Supreme Court allows insurance company's appeal against court's refusal to consider medical expert reports in car accident damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the insurance company's appeal while dismissing the individual's appeal against a lower court's refusal to consider medical expert reports. The individual argued the court ignored critical medical evidence regarding surgical needs abroad, but the court found these were merely alternative assessments of the same evidence already considered. Consequently, the lower court's decision was overturned on specific grounds, and the case was remanded for further trial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The court must evaluate all evidence presented by parties, and arguments claiming the court ignored medical expert opinions constitute a re-evaluation of evidence rather than a procedural violation if the court explicitly states it considered all documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 188 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 188/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-10-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2013 αγωγή του Π. Κ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5540/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 9-6-2018 αίτησή της και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 25-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής της, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 9-6-2018 (αρ. κατ.6912/593/2018) και από 25-0-2019 (αρ. κατάθεσης 8913/853/2019) αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 5540/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' αρθ 246 Κ.Πολ.Δ., διότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, και να ερευνηθούν ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-9-2013 και με αρ. κατάθεσης 135329/5015/2013 αγωγή, την οποία άσκησε o ενάγων, αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στρεφόμενος κατά του Β.
Τ. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, ισχυρίστηκε, ότι την 22-2-2012 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ…. ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΡΙΕΔΡΟΣ Α.Ε., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα και συγκεκριμένα συγκρούστηκε από υπαιτιότητα του κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή με την με αρ.
κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε ο ίδιος, με αποτέλεσμα τις υλικές ζημιές που επήλθαν συνεπεία της σύγκρουσης στην μοτοσυκλέτα του και τον τραυματισμό του. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την νόμιμη και παραδεκτή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 683.083 ευρώ ως αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 Α.Κ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 251/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία θεωρήθηκε αυτή ως μη ασκηθείσα κατά του πρώτου εναγομένου και στην συνέχεια, αφού έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο ενάγων, απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως προς την δεύτερη εναγόμενη ως αβάσιμη στην ουσία της.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων-εκκαλών άσκησε την από 15-1-2015 και με αρ. κατάθεσης 4752/2015 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο Β. Τ. δέχτηκε στην ουσία της την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.
Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).
Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/2011, Α.Π. 667/2018).Τέλος με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017).
Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Με τον πρώτο λόγο της της πρώτης ( αρ. κατάθεσης 6912/593/2018) αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 330, 914, 297 και 298 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας που προκύπτει εκ των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Συγκεκριμένα κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν διευκρινίζει αν ο οδηγός του φορτηγού θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα και αν με τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του θα μπορούσε να αποτραπεί η σύγκρουση β) δεν διευκρινίζει, αν και δέχεται μεγάλη ταχύτητα,(την οποία δεν προσδιορίζει) ποιος εκ των δύο οδηγών κινείτο με την μεγάλη αυτή ταχύτητα και αν αυτό συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.
γ) Ενώ δέχεται ότι στην πορεία του ενάγοντος υπήρχαν πινακίδες ενδεικτικές αλλεπάλληλων επικειμένων κινδύνων καθώς και πινακίδα διακοπής πορείας STOP, τις οποίες παραβίασε, αντιφατικά δέχεται, ότι αυτός δεν βαρύνεται με καμία ευθύνη. δ) δεν αιτιολογεί γιατί η πινακίδα STOP, που βρισκόταν στην πορεία του ενάγοντος, αφορούσε την διέλευση του τραίνου, όπως δέχτηκε, ούτε τον λόγο που καταλόγισε αποκλειστική υπαιτιότητα στον οδηγό του φορτηγού, κρίνοντας, ότι η εκ μέρους αυτού παραβίαση της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP,που υπήρχε στην πορεία του ( και ενώ αυτός δεν μπορούσε να γνωρίζει τον χαρακτηρισμό της οδού Ιδομενέως ως οδού προτεραιότητας) αρκεί για την θεμελίωση της αποκλειστικής του ευθύνης, παρότι υπήρχε και στις δύο οδούς και στην πορεία και των δύο οχημάτων πινακίδα διακοπής πορείας STOP, και κατά συνέπεια ίσχυε η εκ δεξιών προτεραιότητα, δηλαδή αυτή του φορτηγού και όχι της μοτοσυκλέτας και παρά την παραβίαση από τον ενάγοντα όλων των απαγορευτικών πινακίδων που είχε αυτός στην πορεία του.
ε) Δεν διευκρινίζει ποιο εκ των δύο οχημάτων σταμάτησε προ της διασταυρώσεως ενόψει της ύπαρξης της παραπάνω πινακίδας STOP στην πορεία και των δύο οδηγών στ) ενώ αποδείχτηκε, ότι ο οδηγός του φορτηγού σταμάτησε προ της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας, που βρισκόταν στην πορεία του και ακολούθως κινήθηκε με προσοχή, η απόφαση δέχτηκε ότι η κίνηση του ήταν απρόβλεπτη και αιφνίδια.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 5540/2017 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης.
"Την 22-2-2012 και περί ώρα 14.00 ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθμό κυκλ. … δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, κινούμενος στην οδό Ιδομενέως στη Παραλία Πατρών Αχαΐας με κατεύθυνση από την οδό Μπουμπουλίνας προς την ΠΕΟ Πατρών-Πύργου. Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως πλάτους 6,10 μέτρων με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Σουνίου η οποία επίσης είναι διπλής κατευθύνσεως πλάτους 4,74 μέτρων με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση.
Ακόμη διασταυρώνεται και με τη σιδηροδρομική γραμμή που βαίνει παράλληλα με την οδό Σουνίου. Στην οδό Ιδομενέως στη κατεύθυνση από Μπουμπουλίνας προς ΠΕΟ Πατρών -Πύργου πριν τη διασταύρωση αυτή υπάρχει κάθετη σήμανση αρχικά με πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-32 [λόγω ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα] και Κ -34 [πρόσθετη επαναληπτική πινακίδα στη πρόσβαση της ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης που δηλώνει τη προσέγγιση σ' αυτή] , αμέσως μετά με πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-32 και Κ-35 [πρόσθετες επαναληπτικές πινακίδες στη πρόσβαση της ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης που δηλώνουν τη προσέγγιση σ' αυτή] και τέλος με πινακίδες ρυθμιστική κυκλοφορίας Ρ-2 [υποχρεωτική διακοπή πορείας-STOP], αναγγελίας Κινδύνου Κ-36 [ κίνδυνος λόγω άμεσης γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης, χωρίς κινητά φράγματα, μονής σιδηροδρομικής γραμμής ή διάβασης τροχιοδρόμου] και ρυθμιστική κυκλοφορίας Ρ-3 [οδός προτεραιότητας].
Για τις τελευταίες αυτές πινακίδες αναφέρεται στην συνταχθείσα την 22-2-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος ότι ήταν αναρτημένες στον ίδιο στύλο αλλά δεν ήταν καλώς ορατές λόγω στρεβλώσεως του στύλου. Στην οδό Σουνίου στη κατεύθυνση από Λεύκας προς Καλαβρύτων πριν τη διασταύρωση αυτή υπάρχει κάθετη σήμανση με πινακίδα ρυθμιστική κυκλοφορίας Ρ-2 [υποχρεωτική διακοπή πορείας-STOP].
Όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πατρέων της συνεδρίασης της 9-7-2003 [σελίδες 178 και 179] που προσκομίζει και επικαλείται σε ακριβές φωτοτυπημένο αντίγραφο ο ενάγων , η τοποθέτηση της πινακίδας αυτής επί της οδού Σουνίου αποφασίστηκε τότε με την υπ' αριθμ. …/…-7-2003 απόφαση του ως άνω Δημοτικού Συμβουλίου για να περιορισθεί η υπερβολική ταχύτητα η οποία αναπτυσσόταν επί της οδού αυτής λόγω της ευθυγραμμίας της.
Από τα ίδια πρακτικά αποδεικνύεται ότι επειδή πινακίδα STOP υπήρχε ήδη και επί της οδού Ιδομενέως και ακριβώς για να μη δημιουργείται σύγχυση ως προς την προτεραιότητα με την ίδια απόφαση τοποθετήθηκαν και οι πινακίδες Ρ-3 επί της οδού Ιδομενέως που δηλώνουν ότι οι κινούμενοι επί της οδού αυτής έχουν προτεραιότητα έναντι των κινουμένων επί της οδού Σουνίου. (βλ.
και το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…/… έγγραφο του Τμήματος Κυκλοφοριακού και συγκοινωνιακού σχεδιασμού του Δήμου Πατρέων που επίσης προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και το οποίο βεβαιώνει ότι η οδός Ιδομενέως αποτελεί οδό προτεραιότητας έναντι της οδού Σουνίου).
Καθόν χρόνο ο ενάγων έφτασε στη διασταύρωση της οδού Ιδομενέως με την οδό Σουνίου και ενώ είχε ήδη εισέλθει σ' αυτήν, ο Β. Τ. οδηγώντας - χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς - το … IX Φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΡΙΕΔΡΟΣ ΑΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και κινούμενος στην οδό Σουνίου με κατεύθυνση από 'την οδό Λεύκας προς την οδό Καλαβρύτων, δεν συμμορφώθηκε στην υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STΟΡ) πριν επιχειρήσει να εισέλθει στην διασταύρωση και δεν ακινητοποίησε το όχημά του για να ελέγξει αν επί της οδού Ιδομενέως κινούνταν άλλα οχήματα και να παραχωρήσει σ αυτά προτεραιότητα όπως είχε υποχρέωση , αλλά συνέχισε τη πορεία του με αποτέλεσμα να επιπέσει με το μπροστινό μέρος του φορτηγού του στην δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε όπως αναφέρθηκε ο ενάγων, την οποία αφού ανέτρεψε την παρέσυρε αριστερά στο οδόστρωμα όπου τελικά και αυτή ακινητοποιήθηκε.
Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας ο οποίος υπέστη κάταγμα κάτω τριτημορίου, κλειστό, τύπου Α κατά AO (ΔΕ) και κάταγμα της διάφυσης του οστού της κνήμης (δε) με συνοδό κάταγμα περόνης και να υποστεί και η μοτοσυκλέτα του ζημιές και βλάβες κατά τα ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενα.
Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις, προέβη στις ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις των άρθρων330 εδαφ.β' ΑΚ, 4 παρ 11, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ).
Η ανωτέρω παραβατική των διατάξεων του ΚΟΚ συμπεριφορά του συγκεκριμένου οδηγού τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το βλαπτικό αποτέλεσμα που επήλθε. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος κινούνταν κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του της οδού Ιδομενέως προς ΠΕΟ Πατρών-Πύργου με ταχύτητα που ναι μεν δεν διαπιστώθηκε ποια ήταν, αφού δεν υπάρχουν ίχνη πέδησης της μοτοσυκλέτας του, όμως ήταν κανονική για τις περιστάσεις αφού δεν αποδεικνύεται το αντίθετο από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Σε κάθε περίπτωση αυτός όση επιμέλεια και αν κατέβαλε δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει ότι ένα αυτοκίνητο θα επιχειρήσει να εισέλθει από την οδό Σουνίου στη διασταύρωση με την οδό Ιδομενέως -στην οποία κινούνταν αυτός- και η οποία είχε προτεραιότητα έναντι της οδού Σουνίου - όπως δήλωνε και η σχετική πινακίδα Ρ-3 που υπήρχε στη πορεία του ακριβώς πριν τη διασταύρωση, χωρίς προηγουμένως συμμορφούμενος στη πινακίδα STOP που εκείνος (ο οδηγός του φορτηγού) είχε στη πορεία του να ακινητοποιήσει το όχημά του να ελέγξει προηγουμένως αν στη διασταύρωση οποία επρόκειτο να εισέλθει, κινείται κάποιο όχημα.
Η κίνηση του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου υπήρξε και παράνομη (παραβίαση του STOP) και εντελώς απρόβλεπτη και αιφνίδια με συνέπεια να αποκλείσει κάθε δυνατότητα στον ενάγοντα είτε να ακινητοποιήσει έγκαιρα τη μοτοσυκλέτα του είτε να ενεργήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό. Διευκρινίζεται ότι ναι μεν υπήρχε και στη πορεία του ενάγοντος πινακίδα SΤOP όμως αυτή η πινακίδα αφορούσε τη διασταύρωση της οδού Ιδομενέως με τις γραμμές του τραίνου και όχι τη διασταύρωση με την οδό Σουνίου , επειδή δε υπήρχε πινακίδα STOP και στην οδό Σουνίου τοποθετήθηκε η πινακίδα Ρ-3 για να δηλώσει την προτεραιότητα της οδού Ιδομενέως έναντι της οδού Σουνίου και να άρει οιαδήποτε αμφισβήτηση γι' αυτό.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι υπαίτιος στη σύγκρουση αυτή δεν είναι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου αλλά είναι ο ενάγων οδηγός της μοτοσυκλέτας και απέρριψε την αγωγή έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος άλλως συνυπαιτιότητας αυτού σε ποσοστό 90%, τους οποίους είχε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποβάλει και παραδεκτά επαναφέρει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις προτάσεις της".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ύπαρξη υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα -αναιρεσίβλητη οχήματος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και αντίστοιχα η ανυπαρξία υπαιτιότητας του ενάγοντος σε αυτό.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το οποίο δέχτηκε ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Β. Τ., αφού αυτός παραβίασε το σήμα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) που είχε στην πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων (αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος), η οδηγική συμπεριφορά του οποίου υπήρξε σύννομη, αφού το δικαστήριο δέχτηκε, ότι η οδός, στην οποία κινείτο ο ενάγων, είχε χαρακτηριστεί με την κατάλληλη σήμανση ως οδός προτεραιότητας έναντι αυτής που κινείτο το φορτηγό, η δε σήμανση υποχρεωτικής διακοπής πορείας, που υπήρχε στην πορεία του ενάγοντος, αφορούσε την διασταύρωση της οδού Ιδομενέως με τις γραμμές του τραίνου και όχι την διασταύρωση με την οδό Σουνίου και συνεπώς αυτός δεν παραβίασε καμία πινακίδα σήμανσης.
Το γεγονός ότι ο οδηγός του φορτηγού δεν γνώριζε τον χαρακτηρισμό της οδού Ιδομενέως με την σχετική σήμανση επ' αυτής ως οδού προτεραιότητας ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της δίκης, αφού αυτός όφειλε να συμμορφωθεί με το σήμα υποχρεωτικής διακοπής πορείας, που βρισκόταν στη πορεία του, ανεξαρτήτως σήμανσης της οδού Ιδομενέως.
Τέλος η αφορώσα το ένδικο ατύχημα υπαιτιότητα, κατά τα γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτά, δεν συνδέεται με την ταχύτητα των αυτοκινήτων όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Οι λοιπές αιτιάσεις που προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι απαράδεκτες, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Περαιτέρω το Εφετείο με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος το με τα οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί και στην συνέχεια πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης στο σύνολο του Με τον δεύτερο λόγο της πρώτης (αρ.
κατάθεσης 6912/593/2018) αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 52.500 ευρώ ως απώλεια εισοδημάτων παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνει στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αναφορικά με το παραπάνω θέμα.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι ο ενάγων δηλώθηκε κατά την είσοδο του στο νοσοκομείο άνεργος και ότι η οικονομική κρίση των ετών αυτών δεν θα επέτρεπε τέτοιου είδους αποδοχές από την εργασία του και την ειδικότητα του, εντούτοις δέχεται ότι πιθανολογείται, ότι κατά την σύνηθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε τα επιδικασθέντα ποσά, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ.1 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 52.000 ως διαφυγόντα κέρδη παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, αφενός μεν καθόσον η επικαλούμενη ως παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή την υπαγωγή σ' αυτές αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση, των πραγματικών περιστατικών, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται, ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα κοινής πείρας και ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, καθώς και επειδή με την επίφαση αυτού, ο αναιρεσείων, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης δηλαδή της παράβασης από τον αρ.19 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 5540/2017 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης.
"Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το 1997 έχει αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος τεχνίτη αυτοκινήτων-μοτοσυκλετών και μοτοποδηλάτων και με την ειδικότητα αυτή εργαζόταν έκτοτε αποκομίζοντας έσοδα από μισθωτή εργασία το οικονομικό έτος 2010 το ποσό των 8.699€ και το οικονομικό έτος 2011 το ποσό των 8.932,87€ = (750€ μηνιαίως) όπως αποδεικνύεται από τα εκκαθαριστικά σημειώματα του της Α' ΔΟΥ Πατρών που προσκομίζει και επικαλείται αυτός. Ο πλέον πρόσφατος εργασιακός του χώρος ήταν σε φανοποιείο της FIAT από όπου όμως είχε απολυθεί μαζί με άλλους 4 εργαζόμενους 6 μήνες πριν το ατύχημα. (βλ την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα απόδειξης Δ. Φαλιέρουυ, γι' αυτό και στο από 24-2-2012 Εισητήριο του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών δηλώθηκε και αναγράφηκε ως άνεργος). Αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα και ο τραυματισμός του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν και θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή κατά το διάστημα από 1-3-2012 έως 30-9-2013 (σύνταξη της αγωγής), το αυτό ποσό των 750€ μηνιαίως Χ 19 μήνες =14.250 €+375 € επίδομα Πάσχα 2012 + 375 € επίδομα αδείας 2012 + 750 € επίδομα Χριστουγέννων 2012+375 € επίδομα Πάσχα 2013 + 375 € επίδομα αδείας 2013 και συνολικά για το διάστημα αυτό το ποσό των -€.
Περαιτέρω ο ενάγων που γεννήθηκε την 16-8-1964 και ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος 48 ετών και με καλή υγεία αν δεν συνέβαινε το ατύχημα 0α συνέχιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται και μετά την 30-9-2013 ( ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής του) τουλάχιστον μέχρι την 28-2-2017 που αναφέρει στην αγωγή του, με την ίδια ειδικότητα. Συνεπεία όμως του τραυματισμού του και της κατάστασης της υγείας του που προαναφέρθηκε ο ενάγων δεν θα είναι σε θέση να εργασθεί ως φανοποιός ή έστω σε άλλη παρεμφερή εργασία τουλάχιστον μέχρι να υποβληθεί στην χειρουργική επέμβαση που αναφέρεται ως άνω και την επιτυχή αυτής έκβαση.
Συνεπώς αυτός θα απωλέσει τις αποδοχές του των 41 μηνών από 1-10-2013 έως 1-3-2017 και συγκεκριμένα α) από 1-10-2013 έως 31-12-2013 το ποσό των 750 € μηνιαίως Χ 3 μήνες = 2.2511 € + επίδομα Χριστουγέννων 750 € β) για δε τα έτη 2014, 2015, 2016 το ποσό των 750 (μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 36X750=27.000 € + επιδόματα Πάσχα 375 Χ 3=1125 € +επιδόματα αδείας 375X3=1 125 € + επιδόματα Χριστουγέννων 750 Χ 3=2.250€, γ) από 1-1-2017 έως 1-3-2017 το ποσό των 750 € μηνιαίως Χ 2 = 1500 €, τις οποίες αποδοχές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανολογείται ότι θα εισέπραττε αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του και συνολικά το ποσό των -€ το οποίο αποτελεί το διαφυγόν κέρδος του.
Σημειώνεται πως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από 1-3-2012 θα εργαζόταν με σύμβαση αορίστου χρόνου με μισθό 1.300 € στην επιχείρηση φανοποιείο του Θ. Φ. και επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού το από 13-2-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό το γνήσιο της υπογραφής του οποίου και θεωρήθηκε αυθημερόν ενώπιον του αξιωματικού υπηρεσίας του Ε' AT Πατρών.
Όμως ο ισχυρισμός του δεν γίνεται δεκτός δεδομένου ότι η οικονομική κρίση των ετών αυτών επ' ουδενί θα επέτρεπε τέτοιου ύψους αποδοχές για την εργασία και την ειδικότητα του ενόψει μάλιστα ότι κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη οι ετήσιες αποδοχές του από την μισθωτή αυτή εργασία του δεν ξεπέρασαν ποτέ το ποσό των 9000 € ήτοι το ποσό των 750 € μηνιαίως όπως αποδεικνύεται από εκκαθαριστικά του σημειώματα των ετών 2010 και 2011 που αναφέρονται πιο πάνω.
Συνολικά επομένως ο ενάγων απώλεσε και θα απωλέσει εισοδήματα στο ως άνω χρονικό διάστημα 16.500 + 36.000 = 52.500 € Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν επιδοτήθηκε από τον ασφαλιστικό του φορέα ΙΚΑ, καθόσον δεν υπέβαλλε δήλωση ατυχήματος και δικαιολογητικά (βλ. την από 18-1-2016 βεβαίωση του ΙΚΑ-ΕΤΛΜ - Υποκατάστημα Αγίου Αλεξίου Πατρών - που επικαλείται να προσκομίζει ο ενάγων) και ενόψει και του γεγονότος ότι έχει ήδη παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από το ατύχημα (πλέον των πέντε ετών) συνάγεται παραίτηση από την αξίωση του να απαιτήσει τις εν λόγω παροχές από το ΙΚΑ για το ένδικο ατύχημα.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αφού δέχτηκε ότι ο ενάγων έχει αποκτήσει από το έτος 1997 την άδεια άσκησης επαγγέλματος τεχνίτη αυτοκινήτων -μοτοσυκλετών και μοτοποδηλάτων και με την ειδικότητα αυτή εργαζόταν έκτοτε. Ότι από την τελευταία του εργασία είχε απολυθεί έξι μήνες πριν το ατύχημα και ότι αν δεν μεσολαβούσε το ατύχημα και ο τραυματισμός του με πιθανότητα και κατά την σύνηθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν και θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση κατά τα επίσης στην απόφαση αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, Επομένως ο δεύτερος λόγος της πρώτης αναίρεσης κατά τα δύο σκέλη του πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η πρώτη (αρ. κατάθεσης 6912/593/2018) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Με τον πρώτο λόγο της δεύτερης αναίρεσης (αρ. κατάθεσης 8913/853/2019 ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.11β του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι καίτοι αιτήθηκε την επιδίκαση της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε για την πρόσληψη τριών θεραπαινίδων -οικιακών βοηθών, τις οποίες απασχόλησε για την αιτία αυτή καθημερινά ανά διαδοχικά οκταώρα κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2012 μέχρι 31-12-2012, δηλαδή για περίοδο δέκα μηνών, στις οποίες κατέβαλε αντίστοιχα τα ποσά των 15.250, 16.250 και 18.300 ευρώ, το Εφετείο δέχτηκε μερικά το παραπάνω αίτημα του με την αιτιολογία ότι περιορίζοντας την ζημιά του θα μπορούσε να προσλάβει μία μόνο μόνιμη εσωτερική οικιακή βοηθό, στην οποία θα κατέβαλε το ποσό των 500 ευρώ μηνιαία και συνολικά για το παραπάνω χρονικό διάστημα το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο και μόνο του επιδικάστηκε για την αιτία αυτή οδηγούμενο στην κρίση του με βάση το αρθ 336 παρ. 3 χωρίς όμως να υφίστανται αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα με βάση τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε (έμμεσα) το παραπάνω συμπέρασμα του, δηλαδή χωρίς να υφίσταται αποδεικτικό στοιχείο εκ του οποίου να προκύπτει η απόδειξη της βάσης του αποδεικτικού αυτού λόγου.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή δέχτηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχτηκε ακόμη ότι λόγω των ως άνω σωματικών βλαβών ο ενάγων κατά το πρώτο χρονικό διάστημα μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία να φροντίζει τον εαυτό του και για την αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών του είχε ανάγκη των υπηρεσιών θεραπαινίδας - οικιακής βοηθού σε εικοσιτετράωρη βάση.
Τις υπηρεσίες αυτές του πρόσφεραν για το χρονικό διάστημα από 2-3-2012 έως 31-12-2012 καθημερινά σε διαδοχικά οκτάωρα α) η Χ. Κ., στην οποία κατέβαλε 15.250 ευρώ β) η Χ. Σ., στην οποία κατέβαλε 16.250 ευρώ και γ) η Π. Γ., στην οποία κατέβαλε το ποσό των 18.300 ευρώ. Όμως ο ενάγων θα μπορούσε να περιορίσει το ποσό της δαπάνης, και εντεύθεν της ζημιάς του, αν προσλάμβανε μια εσωτερική οικιακή βοηθό - θεραπαινίδα, στην οποία θα κατέβαλε το ποσό των 500 ευρώ μηνιαία και για τους δέκα αυτούς μήνες το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο και μόνον δικαιούται να απαιτήσει από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ενώ το υπόλοιπο ποσό αποτελεί ζημιά του που δεν φρόντισε να περιορίσει και γι' αυτό δεν υποχρεούται να του αποζημιώσει η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Στην κρίση του δε αυτή το Εφετείο κατέληξε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με πρόταση του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου...και από όλα τα από τους διαδίκους νομίμως προσκομιζόμενα στην παρούσα συζήτηση μετ' επικλήσεως έγγραφα....μεταξύ των οποίων είναι τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα (έκθεση αυτοψίας, πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, προανακριτικές καταθέσεις, τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται....
την …/…-1-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Ραγιά που λήφθηκε νομότυπα με επιμέλεια του ενάγοντος νομότυπα και κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης όπως προκύπτει από την 793δ/24-12-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ., από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και τις ομολογίες των διαδίκων ως προς τον τόπο και το χρόνο του ατυχήματος, την κυριότητα του ζημιογόνου οχήματος, την ταυτότητα των εμπλεκομένων προσώπων και την ύπαρξη της ασφαλιστικής συμβάσεως με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία".
Το δικαστήριο επομένως, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προαναφερθέντα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν οδηγήθηκε σ' αυτήν συνάγοντας συμπεράσματα για το αποδεικτέο γεγονός, χωρίς να υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία, για τα γεγονότα από τα οποία συνήγαγε τα σχετικά συμπεράσματα.
Συνεπώς ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο της δεύτερης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από του αρ.8 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί διαφυγόντων κερδών προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το από 13-2-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ αυτού και του εργοδότη Θ.
Φ. είχε συμφωνηθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση φανοποιείου του τελευταίου ως φανοποιός αντί μηνιαίου μισθού 1.300 ευρώ. Ότι το έγγραφο αυτό αναγνωρίστηκε ως γνήσιο και δεν προσβλήθηκε ως πλαστό. Ότι το Εφετείο αναφερόμενο στο παραπάνω έγγραφο δέχτηκε, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος όσον αφορά το ύψος του μισθού δεν γίνεται δεκτός δεδομένου ότι η οικονομική κρίση των ετών αυτών επ' ουδενί θα επέτρεπε τέτοιου ύψους αποδοχές για την εργασία και την ειδικότητα του, εν όψει μάλιστα ότι κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη οι ετήσιες αποδοχές του δεν ξεπέρασαν το ποσό των 9.000 ευρώ ήτοι το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως ...Ότι με την πιο πάνω παραδοχή του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 36.000 ευρώ αντί του αιτηθέντος ποσού των 87.750 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα τον μη προταθέντα ισχυρισμό ότι η προσκομισθείσα εργασιακή του σύμβαση ήταν εικονική.
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται σε αυτή τέτοια παραδοχή, αντίθετα το δικαστήριο ερεύνησε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί του ύψους του μηνιαίου μισθού, που θα κέρδιζε από την εργασία του κατά την σύνηθη πορεία των πραγμάτων, συνεκτιμώντας όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.
Συνεπώς ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση, απάραδέκτως προβάλλεται και είναι απορριπτέος και για το λόγο αυτό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ.1 και 19 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το δικαστήριο παραβίασε την παραπάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αφού απέρριψε το σχετικό αίτημα του αν και δέχτηκε ότι έχει υποστεί αναπηρία και συντρέχουν οι παραγωγικοί λόγοι της αξίωσης του αυτής ενώ παραβίασε και εκ πλαγίου την ίδια διάταξη διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω το δικαστήριο κρίνει ότι η κατάσταση της υγείας του, όπως έχει διαμορφωθεί μετά το ατύχημα και περιγράφεται πιο πάνω, έχει μεν επιφέρει στον ενάγοντα έλλειψη σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας που συνιστούν αναπηρία κατά την έννοια του αρθ. 931 Α.Κ., όμως αυτή δεν είναι η τελειωτική κατάσταση της υγείας του, αφού μπορεί να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και να βελτιωθεί αυτή.
Γι' αυτό επί του παρόντος το αίτημα του για αποζημίωση του αρθ. 931 Α.Κ. κρίνεται ότι έχει ασκηθεί πρόωρα και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και όχι πλήρεις αιτιολογίες στο ουσιώδες για την υπόθεση ζήτημα της αναπηρίας του ενάγοντος κατά την έννοια του αρθ. 931 Α.Κ.
αφού ενώ δέχεται ότι η κατάσταση της υγείας του όπως έχει διαμορφωθεί μετά το ατύχημα έχει μεν επιφέρει σε αυτόν έλλειψη σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας που συνιστούν αναπηρία κατά την έννοια του αρθ. 931 Α.Κ., στην συνέχεια απορρίπτει το σχετικό αιτούμενο κονδύλιο κρίνοντας ότι αυτό ασκείται πρόωρα, διότι η κατάσταση της υγείας του μπορεί να βελτιωθεί μετά την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση.
Συνεπώς ο από το αρθ 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο από τον αρ. 1 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. σκέλος του, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) και κατά το μέρος αυτό.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο ενάγοντα, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως κατά τον προσδιορισμό του την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το επιδικασθέν ποσό υπολείπονται κατά πολύ των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης προκύπτει ότι αυτή δέχτηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 932 Λ Κ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Εv προκειμένω ο ενάγων εκτός από την περιουσιακή του ζημία, υπέστη εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος και ηθική βλάβη λόγω του τραυματισμού του και της όλης ψυχοσωματικής του ταλαιπωρίας και συνεπώς δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τη σοβαρότητα του και τις συνέπειες αυτού (καθόσον αναγκάστηκε να απέχει από την εργασία μετά το ατύχημα με αποτέλεσμα να μην συμμετέχει στις εξελίξεις στον επαγγελματικό του χώρο, να αποκοπεί από τους άλλους εργαζόμενους συναδέλφους του και να απωλέσει μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς του), την ταλαιπωρία στην οποία υποβλήθηκε κατά τις ιατρικές εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις, την ηλικία του, 48 ετών, και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων (πλην της ασφαλιστικής, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΕΔ 1670/2007 Τράπεζα Νομικών πληροφοριών), κρίνει ότι το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το επίδικο ατύχημα, ανέρχεται στο ποσόν των 10.000€.
Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 30 ευρώ, για το οποίο ο ενάγων ρητώς, επιφυλάχθηκε για την ενεργητική του νομιμοποίηση ως πολιτικώς ενάγων στη ποινική δίκη.
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος, λόγω ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη στο προαναφερθέν ποσό, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το επιδικασθέν ως άνω ποσό, δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη, που δέχθηκε αυτό ότι υπέστη ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος - ενάγων, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται δε και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποσού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο τρόπος και η έκταση της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται εξ αδικοπραξίας (άρθ. 914 ΑΚ), προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 ΑΚ, καθώς και στη διάταξη του άρθ. 929 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, περιλαμβάνει εκτός των άλλων, και τα νοσήλια.
Στην έννοια των νοσηλίων περιλαμβάνεται η δαπάνη για την καταβολή των νοσηλίων σε θεραπευτικό ίδρυμα (νοσοκομείο ή κλινική), η αμοιβή ιατρών, φάρμακα Κ.Λ.Π., αρκεί η δαπάνη να μην οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος. Τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο. Αυτά περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος.
Η εξειδίκευση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νοσηλίων θα πρέπει να γίνεται με αφετηρία τον παραπάνω βασικό πυρήνα τους. Εν όψει δε της σημασίας που έχει ή υγεία για τον άνθρωπο δεν μπορεί να λειτουργήσει το βάρος που έχει ο παθών για περιορισμό της ζημιάς του. Αυτός δεν είναι υποχρεωμένος για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο να αρκεστεί να δεχθεί τις υπηρεσίες τις οποίες του προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο από πλευράς ιατρών και θεραπευτικών κλινών.
Σε δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις σωματικών κακώσεων ή παθήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στην Ελλάδα, αλλά η μετάβαση στο εξωτερικό υπόσχεται, βάσιμα καλύτερα αποτελέσματα το θύμα της αδικοπραξίας μπορεί να απαιτήσει και τις δαπάνες μετάβασης στο εξωτερικό, έστω και αν αυτές είναι υψηλές, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την καλύτερη ή ταχύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ή για την αποτροπή επιδείνωσης της υγείας του, και ότι δεν γίνεται από υπερβάλλουσα πρόνοια του παθόντος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ πράγματα, των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Ο από το άρθρο αυτός λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Με τους πέμπτο και έκτο λόγους της δεύτερης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο κατ` ουσία, το αιτούμενο από τον παθόντα - ενάγοντα κονδύλιο των 68.000 ευρώ και 55.000 ευρώ τα οποία απαιτούνται για την διενέργεια χειρουργικής ορθοπεδικής επέμβασης (5ος λόγος) και πλαστικής επέμβασης (6ος λόγος) αντίστοιχα για την αποκατάσταση της υγείας του σε εξειδικευμένο νοσοκομείο της Αγγλίας, δεχόμενο ότι οι επεμβάσεις αυτές μπορούν να διενεργηθούν στην Ελλάδα, επιδικάζοντας του για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000 και 6.500 αντίστοιχα υπέπεσε στις πλημμέλειες τις προβλεπόμενες:
α) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθ. 298, 914, 929 ΑΚ, και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, όταν μια χειρουργική ορθοπεδική αλλά και πλαστική αντίστοιχα επέμβαση που διενεργήθηκε σε ελληνικό πανεπιστημιακό νοσοκομείο απέτυχε, είναι πλέον υποχρεωτική η διενέργεια της σε εξειδικευμένο νοσοκομείο της αλλοδαπής β) από το άρθ.559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τον παθόντα ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα και επαναφερθέντες με λόγο έφεσης, ισχυρισμούς του, προς θεμελίωση των ιδίων ως άνω αγωγικών αιτημάτων - κονδυλίων, γ) από το άθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων ως άνω (με τον πρώτο λόγο) διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα ελλιπούς αιτιολογίας, ως προς το ίδιο ως άνω ζήτημα (της απόρριψης του ως άνω αιτήματος).διότι 1) δεν αιτιολογεί αν οι διενεργούμενες αντίστοιχα χειρουργικές θεραπείες (ορθοπεδική και πλαστική) σε εξιδεικευμένο νοσοκομείο της αλλοδαπής θα συντελέσουν στην καλύτερη ταχύτερη και ασφαλέστερη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του και αν τα σχετικά αιτήματα επομένως είναι αναγκαία και δικαιολογημένα, 2) για ποιο λόγο του στερείται η ελεύθερη επιλογή θεραπευτικού ιδρύματος προς διενέργεια των παραπάνω επεμβάσεων 3) μη επιδικάζοντας η προσβαλλόμενη απόφαση τα αιτούμενα και απαιτούμενα για την διενέργεια των παραπάνω επεμβάσεων στην αλλοδαπή ποσά, ουσιαστικά του αποδίδει συνυπαιτιότητα στην επέλευση της ζημιάς του 4) ενώ δέχεται ότι οι επεμβάσεις αυτές αποτελούν ζημιά του ήδη επελθούσα, της οποίας η αποκατάσταση απόκειται αποκλειστικά στην βούληση του, αντιφατικά επιδικάζει περιορισμένες δαπάνες που αρκούν για διενέργεια των επεμβάσεων στην Ελλάδα και όχι στο νοσοκομείο της αλλοδαπής, περιορίζοντας το δικαίωμα επιλογής του δ) από το αρθ.559 αριθ.11γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του σε σχέση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης την προσκομισθείσα από 12-1-2016 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ.
Β. στην οποία αναφέρεται, ότι για να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας του ανωτέρω χειρουργείου και καλύτερη αποκατάσταση του ασθενούς είναι απαραίτητο αυτό να πραγματοποιηθεί σε εξειδικευμένο κέντρο του εξωτερικού στο Ηνωμένο Βασίλειο ή τις ΗΠΑ, το με αρ. πρωτ. … έγγραφο του νοσοκομείου London Bridge Hospital και την από 24-11-2015 βεβαίωση του ταξιδιωτικού γραφείου Provision σε σχέση δε με τον έκτο λόγο αναίρεσης δεν έλαβε υπόψη του την από 13-1-2016 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Δ.
Μ., το από 11-1-2016 έγγραφο του νοσοκομείου Harley Street Elite Clinic και την παραπάνω βεβαίωση του ταξιδιωτικού γραφείου. Όσον αφορά τους παραπάνω πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος τους που αφορούν την παράβαση αρθ 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναφορικά με τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτοι, καθόσον δεν εκτίθεται ποίου κανόνα δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων και το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Κατά τα λοιπά το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής, ως προς την έκταση, τη βαρύτητα και το είδος του τραυματισμού του ενάγοντα και ως προς τα ως άνω αιτούμενα κονδύλια: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, ο ενάγων τραυματίσθηκε και διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΡΙΟΥ Πατρών, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη:
α) κάταγμα κάτω τριτημορίου, κλειστό, τύπου Α κατά ΑΟ (ΔΕ) β) κάταγμα της διάφυσης του οστού της κνήμης (δε) με συνοδό κάταγμα περόνης και ποβλήθηκε σε ενδομυελική οστεοσύνθεση κνήμης με γλυφανισμό, στατική. Παρέμεινε νοσηλευόμενος την 1 -3-2012, ότε και εξήλθε με οδηγίες, φαρμακευτική αγωγή και σύσταση για επανεξέταση.
Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ …./…-3-2012 Πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πειραιώς, συνταχθείσα και υπογραφθείσα υπό του ορθοπεδικού Γ. Χ., ο πιθανός χρόνος αποκατάστασης της σωματικής του βλάβης εκτιμήθηκε σε 12 εβδομάδες . Ο ενάγων εξετάστηκε πάλι την 29-6-2012 στα εξωτερικά Ιατρεία του ίδιου Νοσοκομείου και διαπιστώθηκε πώρωση του κατάγματος, κλινικό οίδημα στο κάτω τριτημόριο, άλγος στο ύψος των περιφερικών βιδών και αναφερόμενο έντονο άλγος στο γόνατο κατά την κάμψη πέραν των 90ο, του συστήθηκε αντιφλεγμονώδης αγωγή, αποφυγή έντονης κόπωσης και ορθοστασίας και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια ενός μηνός. (βλ το υπ.
αριθμ. πρωτ …/….-6-2012 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών). Στη συνέχεια ο ενάγων εξετάσθηκε την 20-2-2013 από τον Γ. Β. χειρουργό ορθοπεδικό ο οποίος στην υπό ιδία ημερομηνία ιατρική του γνωμάτευση αναφέρει ότι το κάταγμα της (Δε) κνήμης - περόνης που υπέστη ο ενάγων έχει οδηγήσει σε εγκατεστημένη μετατραυματική - μετεγχειρητική αρθρίτιδα της αντίστοιχης κνήμης -ΠΔΚ άρθρωσής του, έχοντας καταλείψει στον ασθενή μόνιμες σοβαρές βλάβες .
Το γεγονός αυτό τού προκαλεί πόνους βαδίσεως και ηρεμίας , μόνιμο οίδημα της άρθρωσης και μόνιμη χωλότητα βάδισης . Όσον αφορά το οίδημα της σύστοιχης ΠΔΚ άρθρωσης και την χωλότητα βάδισης, πρέπει να θεωρούνται μόνιμα , οφείλονται αποκλειστικά στο είδος και την περιοχή που συνέβη το αρχικό κάταγμα, που σε συνδυασμό με τις επιπλοκές του , προκάλεσε , την τελική κατάσταση του παθόντος και έχουν οδηγήσει σε συνδυασμό με την μακρά ακινητοποίηση της άρθρωσης μέχρι πλήρη πώρωση του κατάγματος στην μόνιμη δυσκαμψία της άρθρωσης, που επιδεινώνει τους πόνους του στην ηρεμία αλλά ιδιαίτερα στην ελάχιστη βάδιση και την ελάχιστη ορθοστασία και οδηγεί στον διπλασιασμό του οιδήματος κατά την φόρτιση και κόπωση της ΠΔΚ αρθρώσεώς του, αλλά και τις κλιματικές εναλλαγές.
Έτσι αυτός δυσκολεύεται στις καθημερινές του δραστηριότητες , από την απλή βάδιση μέχρι την ελάχιστη ορθοστάτησή του, ενώ αδυνατεί να βαδίσει σε ανηφορικό ή κατηφορικό δρόμο ή να ανέλθει σε κλίμακα χωρίς βοήθεια, να γονατίσει, να κάνει βαθύ κάθισμα ή ημικάθισμα και δεν μπορεί να επιτελέσει την πρότερη εργασία του, αλλά και καμία χειρωνακτική εργασία.
Επίσης τα λειτουργικά ενοχλήματα και η δυσκαμψία του σύστοιχου γόνατος μπορεί να έχουν αμβλυνθεί , αλλά δεν έχουν εξαλειφθεί πλήρως και τον ταλαιπωρούν επιπλέον. Αναφέρει ακόμη ότι η αφαίρεση του ενδομυελικού ήλου αποτελεί την μόνη περίπτωση να υπάρξει βελτίωση των συμπτωμάτων του , συνδυαζόμενη δε με καθαρισμό του χονδροειδούς , ακανόνιστου πιθανότατα ψευδοαρθρωσικού πώρου του κατάγματος και με νέα εσωτερική υστεοσύνθεσση , με πλάκα και βίδες , μπορεί να βοηθήσει στην ορθότερη πώρωση του και να μειώσει τον κίνδυνο του επανακατάγματος της περιοχής .
Όμως όλα τα παραπάνω θεωρητικά τεκμηριωμένα , κανείς δε γνωρίζει στη πράξη τι ποσοστό βελτίωσης θα επιφέρουν , είναι όμως επιβεβλημένο να γίνουν , γιατί μόνο έτσι μπορεί να λυθεί το αδιέξοδο της κατάστασης της υγείας του .Υπολογίζει δε το κόστος της επέμβασης ως εξής: νοσηλεία 5 ημερών σε ιδιωτικό θεραπευτήριο με προεγχειρητικό έλεγχο και έξοδα χειρουργείου για αφαίρεση του ενδομυελικού ήλου , καθαρισμό του καταγματικού πώρου και νέα οστεοσύνθεση μεσότητας κνήμης με πλάκα και βίδες στο ποσό των 4500 €, αμοιβή χειρουργού βοηθού 6500 € αμοιβή αναισθησιολόγου 1000 € μετεγχειρητική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη - ιατρική παρακολούθηση -αλλαγές -φυσιοθεραπεία 3000€ και το συνολικό κόστος της επέμβασης σε 15.000€.
Τέλος αναφέρει ότι ο ενάγων εμφανίζει δύσμορφες ρικνωτικές ουλές περιοχής (Δε) κνήμης - περόνης μετατραυματικής μετεγχειρητικής αιτιολογίας που απαιτούν πλαστική χειρουργική αποκατάσταση του δέρματος. Ο ενάγων εξετάστηκε την 17-10- 2016 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών και από τον ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε η πώρωση του κατάγματος, αλλά παρατηρήθηκε επασβέστωση της κνημοπερονιαίας συνδέσμωσης, που είναι αποτέλεσμα της κάκωσης, είναι μόνιμη κατάσταση και δημιουργεί δυσκαμψία.
Ακόμη διαπιστώθηκε ότι πρέπει να αφαιρεθούν τα υλικά οστεοσύνθεσης επειδή προέχουν και δημιουργούν λειτουργικά ενοχλήματα και ότι αυτός θα χρειαστεί νέα χειρουργική επέμβαση (βλ το …/…-10-2016 πιστοποιητικό του ως άνω Νοσοκομείου.) Περαιτέρω όπως αναφέρεται στην από 11-2-2013 ιατρική γνωμάτευση του πλαστικού χειρουργού Δ.
Μ. που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων , αυτός εμφανίζει α) υπερτροφική μετεγχειρητική ουλή μήκους 3,5 cm ύπερθεν του ΔΕΞ έσω σφυρού, που έγινε για την χειρουργική αποκατάσταση κατάγματος των υποκειμένων οστών, β) Υπερτροφική ουλή μήκους 2,5 cm στην πρόσθια άνω επιφάνεια της ΔΕΞ κνήμης, κάτωθέν του γόνατος που έγινε για την αποκατάσταση κατάγματος των υποκειμένων οστών, γ) Δύσμορφη μετατραυματική ουλή διαστάσεων 6χ3,5 cm ύπερθεν του ΔΕΞ Αχίλλειου τένοντος , δ) Οίδημα ΔΕΞ κάτω άκρου, ιδιαίτερα κατά την ορθοστασία καθώς και δυσκαμψία και λειτουργικά προβλήματα της ΔΕΞ κατά γόνυ και ΔΕΞ ποδοκνημικής αρθρώσεως, που επιτείνονται από την παρουσία των υλικών οστεοσυνθέσεως κάτωθεν του δέρματος.
Τα ανωτέρω προκαλούν δυσμορφία αλλά και λειτουργικά προβλήματα. Χρήζουν Πλαστικής χειρουργικής αποκαταστάσεως το συνολικό κόστος της οποίας ανέρχεται σε 6.500€ και συγκεκριμένα 1. Για Νοσηλεία 2 ημερών σε ιδιωτικό θεραπευτήριο κατά την συνήθη τιμο/.όγηση, έξοδα χειρουργείου και προεγχειρητικό έλεγχο 2.500€, 2.
Για αμοιβή χειρουργού 2.500 €, 3.Για αμοιβή αναισθησιολόγου 600 €, 4. Για μετεγχειρητική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη 300 ευρώ, 5. Για μετεγχειρητική φυσιοθεραπεία 600 €. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και στην από 13-1-2016 ιατρική γνωμάτευση του ίδιου ιατρού. Τα ποσά αυτά (15000+6500=21.500€) δικαιούται να απαιτήσει ο ενάγων από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και υποχρεούται αντίστοιχα να του καταβάλει αυτή πριν και ανεξάρτητα αν τελικά θα προβεί στις επεμβάσεις αυτές δεδομένου ότι αποτελούν ζημία του ήδη επελθούσα της οποία η αποκατάσταση απόκειται αποκλειστικά στη βούληση του.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 929 εδ.α ΑΚ, την οποία δεν παρεβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες και μάλιστα αναφερόμενο στις από 20-2-2013 και 11-2-2013 ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών Γ.
Β. και Δ. Μ. αντίστοιχα, τις οποίες ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα του όσον αφορά την δυνατότητα διενέργειας των ενδίκων χειρουργικών επεμβάσεων στην Ελλάδα και το κόστος τους. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτός (αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος) διατείνεται, σύμφωνα με την παραπάνω με αριθμό γ4 αιτίαση του.
Τούτο δε διότι η ως άνω επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, ως αντίφαση, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επομένως οι από τους αριθμούς 1 και 19 αιτιάσεις του πέμπτου και έκτου των λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος του που επιχειρείται να θεμελιωθούν και στις διατάξεις των αριθμών 8 εδάφ. β' και 11 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- αναιρεσίβλητου, περί ανάγκης διενέργειας των χειρουργικών επεμβάσεων στην αλλοδαπή καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από δε τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "...όλα τα από τους διαδίκους νομίμως προσκομιζόμενα στην παρούσα συζήτηση μετ' επικλήσεως έγγραφα...",όπως πιο πάνω αναλυτικά εκτίθεται σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τις προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις.
Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, του τρίτου και τέταρτου λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια της που προεκτέθηκαν και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 9 Ιουνίου 2018 (με αριθμό κατάθεσης 6912/593/2018) αίτηση αναίρεσης και την από 25-9-2019 (με αρ. κατάθεσης 8913/853/2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 5540/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2018 (με αριθμό κατάθεσης 6912/593/2018) αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ,
Δέχεται την από 25-9-2019 (με αρ. κατάθεσης 8913/853/2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 5540/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 5540/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων(3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ