Legislator Case Law & Legislation
1889/2007 AI generated

1889/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1889/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1889/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α΄ του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".

Keywords

AI generated
family obligations maintenance obligation family hardship duty of spousal assistance respect for family life adjustment of child support
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1889 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1889/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πατιερίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-9-1995 και 21-4-1999 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14091/1997 και 6812/2000 προδικαστικές και 26408/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της οριστικής απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2005 αίτησή της και τους από 5-9-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1, 309 εδ. α΄, 321, 495 παρ. 1 και 554 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η τελεσίδικη απόφαση, εκείνη δηλαδή, που απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Η τελεσιδικία, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 577 ιδίου κώδικα, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση και όχι κατά τη συζήτηση αυτής. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 513, 552, 553 παρ. 1 και 554 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στην περίπτωση επίδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, τρέχουν διαδοχικώς οι προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης και επομένως η παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, συνεπάγεται την τελεσιδικία της επιδοθείσας απόφασης, η οποία υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α΄ του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".

Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει τόσο και επί της κατά το άρθρο 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ 30νθήμερης προθεσμίας προς άσκηση έφεσης, όταν ο διάδικος διαμένει στην Ελλάδα, όσο και επί της κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ιδίου κώδικα 30νθήμερης προθεσμίας, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Από αυτά συνάγεται περαιτέρω αφ΄ ενός μεν ότι η επιδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου γίνεται τελεσίδικη, υποκειμένη έκτοτε σε αναίρεση, αν παρέλθει από την επίδοση αυτής η άνω 30νθήμερη προθεσμία και αν η τελευταία αυτής ημέρα (30η) είναι Σάββατο ή κατά νόμον εξαιρετέα ημέρα την επομένη εργάσιμη ημέρα, αφετέρου δε ότι αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ.

ΑΠ 33/96, ΑΠ 1175/07). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους αλλά προκύπτει και από την υπ΄ αριθ. ....... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ....... αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ΄ αριθμ. 26.408/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, επιδόθηκε με επιμέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα την 10η Νοεμβρίου 2005.

Επομένως, η κατά το άρθρο 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ 30νθήμερη για την άσκηση εφέσεως κατ΄ αυτής, από τη διαμένουσα στην Ελλάδα αναιρεσείουσα, έληγε την 10η Δεκεμβρίου 2005, που όμως, όπως από το ημερολόγιο προκύπτει, συμπίπτει με ημέρα Σαββάτου, αφού δε και η επομένη ήταν ημέρα Κυριακή, η προς άσκηση έφεσης προθεσμία έληξε την 12η Δεκεμβρίου 2005 ημέρα Δευτέρα, από δε της επομένης 13ης Δεκεμβρίου 2005 άρχιζε η τριακονθήμερη κατά το άρθρο 564 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και έληγε την 11η Ιανουαρίου 2006.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 10η Ιανουαρίου 2006 συνταγείσης της υπ΄ αριθμ. ........ πράξης κατάθεσης. Επομένως η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, απορριπτομένου του περί απαραδέκτου, λόγω εκπρόθεσμου, προβαλλομένου με τις προτάσεις ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω προκύπτει, ότι ο Πρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 19 Ιουνίου 2006 πράξη του όρισε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δικάσιμο δε για την για τη συζήτηση αυτής την 16η Οκτωβρίου 2006 ημέρα Δευτέρα, κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε.

Η αναιρεσείουσα την 13η Σεπτεμβρίου 2006 κατέθεσε στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου το με χρονολογία 05-09-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης. Όπως δε προκύπτει από την υπ΄ αριθμ. ....... Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ........., αντίγραφο του άνω δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 14η Σεπτεμβρίου 2006 ημέρα Πέμπτη.

Έτσι η τριακοστή ημέρα από την επίδοση του δικογράφου αυτού των προσθέτων λόγων, συμπίπτει με την 14η Οκτωβρίου 2006 ημέρα Σάββατο. Επειδή δε και η επομένη ήταν ημέρα Κυριακή η τριακονθήμερη προθεσμία επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων παρατάθηκε μέχρι και της 19.00 ώρας της 16-10-2006 ημέρας Δευτέρας, που όμως είναι η ημέρα της αρχικώς ορισθείσας για τη συζήτηση της αναίρεσης δικασίμου.

Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και γι΄ αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μη ασκούντος επιρροή του ότι κατά την αρχική εκείνη δικάσιμο η συζήτηση της αναίρεσης ματαιώθηκε (ΑΠ 1414/03).

ΙΙ.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.

Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά και να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να εκτίθενται στην αναίρεση και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ΄ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι αυτή δεν είχε συμμετοχή στην απόκτηση από τον εναγόμενο σύζυγό της κατά τη διάρκεια του γάμου επί οικοπέδου μετά οικίας, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, κατ΄ επίφαση δε πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλήττεται, απαραδέκτως κατά την Κ.Πολ.Δ 561 παρ. 1, η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

ΙΙΙ.- Επειδή, από το άρθρο 1400 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983), που έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι :

α)η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β)η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ)η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή της περιουσίας του υποχρέου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.

Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειάς (ΑΠ 447/06, 1658/01).

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β΄ του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί με μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ΄ ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ΄ απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος του ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αρνητικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Μάλιστα οι σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να έχουν παραδεκτώς προταθεί και έτσι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν υπάρχουν πλημμέλειες ως προς την απόρριψη ισχυρισμού ο οποίος είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ΄ αριθμ. 26.408/2005 απόφαση, συνεκδικάζοντας αντίθετες αγωγές των διαδίκων συζύγων με τις οποίες καθένας ζήτησε να αναγνωρισθεί η συμβολή του στην περιουσία που απέκτησε ο άλλος κατά τη διάρκεια του γάμου, δέχθηκε, μετ΄ ανέλεγκτη των αποδείξεων εκτίμηση, ως αποδειχθέντα και τα εξής:

Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο προσέφερε τις υπηρεσίες της για τη λειτουργία και συντήρηση του κοινού οίκου, επί τριετία δε και διαμέρισμα το οποίο είχε παραχωρήσει δωρεάν σ΄ αυτή η μητέρα της και στο οποίο διέμεναν οι διάδικοι, εξοικονομώντας δαπάνη δραχμών 20.000 μηνιαίως, περαιτέρω δε χωρίς να προβεί σε προσδιορισμό των οικογενειακών αναγκών, στην αντιμετώπιση των οποίων υποχρεούτο να συμβάλλει η ενάγουσα ανάλογα με τις δυνάμεις της και χωρίς επίσης να προσδιορίσει το ανάλογο αυτό ποσό με το οποίο υποχρεούτο να συμβάλλει αυτή στη διατήρηση και λειτουργία του κοινού οίκου, ώστε μετά ταύτα να κρίνει αν η ενάγουσα συνέβαλε με τις υπηρεσίες πλέον του αναλογούντος σ΄ αυτή μέτρου, όπως η ίδια ισχυρίζεται με την αγωγή της, δέχεται ότι τόσο οι υπηρεσίες της όσο και η παροχή δωρεάν στέγης επί τριετία, δεν υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο, με βάση τις οικογενειακές και εν γένει οικονομικές συνθήκες των διαδίκων συζύγων μέτρο, μέχρι του οποίου η ενάγουσα υποχρεούτο να συνεισφέρει για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχτηκε στη συνέχεια εν μέρει την ένσταση του εναγομένου, ότι η ενάγουσα ουδεμία συμβολή είχε στην αποκτηθείσα από αυτόν περιουσία, δέχτηκε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εν μέρει και μόνο ως προς τα αποκτηθέντα κατά τη διάρκεια του γάμου κινητά πράγματα (οικοσκευή κλπ) τα οποία κατείχε ο εναγόμενος.

Έτσι όμως που έκρινε το δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, σχετικώς με την εφαρμογή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα της συμβολής ή μη της ενάγουσας με τις υπηρεσίες της, πέραν του αναλογούντος σ΄ αυτή μέτρου, το οποίο ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γι΄ αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε από τον εισηγητή, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ΄ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, και αναιρεθεί αυτή μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορά την συνεκδικασθείσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρετικό μέρος της παρούσας απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ΄ αριθμ. 26.408/2005 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και μόνο ως προς το κεφάλαιο και τις αντίστοιχες διατάξεις της που αναφέρονται στη συνεκδικασθείσα με αυτή από 28-08-1995 (αρ. κατ. 38199/1995) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ χίλια πεντακόσια (1.500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ