ίδιοι να της καταβάλουν το ποσό που εδαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής.
Ότι ο δεύτερος των εναγομένων αν και εγνώριζε όλα τα ανωτέρω, προέβη στην ανάληψη ολοκλήρου του ποσού του κοινού λογαριασμού, ανερχομένου στο ποσό των 16.821.172 δραχμών, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσίας της δια της ματαιώσεως της δυνατότητός της να προβεί σε συμψηφισμό της απαιτήσεώς της μόλις αντιλαμβανόταν την υφισταμένη εκκρεμότητα (μη καταβολή του ποσού αγοράς των εντόκων γραμματίων), η οποία τελικώς έγινε αντιληπτή από τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Οικονομικού και Λογιστών την 28.1.1997, πλην όμως η πρώτη εναγομένη αρνήθηκε να εκπληρώσει την υποχρέωση της ο δε δεύτερος να αποκαταστήσει την ζημία της.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, για τις ως άνω αιτίες (σύμβαση εντολής η πρώτη, αδικοπραξία ο δεύτερος και αδικαιολόγητο πλουτισμό άπαντες) να της καταβάλουν νομιμοτόκως το ποσό των 8.771.930 δραχμών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκδοθείσα αρχικώς μη οριστική του απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή, με εξαίρεση την εκ της αδικοπραξίας βάση της κατά του δευτέρου εναγομένου, και διέταξε αποδείξεις, μετά την διεξαγωγήν των οποίων απέρριψε με την οριστική του απόφαση την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα και το Εφετείο, αφού αρχικώς διέταξε, με απόφασή του, αποδείξεις ως προς την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, εν συνεχεία με την ήδη προσβαλλομένη οριστική του απόφαση απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους δέχθηκε τύποις και ουσία την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχούν πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής:" Η πρώτη των εναγομένων (Δ.
συζ. Ι. Π.) διατηρούσε στην αρχικώς ενάγουσα "Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη εκκαλούσα "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κοινό λογαριασμό Ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τα τέκνα της (δεύτερο και τρίτη των εναγομένων). Ο λογαριασμός αυτός στις 25.10.1995 παρουσίαζε ως πιστωτικό υπόλοιπο το ποσό των 16.500.193 δραχμών.
Το πρωί της 31.10.1995 προσήχθησαν στο ενταύθα υποκατάστημα της ως άνω Τράπεζας η πρώτη εναγομένη μαζί με τον σύζυγο της Ι. Π. προκειμένου να επενδύσουν κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχαν στον κοινό λογαριασμό και που το πρωί της ημέρας εκείνης ανερχόταν στο ποσό 16.500.193 δραχμών. Από το πιστωτικό αυτό Υπόλοιπο του κοινού λογαριασμού των, η πρώτη εναγομένη ενεργούσα και για λογαριασμό του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων έδωσε εντολή στην Τράπεζα, όπως προβεί αφενός μεν σε ανάληψη ποσού 7.228.000 δραχμών με ισόποση χρέωση του ανωτέρω κοινού λογαριασμού της και σε ταυτόχρονη επένδυση του αναληφθέντος ποσού σε αμοιβαία κεφάλαια "Β." διαχειρίσεως διαθεσίμων διαρκείας ενός μηνός, ήτοι από 31.10.1995 έως 30.11.1995, και αφετέρου σε ανάληψη ποσού 500.000 δραχμών.
Η επένδυση των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων "Β." έγινε επ' ονόματι και των τριών συνδικαιούχων του ως άνω λογαριασμού. Μετά τις ως άνω αναλήψεις εναπέμεινε υπόλοιπο στον ως άνω κοινό λογαριασμό 8.772.193 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το πρωί της 31.10.1995 η πρώτη εναγομένη έδωσε επίσης εντολή στα αρμόδια όργανα του ίδιου υποκαταστήματος της ενάγουσας Τράπεζας , όπως προβούν στην αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) για λογαριασμό της ίδιας και των τέκνων της (δευτέρου και τρίτης των εναγομένων) αντί αντιτίμου αγοράς τούτων 8.771.930 δραχμών, ετήσιας διάρκειας και αξίας κατά τη λήξη τους 10.000.000 δραχμών.
Για την παραγγελία αυτή αγοράς ΕΓΕΔ εκδόθηκε από την υπάλληλο της ενάγουσας...το υπ' αριθμ. 2486/8/31.10.1995 παραστατικό για 8.771.930 δραχμές και αφού θεωρήθηκε από τον επίσης υπάλληλό της...καταχωρήθηκε από αυτόν στην κατάσταση παραγγελιών ΕΓΕΔ. Μετά την εκτέλεση της εντολής υπό της ενάγουσας Τράπεζας και την πάροδο ενός μηνός τα ΕΓΕΔ που εκδόθηκαν επ' ονόματι και των τριών εναγομένων παραλήφθηκαν για λογαριασμό τους από το κατάστημα της Τράπεζας κατ' εντολή δε και πάλι της πρώτης εναγομένης και παρέμειναν στο κατάστημα...έως την ημερομηνία 31.10.1996 λήξης τους.
Κατά την ημερομηνία λήξης τους επικοινώνησε ο υπάλληλος της ενάγουσας ... με τον σύζυγο της πρώτης εναγομένης..., που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπός της, και τον ενημέρωσε για τη λήξη τους, του ζήτησε δε οδηγίες εάν θα εξωφλούντο ή θα ανανεώνοντο σιωπηρά. Ο τελευταίος προσήλθε στο κατάστημα της Τράπεζας, ως αντιπρόσωπος της συζύγου του πρώτης εναγομένης, και υπέγραψε για την παραλαβή των ΕΓΕΔ ονομαστικής αξίας 10.000.000 δραχμών προβαίνοντας σε εξόφληση και παρήγγειλε την αγορά νέων ΕΓΕΔ ονομαστικής αξίας 11.200.000 δραχμών έκδοσης 31.10.1996 ετήσιας επίσης διάρκειας έναντι αντιτίμου ποσού 9.973.286 δραχμών ενώ την διαφορά των 26.714 δραχμών που προέκυπτε από την εξόφλησή τους πιστώθηκε στον ανωτέρω λογαριασμό Ταμιευτηρίου με δικαιούχους την σύζυγο και τα τέκνα του.
Θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ανωτέρω κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου των εναγομένων, μετά την 31.10.1995, οπότε παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο 8.772.193 δραχμών πιστώθηκε στις 30.11.1995 με το ποσό των 7.309.389 δραχμών από το προϊόν της εξόφλησης επένδυσης σε αμοιβαία μηνιαίας διάρκειας κεφάλαια "Β." και την ίδια ημερομηνία χρεώθηκε με το ποσό 7.200.000 δραχμών για εκ νέου επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια μηνιαίας διάρκειας, πιστώθηκε δε την 29.12.1995 με το προϊόν εξόφλησης τους και ακολούθως και μέχρι την 17.1.1997 ημερομηνία κλεισίματός του παρουσίαζε από το ίδιο πάντα υποκατάστημα ...φυσιολογική κίνηση πιστώσεων.
Στις 17.1.1997 ο δεύτερος εναγόμενος προέβη σε κλείσιμο του ως άνω τηρουμένου στο υποκατάστημα της ενάγουσας κοινού ταμιευτικού λογαριασμού όπου κατά την ημερομηνία εκείνη είχε πιστωτικό...υπόλοιπο 16.821.172 δραχμών ανέλαβε δε εξ αυτού το ποσό των 13.650.000 δραχμών σε διαταγή του και το υπόλοιπο ποσό σε μετρητά.
Επί πλέον ο ίδιος (δεύτερος) εναγόμενος ζήτησε από την Τράπεζα να του παραδώσει μέρος εκ των παραγγελθέντων ΕΓΕΔ αξίας 5.200.000 δραχμών ενώ δυνάμει του υπ' αριθμ. …/17.1.1997 συμβολαίου πωλήσεως της συμβολαιογράφου...αγόρασε ένα διαμέρισμα στην Θεσσαλονίκη...αντί αναγραφομένου τιμήματος 12.600.000 δραχμών. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου εκείνου ο δεύτερος εναγόμενος (αγοραστής) κατέβαλε έναντι του τιμήματος σε μετρητά 7.400.000 δραχμές ενώ, για το υπόλοιπο ποσό των 5.200.000 δραχμών ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στον πωλητή του διαμερίσματος μέχρι την 10.2.1997, ΕΓΕΔ ονομαστικής αξίας 5.200.000 δραχμών, τα οποία έληγαν 30.10.1997 και συγχρόνως παρείχε και πληρεξουσιότητα στον πωλητή να παραλάβει τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου από την ενάγουσα Τράπεζα...
Μετά την πάροδο 2 ετών και πλέον από την επίμαχη συναλλαγή...και ειδικότερα κατά μήνα Μάρτιο 1998 η διεύθυνση Οικονομικού Λογιστικού διενήργησε έλεγχο αναφορικά με την πρωτόβουλη εγγραφή του καταστήματός της από συμφώνου με στοιχεία …/13.11.1995 για δρχ. 8.771.930 που διενήργησε ο Τομέας Εργασιών Χρεογράφων. Το κατάστημα...της ενάγουσας διενήργησε ακολούθως έρευνα και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε παραστατικό της επίμαχης παραγγελίας ΕΓΕΔ κατά την ημερομηνία 31.10.1995 των πελατών του Π. (Δ., Π.
και Κ.), αλλά ούτε και σαν εγγραφή "χτύπημα" σε κάποιο ημερολόγιο των ταμείων του. Ως εκ τούτου ανατέθηκε στον επιθεωρητή...να προβεί σε έλεγχο των στοιχείων αναφορικά με την εκκρεμότητα αυτή. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου.. ειδοποιήθηκε....ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης Προκοπής Π. και παρουσιάστηκε ενώπιον του ως άνω Επιθεωρητή , όπου δήλωσε ότι προγενέστερα της κατά την 31.10.1995 κατάρτισης της επίδικης συμβάσεως εντολής επικοινώνησε ο ίδιος τηλεφωνικά με τον υπεύθυνο εξυπηρέτησης πελατείας...για το ποσό που απαιτείτο για την αγορά (παραγγελία) ΕΓΕΔ ονομαστικής αξίας 10.000.000 δραχμών και ότι το αντίτιμο της εξαγοράς των ΕΓΕΔ προσεκόμισε ο ίδιος μετρητά στο κατάστημα της ενάγουσας Τράπεζας και καταβλήθηκε σε μετρητά υπό της πρώτης εναγομένης συζύγου του.
Ότι ο υπάλληλος της ενάγουσας Π.Φ. αντέτεινε τότε ότι μετά από συνεννόηση αποφάσισαν με τα χρήματα που είχαν στο λογαριασμό ταμιευτηρίου να πάρουν ΕΓΕΔ και με τα υπόλοιπα έγινε η εγγραφή στα Αμοιβαία Κεφάλαια Β.. Ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης επέμενε στη θέση του ότι έφερε μετρητά μαζί του προκειμένου να καλυφθεί δι' αυτών η δαπάνη εκτελέσεως της εντολής υπό της ενάγουσας, ήτοι της αγοράς των ΕΓΕΔ διευκρίνισε δε ταυτόχρονα ότι η ανάληψη από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου του ποσού των 500.000 δραχμών έγινε για να συμπληρωθεί το ποσό των μετρητών μέχρι του ύψους των 8.771.930 της παραγγελίας των Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου...
Ο ως άνω Επιθεωρητής μετά τη γενομένη υπ' αυτού έρευνα κατάρτισε το από 13.4.1998 ειδικό σημείωμα στο οποίο προέβαινε στην διαπίστωση ότι σχετικά με την είσπραξη του αντιτίμου 8.771.930 δραχμών των ΕΓΕΔ ετήσιας διάρκειας και ονομαστικής αξίας 10.000.000 δραχμών παραγγελίας της πρώτης εναγομένης εκδόθηκε κανονικά το παραστατικό - δίφυλλη για τον σκοπό αυτό, όμως το αντίτιμο τους δεν εισπράχθηκε από κανένα ταμείο του υποκαταστήματος της ενάγουσας Τράπεζας, πρότεινε δε καταλήγοντας, να παραπεμφθούν στην πειθαρχική διαδικασία εκτός από τους υπεύθυνους λειτουργούς της Τράπεζας της Διεύθυνσης Οικονομικού και Λογιστικού και Τομέα Εργασιών Χρεογράφων και ο υπάλληλος της Π.
Φ.. Η ενάγουσα προς επιστήριξη της αγωγής της εκ της βάσεως της συμβάσεως εντολής, διέλαβε στο δικόγραφο της τον ισχυρισμό ότι η πρώτη εναγομένη την 31.10.1995, της έδωσε παράλληλα με την εντολή για αγορά εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου, και την προφορική εντολή ισόποσου αναλήψεως από τον κοινό Ταμιευτικό λογαριασμό που τηρούσε στο κατάστημα...
με συνδικαιούχους τα τέκνα της με λογιστική χρεωστική εγγραφή προς εξόφληση του αντιτίμου των ΕΓΕΔ, ο οποίος όμως ισχυρισμός ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σε κατάφαση του εν λόγω ισχυρισμού δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας υπαλλήλων αυτής, οι οποίοι μη έχοντας ιδία αντίληψη της επίμαχης τραπεζικής συναλλαγής καταθέτουν συμπερασματικά εκφέροντες προσωπικές τους εκτιμήσεις, ενώ διαφαίνεται έντονη η προσπάθειά τους συμπορεύσεώς των με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ένας εκ των μαρτύρων της ενάγουσας, αν και ανέφερε ότι το παραστατικό που εκδίδετο για κάθε συναλλαγή αγοράς ΕΓΕΔ εκδίδονταν σε 6 αντίγραφα και ότι τα τρία τελευταία διαβιβάζονταν στην Αθήνα στον Τομέα Χρεογράφων, ενώ τα τρία πρώτα προωθούντο στο Ταμείο και σημαίνοντο από την Ταμειακή μηχανή, ότι το δεύτερο αντίγραφο - παραστατικού προωθείτο στην υπηρεσία για επιβεβαίωση της είσπραξης και για περαιτέρω προώθηση της παραγγελίας, το δε τρίτο δίδετο στον πελάτη ως απόδειξη της συναλλαγής, δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις:
Ι] της μη ανεύρεσης παραστατικού της συγκεκριμένης συναλλαγής στο κατάστημα της ενάγουσας αλλά μόνον της κατάστασης παραγγελίας ΕΓΕΔ, II] της μη εμφάνισης ελλείμματος στο Ταμείο της κατά τη λήξη του ωραρίου των συναλλαγών και III] της ανυπαρξίας εντύπου ανάληψης εκ του λογαριασμού υπογεγραμμένου από την πρώτη εναγομένη.
Αντίθετα ο πρώτος μάρτυρας των εναγομένων με σαφήνεια, παραστατικά και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε και με κατηγορηματικότητα επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων ότι η πρώτη των εναγομένων την 31.10.1995 κατέβαλε (στην ουσία προκατέβαλε) "σε μετρητά" το ποσό των 8.771.930 δραχμών της απαιτούμενης δαπάνης αγοράς υπό της Τράπεζας εντολοδόχου για λογαριασμό αυτής και των τέκνων της (δευτέρου και τρίτης των εναγομένων) των επίμαχων ΕΓΕΔ.
Η σαφής κατάθεση του μάρτυρα αυτού, ο οποίος ήταν παρών κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης εντολής και καθόλη την διάρκεια της Τραπεζικής συναλλαγής της πρώτης εναγομένης μετά των αρμοδίων υπαλλήλων της ενάγουσας δεν ανατρέπεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσον. Κατ' ακολουθίαν τούτων εφόσον αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποσβέσεως της εκ της συμβάσεως εντολής αξίωσης της ενάγουσας για καταβολή προς αυτήν υπό της εντολέως της δαπάνης για την κανονική εκτέλεση της εντολής (αγοράς των επίμαχων έντοκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου) με την καταβολή υπό της πρώτης εναγομένης σε μετρητά του χρηματικού ποσού των 8.771.930 δραχμών, πρέπει κατ' αποδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως ως ουσιαστικά βάσιμου, να απορριφθεί η αγωγή κατά την εκ της εντολής βάση και ως προς την πρώτη εναγομένη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του όμοια έκρινε ως προς την διάδικο αυτή (πρώτη εναγομένη) ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε ο σχετικός δε λόγος έφεσης, όπως και η έφεση, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...Περαιτέρω ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εφεσίβλητων ως προς τους οποίους κατ' αποδοχή της έφεσης εξαφανίστηκε η εκκαλουμενη και ερευνήθηκε η αγωγή κατά τη σωρευόμενη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, λεκτέα τ' ακόλουθα:
Ως αποδείχθηκε οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων κατέστησαν δικαιούχοι των επίμαχων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 10.000.000 δραχμών από νόμιμη αιτία, ήτοι από αγορά αυτών και καταβολή σε μετρητά του αντιτίμου των. Η χρηματική παροχή (ποσού 8.771.930 δραχμών) προς την ενάγουσα υπό της πρώτης εναγομένης, που ενεργούσε κατά την καταβολή και για λογαριασμό αυτών (εναγομένων) επέφερε την απόσβεση της οφειλής τους έναντι της Τράπεζας για την γενομένη παρ' αυτής δαπάνη για την κανονική εκτέλεση της εντολής (αγοράς επ' ονόματι και του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων των επίμαχων ΕΓΕΔ) και δεν αποδείχθηκε ότι κατέστησαν αυτοί αδικαιολόγητα, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότεροι από την περιουσία της ενάγουσας κατά το ποσό της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε αυτή για την αγορά των ΕΓΕΔ και μάλιστα κατά την αναλογούσα σε αυτούς (1/3) μερίδα, αλλά ούτε ότι ωφελήθηκαν αυτοί αδικαιολόγητα εκ της δραχμοποιήσεως της αξίας των ΕΓΕΔ κατά τη λήξη τους, ως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα.
Επομένως η αγωγή καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του δευτέρου και τρίτης των εναγομένων ως προς τη σωρευόμενη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αποσβέσεως της αξιώσεως της εναγούσης ήδη αναιρεσειούσης για την δαπάνη εκτελέσεως της εντολής αγοράς των επιδίκων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, με την καταβολή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσιβλήτου σε μετρητά του αντιστοίχου χρηματικού ποσού των 8.771.930 δραχμών, η οποία, κατά παραδοχήν της προβληθείσης σχετικής εντάσεως ήγαγε στην απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου της αγωγής.
Ειδικότερα, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι ο κοινός λογαριασμός της αναιρεσιβλήτου και των συνεναγομένων τέκνων της στο Υποκατάστημα της αναιρεσειούσης την 31-10-1995 , μετά την επένδυση των αμοιβαίων κεφαλαίων " Β." και την ανάληψη ποσού 500.000 δραχμών ενεφάνιζε υπόλοιπο 8.772.193 δραχμών, το οποίο ταυτιζόταν πλήρως σχεδόν με το εκ δραχμών 8.771.930 αντίτιμο αγοράς των αγορασθέντων εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (διαφορά 263 δραχμές), αξίας αυτών κατά την λήξη των 10.000.000 δραχμών, δέχεται περαιτέρω ότι το αντίτιμο αγοράς των γραμματίων αυτών δεν καλύφθηκε από το ποσό του ως άνω λογαριασμού, ο οποίος από παραδρομή του υπαλλήλου της αναιρεσειούσης δεν χρεώθηκε , όπως υποστηρίζει η τελευταία, αλλά με την καταβολή μετρητών, μέρος των οποίων αποτελεί και το αναληφθέν από τον ίδιο λογαριασμό ως άνω χρηματικό ποσό των 500.000 δραχμών.
Ωστόσο, το Εφετείο δεν παραθέτει στην προσβαλλομένη απόφασή , όπως θα έπρεπε για την πληρότητα της αιτιολογίας της , οποιαδήποτε παραδοχή σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο κτήσεως του υπολοίπου, ως άνω, καταβληθέντος ποσού των 8.271.930 δραχμών, επίσης δεν αναφέρεται στην ίδια απόφαση εάν το ποσό τούτο ήταν κατατεθειμένο σε κάποιο πιστωτικό ίδρυμα, από το οποίο ανελήφθη, ενόψει της επιδίκου συναλλαγής, ή εάν απλώς ευρίσκετο στην κατοχή της αναιρεσιβλήτου και πως είχε περιέλθει σ' αυτήν.
Οι ελλείψεις αυτές κρίνονται ουσιώδεις , διότι αφορούν ιδιαιτέρως μεγάλο χρηματικό ποσό, η παρά της αναιρεσιβλήτου κτήση και κατοχή του οποίου εντόνως αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, που ισχυρίζεται ότι η τελευταία ούτε είχε ούτε της κατέβαλε μετρητά, αλλά η προς αυτήν εντολή της ήταν το τίμημα αγοράς των επιδίκων ΕΓΕΔ να καλυφθεί από το υπόλοιπο του λογαριασμού της, ο οποίος όμως από παραδρομή του αρμοδίου υπαλλήλου της δεν χρεώθηκε με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό.
Συνεπώς, το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση για την βασιμότητα της γενομένης δεκτής ενστάσεως εξοφλήσεως και συνακολούθως για την έκβαση της δίκης, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον αντίστοιχο μοναδικό λόγο της κρινομένης αιτήσεως.
Επομένως, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητος, ως ηττωμένη (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αριθ. αριθμ.1243/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30ην Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ