Legislator Case Law & Legislation
1889/2024 AI generated

Appeal partially allowed regarding tort liability claim against one defendant while appeal dismissed against another absent defendant.

Case Number 1889/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal proceedings against the absent defendant, Indy Maritime S.A., but partially allowed the appeal against Canpotex Shipping Services Ltd. regarding the tort liability claim for fuel mixing. The court found the lower court erred in rejecting the tort claim against Canpotex, establishing liability for damages caused by the defendant's actions. Consequently, the case was remitted for further trial against Canpotex only, with costs allocated accordingly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the proceedings ex officio to determine the speed of the hearing when a party is absent, and if the opposing party accelerates the hearing, it must verify if the absent party was legally summoned. Furthermore, in cases involving multiple parties connected by simple co-litigation, if one party is not represented by a lawyer or was not summoned, the hearing is valid only for those properly represented and inadmissible for the others.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Tort Liability Fuel Mixing Co-litigation Parties Remittal for Trial Legal Representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178(1), 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 8/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1889 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1889/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AEGEAN MARINE PETROLEUM S.A.", η οποία εδρεύει στη Μονρόβια της Λιβερίας, έχει εγκατασταθεί αφενός στην Ελλάδα και αφετέρου στη Λευκωσία της Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "INDY MARITIME S.A.", η οποία κατά το καταστατικό της εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ και πραγματικά στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "CANPOTEX SHIPPING SERVICES LTD", η οποία εδρεύει στον Καναδά και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 552/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ` αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 14/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 6-9-2021 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AEGEAN MARINE PETROLEUM SA", κατά: 1) της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "INDY MARITIME SA", και 2) της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "CANPOTEX SHIPPING SERVICES LTD", με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 61/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (15.1.2024), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παριστάμενη αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας και προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο της 15.1.2024, με τις από 11.1.2024 προτάσεις της ισχυρίζεται ότι αντίγραφο της αιτήσεώς της με κλήση προς συζήτηση κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Πάρι Καραμήτσο. Προς τούτο επικαλείται την υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Δ. Ρ., την οποία όμως δεν προσκομίζει, αφού τέτοια έκθεση δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας.

Εξάλλου και η παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει το επιδοθέν προς αυτήν ή τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος και την εκπροσώπησε στο ακροατήριο, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, ώστε να διαπιστωθεί αν και η πρώτη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την άνω δικάσιμο της 15.1.2024.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, μη υποκειμένης δε, εν προκειμένω, περιπτώσεως αναγκαίας ομοδικίας, αλλά αντίθετα περίπτωση κοινής εναγωγής των αναιρεσιβλήτων για καταβολή τιμήματος πώλησης καυσίμων, με βάση συναφθείσα σύμβαση αναδοχής χρέους με κάθε αναιρεσίβλητη, άλλως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ή με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης να χωρήσει ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία, που παραστάθηκε νόμιμα κατά την παρούσα συζήτηση.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρείουσα ανώνυμη εταιρία άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων αλλοδαπών εταιριών την από 4.12.2014 αγωγή της, με την οποία εξέθετε ότι δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα του εφοδιασμού πλοίων με καύσιμα δυνάμει συμβάσεων που καταρτίζει είτε απευθείας με τους πλοιοκτήτες, εφοπλιστές ή ναυλωτές αυτών είτε μέσω ανεξάρτητων ενδιάμεσων εμπόρων.

Ότι μεταξύ των ενδιάμεσων εμπόρων με τους οποίους συνεργάζονταν επί πολλά έτη ήταν και ο όμιλος εταιριών "O.W. BUNKERS GROUP", στον οποίο ανήκε πληθώρα εταιριών με έδρα σε διάφορα κράτη, μεταξύ των οποίων και η εταιρία "O.W. BUNKERS (UK) LTD", που εδρεύει στο Windsor της Μεγάλης Βρετανίας. Ότι κατά μήνα Οκτώβριο 2014 καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της άνω εταιρίας σύμβαση πώλησης 900 μετρικών τόνων καυσίμων, με τους ακόλουθους όρους και συμφωνίες:

α) ότι τα πωληθέντα καύσιμα (πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380) ήταν παραδοτέα στο Βανκούβερ του Καναδά και συγκεκριμένα στο πλοίο "M/V KAVO PLATANOS", μεταξύ 19 και 23.10.2014, β) ότι το συμφωνηθέν τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 504,50 δολαρίων ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο και ήταν πληρωτέο εντός 30 ημερών από την παράδοση, γ) ότι μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του τιμήματος η πωλήτρια διατηρούσε το δικαίωμα κυριότητας επί της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων και ο ενδιάμεσος έμπορος δεν είχε το δικαίωμα να πωλήσει, επιβαρύνει, ενεχυριάσει, απαλλοτριώσει ή παραδώσει την ποσότητα αυτή σε οιονδήποτε τρίτο, δ) ότι η παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων στο άνω πλοίο γίνεται υπό τον όρο ότι η εκ του τιμήματος απαίτηση της πωλήτριας θα ασκείται και κατά του πλοίου ως βάρος αυτού ή κατά των υπευθύνων για τις εκ της εκμεταλλεύσεως και διαχειρίσεως αυτού υποχρεώσεις, ε) ότι η αποδοχή της παραγγελίας και η παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων στο άνω πλοίο έγινε με τον όρο και προϋπόθεση ότι οι πλοιοκτήτες ή διαχειριστές ή οι εκμεταλλευόμενοι καθ' οιονδήποτε τρόπο ή οι ναυλωτές του θα παράσχουν κατά την παράδοση εγγυοδοσία προς την πωλήτρια, με την οποία θα αναλάμβαναν την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να εξοφλήσουν το οφειλόμενο τίμημα σε περίπτωση που δεν το κατέβαλε ο ενδιάμεσος έμπορος, στ) ότι η συνομολογηθείσα μεταξύ αυτής και του ενδιάμεσου εμπόρου σύμβαση πώλησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, και ζ) ότι όλες οι διαφορές που θα ανεφύοντο από την άνω σύμβαση πώλησης θα υπάγονται στα δικαστήρια του Πειραιώς.

Ότι σε εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης πώλησης, παρέδωσε αυτή στον λιμένα Βανκούβερ του Καναδά την 22.10.2014 στο πλοίο "M/V KAVO PLATANOS" 900 μετρικούς τόνους πετρελαίου, οι οποίοι και παρελήφθησαν από τον πλοίαρχο του πλοίου, ο οποίος υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής καυσίμων, ενεργώντας αφενός μεν για την πλοιοκτήτρια, ήτοι την πρώτη εναγομένη, αφετέρου δε για την ναυλώτρια, ήτοι την δεύτερη εναγομένη.

Ότι στην απόδειξη αυτή αναφέρεται ρητά ότι οι πλοιοκτήτες ή οι εκμεταλλευόμενοι καθ' οιονδήποτε τρόπο ή οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρι την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου και ότι η κυριότητα αυτών παραμένει στον προμηθευτή.

Ότι την δήλωση αυτή των εναγομένων που περιέχεται στην άνω απόδειξη αποδέχθηκε αυτή και την ....2014 εξέδωσε το υπ' αριθ. ...2014 τιμολόγιο, το οποίο εκδόθηκε σε χρέωση τόσο των εναγομένων όσο και του ενδιάμεσου εμπόρου, με βάση δε αυτό το οφειλόμενο τίμημα γα την πωληθείσα και παραδοθείσα στο άνω πλοίο ποσότητα καυσίμων ανήλθε στο συνολικό ποσό των (900 μετρικοί τόνοι Χ 504,50 δολάρια ΗΠΑ ανά μετρικό τόνο = 454.050 δολάρια ΗΠΑ + 9.000 δολάρια ΗΠΑ το κόστος του εφοδιαστικού πλοίου) 463.050 δολάρια ΗΠΑ και ήταν καταβλητέο την 21.11.2014.

Ότι έτσι συνομολογήθηκε η προβλεπόμενη από την επίμαχη σύμβαση πώλησης μεταξύ αυτής και του ενδιάμεσου εμπόρου σύμβαση εγγυοδοσίας μεταξύ αυτής και των εναγομένων, με την οποία οι εναγόμενες ανέλαβαν την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να της καταβάλουν το άνω οφειλόμενο ποσό των 463.050 δολαρίων ΗΠΑ, σε περίπτωση που δεν το κατέβαλε ο ενδιάμεσος έμπορος εντός της ταχθείσης προθεσμίας, δηλαδή το αργότερο μέχρι την 21.11.2014.

Ότι κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι το οφειλόμενο με βάση το άνω τιμολόγιο ποσό δεν έχει εξοφληθεί εντός της συνομολογηθείσης προθεσμίας, ευθύνονται οι εναγόμενες να της καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτές παρά τις οχλήσεις της αρνούνται να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσας ποσότητας καυσίμων.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, οι εναγόμενες γνώριζαν ότι η κυριότητα των καυσίμων παραμένει στην ίδια μέχρι πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος και ότι η γενόμενη παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων τελούσε υπό τον όρο και την προϋπόθεση ότι θα αναλάμβαναν αυτές την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσας από το άνω πλοίο ποσότητας καυσίμων και συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν ευθύνονται για την καταβολή του τιμήματος, αναντίρρητο είναι ότι δεν απέκτησαν την κυριότητα αλλά ούτε και την απλή κατοχή τη ποσότητας των καυσίμων και επομένως δεν είχαν εξουσία όχι μόνο να αναμίξουν ή να καταναλώσουν αλλά ούτε και να κατέχουν την ποσότητα αυτή.

Ότι, συνεπώς, υπό την άνω αποκρουόμενη εκδοχή, οι εναγόμενες, πλοιοκτήτρια και ναυλώτρια, αντίστοιχα, του πλοίου, με την ανάμιξη ή κατανάλωση της ποσότητας αυτής προς ίδιον όφελος, την οποία παρανόμως κατείχαν και την κυριότητα της οποίας ουδέποτε απέκτησαν, διέπραξαν αδικοπραξία, από την οποία υπέστη αυτή ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσό του συνομολογηθέντος τιμήματος των 463.050 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι, άλλως, οι εναγόμενες εταιρίες με την ανάμιξη ή με την κατανάλωση της παραδοθείσας στο πλοίο "M/V KAVO PLATANOS" ποσότητας καυσίμων, την οποία παρανόμως κατείχαν και της οποίας την κυριότητα ουδέποτε απέκτησαν, έγιναν και είναι αδικαιολόγητα πλουσιότερες σε βάρος της, η οποία είχε διατηρήσει και ήταν κυρία της ποσότητας αυτής, της οποίας η αξία ανέρχονταν στο ποσό των 463.050 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ουδέποτε εισέπραξε αυτή.

Ότι έτσι, υπό την άνω αποκρουόμενη εκδοχή, οι εναγόμενες έγιναν αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας της και πάντως επί ζημία της και επομένως υποχρεούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 1059 και 1063 ΑΚ, να αποδώσουν την ωφέλεια, η οποία ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 463.050 δολαρίων ΗΠΑ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, κυρίως μεν με βάση την ενδοσυμβατική τους ευθύνη, ως εκ της αναλήψεως της υποχρέωσής τους για καταβολή του τιμήματος της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων με την συνομολογηθείσα από τις ίδιες σύμβαση εγγυοδοσίας, άλλως επικουρικώς με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ως εκ της διαπραχθείσης εις βάρος της αδικοπραξίας, και επικουρικότερα με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 463.050 δολαρίων Η.Π.Α.

ή το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό με την τιμή ισοτιμίας δολαρίων Η.Π.Α./Ευρώ κατά την ημέρα πληρωμής, άλλως κατά την ημέρα της συζητήσεως της αγωγής και σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα ασκήσεως της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 552/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων επί της ένδικης διαφοράς.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 15.3.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 61/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή αυτή (έφεση) και ως ουσία αβάσιμη, αφού κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή λόγω παρεκτάσεως.

Κατόπιν αυτού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η ένδικη αγωγή και εν τέλει απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της και δη ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη επικουρική βάση της, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, και ως ουσία αβάσιμη ως προς την κύρια (εκ της συμβάσεως) βάση της, η οποία κρίθηκε ότι θεμελιώνεται σε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, καθώς και ως προς τη δεύτερη επικουρική (εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού) βάση της.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Με τον τρόπο αυτό παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη. Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει. Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 ΑΚ) έναντι του δανειστή, που δικαιούται να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 303/2024, ΑΠ 770/2021, ΑΠ 726/2019, ΑΠ 230/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του, δεν το δεσμεύει (ΑΠ 477/2021, 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 682/2015). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η παύση της πληρεξουσιότητας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 173, 200, 281 ΑΚ, καθώς και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάσθηκε η έννοια της "φαινομένης" πληρεξουσιότητας.

Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν παρέσχε μεν πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" του, όμως θα μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως, ότι στον εμφανιζόμενο ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.

Προς τούτο όμως απαιτείται διαρκής ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του συναλλαγέντος τρίτου. Ο τελευταίος δε δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε συνεπεία αμελείας. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και, αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισθείσα, μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου", ο συναλλαχθείς δε τρίτος, έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου, τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση.

Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι σιωπηρή (ή φαινομένη) είναι η πληρεξουσιότητα, η οποία συνάγεται από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντα και τον πληρεξούσιο είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος που δημιουργεί στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση ότι έχει χορηγήσει σε κάποιον πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1605/2022, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 776/2013).

Περαιτέρω, πλοίαρχος είναι το πρόσωπο που έχει την εν γένει διοίκηση του πλοίου και διαδραματίζει το σημαντικότερο ρόλο στην επιχείρηση εκμετάλλευσης αυτού, μετά τον φορέα της (πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή), έχοντας ευρύτατα κυριαρχικά δικαιώματα τόσο στα πράγματα που μεταφέρονται με το πλοίο όσο και σ' αυτούς που επιβαίνουν. Ειδικότερα, ο πλοίαρχος, μεταξύ άλλων, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, οι οποίοι ενέχονται για τις δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (άρθρα 84 και 105 ΚΙΝΔ). Η παραπάνω νόμιμη εκπροσώπηση διακρίνεται σε: α) δικαστική εκπροσώπηση, η οποία συνίσταται στην ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση του πλοιάρχου, σε ότι αφορά την κοινοποίηση διαδικαστικών και εξώδικων εγγράφων, στη λήψη συντηρητικών μέτρων, στην έγερση αγωγών κλπ και β) δικαιοπρακτική εκπροσώπηση, η οποία είναι γενική και αφορά σε όλες τις δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, διότι κατά κανόνα συνάπτει δικαιοπραξίες ως άμεσος αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, με βάση τη γενική από το νόμο ή την ειδική από τον πλοιοκτήτη εξουσιοδότηση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ 683/1060 " 1. Ο παρών Κανονισμός καθορίζει την ιεραρχίαν και τα καθήκοντα του προσωπικού των Ελληνικών επιβατηγών πλοίων ολικής χωρητικότητος κόρων πεντακοσίων και άνω και το σύστημα εν γένει καθ` ο δέον να διεξάγεται η εν αυτοίς εργασία προς τον σκοπόν της μετ` ευρυθμίας τάξεως και ασφαλείας εκπληρώσεως της αποστολής αυτών ως μέσων της διά θαλάσσης μεταφοράς επιβατών. 2.

Τα εν τω παρόντι Κανονισμώ αναγραφόμενα καθήκοντα δεν καθορίζονται περιοριστικώς αλλά χάριν των εν τη προηγουμένη παραγράφω μνημονευομένων σκοπών δικαιούται ο Πλοίαρχος ν` αναθέση εις έκαστον εκ του πληρώματος την εκτέλεσιν και ετέρων καθηκόντων εξ εκείνων άτινα κατά την κοινήν ναυτικήν εμπειρίαν ανάγονται εις την ειδικότητα και τον βαθμόν του δι` αυτών επιφορτιζομένου", κατά το άρθρο 66 του αυτού ΒΔ " 1.

Ο Α` Μηχανικός είναι ο αξιωματικός προϊστάμενος Υπηρεσίας Μηχανής και του προσωπικού αυτής. 2. Τελεί υπό τας αμέσους διαταγάς και τον έλεγχον του Πλοιάρχου ή του νομίμου αναπληρωτού του και είναι υπεύθυνος και υπόλογος απέναντι αυτών εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του" και κατά το άρθρο 75 του ίδιου ΒΔ " Ο Α` Μηχανικός οφείλει:

α) να επιβλέπη προσωπικώς την κατανάλωσιν του πλοίου εις καύσιμα και υλικά μηχανής, να βεβαιούται περί της ικανοποιητικής ποσότητος, ποιότητος, και καλής εναποθηκεύσεως αυτών, να χορηγηθή τας σχετικάς αποδείξεις μετά προηγουμένην θεώρησιν αυτών υπό του Πλοιάρχου και να ενεργή τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον μηχανής.

β) να συννενοήται μετά του Πλοιάρχου διά τον τρόπον της παραλαβής των καυσίμων και διά την εναποθήκευσιν εις τας αποθήκας ή άλλους καταλλήλους χώρους ως και διά την κατανάλωσιν αυτών και να ζητή τας οδηγίας αυτού, όσον αφορά την ταχύτητα του πλοίου ίνα αναλόγως κανονίζη την κατανάλωσιν και τον ανεφοδιασμόν των αποθηκών.

γ) είναι υπεύθυνος διά την προμήθειαν επαρκούς ποσότητος καυσίμων διά τον υπό εκτέλεσιν πλούν συνεννοούμενος προς τούτο μετά του Πλοιάρχου ώστε να έχη επί του πλοίου 20-25 ο)ο επί πλέον της αναγκαιούσης ποσότητος, διά το υπό εκτέλεσιν ταξείδιον από του ενός μέχρι του επομένου λιμένος ανεφοδιασμού. ". Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 70 και 75 του β.δ. 806/1970 "περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" ορίζονται τα εξής: " Άρθρο 70.

Καθήκοντα και υποχρεώσεις εν όρμω. 1. Ο Α` μηχανικός οφείλει εν όρμω να λαμβάνη άπαντα τα ενδεδειγμένα μέτρα δια την καλήν συντήρησιν των κινητηρίων μηχανών, λεβήτων, βοηθητικών μηχανών και μηχανημάτων...3. Ελέγχει καθ` εκάστην την κατανάλωσιν των υλικών κινήσεως και συντηρήσεως της μηχανής και ενεργεί τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον. 4.

Εποπτεύει και διευθύνει την παραλαβήν καυσίμων του πλοίου βοηθούμενος υπό αξιωματικού μηχανής οριζομένου υπό του ιδίου...". " `Αρθρο 75. Καύσιμα-Κατανάλωσις. Ο Α` μηχανικός οφείλει: α) να επιβλέπει πρoσωπικώς την κατανάλωσιν του πλοίου εις καύσιμα και υλικά μηχανής, να βεβαιούται περί της ικανοποιητικής ποσότητος, ποιότητος και της καλής εναποθηκεύσεως αυτών, να χορηγεί τας σχετικάς αποδείξεις μετά προηγουμένην θεώρησιν αυτών υπό του Πλοιάρχου και να ενεργή τας σχετικάς καταχωρήσεις εις το ημερολόγιον μηχανής, β) να συνεννοήται μετά του πλοιάρχου διά τον τρόπον της παραλαβής των καυσίμων και δια την αποθήκευσιν εις τας αποθήκας ή άλλους καταλήλους χώρους ως και διά την κατανάλωσιν αυτών και να ζητή τας οδηγίας αυτού, όσον αφορά την ταχύτητα του πλοίου και την διάρκειαν του πλου, ίνα αναλόγως κανονίζη την κατανάλωσιν και τον ανεφοδιασμό των αποθηκών".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς το ζήτημα της κατάρτισης ή μη της επικαλούμενης από την ενάγουσα σύμβασης αναδοχής χρέους με την δεύτερη εναγομένη, και, συνακόλουθα, συμβατικής ή μη ευθύνης της τελευταίας για καταβολή του τιμήματος της επίμαχης σύμβασης πώλησης καυσίμων, με βάση την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων και μέσω του δικτύου των σταθμών εφοδιασμού που διατηρεί σε λιμένες ανά την υφήλιο προμηθεύει με καύσιμα πλοία δυνάμει συμβάσεων που συνάπτει είτε απευθείας με τους πλοιοκτήτες ή τους εφοπλιστές ή και τους ναυλωτές αυτών είτε με ενδιάμεσους εμπόρους, που προμηθεύονται τα καύσιμα προς μεταπώλησή τους στο δικό τους όνομα και με σκοπό το κέρδος στους εκμεταλλευόμενους τα πλοία.

Κατά τον κρίσιμο χρόνο η παράδοση των καυσίμων στα πλοία γινόταν από την ίδια την ενάγουσα, η οποία ενεργούσε τότε καθ' υπόδειξη του ενδιάμεσου εμπόρου και με σκοπό την εκπλήρωση της δικής της ενοχής προς αυτόν αλλά και της ενοχής εκείνου προς τον τελικό αγοραστή των καυσίμων. Μεταξύ άλλων τέτοιων εμπόρων η ενάγουσα διατηρούσε μακροχρόνια συνεργασία και με τον όμιλο εταιριών O.W.

BUNKERS GROUP, στον οποίο ανήκε πληθώρα εταιριών με έδρα σε διάφορα κράτη. Η αγγλική εταιρία του ομίλου ήταν η O.W. BUNKERS (UK) LTD με έδρα το Windsor της Μεγάλης Βρετανίας.

Προκειμένου να επιρρίψει τους κινδύνους της μη εξοφλήσεώς της από τους ενδιάμεσους εμπόρους η ενάγουσα ακολουθούσε πρακτική συνιστάμενη στην χρήση στις συναλλαγές της με αυτούς γενικών όρων, κατά τους οποίους εκάστη παράδοση καυσίμων τελούσε υπό τους όρους παρακράτησης, αφενός, της κυριότητας της πωλούμενης ποσότητας από την ίδια (φυσικό προμηθευτή της) και αναλήψεως, αφετέρου, ιδίας και αυτοτελούς ευθύνης για την αποπληρωμή του τιμήματός της εκ μέρους του τελικού αγοραστή και καταναλωτή των καυσίμων.

Προς το σκοπό αυτό η ενάγουσα είχε περιλάβει στις έγγραφες αποδείξεις παραδόσεως των καυσίμων που η ίδια εξέδιδε έντυπη προδιατυπωμένη ρήτρα κατά την οποία "οι πλοιοκτήτες ή/και οι εκμεταλλευόμενοι ή/και οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρις της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου για αυτά.

Η κυριότητα των καυσίμων αυτών παραμένει στους προμηθευτές". Έτσι, με την υπογραφή της αποδείξεως από τον εκμεταλλευόμενο το πλοίο προς το οποίο γινόταν η παράδοση ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο (λ.χ. από τον πλοίαρχο που έχει κατά το εφαρμοστέο εν προκειμένω ελληνικό δίκαιο γενική εκ του νόμου εξουσιοδότηση ή από άλλον εφοδιασμένο με ειδική εξουσιοδότηση), επερχόταν συμβατική ανάληψη της υποχρέωσης για την αποπληρωμή του τιμήματος της εκάστοτε πωλήσεως εκ μέρους του τελικού αγοραστή, ευθυνομένου μάλιστα εις ολόκληρον έναντι του φυσικού προμηθευτή (της ενάγουσας) με τον ενδιάμεσο έμπορο (αρχικό αγοραστή), μολονότι αυτός ο τελευταίος ήταν ο μόνος αντισυμβαλλόμενός της στη σύμβαση πωλήσεως.

Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη υπήρξε κατά το έτος 2014, εξακολουθούσε δε και κατά το χρόνο συζητήσεως της εφέσεως να είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Νήσων Μάρσαλ φορτηγού πλοίου μεταφοράς χύδην φορτίου M/V KAVO PLATANOS,... Τη διαχείριση του πλοίου αυτού η πλοιοκτήτρια είχε αναθέσει στην εταιρία GOURDOMICHALIS MARITIME SA, με έδρα στον Παναμά και νόμιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΝ 89/1967 στον Πειραιά.

Με το από 30.9.2014 χρονοναυλοσύμφωνο η πρώτη εναγόμενη εκναύλωσε το ως άνω πλοίο για τη διενέργεια ενός πλου στη δεύτερη εναγόμενη καναδική εταιρία, που έχει ως αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας το εμπόριο ποτάσας. Για τη σύναψη της συμβάσεως αυτής έγινε χρήση του εντύπου ναυλοσυμφώνου του αμερικανικού δημοσίου NYPE ..., κατά το οποίο το κόστος προμήθειας της καύσιμης ύλης του πλοίου βαρύνει τον ναυλωτή και όχι τον πλοιοκτήτη.

Για να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο είτε γεννήσεως ευθύνης σε βάρος της πλοιοκτήτριας είτε δημιουργίας ναυτικού προνομίου (Lien) σε βάρος του πλοίου από τη μη αποπληρωμή των καυσίμων που ο χρονοναυλωτής προμηθευόταν για την κίνησή του, η διαχειρίστρια του M/V KAVO PLATANOS είχε παράσχει οδηγίες στον πλοίαρχό του Ε.

Α. να κάνει δια της θέσεως σφραγίδας επί της εκάστοτε εκδιδόμενης απόδειξης παραλαβής καυσίμων μνεία του ότι τα καύσιμα παραλαμβάνονται για λογαριασμό του ναυλωτή και ότι υπεύθυνος για την αποπληρωμή του τιμήματός τους είναι μόνον αυτός. Σε περίπτωση δε αρνήσεως του παραδίδοντος εκπροσώπου του φυσικού προμηθευτή να δεχθεί τη θέση της σφραγίδας, οι ίδιες οδηγίες υποδείκνυαν στον πλοίαρχο να παραδίδει στον αρνούμενο επιστολή στην οποία θα αναγράφονται τα παραπάνω.

Για τον εφοδιασμό του πλοίου με καύσιμα πριν το ταξίδι για το οποίο χρονοναυλώθηκε η δεύτερη εναγόμενη απευθύνθηκε σε χρόνο προγενέστερο της 17ης.10.2014 στην τρίτη - μη διάδικο εταιρία O.W. BUNKERS (UK) LTD, από την οποία ζήτησε προσφορά για την προμήθεια εννιακοσίων μετρικών τόνων (900 μ.τ.) ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380 στο Βανκούβερ του Καναδά, όπου το πλοίο τότε ναυλοχούσε, κατά το χρονικό διάστημα από 19.10.2014 έως 23.10.2014.

Στις 17.10.2014 μεταξύ των ανωτέρω καταρτίστηκε σύμβαση πωλήσεως της προαναφερόμενης ποσότητας καυσίμου αντί τιμήματος που συνομολογήθηκε στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων οκτώ δολαρίων ΗΠΑ και πενήντα σεντς (508,50 $) ανά μετρικό τόνο, πλέον εννέα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (9.000 $) στο οποίο θα ανερχόταν η αμοιβή της φορτηγίδας που θα παρέδιδε τα καύσιμα στο πλοίο.

Το συνολικό ποσό ορίστηκε καταβλητέο εντός τριάντα ημερών από την παράδοση κατόπιν της αποστολής του σχετικού τιμολογίου από την πωλήτρια O.W. BUNKERS (UK) LTD στη δεύτερη εναγόμενη, η δε παράδοση των καυσίμων συμφωνήθηκε να γίνει στο παραπάνω πλοίο στο Βανκούβερ του Καναδά κατά το χρονικό διάστημα από 19 έως 23 Οκτωβρίου του έτους 2014.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από την από 17.10.2014 επιβεβαίωση παραγγελίας πωλήσεως καυσίμων της O.W. BUNKERS (UK) LTD, στην οποία έχει επισυναφθεί έγγραφο με τους γενικούς όρους συναλλαγών της με τη ρητή αναφορά ότι η αγορά και η παράδοση της εν λόγω ποσότητας ναυτιλιακού πετρελαίου διέπεται από τους γενικούς όρους συναλλαγών του ομίλου εταιριών O.W.

BUNKERS GROUP, που ισχύουν για την αγορά ναυτιλιακών καυσίμων. Για την προμήθεια των καυσίμων που θα πωλούσε στην δεύτερη εναγόμενη η O.W. BUNKERS (UK) LTD συμβλήθηκε, στα πλαίσια χωριστής συμβάσεως πωλήσεως, με την ενάγουσα, από την οποία αγόρασε ίση με την προαναφερόμενη ποσότητα ναυτιλιακού πετρελαίου του ιδίου τύπου, αντί τιμήματος που συμφωνήθηκε στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων τεσσάρων δολαρίων ΗΠΑ και πενήντα σεντς (504,50 $) ανά μετρικό τόνο, πλέον ποσού εννέα χιλιάδων δολαρίων ΗΠΑ (9.000 $) για τη χρήση φορτηγίδας, για την αποπληρωμή του οποίου χορηγήθηκε πίστωση τριάντα (30) ημερών από την παράδοση του καυσίμου, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει από την ενάγουσα στο παραπάνω πλοίο στο Βανκούβερ του Καναδά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 19ης και της 23ης Οκτωβρίου του έτους 2014.

Η συμφωνία αυτή καταρτίστηκε κατόπιν της από 16.10.2014 γραπτής επιβεβαίωσης παραγγελίας της ενάγουσας που απευθύνθηκε στην O.W. BUNKERS (UK) LTD και της από 17.10.2014 έγγραφης επιβεβαίωσης παραγγελίας αγοράς της αγοράστριας που απευθύνθηκε προς την ενάγουσα. Στο κείμενο της από 16.10.2014 ως άνω επιβεβαίωσης, η τελευταία περιέλαβε μνεία του ότι αγοραστές θα είναι οι "M/V KAVO PLATANOS και εις ολόκληρον οι πλοιοκτήτες/διαχειριστές/εφοπλιστές/ναυλωτές και η O.W.

BUNKERS (UK) LTD. Η παραλαβή και μόνον της παρούσας επιβεβαίωσης συνιστά αποδοχή της ευθύνης για πληρωμή του τιμολογίου των καυσίμων από όλους τους ανωτέρω", ενώ επισήμανε ότι "ουδεμία σφραγίδα "NO LIEN" θα γίνεται αποδεκτή επί των αποδείξεων παραλαβής. Εάν τέτοια σφραγίδα τεθεί από τον αντιπρόσωπο του πλοίου επί της απόδειξης παραλαβής, ο κυβερνήτης του εφοδιαστικού θα εκδώσει άμεσα επιστολή διαμαρτυρίας με την οποία θα αρνείται την εγκυρότητα της σφραγίδας αυτής" καθώς και ότι "οι αγοραστές αναγνωρίζουν ότι δημιουργείται προνόμιο επί του πλοίου για την αξία των προϊόντων που προμηθεύονται και ότι ο πωλητής αποβλέπει στην πίστη και την υποχρέωση του πλοίου".

Οι όροι αυτοί συμφωνήθηκαν από την O.W. BUNKERS (UK) LTD, η οποία όμως δεν τους περιέλαβε στη δική της επιβεβαίωση παραγγελίας, που απηύθυνε προς τη δεύτερη εναγόμενη.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα, σε εκτέλεση της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως που είχε καταρτίσει με την O.W. BUNKERS (UK) LTD παρέδωσε στις 22.10.2014 και στο συμφωνημένο τόπο με τη χρήση της φορτηγίδας ... στο M/V KAVO PLATANOS τη συμφωνηθείσα ποσότητα των εννιακοσίων μετρικών τόνων (900 μ.τ.) ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380. Στην παραλαβή του καυσίμου προέβη όχι ο πλοίαρχος του M/V KAVO PLATANOS, όπως η ενάγουσα υποστήριζε με την αγωγή της, εγκαταλείποντας όμως τον ισχυρισμό αυτό ήδη με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις της αλλά ο πρώτος μηχανικός του πλοίου Γ.

Θ., ο οποίος την ίδια ημέρα (22.102014) υπέγραψε την εκδοθείσα από την ενάγουσα με αριθμό ... απόδειξη παραλαβής καυσίμων και έθεσε τη σφραγίδα του πλοίου και της πλοιοκτήτριας κάτω από τους προδιατυπωμένους όρους, που είχαν τεθεί μονομερώς από την εκδότρια στην πρώτη σελίδα της απόδειξης, κατά τους οποίους "οι πλοιοκτήτες ή/και οι εκμεταλλευόμενοι ή/και οι ναυλωτές του πλοίου είναι από κοινού και έκαστος κεχωρισμένως υπεύθυνοι για την πληρωμή όλων των καυσίμων που παραδόθηκαν με αυτήν και μέχρις της αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού του τιμολογίου για αυτά.

Η κυριότητα των καυσίμων αυτών παραμένει στους προμηθευτές...". Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πλοίαρχος της εφοδιαστικής φορτηγίδας ..., συμμορφούμενος προς τις εντολές της ενάγουσας, που τον είχε προστήσει για την παράδοση, αρνήθηκε τη θέση επί της απόδειξης παραλαβής σφραγίδας με περιεχόμενο "Τα εμπορεύματα και/ή οι υπηρεσίες τα οποία δια του παρόντος αναγνωρίστηκαν, παραλήφθηκαν για και/ή έγιναν αποδεκτά και/ή παραγγέλθηκαν μόνο για λογαριασμό των κ.κ.

Ναυλωτών Canpotex του Καναδά και όχι για λογαριασμό του εν λόγω πλοίου ή των πλοιοκτητών του. Ως εκ τούτου, κανένα ναυτικό προνόμιο ή άλλη απαίτηση δεν δύναται να προκύψει από αυτό", με αποτέλεσμα ο πλοίαρχος του πλοίου Ε. Α. να του εγχειρίσει αυθημερόν, συμμορφούμενος προς τις οδηγίες που είχε λάβει από τη διαχειρίστρια του πλοίου, έγγραφη επιστολή διαμαρτυρίας, στην οποία επισήμαινε ότι τα καύσιμα που παραδόθηκαν στο πλοίο του είχαν παραγγελθεί από τη δεύτερη εναγόμενη και, συνεπώς, κανένα ναυτικό προνόμιο ή άλλη απαίτηση δεν μπορούσε να προκύψει σε βάρος του πλοίου του...

Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, ζήτημα, ωστόσο, ανακύπτει ως προς την ανάληψη συμβατικής ενοχής εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης για την αποπληρωμή του τιμήματος της επίμαχης πώλησης και, σε αρνητική περίπτωση, αν αυτή ευθύνεται ex lege λόγω επαυξήσεως της περιουσίας της χωρίς συμβατική αιτία. Ως προς το πρώτο σημείο ερευνητέο αποβαίνει αν ο πρώτος μηχανικός του πλοίου M/V KAVO PLATANOS δια της υπογραφής του στην απόδειξη παραλαβής της πωληθείσας ποσότητας καυσίμου δέσμευσε την χρονοναυλώτρια σύμφωνα με τους όρους που η ενάγουσα είχε μονομερώς περιλάβει σ' αυτήν.

Σχετικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γ. Θ., ως μέλος του πληρώματος του πλοίου δε συνδεόταν συμβατικά με τη χρονοναυλώτρια, αφού διατηρούσε εργασιακή σχέση μόνο με την πλοιοκτήτρια που τον προσέλαβε... Πέραν τούτου, κατά το εφαρμοστέο εν προκειμένω ελληνικό δίκαιο στα καθήκοντα του πρώτου μηχανικού περιλαμβάνεται μόνον η συνεννόηση με τον πλοίαρχο ως προς τον τρόπο της παραλαβής των καυσίμων και της καλής εναποθήκευσής τους και η εποπτεία και διεύθυνση της παραλαβής τους.

Στα πλαίσια των νόμιμων αυτών υποχρεώσεών του ο πρώτος μηχανικός οφείλει μόνον να ελέγχει αν παραλαμβάνονται στο πλοίο καύσιμα της αυτής ποσότητας και ποιότητας με αυτά που άλλος (ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο διαχειριστής ή ο πράκτορας του πλοίου κατ' εντολή και για λογαριασμό τους ή ο ναυλωτής του) έχουν παραγγείλει και να πιστοποιεί τα γεγονότα αυτά, όπως και την υλική πράξη της παραλαβής τους, θέτοντας στη σχετική απόδειξη την υπογραφή του κάτω από τη σφραγίδα του πλοίου.

Αντιθέτως, στις νόμιμες αρμοδιότητές του δεν περιλαμβάνεται η ανάληψη οποιασδήποτε συμβατικής δέσμευσης ούτε καν στο όνομα και για λογαριασμό του εργοδότη του, αφού, σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει για τον πλοίαρχο, ο πρώτος μηχανικός δεν έχει νόμιμη (γενική ή ειδική) εξουσιοδότηση δικαιοπρακτικής αντιπροσώπευσης ούτε του πλοιοκτήτη (ή εφοπλιστή) ούτε, πολύ περισσότερο, άλλου τρίτου, όπως ο χρονοναυλωτής του πλοίου.

Παραγωγή, επομένως, συμβατικής δεσμεύσεως αυτού του τελευταίου από δικαιοπραξίες του πρώτου μηχανικού είναι δυνατή μόνον αν αυτός είναι εφοδιασμένος με ειδική πληρεξουσιότητα προς σύναψη συγκεκριμένης συμβάσεως. Στην υπόθεση που κρίνεται, όμως, καμία τέτοια εξουσιοδότηση δεν αποδεικνύεται ότι παρασχέθηκε στο Γ.

Θ., ο οποίος υπογράφοντας στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων πιστοποίησε απλώς, κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε με βάση τις συναφείς με την ειδικότητά του ιδιαίτερες γνώσεις του, ότι τα καύσιμα που παραδόθηκαν στο πλοίο ανταποκρίνονταν στις ποσοτικές και ποιοτικές προδιαγραφές της παραγγελίας τους, στην οποία είχε προβεί η δεύτερη εναγόμενη, χωρίς να έχει εξουσία αναλήψεως συμβατικών υποχρεώσεων στο όνομα και για λογαριασμό της.

Άλλωστε και η ενάγουσα δεν επικαλείται παροχή ειδικής ή ρητής πληρεξουσιότητας εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης προς το Γ. Θ. Υποστηρίζει μόνον, όπως ο σχετικός ισχυρισμός της διατυπώθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρεται με το εφετήριο, ότι ο πρώτος μηχανικός του M/V KAVO PLATANOS είχε ως εκ της θέσεώς του φαινόμενη ή σιωπηρή πληρεξουσιότητα να συνομολογεί στο όνομα και για λογαριασμό της χρονοναυλώτριας συμφωνίες αναλήψεως εκ μέρους της υποχρεώσεων αποπληρωμής του τιμήματος των καυσίμων που κατά παραγγελία της είχαν αγοραστεί από αυτήν και παραληφθεί από τον ίδιο.

Ανεξαρτήτως του παραδεκτού της προβολής του ισχυρισμού αυτού (ενόψει των διατάξεων των άρθρων 224 και 526 ΚΠολΔ) και της αοριστίας που, για όσους λόγους ανωτέρω υπό στοιχ. IVΑ της παρούσας εκτέθηκαν, ενέχει η ταυτόχρονη επίκληση τόσο φαινόμενης όσο και σιωπηρής πληρεξουσιότητας, ο επίμαχος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Πράγματι, δεν υφίστανται περιστάσεις (ούτε η ενάγουσα επικαλείται τέτοιες) από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί συμπερασματικά ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε βούληση να αναλάβει συμβατική δέσμευση προς την ενάγουσα για την αποπληρωμή προς εκείνη και όχι προς την O.W. BUNKERS (UK) LTD του τιμήματος της ένδικης πωλήσεως ούτε ότι ήθελε να αναλάβει την υποχρέωση αυτή δια του πρώτου μηχανικού του πλοίου M/V KAVO PLATANOS, που άλλωστε δε συνδεόταν με προϋπάρχοντα συμβατικό δεσμό μαζί της.

Από δε τη θέση του Γ. Θ. στην υπηρεσία (όχι της χρονοναυλώτριας αλλά) του πλοίου δε μπορεί να συναχθεί φαινόμενο δικαίου περί των ενεργειών του υπέρ ή (πολύ περισσότερο) σε βάρος των συμφερόντων της δεύτερης εναγομένης. Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, δεν διαπιστώνεται η καλή πίστη της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του πρώτου μηχανικού εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, αφού δεν επεδίωξε η τελευταία να συμβληθεί με την ενάγουσα, η οποία αντιθέτως τελούσε σε γνώση του ότι επεδίωκε να επιρρίψει τον κίνδυνο της μη αποπληρωμής του τιμήματος της πωλήσεως που είχε συνάψει με την O.W.

BUNKERS (UK) LTD σε άλλον (τη χρονοναυλώτρια), με τον οποίο δεν είχε προέλθει σε οποιαδήποτε προηγούμενη συναλλακτική επαφή. Από την άποψη αυτή η αποδοχή της υπογραφής του Γ. Θ. στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων εκ μέρους της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση εμπιστοσύνης σε φαινόμενο δικαίου, που θα δικαιολογούσε την επιδιωκόμενη με την αγωγή προστασία της αλλά ως αυθαίρετη ενέργεια αποσκοπούσα ακριβώς στην παραγωγή φαινόμενου δικαίου...

Να σημειωθεί ακόμα ότι για την παραγωγή συμβατικής δέσμευσης της δεύτερης εναγόμενης δεν θα αρκούσε μόνη η έκδοση εκ μέρους της ενάγουσας ούτε του υπ' αριθμ. ...2014 τιμολογίου, ακόμα και αν αυτό είχε εκδοθεί σε χρέωση και της χρονοναυλώτριας..., όπως, όμως, δεν συνέβη, αφού από την προσκομιδή του αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο τιμολόγιο εκδόθηκε σε χρέωση μόνον του πλοιάρχου/πλοιοκτήτη/διαχειριστή του ανεφοδιασθέντος πλοίου και σε βάρος της O.W.

BUNKERS (UK) LTD και όχι σε χρέωση και της χρονοναυλώτριας, μολονότι μάλιστα μετά την επίδοση της από 22.10.2014 επιστολής του πλοιάρχου του M/V KAVO PLATANOS, Ε. Α. στον ομόλογό του της φορτηγίδας ..., η ενάγουσα τελούσε σε γνώση τόσον της ύπαρξης χρονοναυλώσεως όσο και των στοιχείων που προσδιόριζαν την ταυτότητα του χρονοναυλωτή.

Με βάση όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγόμενης δεν καταρτίστηκε σύμβαση δυνάμει της οποίας, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση για την εκπλήρωση της οφειλής που απορρέει από τη σύμβαση αγοραπωλησίας ναυτιλιακών καυσίμων που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της μη διαδίκου εταιρίας O.W.

BUNKERS (UK) LT.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι αυτή η τελευταία, μέλος του ομίλου εταιριών O.W. BUNKERS GROUP, στις 7.11.2014 ανέστειλε τη λειτουργία της, καθώς ο παραπάνω όμιλος τέθηκε σε καθεστώς πτωχεύσεως. Επειδή μετά ταύτα το τίμημα της επίδικης πώλησης δεν εξοφλήθηκε, η ενάγουσα πέτυχε στις 11.2.2015 την απαγόρευση απόπλου του πλοίου M/V KAVO PLATANOS στο λιμένα ferndale. των ΗΠΑ. Η απαγόρευση αυτή ήρθη στις 20.2.2015 μετά την εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης κατάθεση του χρηματικού ποσού των τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων δεκατριών δολαρίων ΗΠΑ (494.013 $), ως εγγυοδοσίας για την αποπληρωμή του ως άνω τιμολογίου....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως ουσία αβάσιμη, κατά την κύρια (εκ της συμβάσεως αναδοχής χρέους) βάση της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά της δεύτερης εναγομένης, κατά την κύρια βάση της, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 61, 65, 67, 68 70, 211, 212, 216, 361, 477, 513 ΑΚ, 84, 105 ΚΙΝΔ, 1, 66, 75 ΒΔ 683/1060 και 70, 75 ΒΔ 806/1970, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της δεύτερης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ναυλώτριας του επίμαχου πλοίου M/V KAVO PLATANOS, δεν καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση για την εκπλήρωση της οφειλής που απορρέει από τη σύμβαση αγοραπωλησίας ναυτιλιακών καυσίμων που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της μη διαδίκου εταιρίας O.W.

BUNKERS (UK) LT, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ενδοσυμβατική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης έναντι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για το τίμημα των καυσίμων, με τα οποία η τελευταία εφοδίασε το άνω πλοίο στις 22-10-2014, στο Βανκούβερ του Καναδά. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου, ως προς την έλλειψη ενδοσυμβατικής ευθύνης της δεύτερης εναγομένης για καταβολή του τιμήματος των καυσίμων στην ενάγουσα, στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι:

α) ότι η ενάγουσα, σε εκτέλεση της συμβάσεως πωλήσεως που είχε καταρτίσει με την O.W. BUNKERS (UK) LTD παρέδωσε στις 22.10.2014 και στο συμφωνημένο τόπο με τη χρήση της φορτηγίδας ... στο πλοίο M/V KAVO PLATANOS τη συμφωνηθείσα ποσότητα των εννιακοσίων μετρικών τόνων (900 μ.τ.) ναυτιλιακού πετρελαίου τύπου Fuel Oil 380, β) ότι στην παραλαβή του καυσίμου προέβη όχι ο πλοίαρχος του M/V KAVO PLATANOS, αλλά ο πρώτος μηχανικός του πλοίου Γ.

Θ., ο οποίος την ίδια ημέρα (22.102014) υπέγραψε την εκδοθείσα από την ενάγουσα με αριθμό ... απόδειξη παραλαβής καυσίμων και έθεσε τη σφραγίδα του πλοίου και της πλοιοκτήτριας κάτω από τους προδιατυπωμένους όρους, που είχαν τεθεί μονομερώς από την εκδότρια στην πρώτη σελίδα της απόδειξης, γ) ότι ο άνω μηχανικός υπογράφοντας στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων πιστοποίησε απλώς, κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε με βάση τις συναφείς με την ειδικότητά του ιδιαίτερες γνώσεις του, ότι τα καύσιμα που παραδόθηκαν στο πλοίο ανταποκρίνονταν στις ποσοτικές και ποιοτικές προδιαγραφές της παραγγελίας τους, στην οποία είχε προβεί η δεύτερη εναγόμενη, χωρίς να έχει εξουσία αναλήψεως συμβατικών υποχρεώσεων στο όνομα και για λογαριασμό της, δ) ότι δεν υφίστανται περιστάσεις από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί συμπερασματικά ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε βούληση να αναλάβει συμβατική δέσμευση προς την ενάγουσα για την αποπληρωμή προς εκείνη και όχι προς την O.W.

BUNKERS (UK) LTD του τιμήματος της ένδικης πωλήσεως, ούτε ότι ήθελε να αναλάβει την υποχρέωση αυτή δια του πρώτου μηχανικού του πλοίου M/V KAVO PLATANOS, που άλλωστε δε συνδεόταν με προϋπάρχοντα συμβατικό δεσμό μαζί της, ε) ότι από τη θέση του Γ. Θ. στην υπηρεσία (όχι της χρονοναυλώτριας αλλά) του πλοίου δε μπορεί να συναχθεί φαινόμενο δικαίου περί των ενεργειών του υπέρ ή (πολύ περισσότερο) σε βάρος των συμφερόντων της δεύτερης εναγομένης, στ) ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν διαπιστώνεται η καλή πίστη της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του πρώτου μηχανικού εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, αφού δεν επεδίωξε η τελευταία να συμβληθεί με την ενάγουσα, η οποία αντιθέτως τελούσε σε γνώση του ότι επεδίωκε να επιρρίψει τον κίνδυνο της μη αποπληρωμής του τιμήματος της πωλήσεως που είχε συνάψει με την O.W.

BUNKERS (UK) LTD σε άλλον (τη χρονοναυλώτρια), με τον οποίο δεν είχε προέλθει σε οποιαδήποτε προηγούμενη συναλλακτική επαφή, και ζ) ότι η αποδοχή της υπογραφής του Γ. Θ. στην επίμαχη απόδειξη παραλαβής καυσίμων εκ μέρους της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση εμπιστοσύνης σε φαινόμενο δικαίου, που θα δικαιολογούσε την επιδιωκόμενη με την αγωγή προστασία της αλλά ως αυθαίρετη ενέργεια αποσκοπούσα ακριβώς στην παραγωγή φαινόμενου δικαίου.

Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται από την εν συνεχεία παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η απαγόρευση του απόπλου του πλοίου M/V KAVO PLATANOS στο λιμένα ferndale των ΗΠΑ, που επέτυχε η ενάγουσα, ήρθη στις 20.2.2015 μετά την εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης κατάθεση του χρηματικού ποσού των 494.013 δολαρίων ΗΠΑ, ως εγγυοδοσίας για την αποπληρωμή του ως άνω τιμολογίου, καθόσον η παραδοχή αυτή συνδέεται με την έρευνα της δεύτερης επικουρικής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάσης της ένδικης αγωγής, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ρητά δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καταβολή του άνω ποσού έλαβε χώρα στα πλαίσια εγγυοδοσίας για τον απόπλου του πλοίου, κατόπιν της από 20.2.2015 απόφασης του Δικαστηρίου Σηάτλ της Δυτικής Περιφέρειας Ουάσιγκτον των ΗΠΑ, στην οποία περιλαμβάνεται και πρόσκληση του άνω Δικαστηρίου προς οποιοδήποτε πρόσωπο ισχυρίζεται ότι διατηρεί απαίτηση για την πληρωμή του ιδίου τιμολογίου να αναγγείλει την απαίτησή του αυτή εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών και να παραστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής που ήγειρε ενώπιόν του η ενάγουσα, χωρίς να συνδέεται η εν λόγω εγγυοδοσία με αποδοχή εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης της υποχρέωσης καταβολής του τιμήματος των επίμαχων καυσίμων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών περί του κρισίμου ζητήματος της ύπαρξης υποχρέωσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς καταβολή του τιμήματος των επίμαχων καυσίμων, που παρέλαβε το πλοίο M/V KAVO PLATANOS.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 22/2003, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 1509/2018, ΑΠ 1450/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της. Αν η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος προς αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις αιτιολογίες αυτής, κρίνεται κατά περίπτωση (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής της ζήτησε, σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια ως άνω βάση της αγωγής της από τη σύμβαση και η πρώτη επικουρική βάση αυτής από την αδικοπραξία, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη - αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει το ίδιο ως άνω ποσό των 463.050 Δολαρίων ΗΠΑ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Προς θεμελίωση της επικουρικής αυτής βάσης της αγωγής της, επικαλέσθηκε, επί λέξει, πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, και τα ακόλουθα: " Άλλως οι εναγόμενες εταιρίες με την ανάμιξη ή με την κατανάλωση της παραδοθείσας στο πλοίο M/V KAVO PLATANOS ποσότητας καυσίμων, την οποία παρανόμως κατείχαν και της οποίας την κυριότητα ουδέποτε απέκτησαν, έγιναν και είναι αδικαιολόγητα πλουσιότερες σε βάρος της AEGEAN, η οποία είχε διατηρήσει και ήτο κυρία της ποσότητας αυτής, της οποίας η αξία ανήρχετο στο συνομολογηθέν τίμημα των 463.050 Δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο ουδέποτε εισέπραξε αυτή (δηλ.

η AEGEAN). Έτσι υπό τη ρηθείσα αποκρουόμενη εκδοχή οι εναγόμενες έγιναν αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας της AEGEAN και πάντως επί ζημία αυτής και επομένως υποχρεούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επομ. 1059 και 1063 ΑΚ να αποδώσουν την ωφέλεια, η οποία ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 463.050 Δολαρίων Η.Π.Α.".

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι ως προς τη βάση της αυτή η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, διότι τα αναφερόμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα που στηρίζουν τις αγωγικές βάσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία. Η ενάγουσα δεν επικαλείται συναφώς στοιχεία διαφορετικά, εν όλω ή εν μέρει (περισσότερα ή λιγότερα), από εκείνα της κύριας βάσης της αγωγής της από τη σύμβαση και της πρώτης επικουρικής βάσης από την αδικοπραξία, αιτούμενη μόνο την απόδοση της ωφέλειας την οποία απέκτησε η ναυλώτρια εταιρεία αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της και πάντως επί ζημία της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την επικουρική αυτή βάση της αγωγής και, ακολούθως, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, δεχόμενο ότι "Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι αυτή η τελευταία, μέλος του ομίλου εταιριών O.W. BUNKERS GROUP, στις 7.11.2014 ανέστειλε τη λειτουργία της, καθώς ο παραπάνω όμιλος τέθηκε σε καθεστώς πτωχεύσεως.

Επειδή μετά ταύτα το τίμημα της επίδικης πώλησης δεν εξοφλήθηκε, η ενάγουσα πέτυχε στις 11.2.2015 την απαγόρευση απόπλου του πλοίου M/V KAVO PLATANOS στο λιμένα ferndale. των ΗΠΑ. Η απαγόρευση αυτή ήρθη στις 20.2.2015 μετά την εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης κατάθεση του χρηματικού ποσού των τετρακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων δεκατριών δολαρίων ΗΠΑ (494.013 $), ως εγγυοδοσίας για την αποπληρωμή του ως άνω τιμολογίου. ....

Κατόπιν της καταβολής αυτής δεν υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός της δεύτερης εναγόμενης, αφού σε κάθε περίπτωση αυτή έχει καταβάλει (προς όφελος εκείνου που θα κριθεί δικαιούχος του) το τίμημα της επίδικης πωλήσεως ναυτιλιακών καυσίμων....". Ενόψει τούτων, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να κρίνει την αγωγή ως νόμιμη και να την απορρίψει στην ουσία της, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και γι' αυτό ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς ρητή αντικατάσταση των αντικαθισταμένων στην ουσία, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αιτιολογιών, αφού η αναιρεσείουσα δεν έχει προς τούτο έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, καθόσον η απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση ως νόμω αβασίμου της αγωγής, αντί ουσία αβασίμου, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.

Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), οποιαδήποτε οφειλή σε συνάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές με την τρέχουσα τιμή της ημέρας της εξόφλησης. Μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το ευρώ, από την 1η Ιανουαρίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2842/2000, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με την στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ), δηλαδή σε ευρώ, με το οποίο θα μετρηθεί η θετική αποθετική ζημία του αδικηθέντος και θα πληρωθεί η αποζημίωση και συνακόλουθα, αν πριν από την έγερση της αγωγής η προξενηθείσα ζημία αποκαταστάθηκε με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημίας του αδικηθέντος και άρα για τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημίωσης, θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης η απώλειας των κερδών (Ολ ΑΠ 14/1997, Ολ ΑΠ 15/1996, Ολ ΑΠ 9/1995, ΑΠ 977/2021, ΑΠ 922/2020, ΑΠ 343/2019, ΑΠ 388/2015).

Τα παραπάνω ισχύουν σε περίπτωση που η θετική ζημία έχει ήδη αποκατασταθεί στο εξωτερικό από τον ίδιο το ζημιωθέντα πριν την άσκηση της αγωγής αποζημίωσης. Αντίθετα, σε όσες περιπτώσεις δεν έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της θετικής ζημίας, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης είναι αυτός της παροχής έννομης προστασίας και ως εκ τούτου για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης ο υπολογισμός σε ευρώ της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος γίνεται κατά το χρόνο της επ' ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 477/2021, ΑΠ 478/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε ήδη εκτενώς παραπάνω, η ενάγουσα, με την πρώτη επικουρική, από αδικοπραξία, βάση της αγωγής της ζήτησε και από την αιτία αυτή την καταβολή του αναφερομένου σ' αυτήν ποσού δολαρίων ΗΠΑ (463.050) ή το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό με την τιμή ισοτιμίας δολαρίων ΗΠΑ/Ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής, άλλως κατά την ημέρα συζήτησης της αγωγής και σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα άσκησής της.

Προς θεμελίωση της επικουρικής αυτής βάσης της αγωγής της, επικαλέσθηκε, επί λέξει, πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, και τα ακόλουθα: "Σε κάθε, όμως, περίπτωση οι εναγόμενες, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στην απόδειξη παραλαβής της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων δήλωση, γνώριζαν ότι η κυριότητα αυτών παραμένει στην AEGEAN μέχρι πλήρους αποπληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος των 463.500 Δολαρίων Η.Π.Α.

Εκτός τούτου, αμφότερες οι εναγόμενες γνώριζαν από την ίδια απόδειξη ότι η γενόμενη παράδοση της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων σ' αυτήν ετέλει υπό τον όρον και την προϋπόθεση ότι θα ανελάμβαναν οι ίδιες την αυτοτελή και ανεξάρτητο υποχρέωση να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσης από το πλοίο M/V KAVO PLATANOS ποσότητας καυσίμων.

Έτσι στην απίθανη περίπτωση κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί δι' οιονδήποτε λόγο ή αιτία ότι δεν ευθύνονται για την καταβολή του ως άνω τιμήματος (για την οποία πάντως ευθύνονται), αναντίρρητον είναι ότι δεν απέκτησαν σε κάθε περίπτωση την κυριότητα αλλά και ούτε την απλή κατοχή της ρηθείσης ποσότητας καυσίμων και επομένως δεν είχαν την εξουσία όχι μόνον να αναμίξουν ή να καταναλώσουν αλλά και ούτε και να κατέχουν την ποσότητα αυτή.

Και τούτο αφενός γιατί η AEGEAN είχε διατηρήσει την κυριότητα της παραδοθείσης στο πλοίο M/V KAVO PLATANOS ποσότητας καυσίμων μέχρι πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος και αφετέρου γιατί η παράδοση της εν λόγω ποσότητας καυσίμων στο πλοίο M/V KAVO PLATANOS ετέλει υπό τον ως άνω όρο και προϋπόθεση (της αναλήψεως, δηλαδή, αυτονόμου και αυτοτελούς υποχρεώσεως προς πληρωμή του τιμήματος) εκ μέρους της πλοιοκτήτριας εταιρείας και της ναυλώτριας και ο όρος αυτός, υπό την ως άνω αποκρουόμενη εκδοχή δεν είχε πληρωθεί.

Υπό την αποκρουόμενη, συνεπώς, εκδοχή οι εναγόμενες, πλοιοκτήτρια και ναυλώτρια αντίστοιχα του πλοίου, με την ανάμιξη ή με την κατανάλωση της ποσότητας αυτής προς αμοιβαίο όφελος αυτών, την οποία παρανόμως κατείχαν και της οποίας την κυριότητα ουδέποτε απέκτησαν, διέπραξαν αδικοπραξία (914, 934, 1059 και 1063 ΑΚ) από την οποία η AEGEAN υπέστη ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσόν του συνομολογηθέντος τιμήματος των 463.050 Δολαρίων Η.Π.Α που αντιπροσωπεύει την αξία της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων που απώλεσε".

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την επικουρική αυτή βάση της αγωγής ως νομικά αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω, δια της αγωγής με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν, κατάγεται σε δίκη ιδιωτική διαφορά με στοιχεία αλλοδαπότητας, η οποία πρέπει να ερευνηθεί κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο είναι εφαρμοστέο ως προς όλες τις βάσεις της λόγω της υπαγωγής σ' αυτό των διαδίκων, που επικαλούνται τις διατάξεις του.

Κατά το δίκαιο λοιπόν αυτό, σύμφωνα με το οποίο επί αδικοπρακτικών αξιώσεων η αποζημίωση της ζημίας που επήλθε στο εξωτερικό είναι εκφραστέα μόνο σε ευρώ κατά την ισοτιμία του με το αλλοδαπό νόμισμα στο χρόνο επαγωγής της (ζημίας) ..., η πρώτη επικουρική αγωγική βάση, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επομ.

ΑΚ, είναι νομικά αβάσιμη και απορριπτέα, αφού ζητείται η καταβολή της αποζημίωσης όχι στο εθνικό νόμισμα αλλά σε δολάρια και, σε κάθε περίπτωση, όχι με την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου ΗΠΑ κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας. Σημειώνεται ότι δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει ότι στο αγωγικό αίτημα εμπεριέχεται εμμέσως ή σιωπηρώς και το νόμιμο αίτημα για υπολογισμό της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, υπό την έννοια ότι στο μείζον περιέχεται το έλασσον, κατ' άρθρο 223 εδαφ.

β` ΚΠολΔ, θα υπήρχε μόνον αν ήταν δεδομένο ότι κατά τον χρόνο αυτόν η έναντι του ευρώ αξία του δολαρίου ήταν μικρότερη εκείνης του χρόνου σύνταξης ή συζήτησης της αγωγής ή του χρόνου πληρωμής της αποζημιώσεως, πράγμα όμως αβέβαιο... Πάντα ταύτα ανεξαρτήτως του ότι η επικουρική σώρευση της αδικοπρακτικής αξίωσης της ενάγουσας αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της ενέργειας αλλά και την υπαιτιότητα των εναγομένων, που είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάφαση αδικοπρακτικής ευθύνης τους.

Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι μεταξύ καθεμιάς από αυτές και της ενάγουσας δεν είχε συναφθεί σύμβαση με το εκτιθέμενο περιεχόμενο ούτε παρακράτηση της κυριότητας της φυσικής προμηθεύτριας είχε προηγηθεί, αφού ο σχετικός όρος περιλαμβανόταν σε σύμβαση, την ανυπαρξία της οποίας προϋποθέτει η ερευνώμενη αγωγική βάση.

Ελλείψει, όμως, παρακρατήσεως δε μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας επί των πωληθέντων καυσίμων ούτε, πολύ περισσότερο, για πρόθεση των εναγομένων περί επαγωγής ζημίας στην ιδιοκτησία της, ενόψει του ότι, υπό τα εκτιθέμενα, αυτές δεν τελούσαν σε γνώση των όρων της σύμβασης μεταξύ ενάγουσας και O.W.

BUNKERS (UK) LTD αλλά αντιθέτως ευλόγως πίστευαν ότι είχαν δικαίωμα χρήσης των καυσίμων που παραδόθηκαν στο πλοίο, απορρέον από έγκυρη σύμβαση πώλησης αυτών, την οποία είχε συνάψει με την O.W. BUNKERS (UK) LTD η δεύτερη εναγόμενη, στην οποία δεν είχε περιληφθεί όρος περί παρακρατήσεως της κυριότητάς τους υπέρ ουδενός".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 291, 297, 298, 299, 330, 914 ΑΚ, 6 παρ.1 του ν. 5422/1932 και 1 του ν. 2842/2000, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αφού τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής της περιστατικά, σε συνδυασμό με το άνω αίτημά της, πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται κατ' αρχήν ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, που έχει ως αντικείμενο αξίωση διεπόμενη από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και ειδικότερα ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αυτής που προσδιορίζουν τη ζημία της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης σε ευρώ, εφόσον αυτή ζητείται με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων (δολαρίου ΗΠΑ και ευρώ) κατά το χρόνο πληρωμής, άλλως συζήτησης, άλλως σύνταξης της αγωγής, ενώ θα έπρεπε το ως άνω ποσό να ζητηθεί με την ισοτιμία κατά το χρόνο της επαγωγής της ζημίας της ενάγουσας, όταν η τελευταία και απώλεσε το εν λόγω ποσό που διώκει να της επιδικαστεί.

Με τα δεδομένα αυτά όμως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, το Εφετείο εσφαλμένα θεώρησε ως αναγκαίο και απαιτούμενο στοιχείο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας της αναιρεσείουσας να γίνεται υπολογισμός αυτής με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο επαγωγής (επέλευσής) της, ενώ η σχετική απαίτηση υφίσταται μόνο στην περίπτωση που έχει μεσολαβήσει αποκατάσταση της αιτούμενης θετικής ζημίας.

Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν έχει λάβει χώρα τέτοια αποκατάσταση και ως εκ τούτου ο υπολογισμός της ζημίας με βάση την αξία σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος ορθά γίνεται στην αγωγή κατά το χρόνο (πρώτης) συζήτησης της αγωγής.

Περαιτέρω, παράλληλα με την ως άνω αιτιολογία, η προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει και άλλη επάλληλη αιτιολογία, η οποία στηρίζει και αυτή το διατακτικό της ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτο συνάγεται από τη χρήση της φράσης "Πάντα ταύτα ανεξαρτήτως του ότι... ", που υποδηλώνει σαφώς την ύπαρξη και δεύτερης επάλληλης αιτιολογίας. Σύμφωνα δε με αυτήν, η επικουρική σώρευση της αδικοπρακτικής αξίωσης της ενάγουσας αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της ενέργειας αλλά και την υπαιτιότητα των εναγομένων, που είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την κατάφαση αδικοπρακτικής ευθύνης τους.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 914 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές.

Και τούτο διότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής της περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ρητά επικαλούνταν με την αγωγή της ότι σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενες, και άρα και η δεύτερη εναγομένη, χρονοναυλώτρια του πλοίου, γνώριζαν ότι η κυριότητα των καυσίμων παραμένει στην ίδια μέχρι πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος και ότι η γενόμενη παράδοση της πωληθείσας ποσότητας καυσίμων τελούσε υπό τον όρο και την προϋπόθεση ότι θα αναλάμβαναν αυτές την αυτοτελή και ανεξάρτητη υποχρέωση να εξοφλήσουν το τίμημα της παραληφθείσας από το άνω πλοίο ποσότητας καυσίμων και έτσι στην απίθανη περίπτωση κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί δι' οιονδήποτε λόγο ή αιτία ότι δεν ευθύνονται για την καταβολή του τιμήματος, αναντίρρητο είναι ότι δεν απέκτησαν την κυριότητα της πωληθείσης ποσότητας καυσίμων και συνεπώς με την ανάμιξη ή κατανάλωσή της αδικοπράγησαν εις βάρος της, προκαλώντας σ' αυτήν ζημία ίση τουλάχιστον με το ποσό του τιμήματος των καυσίμων, αληθών δε υποτιθεμένων των άνω επικαλουμένων περιστατικών, δημιουργείται αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω επικουρική της βάση από την αδικοπραξία, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ αυτή ήταν κατά τα ως άνω ορισμένη και νόμιμη. Κατά συνέπεια τούτων ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οικεία σκέλη του οποίου προσάπτονται οι ανωτέρω πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, και δη ως προς το κεφάλαιο της πρώτης επικουρικής (από την αδικοπραξία) βάσης της ένδικης από 4.12.2014 αγωγής και μόνον. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της εν μέρει ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο υποβληθέν με το αναιρετήριο και τις προτάσεις αίτημα της τελευταίας, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας της (άρθρα 176, 178 παρ.1, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6 Σεπτεμβρίου 2021 αίτησης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AEGEAN MARINE PETROLEUM SA", για αναίρεση της υπ' αριθ. 61/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "INDY MARITIME SA".

ΑΝΑΙΡΕΙ την άνω υπ' αριθ. 61/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος της που αφορά την από την αδικοπραξία επικουρική βάση της από 4.12.2014 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "CANPOTEX SHIPPING SERVICES LTD".

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και ΚΑΤΑΝΕΜΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ