Supreme Court dismisses appeal on fictitious sale covering a donation, ruling the court need not verify the hidden donation's content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a donation covered by a fictitious sale. The donor alleged the donees were ungrateful and failed to provide care, while the donees argued the court correctly applied the law without needing to verify the hidden donation's specifics. The court ruled that under Greek law, the court is not required to examine the content or form of the covered donation when it is established that the required statutory form for the donation was followed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 164, 393, 138 of the Civil Code; The court is not required to examine the content or form of a covered donation when the statutory form for the donation is satisfied, as the essence of fiction lies in the discrepancy between the declared and actual intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1890 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1890/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοϊμτζίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ. κατοίκου ...... και προσωρινά ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Καραγιαννακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 725/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-Από την επισκόπηση του δικογράφου της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη αγωγής, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η καλυπτόμενη κάτω από εικονική πώληση δωρεά του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου έχει ανακληθεί λόγω αχαριστίας στο πρόσωπό της και για παράβαση από τους δωρεοδόχους αναιρεσιβλήτους του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά αυτή και ειδικότερα από τις περικοπές αυτής ότι "Στην ως άνω δωρεά προέβην κατόπιν των διαβεβαιώσεων των αντιδίκων ότι θα με φροντίζουν και για τη διατροφή μου και θα με περιθάλπουν για το υπόλοιπο του βίου μου αφού τους είναι γνωστά τα τεράστια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζω, παθολογικά, ψυχολογικά και κινητικά" και ότι "παρά τις διαβεβαιώσεις οι οποίες με οδήγησαν στη σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου αυτού δωρεάς, αυτοί (δωρεοδόχοι) ουδέν ενδιαφέρον επέδειξαν, ούτε και επιδεικνύουν σήμερα, αποδεικνύοντας ότι το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η απόκτηση περιουσιακών μου στοιχείων, αφού με εγκατέλειψαν στην τύχη μου, τη δε φροντίδα και περίθαλψή μου έχουν αναλάβει εξ ολοκλήρου και ανιδιοτελώς η κ.κ.
Α και Β. Κανένα στοιχειώδες έστω ενδιαφέρον δεν επιδείχθηκε εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίοι αποδείχτηκαν παντελώς αχάριστοι προς εμένα, μη ενδιαφερόμενοι έστω ανθρωπίνως για την αναγκαία περίθαλψή μου", προκύπτει ότι εμμέσως, πλην σαφώς, περιέχεται στην αγωγή ισχυρισμός ότι είχε ορισθεί δήλη ημέρα για την έναρξη εκτέλεσης του τρόπου, αυτή δε ήταν η ημέρα υπογραφής του προαναφερομένου συμβολαίου, και ότι η αναιρεσίβλητη δωρήτρια όχλησε τους αναιρεσιβλήτους δωρεοδόχους για την εκτέλεση του τρόπου υπό τον οποίο έγινε η δωρεά και ότι οι τελευταίοι αδιαφόρησαν.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη, ως περιέχουσα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ασκούμενο με αυτήν δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και γι' αυτό ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ.
αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νόμιμα προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.
ΑΠ 15/2000, 43/1990). Επομένως, ο δεύτερος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της από 11.2.2004 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω αοριστίας του προβαλλομένου με αυτήν μοναδικού λόγου περί μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών και αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρότειναν με ειδικό παράπονο, όπως όφειλαν, στο δικαστήριο της ουσίας.
-Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διατάξεως η οποία εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος, αρκεί το τελευταίο να διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.
Ειδικότερα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να μεταβιβασθεί η ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου στους αναιρεσείοντες λόγω δωρεάς υπό τρόπο, ήτοι υπό τον όρο οι τελευταίοι να φροντίζουν, διατρέφουν και περιθάλπουν την αναιρεσίβλητη δωρήτρια εφ' όρου ζωής αυτής, ότι οι αναιρεσείοντες δεν εξεπλήρωσαν την αναληφθείσα υποχρέωση παροχής φροντίδος, διατροφής και περίθαλψης στην αναιρεσίβλητη και έπαυσαν να ενδιαφέρονται γι' αυτήν, ότι για τον λόγο αυτό η αναιρεσίβλητη αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη ......
και να ζητήσει τη συνδρομή φιλικών της προσώπων, διότι αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί όχι μόνο εξαιτίας των κινητικών προβλημάτων που είχε, αλλά επιπροσθέτως επειδή είχε υποστεί κάταγμα στο χέρι. Και ότι έκτοτε ο αναιρεσείοντες δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για την αναιρεσίβλητη, ούτε της προσέφεραν συναισθηματική στήριξη την οποία είχε ανάγκη, αθετώντας έτσι εξακολουθητικώς την υπόσχεσή τους", δεν έρχονται σε αντίθεση με την εν συνεχεία παραδοχή της ότι "οι αναιρεσείοντες, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της αναχώρησής της στη ......, προέβησαν στην εκτέλεση διαφόρων εργασιών στο διαμέρισμα (καθαίρεση της εσωτερικής τοιχοποιΐας και κατασκευή νέας, εργασίες επίχρισης, ηλεκτρολογικές, υδραυλικές κλπ), εκδηλώνοντας την πρόθεσή τους να εγκατασταθούν σ' αυτό, γεγονός το οποίο η αναιρεσίβλητη πληροφορήθηκε από τρίτους, οπότε και αξίωσε την άμεση αποχώρησή τους.
Ύστερα από την παραπάνω συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε τη δωρεά για παράβαση του τρόπου και αχαριστία προς το πρόσωπό της, με την από 20.4.1999 δήλωση που γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες στις 3.3.1999". Επομένως ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
-Επειδή η κατά το άρθρο 138 ΑΚ εικονικότητα της δικαιοπραξίας, ακόμη και τυπικής (άρθρο 158 ΑΚ), καθώς και η ύπαρξη άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας που καλύπτεται από αυτή, μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες. Τούτο δε, διότι η απόδειξη της εικονικότητας, που γίνεται με έγγραφα και μάρτυρες δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά, αλλά κατά του κύρους της περιεχομένης σε αυτή πράξης, κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής αποτελεσμάτων διαφορετικών από τη φαινομένη δικαιοπραξία και συνεπώς δεν ισχύουν, στην περίπτωση έγγραφης ή γενικά τυπικής δικαιοπραξίας, οι περιορισμοί των άρθρων 164 ΑΚ και 393 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτομένης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ. 1, 369 και 498 παρ. 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτομένης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος.
Διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ό,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτομένης δικαιοπραξίας, προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και ο τρόπος υπό τον οποίον καταρτίσθηκε η καλυπτομένη σύμβαση δωρεάς.
Πράγματι θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτομένη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι ο τρόπος επί δωρεάς. Άλλωστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και για τον τρόπο, τον οποίον τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτομένη δωρεά, θα μπορούσε να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο που θα αναιρούσε την έννοια της εικονικότητας όπως την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ.
ΑΠ 36/1998). Επομένως, ο τελευταίος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, μη επιτρεπόμενο από το νόμο και συγκεκριμένα, ότι επέτρεψε και έλαβε υπόψη το εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης του επιδίκου ακινήτου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης και του περιεχομένου της υπό την εικονική πώληση καλυπτομένης δωρεάς και ειδικότερα του τρόπου υπό τον οποίο αυτή καταρτίσθηκε, είναι αβάσιμος.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 725/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ