Legislator Case Law & Legislation
1889/2014 AI generated

1889/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1889/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1889/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τους εν λόγω εφεσίβλητους που δικάσθηκαν ερήμην. Από τις υπ' αριθ. 4493Γ, 4494Γ, 4495Γ και 4500Γ/7-10-2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1889 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1889/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα.

Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία ATE BANK ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, 2. Π. Χ. Π., 3. Ε. Π., 4. Χ. Π. και 5. Β. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 623/2010 του Εφετείου Λάρισας Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-5-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη. Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή, σε περίπτωση μεν αποδοχής της έφεσης, εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απόρριψης της έφεσης κατ' ουσίαν, ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, συνεπώς, σ' αναίρεση υπόκειται μόνο η τελευταία (Ολ. ΑΠ 4011996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από, την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο έκρινε τυπικώς παραδεκτή την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 166/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, είναι απαράδεκτη, αφού το Εφετείο δίκασε την υπόθεση στην ουσία της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β1, 309 εδ. 1, 321,495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β ΚΠολΔ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο, έκρινε ότι η από 27-7-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων (η οποία έχει το παρακάτω ειδικότερα εκτιθέμενο περιεχόμενο) είναι απορριπτέα κατά το πρώτο αίτημα της ως αόριστη, κατά το δεύτερο ως μη νόμιμη και κατά το τρίτο ως απαράδεκτη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία.

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τους εν λόγω εφεσίβλητους που δικάσθηκαν ερήμην. Από τις υπ' αριθ. 4493Γ, 4494Γ, 4495Γ και 4500Γ/7-10-2013 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Α.

Π. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης 623/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως στους ερήμην δικασθέντες εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσιβλήτους Π. Π., Ε. Π., Χ. Π. και Β. Π.. Δεν γίνεται, όμως, επίκληση και δεν προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας ότι δεν ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Εφετείου ανακοπή ερημοδικίας, ούτε προκύπτει ότι ασκήθηκε από τους ανωτέρω διαδίκους ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε.

Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς τους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι έχουν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ( βλ. τις υπ' αριθ. 9020, 9022, 9023 και 9029/22-2-2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Γ. Σ. και 5320, 5321,5322 και 5324/26-2-2014 του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Α.

Π. ), η αίτηση για αναίρεση αυτής είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς αυτούς.

Κατά το άρθρο 847 AK: "Με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή". Στην εγγύηση εφαρμόζονται οι κοινές για σύμβαση διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δήλωσης βούλησης (ΑΠ 1096/2006). Από δε τη διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ συνάγεται ότι ο εγγυητής, ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Έτσι ευθύνεται για την πληρωμή του διαφέροντος λόγω μη εκπλήρωσης ή καθυστερημένης εκπλήρωσης από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων του, καθώς και για πληρωμή τόκων υπερημερίας (ΑΠ 1486/1997). Επίσης, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη.

Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη. Εξάλλου, με το ν.2184/1920 "περί γεωργικού ενεχυρογράφου", όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της πιο κάτω επίδικης σύμβασης, προβλεπόταν η σύσταση πλασματικού ενεχύρου για τη διευκόλυνση της γεωργικής πίστης.

Η σύσταση του εν λόγω ενεχύρου γινόταν με την εκ μέρους του δανειστή (αν ήταν νομικό πρόσωπο) έκδοση ενεχυρογράφου στο οποίο περιγράφονταν τα ενεχυραζόμενα πράγματα που παρέμειναν στον οφειλέτη (αρθρ. 3 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 932, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, να προσδιορίζεται η ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και να αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του εναγομένου και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προκύπτει ότι, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε τ' ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: Στην υπ' αριθ.67/1-4-1999 σύμβαση παροχής πίστωσης με ενέχυρο μέχρι του ποσού των 3.000.000 δραχμών, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και των λοιπών εναγομένων και ήδη δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, για την αντιμετώπιση των δαπανών επισκευής και λειτουργίας των αναφερομένων σ' αυτή τεσσάρων (4) γεωργικών μηχανημάτων, ιδιοκτησίας των τελευταίων, αυτός συνεβλήθη ως εγγυητής.

Η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, διότι, α) δεν επακολούθησε η σύνταξη δανειστικών συμβάσεων πλειόνων της μιας, β) παράνομα εκταμιεύτηκε εφάπαξ και όχι σταδιακά το ως άνω ποσό της πίστωσης των 3.000.000 δραχμών και μάλιστα ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών επισκευής των γεωργικών μηχανημάτων, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε για άλλους σκοπούς πέραν της επισκευής, γ) ότι το ποσό αυτό χορηγήθηκε μόνο στον ένα δανειολήπτη και όχι σε όλους από κοινού, και δ) δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΑΚ για τη σύσταση του ενεχύρου και η πρώτη εναγομένη δεν παρέλαβε στην κατοχή της τα ενεχυρασθέντα γεωργικά μηχανήματα.

Η πρώτη εναγομένη με την 367/24-1-2006 ειδοποίηση της ζήτησε να της καταβάλει το ποσό των 19.787,53 ευρώ για κεφάλαιο και τόκους, διότι οι πιστούχοι-πρωτοφειλέτες αδρανούσαν στην καταβολή του. Η πρώτη εναγομένη υπαίτια καθυστέρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησης της από τους πιστούχους και, κατά συνέπεια, η εκ μέρους του δοθείσα εγγύηση, ο οποίος και δεν είχε παραιτηθεί από την ένσταση δίζησης, έχει αποσβεστεί και εξαιτίας των ενεργειών αυτών της πρώτης εναγομένης έχει πληγεί η τιμή και η υπόληψη του ενόψει και του ότι επίκειται αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμός της περιουσίας του, με συνέπεια "να αμαυρωθεί η εικόνα του στα μάτια των φίλων του και συγγενών".

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: 1) Να αναγνωριστεί, α) ότι η σύμβαση εγγύησης ως παρεπόμενη της κύριας σύμβασης πίστωσης (εξασφαλισμένη με ενέχυρο) είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, άκυρη και δεν παράγει αποτελέσματα, β) ότι αυτός ευθύνεται μόνο για το ποσό των 3.000.000 δραχμών και όχι και για τους τόκους, αφού για αυτούς, που προβλέφθηκαν με πρόσθετη σύμβαση, δεν είχε εγγυηθεί και γ) ότι η εγγύηση αποσβέστηκε, άλλως ότι αυτός ελευθερώθηκε? και 2) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την πιο πάνω παράνομη συμπεριφορά της.

Η ένδικη αγωγή με τα ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα είναι απορριπτέα. Ειδικότερα, αναφορικά με το πρώτο αίτημα της (για αναγνώριση ακυρότητας των συμβάσεων-κύριας και παρεπόμενης) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα (στην αγωγή) γεγονότα δεν έχουν ως συνέπεια την ακυρότητα της επίδικης κύριας σύμβασης παροχής πίστωσης με ενέχυρο (πλασματικό) επί γεωργικών μηχανημάτων, η σύσταση του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, είναι νόμιμη, και κατ' επέκταση (την ακύρωση) της παρεπόμενης σύμβασης εγγύησης.

Όσον αφορά το δεύτερο αίτημα της η αγωγή είναι, επίσης, απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, ο εγγυητής ευθύνεται και για τους τόκους. Όσον αφορά το τρίτο αίτημα της περί απόσβεσης, άλλως ελευθέρωσης του εγγυητή, η αγωγή είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, καθόσον έχει ασκηθεί προώρως, δηλαδή πριν ακόμη ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον των πρωτοφειλετών και αυτή αποβεί άκαρπη.

Τέλος, όσον αφορά το τέταρτο αίτημα της περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης η αγωγή είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, διότι ο ενάγων-αναιρεσείων δεν επικαλείται σ' αυτή περιστατικά τέτοια, που να συνιστούν παράνομη και υπαίτια πράξη της πρώτης εναγομένης- αναιρεσίβλητης Τράπεζας από την οποία να έχει υποστεί ηθική βλάβη.

Η εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοποίηση ειδοποίησης για κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού και η πρόσκληση του ενάγοντος προς εξόφληση της οφειλής δε συνιστά παράνομη πράξη, αλλά νόμιμη ενέργεια αυτής για την ικανοποίηση της αξίωσης της. Επομένως, το Εφετείο, που, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, απέρριψε την ένδικη αγωγή, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, γι' αυτό και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή για τους προεκτεθέντες λόγους.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2011 αίτηση του Α. Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση των υπ' αριθ. 623/2010 και 166/2008 αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αντίστοιχα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ