Legislator Case Law & Legislation
1890/2007 AI generated

1890/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1890/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1890/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων απέρριψε το Εφετείο ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία, ότι και αληθή υποτιθέμενα τα προς θεμελίωση της ένστασης επικαλούμενα από τους εναγομένους ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων αγοραστών προς αποζημίωση καταχρηστική.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1890 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1890/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..............ΟΕ", που εδρεύει στην ........ και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους συνεκκαθαριστές Χ1 και Χ2, 2. Χ3 και 3. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1....... και 2. .........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Λιακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 472/1998 προδικαστική, 315/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1022/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση, ότι μολονότι δέχτηκε ότι η αξία των πωληθέντων από την πρώτη εξ αυτών στους αναιρεσίβλητους οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα ήταν χωρίς την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας (κυρίων χώρων καταστημάτων και όχι αποθηκευτικών χώρων) 880, 41 ευρώ ανά τ.μ.

περαιτέρω, χωρίς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η αξία αυτών, πράγματι ως αποθηκών κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 60%, ανερχόμενη σε ποσό 352, 16 ευρώ ανά τ.μ., συνεπεία της ελλείψεως της συνομολογηθείσας ιδιότητας ως κυρίων χώρων καταστημάτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1 διότι υπό την επίφαση της επίκλησης πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται πράγματι η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικώς η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων ως προς την αξία των πωληθέντων καταστημάτων κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο χωρίς την έλλειψη της συνομολογηθείσας ιδιότητας αυτών ήτοι ως καταστημάτων και με την έλλειψη αυτή, ήτοι πράγματι ως αποθηκών το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς από το Εφετείο, που δέχεται ότι αξία αυτών χωρίς την έλλειψη και με την έλλειψη της παραπάνω συνομολογηθείσας ιδιότητας, ανέρχεται αντιστοίχως σε 880, 41 και 352, 16 ευρώ.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκηση του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στην συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/01, 1/97, 62/90, 2101/84, 88/80).

Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (ΟλΑΠ 17/95). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει αυτοί επανέφεραν στο εφετείο, με λόγο έφεσης, τον πρωτοδίκως προβληθέντα προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμό τους (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, προς θεμελίωση δε αυτής επικαλέστηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

α) ότι μολονότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της ελλείψεως της συνομολογηθείσας ιδιότητας των πωληθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών από το έτος 1994, επί τριετία, ήτοι μέχρι το έτος 1997, αδράνησαν και δεν διαμαρτυρήθηκαν στους εναγομένους πωλητές β)ότι επί δέκα επτά έτη, δηλαδή από το 1977 έως το 1994 εκμεταλλεύθηκαν τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες ως καταστήματα επικερδώς γ) ότι δεν έχουν υποστεί ούτε πρόκειται να υποστούν κάποια ζημία στο μέλλον αφού τμήμα των ιδιοκτησιών αυτών εμβαδού 122, 65 τ.μ.

αποτελούν καταστήματα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τέτοια, το δε υπόλοιπο τμήμα αυτών που χαρακτηρίζεται ως αποθηκευτικός χώρος μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος καταστημάτων με βάση απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ζωγράφου και δ) ότι από την παράδοση των ιδιοκτησιών αυτών στους ενάγοντες μέχρι την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα, που υπολείπονταν τρεις ημέρες για τη συμπλήρωση εικοσαετίας, χωρίς αυτοί (εναγόμενοι) να έχουν οχληθεί από τους ενάγοντες και αδυνατούν να καταβάλλουν το ποσό της αποζημίωσης που ζητούσαν με την αγωγή τους οι ενάγοντες αγοραστές.

Τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων απέρριψε το Εφετείο ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία, ότι και αληθή υποτιθέμενα τα προς θεμελίωση της ένστασης επικαλούμενα από τους εναγομένους ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων αγοραστών προς αποζημίωση καταχρηστική.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση των εναγομένων δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ευθέως, απαιτώντας για την εφαρμογή της στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτούνται, γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.05.2006 αίτηση α) της υπό εκκαθάριση τελούσης ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία ".......... ΟΕ" β) του Χ3 και γ) του Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.022/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ