Supreme Court dismisses appeal for vague inadmissibility and contradiction grounds not specified in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a bank transfer assignment. The appellant argued the lower court erred by admitting evidence and failing to reject the appeal on grounds of inadmissibility and contradiction. The court ruled these grounds were invalid because the appellant failed to specify in the appeal petition that he raised these arguments during the Second Instance proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 393, 394, 395 of the Civil Procedure Code; Article 559, paragraphs 14 and 17 of the Civil Procedure Code: An appeal ground based on inadmissibility or contradiction is invalid if the appellant fails to specify in the appeal petition that the argument was raised during the substantive trial proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1890 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1890/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέα Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μιστρά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία Τράπεζα Πειραιώς-Ανώνυμη Εταιρία, ως καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως, ΕΤΒΑ ΑΕ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ.1, 394 παρ.1 περ.α' και β' και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο ούτε τα δικαστικά τεκμήρια προς απόδειξη της άτυπης εκποιητικής σύμβασης εκχώρησης (ΑΚ 455 επ.) , η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ.2 οριζόμενο ποσό, εκτός αν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, συντρέχει μία εκ των αναφερομένων στο άρθρο 394 ΚΠολΔ περιπτώσεων.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, κατά δε το άρθρο 52 παράγρ. 1 και 2 του ν.δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ων υπεύθυνος περί της ακριβείας των" (παρ. 1) και "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένου αντιγράφου" (παρ. 2).
Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών).
Κατά την έννοια δε του ίδιου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο δικηγόρο αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειάς της, βεβαίωση δηλαδή, ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης.
Τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από το δικηγόρο μπορεί να ενέχει και η φράση ότι το επικυρούμενο είναι "ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο", αφού αυτή λογικά προϋποθέτει την υλική ενέργεια παραβολής της φωτοτυπίας προς το πρωτότυπο και τη διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, πράγμα που σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς την φωτοτυπία που επικυρώνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο αυτή δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος σύμβαση εκχώρησης, καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της εταιρίας με την επωνυμία "Χ.ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ" την 1.12.1999, δυνάμει της οποίας η τελευταία εκχώρησε σ'αυτόν απαίτησή της εις βάρος της εναγομένης, ποσού 357.000.000 δρχ., ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (οφειλέτης) να του καταβάλει το εν λόγω ποσό της εκχωρηθείσας απαίτησης.
Στην απορριπτική αυτή κρίση κατέληξε το Εφετείο, δεχθέν ότι από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ανεπικύρωτη φωτοτυπία της από 1.12.1999 έγγραφης δήλωσης της άνω εκχωρήτριας, δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση της, θεμελιωτικής της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντος, σύμβασης εκχώρησης. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τους 1ο,2ο,3ο,6ο,7ο και 11ο λόγους του αναιρετηρίου.
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ήτοι ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτοτελή θεμελιωτικό αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ ισχυρισμό του διαδίκου, δεν ιδρύεται όταν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 4ο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει την άνω αγωγή, παρά παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό ότι μεταξύ του ενάγοντος και της άνω εκχωρήτριας καταρτίσθηκε η μνημονευόμενη στην αγωγή σύμβαση εκχώρησης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, δεχθέν ότι δεν αποδεικνύεται ή εν λόγω σύμβαση εκχώρησης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί πως δεν αποδεικνύεται η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα με την αγωγή του σύμβαση εκχώρησης, δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες, άλλως διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι από την άνω με χρονολογία 1.12.1999 έγγραφη δήλωση της εκχωρήτριας αποδεικνύεται ότι αυτή εκχώρησε την απαίτησή της στον ενάγοντα, ακολούθως δέχεται ότι δεν αποδεικνύεται δήλωση αποδοχής της πρότασης αυτής από τον αναιρεσείοντα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, δεχθέν πως δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη σύμβαση εκχώρησης, αφού η εν λόγω έγγραφη δήλωση της εκχωρήτριας εταιρίας, προσκομιζόμενη σε ανεπικύρωτο αντίγραφο, δεν έχει, κατά το άρθρο 449 παρ.2 ΚΠολΔ, αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή, κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά όμως στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί αυτού ρητή μνεία στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 8ο λόγο , κατά το οικείο μέρος του, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς το ότι καταρτίσθηκε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα σύμβαση εκχώρησης, που απορρέει από την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Χ.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ", δέχθηκε ότι υφίσταται σχέση εκχώρησης των απαιτήσεων της τελευταίας κατά της αναιρεσίβλητης προς τον ήδη αναιρεσείοντα, οι οποίες (απαιτήσεις) πηγάζουν από τη με αριθμό 28040/5.5.1999 συμβολαιογραφική πράξη πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως του Συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Καλομέρα. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον περί δεδικασμένου ως άνω ισχυρισμό προέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης , ούτε καθορίζει τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο Εφετείο.
Για να είναι ορισμένος ο απορρέων από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται ''αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο'', πρέπει, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός ή το περί αυτού αίτημα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή η προβολή του περί απαραδέκτου αιτήματος μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν δεν επαναλήφθηκε επιτρεπτώς και στο Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 8ο λόγο , κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία (έφεση) δεν απευθύνετο και κατά της αναγκαίας ομοδίκου της ως άνω εκχωρήτριας εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον ως άνω περί απαραδέκτου ισχυρισμό προέβαλε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η επικαλούμενη αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στις αιτιολογίες, εξ αιτίας δε της αντίφασης εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού της προσβαλλομένης, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπούμενης έννομης σχέσης. Με τον 10ο λόγο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, παρόλο που με την απόφασή του αναγνωρίσθηκε έναντι της άνω εκχωρήτριας ότι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση εκχώρησης, περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός, με το άνω περιεχόμενό του, είναι αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη αντιφατικότητα των διατάξεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.1.2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 290/2006 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ