188/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated188/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία ε, στ και ζ, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αλλά πρόκειται για αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις που εκδόθηκαν επί άλλων υποθέσεων με παρεμφερές αντικείμενο και προσκομίσθηκαν ως σχετική νομολογία.
Full text
Απόφαση 188 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 188/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής" λόγω απορροφήσεώς της και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Π.-Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4895/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1053/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-4-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 19-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσειουσών στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο (εν μέρει) λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτές επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στην τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη:
α) τις από 18-4-2002 και 1-11-1997 συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου της πρώτης από αυτές με την Α. Π., β) την από 1-11-1997 σύμβαση έργου συντονιστή β'της πρώτης από αυτές με την Α. Π., γ) την από 19-3-2004 καταγγελία εκ μέρους τους των ανωτέρω συμβάσεων, δ) τις 1048686 και 1036778 αιτήσεις της ενάγουσας για συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια και τους 00014325 και 01002818 τίτλους αμοιβαίων μεριδίων, ε) τις 1507/2005, 414/2001, 1537/2002, 941/2006, 9/2011 και 316/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, στ) την έκθεση του δικηγόρου Σπύρου Μούζουλα με χρονολογία Αυγούστου 2003 και ζ) την από 2-3-2004 γνωμοδότηση του καθηγητή Γ.
Κ.. Επί πλέον με το δεύτερο (εν μέρει) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι όσον αφορά τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία α, β, γ και δ, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς βεβαιώνεται ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του, μεταξύ άλλων, και "από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στα πρακτικά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια".
Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης που παρατίθενται κατωτέρω προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδουν στην προσβαλλομένη οι αναιρεσείουσες, καθενός από τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση (αν και έγινε ειδική μνεία των εγγράφων που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο δ).
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 1-11-1997 σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου και στην από 1-11-1997 σύμβαση έργου συντονιστή β', αντισυμβαλλόμενη της Α. Π. δεν είναι η πρώτη αναιρεσείουσα (όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση) αλλά η δικαιοπάροχός της "Ελβέτια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", ενώ στην από 19-3-2004 καταγγελία, καταγγέλλουσες δεν είναι και οι δύο αναιρεσείουσες (όπως επίσης εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση) αλλά μόνο η πρώτη από αυτές.
Εξάλλου όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία ε, στ και ζ, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αλλά πρόκειται για αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις που εκδόθηκαν επί άλλων υποθέσεων με παρεμφερές αντικείμενο και προσκομίσθηκαν ως σχετική νομολογία.
Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ.α Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του (Α.Π.1673/2013, 1812/2012).
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1673/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Το Σεπτέμβριο του 1999 η πρώτη εναγομένη, μη διάδικος εδώ Α. Π., εμφανιζόμενη ως ασφαλιστική σύμβουλος και συντονίστρια της δεύτερης εναγομένης [και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας] ασφαλιστικής εταιρείας "Allianz ΑΕΓΑ", στεγαζόμενη σε γραφείο της τελευταίας στο Χαλάνδρι Αττικής, επί της Λεωφόρου Κηφισίας αρ.346 και χρησιμοποιούσα αυτοκίνητο που έφερε το σήμα της (δεύτερης εναγομένης), προσέγγισε την ενάγουσα [και ήδη αναιρεσίβλητη] και την έπεισε να επενδύσει στα αμοιβαία κεφάλαια της τρίτης εναγομένης [και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας] "Allianz Α/Κ Επιθετικής Στρατηγικής Μετοχών Εσωτερικού" και "Helvetia Αμοιβαίο Κεφάλαιο Μικτό Εσωτερικού".
Η ενάγουσα, μέσω της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου, υπέβαλε στη συνέχεια τις υπ' αριθμ.1048686/26-9-1999 και 1036778/29-10-1999 αιτήσεις συμμετοχής στα ως άνω αμοιβαία κεφάλαια για ποσά 5.000.000 δραχμών και 5.000.000 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία και κατατέθηκαν στις ως άνω ημερομηνίες στον τραπεζικό λογαριασμό της τρίτης εναγομένης και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 00014325/20-9-1999 και 01002818/29-10-1999 τίτλοι των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων, ονομαστικών μερίδων 276,0859 και 804,8780 αντίστοιχα με δικαιούχους τον Π.
Σ. και Μ. Σ.. Οι ως άνω τίτλοι ρευστοποιήθηκαν κατόπιν των από 30-6-2000 και 14-9-2000 αιτήσεων εξαγοράς που υπέβαλε η ενάγουσα και εκδόθηκαν υπέρ της οι από 19-9-2000, 13-6-2000 και 5-7-2000 επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, ποσών 1.047.552, 1.335.495, 2.000.000 και 2.500.000 δραχμών αντίστοιχα. Η ενάγουσα ρευστοποίησε επίσης αμοιβαία κεφάλαια "Ιντεραμέρικαν", καθώς και αμοιβαία κεφάλαια "Ολυμπιονίκης" ποσού 4.417 ευρώ στις 18-9-2002, Α/Κ "Ελληνικό" ποσού 18.127,69 ευρώ στις 26-11-1999 και Α/Κ "Σταθερό" ποσών 22.442,68 και 31.707,42 ευρώ αντίστοιχα στις 12-6-2001.
Στις ως άνω ρευστοποιήσεις προέβη η ενάγουσα προκειμένου να επενδύσει τα χρήματά της σε γερμανικά αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία, σύμφωνα με τις υποδείξεις της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου, ήταν εξαιρετικά αποδοτικά (απόδοση 10-20%), δεδομένου ότι απευθύνονταν μόνο σε ασφαλιστές. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα κατέβαλε τμηματικά σε διάφορα χρονικά διαστήματα στην τελευταία από τις 29-11-1999 μέχρι τις 17-5-2004 το συνολικό ποσό των 408.115,70 ευρώ.
Επίσης τμηματικά, από το Φεβρουάριο του 2003 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004, η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος έδωσε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 89.300 ευρώ, ως "απόδοση" της ως άνω επένδυσής της. Προς απόδειξη των ως άνω καταβολών η ασφαλιστική σύμβουλος, ύστερα από επίμονη απαίτηση της ενάγουσας και για να την καθησυχάσει, παρέδωσε σ' αυτήν την από 27-9-2004 πλαστή βεβαίωση τίτλων Α/Κ που η ίδια είχε καταρτίσει με υπογραφή του οικονομικού υποδιευθυντή της δεύτερης εναγομένης Σ.
Β., μάρτυρος των εναγομένων, διαβεβαιώνοντάς την ότι δεν χορηγούνται τίτλοι για την ως άνω επένδυση. Η ενάγουσα πληροφορήθηκε το Μάρτιο του 2004 ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος σταμάτησε τη συνεργασία της με τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες, ωστόσο αυτή (ασφαλιστική σύμβουλος) διαβεβαίωσε την ενάγουσα ότι επρόκειτο να υπογράψει νέα σύμβαση μ' αυτές.
Γύρω στα τέλη του 2004 η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος άρχισε ν' αραιώνει τις επαφές της με την ενάγουσα μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς. Το Δεκέμβριο του 2004 η ενάγουσα απευθύνθηκε εγγράφως στην τρίτη εναγομένη ΑΕΔΑΚ και πληροφορήθηκε ότι στον κωδικό αριθμό της εμφανίζονταν μόνο οι πρώτες αγορές και εξαγορές των αμοιβαίων κεφαλαίων της, ενώ η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου της ήταν μηδενική.
Η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή της, ενώ στις 27-6-2005 υπέβαλε έγκληση σε βάρος της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου για τη διάπραξη εκ μέρους της των αδικημάτων της απάτης και υπεξαίρεσης. Στις 28-4-2005 η τελευταία (ασφαλιστική σύμβουλος) είχε ήδη υποβάλει μήνυση κατά του Ι. Δ., προϊσταμένου της στη δεύτερη εναγομένη, στην οποία παραδεχόταν ότι είχε λάβει σε μετρητά χρήματα το ποσό των 320.000 ευρώ από την ενάγουσα, καθώς και τα ποσά των 50.000, 60.000, 140.000 και 27.000 ευρώ από τους Π.
Μ., Π. Ε., Π. Δ.-Ι. και Ξ. Ε. αντίστοιχα, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι τα ποσά αυτά τα είχε λάβει κατόπιν σχετικών υποδείξεων του ως άνω προϊσταμένου της, στον οποίο και τα παρέδωσε μαζί με ποσό 60.000 ευρώ που ανήκε στην ίδια, προκειμένου να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια εξωτερικού και ότι αυτός τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Ο ως άνω προϊστάμενος είχε υποβάλει προγενέστερη μήνυση στις 18-1-2005 κατά της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου. Τα αναφερόμενα στην ως άνω μήνυση της τελευταίας δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ούτε η ίδια τα ανέφερε σε κάποιον τρίτο ή ακόμη και στην ίδια την ενάγουσα. Αυτή (ασφαλιστική σύμβουλος) έλαβε πράγματι το ποσό των 408.079,62 ευρώ από την ενάγουσα, από το οποίο επέστρεψε μόνο το ποσό των 89.300 ευρώ, ποσό το οποίο δεν ήταν φυσικά "απόδοση" των γερμανικών κεφαλαίων, δεδομένου ότι ουδέποτε έγινε η σχετική επένδυση, ενώ το υπόλοιπο ποσό 318.779,62 ευρώ το ιδιοποιήθηκε παράνομα, καθώς ούτε το επένδυσε σε αμοιβαία κεφάλαια ούτε το επέστρεψε στην ενάγουσα.
Αποδείχτηκε επίσης ότι αυτή είχε πράγματι την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου της δεύτερης εναγομένης και συνεργαζόταν με την τρίτη εναγομένη στη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων της...
Συνεπώς η ως άνω σύμβουλος είχε την ιδιότητα της προστηθείσας των δεύτερης και τρίτης εναγομένων... Η παράνομη συμπεριφορά της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας (λήψη και υπεξαίρεση του ως άνω ποσού) τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την υπηρεσία που της είχε ανατεθεί (προώθηση και πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης εναγομένης ως ασφαλιστική σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης), διενεργήθηκε σε άμεσο χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ως άνω υπηρεσία και υπαγόταν στο πεδίο της δράσης της ως εκ της φύσης και του σκοπού της.
Ήταν ακριβώς αυτή της η ιδιότητα που αποτέλεσε το μέσο για να προβεί η ως άνω σύμβουλος στην ως άνω παράνομη και ζημιογόνα συμπεριφορά, δεδομένου ότι η ενάγουσα της κατέβαλε τα χρήματα ακριβώς επειδή είχε αυτή την ιδιότητα, χωρίς την οποία δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να λάβει τα χρήματα αυτά από την τελευταία και να τα ιδιοποιηθεί, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού των δεύτερης και τρίτης εναγομένων.
Οι τελευταίες ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα είναι συνυπαίτια στην πρόκληση της ζημίας της διότι είχε στο παρελθόν ασχοληθεί με την επένδυση αμοιβαίων κεφαλαίων, εφόσον είχε ήδη συμπληρώσει τις προαναφερθείσες δύο αιτήσεις το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2009 [προδήλως εννοείται 1999], γνώριζε τη σχετική διαδικασία, είχε υψηλή μόρφωση καθότι ήταν φυσικός και κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή των αιτήσεων για την επένδυση σε αμοιβαία ομόλογα είχε λάβει γνώση ότι απαγορευόταν η καταβολή χρημάτων στην ασφαλιστική εταιρεία και ότι είχε διατυπωθεί στις αιτήσεις ρήτρα απαλλαγής τους από κάθε ευθύνη τους εάν τα χρήματα παραδίδονταν στον ασφαλιστή.
Ο ισχυρισμός αυτός, αν και νόμιμος... πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Διότι αποδεικνύεται ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος κατά τη διενέργεια της επένδυσης σε δήθεν γερμανικά ομόλογα, για τα οποία η προαναφερθείσα καταβολή των ποσών από την ενάγουσα σ' αυτήν, εκμεταλλεύτηκε την προηγουμένως δημιουργηθείσα εμπιστοσύνη της, λόγω και της φιλικής τους σχέσης που είχαν αναπτύξει, σε συνδυασμό με την ήδη λαβούσα χώρα εξαγορά των αμοιβαίων των προηγούμενων δύο αιτήσεων, τις οποίες όμως δεν παρουσίασε ούτε συμπλήρωσε κατά την ένδικη επένδυση στην ενάγουσα, αλλά εμφάνισε στην ενάγουσα νέα επένδυση με τελείως διαφορετική διαδικασία που αφορούσε δήθεν δικαιούχους ασφαλιστές, ιδιότητα που δεν είχε η ενάγουσα, με ιδιαίτερα αξιόλογη απόδοση και μάλιστα δίχως να εκδίδονται σχετικοί τίτλοι, όπως αντίθετα ίσχυε για την επένδυση των αμοιβαίων κεφαλαίων, μάλιστα δε δεν δίστασε αφενός να αποδίδει διαχρονικά ένα ποσό στην ενάγουσα ως δήθεν απόδοση της δήθεν επένδυσής της, αφετέρου δε να πλαστογραφήσει την προαναφερθείσα σχετική βεβαίωση διαδοχικής καταβολής ποσών για να πείσει την ενάγουσα ότι είχε επισημοποιηθεί η καταβολή των χρημάτων απέναντι στις εταιρείες των οποίων τα συμφέροντα φαινομενικώς προωθούσε.
Επίσης ως μη νόμιμος πρέπει να απορριφθεί και ο άλλος ισχυρισμός των δεύτερης και τρίτης εναγομένων περί ετήσιας παραγραφής της ένδικης απαίτησης καθότι πρόκειται για αποδοθείσα αδικοπρακτική ευθύνη σ' αυτές και η σχετική απαίτηση [εννοείται: παραγραφή] είναι πενταετής... χρόνος που δεν έχει παρέλθει μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Ως εκ τούτου οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες ευθύνονται αντικειμενικά για την ως άνω παράνομη συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης. Αποδείχτηκε επίσης ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος έχει καταδικαστεί για την ως άνω απάτη και για την κατάρτιση της προαναφερθείσας βεβαίωσης με την υπ' αριθμ. 2709 και 2560/2011 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων σε κάθειρξη έξι ετών για κάθε μία πράξη και της επιβλήθηκε συνολική ποινή οκτώ ετών.
Τέλος η ενάγουσα υπέστη συνεπεία της ως άνω παράνομης συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο... λαμβανομένου υπόψη του βαθμού πταίσματος της ως άνω ασφαλιστικής συμβούλου, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο (το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί τις εφέσεις των αναιρεσειουσών και είχε εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που τις αφορούσε λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό), δέχθηκε μερικώς την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν εις ολόκληρον στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 318.779,62 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αναγνώρισε δε ότι οι πρώτες οφείλουν εις ολόκληρον στην τελευταία το ποσό των 1.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ. ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ίδια πιο πάνω διάταξη ούτε στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία.
Συνεπώς ο δεύτερος (εν μέρει) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και β και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α), αριθ.9 (περ.γ), αριθ.11 (περ.γ) και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: α) κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 334, 926 και 481 επ. Α.Κ., β) αφήνοντας αίτηση αδίκαστη, γ) χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι ίδιες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (και ιδίως τις 2709 και 2560/2011 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων) και δ) χωρίς αιτιολογία, άλλως με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απέρριψε το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης για καταδίκη της συνεναγομένης τους και ήδη μη διαδίκου Α.
Π. να καταβάλει εις ολόκληρον με αυτές (τις αναιρεσείουσες) την επιδικασθησόμενη υπέρ της αναιρεσίβλητης αποζημίωση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του διότι οι αναιρεσείουσες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλουν με αναίρεση την απόφαση για την απόρριψη αιτήματος της αντιδίκου τους αναιρεσίβλητης.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το ανωτέρω αγωγικό αίτημα υπήρξε αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης. Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το αίτημα αυτό δεν μεταβιβάσθηκε στο εφετείο, το οποίο δίκασε μόνο εφέσεις των ήδη αναιρεσειουσών, όχι δε και έφεση της πιο πάνω συνεναγομένης τους (Α.
Π.) ώστε να τίθεται θέμα καταδίκης της τελευταίας στην καταβολή του επιδικασθέντος υπέρ της αναιρεσίβλητης ποσού εις ολόκληρον με αυτές. Παρά δε το γεγονός ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγράφεται ότι το εφετείο εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς ειδική αναφορά ότι τούτο γίνεται μόνο όσον αφορά τις εκεί εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, είναι σαφές ότι η εξαφάνιση αφορά μόνο αυτές και όχι την αρχικά συνεναγομένη τους που δεν είχε ασκήσει έφεση.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου ποσού τριακοσίων ευρώ που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Απριλίου 2013 αίτηση των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "Allianz Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" και "Allianz Ελληνική Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" για αναίρεση της 1053/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ