188/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated188/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ήταν άκυρη, διότι η αναιρεσίβλητη είναι νομικό πρόσωπο που ανήκει στο δημόσιο τομέα και για την πρόσληψη της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία (επιλογή μετά από προκήρυξη).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 188 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 188/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Ρέκκα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΙΑΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 3-12-2004 πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2159/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 23-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, προβλέπουν την πρόσληψη με ορισμένη διαδικασία δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή, από νομικά πρόσωπα δημοσίου τομέα, είτε ιδιωτικού, είτε δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε, με γνώμονα το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, ενιαία ρύθμιση σχετικά με την επιλογή δικηγόρων, τόσο για την πρόσληψη σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όσο και για την πρόσληψη στους διεπόμενους από το ιδιωτικό δίκαιο κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις των οποίων η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982.
Συνεπώς, οι προσλήψεις δικηγόρων στις επιχειρήσεις και οργανισμούς του δημόσιου τομέα που γίνονται μετά την 10-10-1989, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν. 1868/1989, χωρίς την τήρηση της διοικητικής αυτής διαδικασίας είναι άκυρες. Εξαίρεση όμως ισχύει για τους νομικούς Συμβούλους, δηλαδή τους δικηγόρους, οι οποίοι άσχετα με τον τίτλο που κατέχουν και τον χαρακτηρισμό που τους δόθηκε κατά την πρόσληψή τους ή μεταγενέστερα, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους προς τον εντολέα τους με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ' αυτόν και τα όργανά του ή στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους, για τους οποίους δεν ισχύει η παραπάνω διαδικασία προσλήψεως τους.
Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΓΑΙΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν 2366/1995 και τη συστατική της πράξη (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 134/8-1-2002) είναι θυγατρική εταιρία του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" καθώς και εκείνες των επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 1 περ.
ζ ν. 1256/1982 σε συνδ. με τα άρθρα 9 ν. 1232/1982, 51 περ. ε ν. 1892/1990). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα είναι δικηγόρος μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και με προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε την 1-10-2002 μεταξύ αυτής και του Α μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης εταιρίας προσλήφθηκε από αυτήν για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος έναντι πάγιας μηνιαίας αμοιβής 800 ευρώ.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής απασχολούνταν 3-4 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο κυρίως με μισθωτικές υποθέσεις. Το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Μαΐου 2004, επειδή βρίσκονταν στον όγδοο μήνα κυήσεως, γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι θα απουσίαζε από την εργασία της λόγω του επικείμενου τοκετού, ασκώντας το δικαίωμα της λήψης άδειας κυήσεως και λοχείας και την 29-7-2004 με εξώδικη δήλωση της ζήτησε από την αναιρεσίβλητη την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από το Μάιο μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2004.
Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ήταν άκυρη, διότι η αναιρεσίβλητη είναι νομικό πρόσωπο που ανήκει στο δημόσιο τομέα και για την πρόσληψη της δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία (επιλογή μετά από προκήρυξη).
Ακολούθως αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε δεχθεί την εγκυρότητα της ανωτέρω συμβάσεως και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα τις ως άνω αξιώσεις της συν επιδόματα εορτών και άδειας, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα απασχολούνταν 3-4 ώρες ημερησίως κυρίως με μισθωτικές υποθέσεις αποτελεί σαφή και επαρκή αιτιολογία ότι αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη με το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτής έναντι τρίτων και τη δικαστική εκπροσώπηση της και δεν παρείχε υπηρεσίες μόνο νομικού συμβούλου για τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας επιλογής.
Επομένως οι, πρώτος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή στην παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Για να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ο προταθείς ισχυρισμός να είναι παραδεκτός και νόμιμος. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση ακυρότητας είναι καταχρηστική.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο προέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, περί ακυρότητας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, ότι η επίκληση της ακυρότητας της αυτής ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, όπως προαναφέρθηκε και δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, κατά της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως από το άρθρο 11 του ν. 1646/1986. Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Τέλος, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης ενέκρινε σιωπηρώς την κατάρτιση της σύμβασης έμμισθης εντολής ως δικηγόρου που έγινε από τον Διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Α. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού με αυτόν η αναιρεσείουσα πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί ακυρότητας της συμβάσεως επειδή ο ως άνω Σύμβουλος δεν είχε εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση της συμβάσεως.
Όμως με την πρώτη κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας επειδή η πρόσληψη της έγινε χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 και ως εκ τούτου η σύμβαση ήταν άκυρη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 2159/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ