Legislator Case Law & Legislation
188/2017 AI generated

188/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 188/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

188/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 26-04-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε τη απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
previous legal status registration of legal lien right of access in property action for boundary determination mortgage certificate proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 188 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 188/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. Γ. και 2) Μ. Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλη Σπανουδάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Π. Κ., 2) Σ. Π. Κ. 3) Μ. Π. Κ., κατοίκων ... και 4) Π. Σ. Κ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λαγουδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2011 και 387/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21-10-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 26-04-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε τη απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, όπως και για καθένα λόγο αυτής από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ., απαιτείται να έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται στο οικείο δικόγραφο και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.

Έννομο συμφέρον συντρέχει όταν η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας βλάπτει συγκεκριμένα δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση, ουσιαστική ή δικονομική. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π.13/1995).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τους αριθμούς 17, 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της από 8-11-2013 εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με τον οποίο διατύπωναν παράπονο κατά των πρωτόδικων αποφάσεων σε σχέση με την αγωγική βάση που στηρίζει το δικαίωμα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, την οποία παρά το νόμο δεν απέρριψαν ως αόριστη, στο διατακτικό α) απέρριψε την εν λόγω έφεση ως αβάσιμη, αντί να εξαφανίσει την απόφαση και να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, β) τους καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων - εναγόντων εκ 400 ευρώ και γ) απέσχε να διατάξει την επιστροφή σ’ αυτούς του καταβληθέντος παραβόλου εκ 200 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ελλείψει έννομου συμφέροντος, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, η τρίτη συγκυρία της ψιλής κυριότητας και ο τέταρτος εξ αυτών επικαρπωτής αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, με συνακόλουθη υποχρέωση των αναιρεσειόντων- εναγομένων για απόδοση τούτου σ’ αυτούς, δεν διαφοροποιεί δε τα πράγματα η απόρριψη της βάσης της αγωγής περί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας ως αόριστης, γιατί η κρίση του Εφετείου ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν το ως άνω δικαίωμά τους με έκτακτη χρησικτησία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής, χωρίς να περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 και 8 ΚΠολΔ. και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από τις διατάξεις αυτές, λόγο της αιτήσεώς τους. Τέλος, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., διότι, όπως προκύπτει απ’ αυτήν (απόφαση), το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την από 8-11-2013 έφεση των αναιρεσειόντων.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 25/2003 και 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατ’ ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (και όχι από τους αριθμούς 1, άλλως 14, του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αγωγική βάση θεμελιούμενη στην έκτακτη χρησικτησία, ενώ τέτοιος ισχυρισμός, ότι δηλαδή οι ενάγοντες απέκτησαν τα επίδικα εμπράγματα δικαιώματα με έκτακτη χρησικτησία και αντίστοιχο αίτημα, δεν διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν ότι έχουν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους, κατά το 1/3 αδιαιρέτως καθένας οι δύο πρώτοι, κατά το 1/3 αδιαιρέτως κατά ψιλή κυριότητα η τρίτη και κατά το δικαίωμα επικαρπίας του 1/3 αδιαιρέτως ο τέταρτος, ένα ακίνητο, που βρίσκεται στο συνοικισμό ¨...¨ περιοχής ...

του Δήμου ..., εκτάσεως 248,07 τ.μ., ότι από τότε που απέκτησαν το εν λόγω δικαίωμα της κυριότητας (24-6-1985) συνεχώς, ανενόχλητα και αδιατάρακτα ασκούσαν σ’ αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στον αληθινό κύριο, νομέα και κάτοχο, (περίφραξη αμέσως μετά την αγορά του με συρματόπλεγμα και στύλους, επίσκεψη, επίβλεψη κλπ) μέχρι τέλη Απριλίου 2009, γενόμενοι, επικουρικώς, (συγ)κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, και ότι έκτοτε οι εναγόμενοι τους απέβαλαν χωρίς τη θέλησή τους και το κατακρατούν παράνομα.

Με την επίκληση δε των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν οι ενάγοντες να αναγνωρισθούν συγκύριοι (οι δύο πρώτοι), ψιλή συγκυρία (η τρίτη) και επικαρπωτής (ο τέταρτος) κατά τα άνω ιδανικά μερίδια, και να διαταχθεί η αποβολή των εναγομένων. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε αγωγική βάση της αγωγής, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγομένων, με την αιτιολογία ότι " η αγωγή είναι ορισμένη καθόσον όπως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι της άσκησης φυσικής εξουσίας στο ακίνητο για περισσότερα από είκοσι έτη νομής στο ακίνητο πληρούται το πραγματικό μέρος της ΑΚ 1045", την οποία ακολούθως, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τη δέχθηκε ως και κατ’ ουσία βάσιμη.

Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος αποτελεί ¨πράγμα¨, κατά την προαναφερθείσα έννοια, ενώ είχε προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 α’ ΚΠολΔ., ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο αυτό δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. - Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π.24/1992).

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ’ αυτό αποδεικτικών στοιχείων, αναφορικά με την επικουρική βάση της ένδικης από 20-2-2010 (αριθμ.εκθ.καταθ..../2010) διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό ...1985 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Ελένης Λασηθιωτάκη, νόμιμα μεταγραφέντος, περιήλθε στη συγκυριότητα των τριών πρώτων εναγόντων και κατά ποσοστό 1/3 στον καθένα ένα οικόπεδο εκτάσεως 217,45 τ.μ, που βρίσκεται στο συνοικισμό ... περιοχής ... (...) ..., εντός του οποίου υπάρχει ένας οικίσκος αποτελούμενος από ισόγειο δωμάτιο και μαγειρείο υπό κατεδάφιση, όπως αυτό περιγράφεται στο από 1-4-1985 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν.

Μ., το οποίο συνοδεύει το παραπάνω συμβόλαιο και αποτυπώνεται με στοιχεία .... Πωλήτρια του ακινήτου αυτού ήταν η Β. συζ. Ι. Κ., το γένος Α. Χ.. Στη δικαιοπάροχο των εναγόντων είχε περιέλθει η κυριότητα δυνάμει του από 5-3-1962 ιδιωτικού συμφωνητικού (ανώμαλης μεταβίβασης), επικυρωθέντος νομίμως με τη με αριθμό 1387/1965 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, νόμιμα μεταγραφείσας, μετά από μεταβίβαση από τη μητέρα της Μ.

χήρα Α. Χ.. Στην απόφαση αυτή υπάρχει αντίφαση ως προς την αναφερόμενη έκταση, αφού στην πρώτη σελίδα αναγράφεται ότι αγοράστηκε τμήμα εκτάσεως τ.μ., χωρίς αριθμό από ... οικόπεδο και στην αρχή της τέταρτης σελίδας αναγράφεται πώληση από ... κληροτεμάχιο εκτάσεως 190 τ.μ. Στους δικαιοπαρόχους της δεύτερης εναγομένης, γονείς της, Ι.

Φ. και Α. Φ., περιήλθε δυνάμει του από 5-10-1961 ιδιωτικού συμφωνητικού με πωλητές τους Λ. Χ. και Β. συζ. Ι. Κ. (αδέλφια) τμήμα οικοπέδου 60 τ.μ. από ... κληροτεμάχιο με δύο ερειπωμένα δωμάτια και τμήμα 190 τ.μ. από το ... κληροτεμάχιο. Τα τμήματα αυτά περιγράφονται ως συνεχόμενα και αποτελούν ενιαίο ακίνητο εκτάσεως 250 τ.μ.

συνορευόμενο γύρωθεν με Κ. Μ., Μ. Χ., Β.Κ., Ε. Μ. και δρόμο αγροτικό, "το οποίο ακίνητο τέμνεται εις δυο δια εμβασάς δυο μέτρων δια την προσπέλαση των λοιπών συγκληρονόμων". Η ανώμαλη αυτή δικαιοπραξία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 1491/1966 απόφαση του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου, νόμιμα μεταγραφείσας. Στη συνέχεια οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, γονείς της δεύτερης εναγομένης, δυνάμει του με αριθμό .../1983 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καστελλίου Πεδιάδος, νόμιμα μεταγραφέντος, μεταβίβασαν στα παιδιά τους Κ.

συζ. Λ. Χ. και Ε. συζ. Ι. Κ. κοινώς και εξ αδιαιρέτου ένα οικόπεδο εκτάσεως 143,53 τ.μ., όπως παρουσιάζεται στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Δ. Π., κείμενο στη θέση ... ή ..., συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. Χ. εκ νότου, με ιδιοκτησία Κ. Μ. από ανατολάς, με ιδιοκτησία Ε. Μ. από Βορρά και με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 2 μέτρων από δυσμάς και πέραν του δρόμου με ιδιοκτησία Μ.

συζ. Ι. Γ. και Κ. Κ.. Δηλαδή τους μεταβίβασαν οικόπεδο εκ του ... κληροτεμαχίου, το οποίο χωριζόταν με το άλλο τμήμα του οικοπέδου ... κληροτεμαχίου με δίοδο δυο μέτρων. Μετά τη δήλωση των εναγομένων ότι δεν αμφισβητούν τη συγκυριότητα των εναγόντων σε τμήμα του επιδίκου εκτάσεως 113,53 τ. μ, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Ιανουάριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού Ε.

Α. με στοιχεία 12, 13, 14, 8, 7, 11, το υπόλοιπο επίδικο ακίνητο εκτάσεως 113,22 τ.μ αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο διάγραμμα με στοιχεία .... Οι εναγόμενοι ήλθαν σε γάμο κοινωνία το έτος 1967 και οι γονείς της δεύτερης εναγομένης τους παρεχώρησαν τα δυο δωμάτια που υπήρχαν σ... κληροτεμάχιο και κατοίκησαν σε αυτά μέχρι το έτος 1970 όταν και μετανάστευσαν στη Γερμανία.

Όταν επέστρεψαν το έτος 1975 αφού κατεδάφισαν τα δυο παλιά δωμάτια εντός του κληροτεμαχίου 605 προχώρησαν στην ανέγερση οικοδομής, αποτελούμενη από ισόγειο και δυο ορόφους σε κάλυψη 72,75 τ.μ., χωρίς να αφήσουν ακάλυπτο χώρο, αφού βάσει της απόφασης το οικόπεδο στο κληροτεμάχιο 605 είχε έκταση 60 τ.μ. Στο ισόγειο ο πρώτος εναγόμενος λειτουργούσε κατάστημα μεταλλικών κατασκευών και στον πρώτο και δεύτερο όροφο λειτουργούν ως κατοικίες.

Η όλη οικοδομή ήταν αυθαίρετη και οι εναγόμενοι προέβησαν σε νομιμοποίηση αυτής. Τα ανοίγματα (πόρτες, παράθυρα) βρίσκονται στη νότια και ανατολική πλευρά της οικοδομής (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Στη βόρεια πλευρά που υπάρχει το επίδικο ακίνητο υπάρχει ένα μικρό άνοιγμα που αντιστοιχεί μάλλον σε φεγγίτη τουαλέτας (βλ.

πραγματογνωμοσύνη). Στον παλιό τοίχο (μεσοτοιχία) που ενώνει τη νότια πλευρά του επιδίκου κτιρίου με τη βόρεια πλευρά της οικοδομής εναγομένων, υπάρχει άνοιγμα πλάτους 80 εκατοστών και ύψος ενός μέτρου. Το άνοιγμα αυτό αρχίζει από το πάτωμα στη μεριά του ισογείου της οικοδομής των εναγομένων και από ύψος 55 εκατοστών από το πάτωμα του επιδίκου κτιρίου.

Υπάρχει πορτάκι σιδερένιο από τη μεριά των εναγομένων και ανοιγοκλείνει το άνοιγμα. Κατά την εκτίμηση του πραγματογνώμονα το άνοιγμα αυτό αντιστοιχεί σε παλιό παράθυρο και εξηγείται σε διαφορετικό χρόνο ανέγερσης του επιδίκου κτιρίου και του παλιού κτιρίου που κατεδαφίστηκε και στη θέση του κατασκευάστηκε η οικοδομή των εναγομένων (βλ.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά την κατασκευή της οικοδομής κατεδάφισαν μόνο το ένα δωμάτιο και μάλιστα το νότιο και άφησαν το βόρειο δωμάτιο, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως αποθήκη του καταστήματος, που επικοινωνούσαν μεταξύ τους, το ισόγειο με την αποθήκη με μεσόπορτα και ανατολικά του δωματίου υπήρχε ακάλυπτος χώρος που τον χρησιμοποιούσαν ως αυλή και για τις ανάγκες του καταστήματος.

Ότι κατά την ανοικοδόμηση συμπεριέλαβαν και τμήμα του ανατολικώς κειμένου οικοπέδου των 190 τ.μ από το οικόπεδο του κληροτεμαχίου .... Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αφού ήταν αδύνατη η ανοικοδόμηση και σε τμήμα του κληροτεμαχίου ... ανατολικά του κληροτεμαχίου …, αφού τα δυο οικόπεδα χωριζόταν με διάβαση δυο μέτρων, η οποία υπάρχει και σήμερα είναι ελεύθερη.

Η επικαλούμενη μεσόπορτα δεν είναι τελικά τέτοιας μορφής, αλλά προσδιορίζεται ως παράθυρο και όπως αποδείχτηκε διανοίχτηκε μετά την δικαστική διαμάχη των διαδίκων από τους εναγόμενους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι χρησιμοποιούσαν το επίδικο κτίσμα ως αποθήκη κα ότι άλλαξαν τη σκεπή από κεραμίδια με ελενίτ και ότι αυλιζόταν στον ακάλυπτο χώρο.

Αποδείχτηκε όμως ότι δεν υπήρχε καμία επικοινωνία με την αποθήκη και δεν μπορούσε να γίνει χρήση του ακάλυπτου χώρου, αφού λόγω της εγκαταλείψεως του όλου ακινήτου το μεν κτίριο ήταν ετοιμόρροπο και στην αυλή υπήρχαν πέτρες ξύλα αυτοφυή δένδρα και ήταν αδύνατη η προσπέλαση σε αυτά και όχι η δυνατότητα χρήσης αυτών.

Το όλο ακίνητο είχε την ίδια μορφολογία και ήταν στην ίδια κατάσταση, ήτοι εγκατάλειψη και αδυναμία εύκολης πρόσβασης. Αντίκειται δε στην κοινή πείρα και λογική οι εναγόμενοι κατά την κατεδάφιση των κτισμάτων να κατεδαφίσουν μόνο το ένα δωμάτιο, να καλύψουν όλο το οικόπεδο (100% κάλυψη), να μην έχουν πρόσβαση στην αυλή και να μην επεκταθούν σε όλη την ιδιοκτησία τους στο άλλο δωμάτιο και επιπλέον να μην αφήσουν μπαλκόνια η παράθυρα με θέα το χώρο αυτό αλλά τα κατασκεύασαν σε άλλη πλευρά.

Η κατασκευή έγινε σε σχέση με τη βόρεια πλευρά του επιδίκου ως σχέση γειτονίας (βλ έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Ενώ δε συνομολογούν ότι αγόρασαν από το κληροτεμάχιο 605, 60 τ.μ, καλύπτουν δόμηση 72,75 τ.μ και για να δικαιολογήσουν την κάλυψη επικαλούνται επέκταση στο διπλανό κληροτεμάχιο ..., το οποίο όμως είναι ανεξάρτητο και διαχωρίζονται τα δυο οικόπεδα με διάβαση δυο μέτρων.

Οι δικαιοπάροχοί τους μεταβίβασαν το ... κληροτεμάχιο στα άλλα δυο παιδιά τους δυνάμει ου προαναφερόμενου συμβολαίου. Ο ισχυρισμός τους ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων, τους είχε μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο μαζί με τον αδελφό της δυνάμει του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού και στη συνέχεια το ίδιο ακίνητο το μεταβίβασε στους ενάγοντες ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, αφού το ακίνητο που μεταβίβασαν στους δικαιοπαρόχους τους μαζί με τον αδελφό της, είχε περιέλθει στη συγκυριότητα τους δυνάμει δημόσιας διαθήκης του πατέρα τους και αυτό που μεταβίβασε στους ενάγοντες είχε περιέλθει σε αυτή από αγορά από τη μητέρα της το έτος 1962 δυνάμει του προαναφερόμενου συμφωνητικού δηλαδή ένα έτος μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στους δικαιοπαρόχους τους.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου αγοράς περιήλθε στη συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους τρεις πρώτους των εναγόντων ένα οικόπεδο εκτάσεως 217,45 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στο από Ιούνιο του1985 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Μ., το οποίο προσαρτήθηκε στο με αριθμό ...1985 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραφέντος.

Στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμό .../1996 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύργου Εμμανουήλ Εληώτη, νόμιμα μεταγραφέντος, η τρίτη των εναγόντων μεταβίβασε στον τέταρτο των εναγόντων το δικαίωμα επικαρπίας στο ποσοστό συγκυριότητάς της. Κατά το χρόνο της αγοράς η οικοδομή των εναγομένων ήταν κτισμένη. Οι ενάγοντες μετά την αγορά του οικοπέδου προέβησαν στην περίφραξη αυτού, το επισκεπτόταν, προέβαιναν κατά καιρούς σε καθαρισμό αυτού, κλάδευαν τα δένδρα που υπήρχαν σε αυτό, και όταν κατέρρευσε μέρος τοίχου ειδοποιήθηκαν από γείτονες και προέβησαν στην επισκευή αυτού.

Στο απόσπασμα του Εθνικού Κτηματολογίου που είναι σήμερα σε ισχύ η ιδιοκτησία των εναγόντων με κωδικό αριθμό ... έχει την ίδια μορφή και το ίδιο σχήμα, καθώς και τα τετραγωνικά με την ιδιοκτησία που εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει το συμβόλαιο αγοραπωλησίας των εναγόντων. Στο απόσπασμα της κτηματογραφικής αποτύπωσης της πολεοδομίας του δήμου ...

για την εκπόνηση πολεοδομικής μελέτης στην περιοχή το 1990, η ιδιοκτησία των εναγόντων, έχει την ίδια μορφή και το σχήμα, με την ιδιοκτησία που εμφανίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει το συμβόλαιο αγοραπωλησίας των εναγόντων και έχει κωδικό αριθμό κτηματογράφησης …. Στο ίδιο απόσπασμα η ιδιοκτησία των εναγομένων, στην οποία βρίσκεται η οικοδομή των εναγομένων, έχει διαφορετικό αριθμό κτηματογράφησης, τον ...

και δεν περιλαμβάνεται σε αυτή το επίδικο τμήμα (βλ. την από Σεπτέμβριο του 2011 τεχνική έκθεση του Α. Δ.). Το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο με αριθμό ...1985 συμβόλαιο αγοραπωλησίας των εναγόντων (βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Οι ενάγοντες όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις τις διενεργούσαν υπό τα όμματα των γειτόνων, αλλά και των εναγομένων, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις πράξεις τους αυτές.

Όλοι οι γείτονες αναγνώριζαν ως ιδιοκτήτες τους ενάγοντες με τους οποίους διατηρούσαν και σχέσεις γειτονίας, όπως και με τους εναγόμενους. Για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2009, όταν επισκέφτηκαν το ακίνητο οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι προέβαλαν δικαιώματα στο ακίνητο, τους απαγόρευσαν να πλησιάζουν σε αυτό, προέβησαν στο καθαρισμό της αυλής, αντικατέστησαν την κεραμοσκεπή και κατέστρεψαν μέρος της περίφραξης, αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τη νομή τους στο ακίνητο, από τότε το κατέχουν αρνούμενοι να τους το αποδώσουν, ισχυριζόμενοι ότι είναι κύριοι αυτού, αφού αυτοί το νέμονται και το κατέχουν από το έτος 1967.

Από τα παραπάνω όμως στοιχεία αποδείχτηκε ότι πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο διενεργούσαν οι ενάγοντες με τις παραπάνω εμφανείς πράξεις τους, γενόμενοι κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες κατέστησαν οι δύο πρώτοι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, η τρίτη ψιλή συγκυρία κατά το ίδιο ιδανικό μερίδιο και ο τέταρτος επικαρπωτής σε ποσοστό 1/3 τμήματος, εκτάσεως 113,22 τ.μ., του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον οι εν λόγω συγκύριοι νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίων τούτο από την αγορά του (24-6-1985) μέχρι το Καλοκαίρι του έτους 2009, χωρίς μέχρι τότε το δικαίωμα (συγ)κυριότητάς τους να αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους.

Κατόπιν αυτών, δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ’ ουσία, δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας της επίδικης εκτάσεως αγωγή κατά τη βάση της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα παραγωγικά, με έκτακτη χρησικτησία, περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, της κυριότητας επί της επίδικης έκτασης 113,22 τ.μ., όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, της ψιλής κυριότητας επ’ αυτής, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη, και της επικαρπίας, όσον αφορά τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, τα οποία πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα της νομής αυτών (εναγόντων - ήδη αναιρεσιβλήτων), και της κτήσης της κυριότητας από τους άνω συγκυρίους, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι οι τελευταίοι απέκτησαν την κυριότητα στην επίδικη έκταση με έκτακτη χρησικτησία, εκθέτοντας λεπτομερώς όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση της, τις οποίες οι τελευταίοι ασκούσαν επ’ αυτής, με τη βούληση να την εξουσιάζουν ως αποκλειστικοί (συγ)κύριοι, επί χρόνο μείζονα της εικοσαετίας καθώς και ότι οι εναγόμενοι δεν απέκτησαν την κυριότητα επ’ αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 975, 1000, 1045 και 1113 Α.Κ., χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα αυτών (αιτιολογιών) να εκτίθεται σ’ αυτήν ¨αν με την 1387/1965 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... μεταβιβάσθηκαν στην άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Β.

Κ. 130 τ.μ. εκ ... κληροτεμαχίου ή ολόκληρο τούτο¨, διότι εν προκειμένω δεν ασκεί έννομη επιρροή, ενόψει της παραδοχής ότι αυτοί έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νέμονται συνεχώς από τις 24-6-1985 μέχρι το Καλοκαίρι του έτους 2009, δηλαδή για μια εικοσαετία και πλέον, τις οποίες (διατάξεις) εφάρμοσε το Εφετείο, υπάγοντας σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν στο Δικαστήριο και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και έβδομο λόγους της αιτήσεώς τους.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί απόκτησης της κυριότητας του επίδικου τμήματος με έκτακτη χρησικτησία.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.14/2004).

Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.α’ ΚΠολΔ. τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, κατά τους οποίους λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα περιεχόμενα στο αναιρετήριο υπό τους αριθμούς 2 και 1, αντίστοιχα, πράγματα, που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέοι, διότι τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς δεν αποτελούν ¨πράγματα ¨κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής που στηρίζεται στη χρησικτησία, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από τις αποδείξεις ενισχυτικά της κρίσης του για το βάσιμο αυτής κατά το μέρος που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ.

β’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Για το ορισμένο του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω αποδείξεις, καθώς και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και, τέλος, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις αυτές.

Επομένως, ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, "για τη δημιουργία της πεποιθήσεώς του ότι η οικοδομή των αναιρεσειόντων κτίσθηκε στα 60 τ.μ. ... κληροτεμαχίου και ότι από τα 190 τ.μ.

του ... κληροτεμαχίου οι γονείς τους ουδέν τους μεταβίβασαν, ώστε να μη έχουν ασκήσει νομή επί τούτων", έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από κανένα διάδικο και, ειδικότερα, από τους ίδιους, ήτοι το υπ’ αριθ. .../1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καστελλίου Πεδιάδος (την οποία και δεν κατονομάζει), είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτόν ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ.

συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι’ αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης.

Με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, που περιέχεται στις σελίδες 20, 29 και 31 των έγγραφων προτάσεων που αυτοί κατέθεσαν επί της εφέσεώς των και κατά της εφέσεως αυτών (αναιρεσειόντων) και συνίσταται στο ότι :

α)"οι γονείς των τελευταίων μεταβίβασαν σ’ αυτούς το έτος 1967 τόσο τα 60 τ.μ. εκ ... κληροτεμαχίου όσο και τα 190 τ.μ. του ... συνεχόμενου κληροτεμαχίου ως και ότι αυτό το ενιαίο οικόπεδο όντως νέμοντο και κατείχαν έκτοτε και σ’ αυτό το ενιαίο ανέγειραν οικοδομή" και β) "στις σελίδες 29 και 31, οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται και υιοθετούν την πρωτοδίκως δοθείσα κατάθεση του μάρτυρός των Ι.

Τ., διαδηλώνοντας ότι δεν υφίστανται σήμερα λόγω κατεδαφίσεως τα ισόγεια κτίσματα του ακινήτου των αναιρεσειόντων", την οποία (ομολογία) επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες και από την οποία αποδεικνυόταν αφενός η νομή τους στα επίδικα τμήματα και αφετέρου ότι "το υφιστάμενο δωμάτιο ουδεμία σχέση έχει με το κατά τον τίτλο της πωλήτριας ¨ισόγειο δωμάτιο μετά μαγειρείου¨ ως και αυτόν τούτο τον τίτλο των αναιρεσιβλήτων".

Οι ως άνω λόγοι, κατά το πρώτο μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν δικαστική ομολογία, υπό την προεκτεθείσα έννοια, των αναιρεσιβλήτων, αλλά αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων για να καταλήξουν σε διατύπωση συμπερασμάτων και κρίσεων και επιχειρήματα προς στήριξη της αγωγής τους.

Οι ίδιοι λόγοι, που κατά τα λοιπά αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθ’ εαυτήν, από τον αναιρετικό έλεγχο.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".

Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος του, έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, και όγδοο λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ.

πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί νομής αυτών επί του επίδικου ακινήτου, ασκουμένης από το 1967 και ειδικότερα: 1) Η από Σεπτεμβρίου 2014 τεχνική έκθεση των μηχανικών Β.

Β. και Ι. Σ., συνοδευόμενη από έγχρωμες φωτογραφίες με αριθμούς 1-9. 2) Η υπ’ αριθμ. ...2015 ένορκη βεβαίωση του Β. Β., πολ. Μηχανικού, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ηρακλείου. 3) Οι με αριθμούς ... φωτογραφίες, εικονίζουσες τα δυο δένδρα, τον όλο αύλειο χώρο και την αποθήκη. 4) Η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. 5) Οι ένορκες βεβαιώσεις των Μ.

Γ. και Μ. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., για τις οποίες συντάχθηκε η υπ’ αριθ....2011 πράξη αυτού. Και 6) Η υπ’ αριθ. 1106/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα με ...8/2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθησαν από τους διαδίκους και αναφέρονται ιδιαιτέρως στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και οι προδιαληφθείσες τοιαύτες των Β.

Β., Μ. Γ. και Μ. Σ., η από Ιανουάριο του 2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με ...8/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πραγματογνώμονα Ε. Α., οι τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων Α. Κ. και Β. Β. (κύρια και συμπληρωματική) καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτά της ποινικής δίκης, οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και η παραπάνω αθωωτική απόφαση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Κατά τα λοιπά, οι ως άνω, πέμπτος και έκτος, λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι με αυτούς προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2015 αίτηση των Ι. Γ. του Α. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 122/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ