Legislator Case Law & Legislation
1888/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on boat sale contract validity despite pending criminal case.

Case Number 1888/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding a boat sale contract dispute. The appellant argued that the civil court exceeded its jurisdiction by making findings on a pending criminal case and misdated a document, but the court rejected these claims. The court held that civil courts are not bound by pending criminal proceedings and have independent authority to assess the evidentiary value of documents, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The civil court is not bound by pending criminal proceedings and possesses independent jurisdiction to evaluate the evidentiary weight of documents and determine the actual date of their issuance.

Keywords

AI generated
civil jurisdiction criminal proceedings evidentiary value contract validity appeal dismissal document date independent assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 4/2020
Supreme Court 1254/2021

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1888 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1888/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρόνη Μαυροειδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαργωμένο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-6-2016 και 3-8-2016 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3409/2017 μη οριστική και 4069/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 523/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ι. Μ., άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....", την από 16.5.2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει του από 20.11..... ιδιωτικού συμφωνητικού η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να του πωλήσει, παραχωρήσει και μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του περιγραφόμενο μηχανοκίνητο θαλάσσιο σκάφος.

Ότι, ακολούθως, υπογράφηκε μεταξύ τους το από 23.4.... οριστικό συμφωνητικό πώλησης σκάφους, με το οποίο η εναγομένη πώλησε σ' αυτόν το άνω σκάφος, αντί συνολικού τιμήματος 224.135 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 140.135 ευρώ καταβλήθηκε απ' αυτόν προ της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 84.000 ευρώ πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ (8) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις.

Ότι την 28.5.2015 μετέβη στη ..., όπου βρισκόταν το σκάφος και εκεί του επιδείχθηκε μόνον η χρήση των κινητήρων του, των οποίων την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε, παρουσία του, και έλεγχος της καλής λειτουργίας τους σε δοκιμαστικό πλου, και η εναγόμενη τον διαβεβαίωσε περί της εν γένει άριστης κατάστασης όλων των συστημάτων, εξαρτημάτων και μηχανισμών του πωληθέντος, έχοντας δε αυτός εμπιστοσύνη στην εναγομένη παρέλαβε το σκάφος την ίδια ημέρα θεωρώντας καλόπιστα ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα ή ελάττωμα αυτού.

Ότι στη συνέχεια, κατόπιν ενδελεχούς εκ μέρους του ελέγχου του σκάφους και χρήσης του για 50 περίπου ώρες εντός χρονικού διαστήματος 2 μηνών από την παραλαβή του, διαπίστωσε ότι ελλείπουν οι ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνομολογημένες ιδιότητες αυτού, στην ύπαρξη των οποίων απέδωσε ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να προβεί στην αγορά του, και η εναγόμενη εγγυήθηκε περί τούτων, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή τους, καθώς και ότι παρουσιάζει τα επίσης αναλυτικά εκτιθέμενα στο δικόγραφο πραγματικά ελαττώματα, την ύπαρξη των οποίων η πωλήτρια γνώριζε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, άλλως υπαιτίως αγνοούσε, μεταξύ των οποίων κατασκευαστικό ελάττωμα στο δεξιό σύστημα πρόωσης, που είχε ως αποτέλεσμα την εισροή σημαντικής ποσότητας θαλασσίων υδάτων στο χώρο του μηχανοστασίου, με συνέπεια να καταστεί αυτό μη αξιόπλοο και, συνακόλουθα, εκ των πραγμάτων παντελώς ακατάλληλο προς χρήση κατά τη φύση και τον προορισμό του και εκμετάλλευση.

Ότι οι ανωτέρω εντοπισθείσες ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων και πραγματικά ελαττώματα απομειώνουν την εμπορική αξία του πωληθέντος κατά ποσοστό 40%, ήτοι κατά το ποσό των 89.654 ευρώ, διαμορφώνοντας αυτήν στο ποσό των 134.481 ευρώ, το οποίο και θα έπρεπε να συνομολογηθεί ως τίμημα της αγοράς του με βάση την κατάστασή του ως ελαττωματικού και ελλιπούς πράγματος, πράγμα που σημαίνει ότι έχει ήδη καταβάλει στην εναγόμενη ποσό 5.654 ευρώ επιπλέον της πραγματικής εμπορικής του αξίας κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης.

Ότι, επίσης, έχει υποστεί και περιουσιακή ζημία, θετική και αποθετική (διαφυγόντα κέρδη), που είναι απότοκος της ελαττωματικότητας του πωληθέντος και των ελλειπουσών συμφωνημένων ιδιοτήτων του, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, επιπροσθέτως, πέραν των λοιπών αξιώσεών του σε βάρος της αντιδίκου του, ισόποσης αποζημίωσης, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί ότι το τίμημα της πώλησης του ανωτέρω πράγματος πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 89.654 ευρώ και να ανέλθει στο ποσό των 134.481 ευρώ, β) να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει να καταβάλει στην εναγόμενη το πιστωθέν και μη καταβληθέν μέρος του τιμήματος των 84.000 ευρώ, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 5.654 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το τίμημα της πώλησης, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της προαναφερθείσας μείωσής του, και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 3.421 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που έχει υποστεί για τις δαπάνες επισκευής και ελέγχου του επίδικου σκάφους, και το ποσό των 22.400 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη από τη μη αξιοποίηση του σκάφους.

Στη συνέχεια η εναγόμενη άσκησε σε βάρος του ενάγοντος, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, την από 3.8.2016 αντίθετη αγωγή της, με την οποία, αφού και αυτή με τη σειρά της επικαλέσθηκε την άνω σύμβαση πώλησης του συγκεκριμένου σκάφους αναψυχής και τους επί μέρους όρους αυτής, ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι στις 21.11.2014 καταρτίσθηκε μεταξύ τους, επίσης εγγράφως, σύμβαση διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης ναυλώσεων θαλασσίου σκάφους, με την οποία ανέλαβε τη διαχείριση του πωληθέντος σκάφους, και την υποχρέωση να ανευρίσκει και εξασφαλίζει ναυλώσεις γι' αυτό, με βάση τον ετήσιο τιμοκατάλογο εβδομαδιαίων ναύλων ανά ορισμένη μηνιαία χρονική περίοδο, που επισυνάφθηκε στο περιληφθέν στο αγωγικό δικόγραφο συμφωνητικό ως παράρτημα και αποτέλεσε τμήμα του, της έναρξης ισχύος της σύμβασης αυτής συμφωνηθείσας τον Απρίλιο του έτους 2015 και της λήξης της μετά το πέρας τουλάχιστον 4 ετών, και σε κάθε περίπτωση όχι πριν από το τέλος του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2018, ήτοι ορίσθηκε ισχύουσα για 4 πλήρεις εποχιακές περιόδους, αντί αμοιβής/προμηθείας, η οποία συμφωνήθηκε σε ποσοστό 30% επί της καθαρής τιμής εκάστου ναύλου για ολόκληρο το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης, ενώ το υπόλοιπο ποσό του ναύλου θα παρακρατείτο από την ίδια σε εξόφληση του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος της πώλησης.

Ότι από τη σύναψη του προαναφερθέντος συμφωνητικού προσδοκούσε μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τη μακροχρόνια εμπειρία της στον τομέα των ναυλώσεων σκαφών, και τις ναυλώσεις που είχε ήδη συνάψει, να εκναυλώνεται το εν λόγω σκάφος για τουλάχιστον 5-6 μήνες ετησίως, ήτοι από τα μέσα του μηνός Απριλίου μέχρι τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου κάθε έτους, άλλως για περίοδο 20-24 εβδομάδων, αντί μέσου εβδομαδιαίου ναύλου για την ως άνω περίοδο, που αναμενόταν να ανέλθει στο ποσό των 4.700 ευρώ, σύμφωνα με τις ναυλώσεις που, ενόψει της σύμβασης με τον εναγόμενο, είχε συνάψει με ενδιαφερόμενους πελάτες, αλλά και από τον επισυναφθέντα στην ως άνω σύμβαση τιμοκατάλογο, με αποτέλεσμα ευλόγως προσδοκούσε να εισπράξει ως μέση προμήθεια από κάθε εβδομαδιαίο ναύλο το ποσό των 1.410 ευρώ, και ετησίως, για περίοδο ναύλωσης 22 εβδομάδων, το ποσό των 31.020 ευρώ, ενώ για διάστημα 4 ετών, όσο δηλαδή θα διαρκούσε η σύμβαση, το ποσό των 124.080 ευρώ.

Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης πώλησης το σκάφος αφίχθη στη ... του ... στις 16.5.2015 και στις 28.5.2015 έλαβε χώρα η, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, επίδειξη της λειτουργίας του στον εναγόμενο ο οποίος, εν συνεχεία, το παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Ότι, ακολούθως, με βάση τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση διαχείρισης, συνήφθησαν, με τη διαμεσολάβησή της, 3 ναυλώσεις του πωληθέντος σκάφους, αντί συμφωνηθέντος ποσού εβδομαδιαίου ναύλου ύψους 5.000 ευρώ, 4.850 ευρώ και 4.900 ευρώ, αντίστοιχα, εκ των οποίων η αναλογούσα αμοιβή της, την οποία προσδοκούσε να εισπράξει όταν θα εκτελούντο οι συμβάσεις αυτές, ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 4.425 ευρώ.

Ότι, ο εναγόμενος, αντισυμβατικά ενεργώντας, στις 20.6.2015 αναχώρησε απροειδοποίητα με το σκάφος από τη ... του ..., αποστερώντας την από τη χρήση του, και, επιπροσθέτως, καταλείποντας ανεξόφλητους λογαριασμούς δαπανών, η αποπληρωμή των οποίων, σύμφωνα με όρο του ως άνω συμφωνητικού διαχείρισης, βάρυνε τον ίδιο, συνολικού ποσού 1.986 ευρώ, και τις οποίες υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα.

Ότι, λόγω του ανωτέρω γεγονότος, αναγκάσθηκε να ακυρώσει τις ήδη συναφθείσες ναυλώσεις, και αδυνατούσε εκ των πραγμάτων να συνάψει άλλες, καθώς το σκάφος δε βρισκόταν πλέον διαθέσιμο στην κατοχή της, όπως έπρεπε με βάση τους όρους της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης διαχείρισης. Ότι, περαιτέρω, ο εναγόμενος, στις 14.9.2015, μετά από ταξίδι αναψυχής με το σκάφος 3 και πλέον μηνών, επικαλέσθηκε την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων και την έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του, πλην όμως αβάσιμα, καθώς στις 28.5.2015, οπότε του επιδείχθηκε σε δοκιμαστικό πλου, εξέτασε η ίδια ενδελεχώς και βεβαιώθηκε για την άριστη λειτουργία του, ενώ αυτός, μέχρι και τις 20.6.2015, ημερομηνία αναχώρησης του σκάφους από τη ...

του ..., ουδεμία επιφύλαξη εξέφρασε για την εν γένει κατάστασή του, ούτε κατά την τρίμηνη απουσία του από 20.6.2015 έως 14.9.2015, παρότι το χρησιμοποιούσε ανελλιπώς. Ότι εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο εναγόμενος δεν είχε εξαρχής την πρόθεση να καταβάλει το υπολειπόμενο και πιστωθέν μέρος του τιμήματος, ποσού 84.000 ευρώ, προφασιζόμενος ανύπαρκτα γεγονότα και βλάβες του σκάφους, το οποίο μάλιστα σκόπευε να χρησιμοποιήσει ως ιδιωτικό, χωρίς να καταβάλει τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας, ψευδώς επικαλούμενος κατά την αγορά του επαγγελματική χρήση του.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει α) το ποσό των 84.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο πιστωθέν μέρος του τιμήματος αγοραπωλησίας του εν λόγω σκάφους, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 386 του ΑΚ, άλλως το ποσό των 21.000 ευρώ, που αναλογεί στο ποσό των δύο πρώτων δόσεων, οι οποίες είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, β) το ποσό των 124.080 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του, συνισταμένης ειδικότερα (της ζημίας της αυτής) στα κέρδη, που προσδοκούσε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσει από την εκμετάλλευση του πωληθέντος σκάφους για όσο χρόνο θα διαρκούσε η σύμβαση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, και απώλεσε, άλλως επικουρικώς το ποσό των 4.425 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ναυλομεσιτική αμοιβή, που θα εδικαιούτο από την εκτέλεση των ήδη συναφθεισών ναυλώσεων, και γ) το ποσό των 1.986,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στα έξοδα ελλιμενισμού, επιθεώρησης και εξοπλισμού του σκάφους, τα οποία η ίδια κατέβαλε, πλην όμως όφειλε, βάσει των όρων της σύμβασης διαχείρισης, να έχει εξοφλήσει ο αντίδικός της, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προκληθείσης ισόποσης θετικής περιουσιακής ζημίας της.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 3409/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αυτές και κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες, στη συνέχεια διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη από τον ορισθέντα με την ίδια απόφαση πραγματογνώμονα, Ναυπηγό - Μηχανολόγο Μηχανικό, ο οποίος κλήθηκε να γνωμοδοτήσει αιτιολογημένα με έγγραφη έκθεσή του επί των διαλαμβανόμενων στο διατακτικό της θεμάτων της επιστήμης του, που άπτονται των επικαλουμένων πραγματικών ελαττωμάτων και των ελλειπουσών συνομολογημένων ιδιοτήτων του επίδικου σκάφους.

Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδότησής του, η υπόθεση επί αμφοτέρων των αγωγών επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ακροατήριο με την από 14.11.2017 κλήση του ενάγοντος-εναγομένου, εκδοθείσης σχετικώς της υπ' αριθ. 4069/2018 οριστικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι άνω διάδικοι, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσία αβάσιμες με την υπ' αριθ. 523/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη-ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και αναλύονται παρακάτω.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 537, 540 και 543 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το v. 3043/2002 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης, προκύπτει, ότι σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα.

Πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκειά της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος.

Επίσης, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της.

Σε περίπτωση, εξάλλου, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία, που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα. Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 924/2020, ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 267/2015).

Σε περίπτωση που το πραγματικό ελάττωμα, ανακύψει μετά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή, δεν γεννάται κατ` αρχήν σχετική ευθύνη του πωλητή, εκτός εάν το ελάττωμα έχει σχέση με τη δυνάμενη να αποτελέσει την αιτία του, κατάσταση του πράγματος κατά τη μετάθεση του κινδύνου ή κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, τούτο (ελάττωμα) υπήρχε "εν σπέρματι", δηλαδή ήταν ήδη υπαρκτές, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί, οι παράγουσες την ελαττωματικότητα αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες ακολούθως, κατ` αιτιώδη δυναμικότητα, μπορούν να εξελιχθούν και να επιφέρουν την ολοκλήρωση και ανάδειξη του ελαττώματος (Ολ.

ΑΠ 29/1990, ΑΠ 1497/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 537 παρ. 2 ΑΚ, δημιουργείται τεκμήριο υπέρ του αγοραστή ότι το ελάττωμα ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, που διαπιστώνεται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του πράγματος, υπήρχε κατά την παράδοση, εκτός αν τούτο δεν συμβιβάζεται με τη φύση του πράγματος που πωλήθηκε ή με τη φύση του ελαττώματος ή της ελλείψεως (ΑΠ 295/2018).

Καθιερώνεται, συνεπώς, καταρχήν αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του αγοραστή στην περίπτωση εμφάνισης του ελαττώματος εντός εξαμήνου από την παράδοση του πράγματος στον τελευταίο, αφού αρκεί για τον αγοραστή να αποδείξει την ύπαρξη του ελαττώματος και την εμφάνισή του εντός εξαμήνου από την παράδοση του πράγματος σε αυτόν, προκειμένου να βαραίνει εν συνεχεία τον πωλητή ανταποδεικτικά η ανατροπή του τεκμηρίου.

Τέλος, η άσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος αντικείμενο και αίτημα έχει τη μείωση αυτού κατά τη διαφορά της αξίας του πράγματος με και χωρίς το ελάττωμα ή τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, οπότε η σύμβαση ανατρέπεται στο βαθμό, που μειώνεται η υποχρέωση του αγοραστή ως προς το τίμημα. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού γίνεται είτε με δήλωση του αγοραστή, η οποία από την περιέλευση στον πωλητή επιφέρει τη διαμόρφωση του μειωμένου τιμήματος, είτε με σχετική αγωγή, είτε κατ' ένσταση, προβαλλόμενη και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των άρθρων 554 επ.

του ΑΚ (ΑΠ 796/2015, ΑΠ 860/2014, ?? 754/2005). Για να διαφυλάσσεται δε η περί του τιμήματος συμβατική βούληση, ο προσδιορισμός της μείωσης της αξίας του πράγματος από την παραπάνω αιτία υπολογίζεται με βάση την αναλογική σχέση που υπάρχει, κατά το χρόνο μετάστασης του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής του ελαττωματικού πράγματος και αυτής χωρίς ελαττώματα αλλά το αντίστοιχο προς αυτήν ποσοστό αφαιρείται από το συμφωνηθέν τίμημα (ΑΠ 796/2015, ΑΠ 1468/1998, ΑΠ 127/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την πρώτη από 22.6.2016 ένδικη αγωγή και το πρώτο αίτημα της δεύτερης από 3.8.2016 ένδικης αγωγής, τα εξής: "Η εναγομένη στην πρώτη αγωγή και ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή αντίστοιχα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." (αναιρεσείουσα), τυγχάνει εταιρία δραστηριοποιούμενη επιχειρηματικά στην πώληση και ναύλωση σκαφών αναψυχής και στην αντιπροσώπευση στην Ελλάδα εταιριών κατασκευής σκαφών.

Δυνάμει του από 20.11..... ιδιωτικού συμφωνητικού (προσυμφώνου πώλησης), που καταρτίσθηκε στον ... μεταξύ του ενάγοντος στην πρώτη αγωγή Ι.Μ. (αναιρεσιβλήτου) και της εναγόμενης της αγωγής αυτής ανωτέρω εταιρίας "....", νομίμως εκπροσωπουμένης, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παραγγείλει, αγοράσει, και ακολούθως μεταπωλήσει, παραδώσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον Ι.

Μ. ένα καινούριο (νεότευκτο) μηχανοκίνητο θαλάσσιο σκάφος, μήκους 36 ποδιών, κατασκευασμένο από το ναυπηγείο ..., τύπου ... 360 ..., έτους ναυπήγησης 2015, με δύο καμπίνες, σαλόνι, και μία τουαλέτα, με δύο κινητήρες ..., εκάστη χωρητικότητας 3 λίτρων και ισχύος 265 ίππων, και με τον αναλυτικά αναφερόμενο στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό εξοπλισμό.

Το τίμημα του ανωτέρω σκάφους, το οποίο εξαιρέθηκε από την καταβολή του αναλογούντος Φ.Π.Α. λόγω της επαγγελματικής χρήσης, για την οποία το προόριζε ο αγοραστής, ορίσθηκε στο ποσό των 224.135 ευρώ, και συμφωνήθηκε καταβλητέο ως εξής: α) Ποσό 15.000 ευρώ, ως προκαταβολή, η οποία κατά την υπογραφή του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού είχε ήδη καταβληθεί από τον αγοραστή στον πωλητή, του συμφωνητικού αυτού υπέχοντος θέση απόδειξης είσπραξης από την πωλήτρια, β) ποσό 85.000 ευρώ, εντός τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από την υπό στοιχείο α' προκαταβολή, γ) ποσό 40.135 ευρώ, εντός πέντε (5) ημερολογιακών ημερών προ της αναχώρησης του σκάφους από το ναυπηγείο, κατόπιν προηγούμενης πενθήμερης έγγραφης ενημέρωσης του αγοραστή από τον πωλητή, και δ) ποσό 84.000 ευρώ, σε οκτώ εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 10.500 ευρώ εκάστης, της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας έξι (6) μήνες από την υπογραφή μεταξύ των συμβαλλόμενων του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής του σκάφους στη ......

Ακολούθως, καταρτίσθηκε και υπογράφηκε από τους διαδίκους το από 23.4.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας σκάφους, δυνάμει του οποίου η εναγόμενη στην πρώτη αγωγή πώλησε στον ενάγοντα της αγωγής αυτής το ανωτέρω σκάφος, αντί συνολικού τιμήματος 224.135 ευρώ, εκ του οποίου κατά το χρόνο υπογραφής του εν λόγω συμφωνητικού είχε ήδη καταβληθεί στην πωλήτρια ποσό 140.135 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 84.000 ευρώ συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε οκτώ (8) εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 10.500 ευρώ εκάστης, της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας έξι μήνες από την άφιξη του σκάφους στη ..., όπως, εξάλλου, είχε ορισθεί και στο προηγηθέν προσύμφωνο, και ρητά αναγράφηκε και στο ως άνω οριστικό συμβόλαιο...

Την 28.5.2015 παραδόθηκε το σκάφος στον πωλητή στη ... και έλαβε χώρα παρουσίαση και επίδειξη σ' αυτόν της χρήσης των κινητήρων του και δοκιμή της λειτουργίας τους εν πλω, παρουσία του εκπροσώπου της εταιρίας "....", αντιπροσώπου εταιρίας των μηχανών "...", στην Ελλάδα της κατασκευάστριας εταιρίας των μηχανών "...", όπως ήταν και οι μηχανές του πωληθέντος, Ν.

Π., προκειμένου να εκκινήσει ο χρόνος της παρασχεθείσης εγγύησης των μηχανών, του πωλητή, και της συζύγου του Κ. Ρ., καθώς και του προϊσταμένου του τεχνικού τμήματος σκαφών της πωλήτριας εταιρίας Χ. Ν., μετά το πέρας του οποίου (δοκιμαστικού πλου) ο αγοραστής το παρέλαβε, χωρίς να υπογραφεί μεταξύ τους πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, αλλά και χωρίς να προηγηθεί παρουσίαση, επίδειξη και δοκιμή της λειτουργίας των λοιπών επιμέρους συστατικών, μηχανισμών, παραρτημάτων και εξοπλισμού του σκάφους, προκειμένου να διακριβωθεί η καταλληλότητά τους με βάση τη φύση και τον προορισμό τους, και σύμφωνα με τις προδιαγραφές, για την προοριζόμενη χρήση, και να ελεγχθεί η εν γένει κατάστασή τους κατά το χρόνο της παράδοσης του σκάφους στον πωλητή, όπως ρητά προβλεπόταν και στο υπογραφέν μεταξύ των μερών προσύμφωνο πώλησης, και, επομένως, δεν παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα απ' αυτόν.

Αποδείχθηκε επίσης ότι ο αγοραστής πράγματι προέβη σε χρήση του σκάφους κατά το θέρος του έτους 2015 (επί συνολικά 60 ώρες περίπου), και ακολούθως απέστειλε διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους εκπροσώπους της εναγομένης την από 14.9.2015 επιστολή του, στην οποία εξέθετε ότι διαπίστωσε πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων στο πωληθέν, όπως αυτά παρατίθενται στην εν λόγω επιστολή, ήτοι, συνοπτικά, 1) οι μηχανές ... 3.0 L προώθησης του σκάφους δεν επιτύγχαναν τη μέγιστη τιμή (4.000) των στροφών τους σύμφωνα με τον κατασκευαστή τους, 2) η λειτουργία του ...

Axius Joystick (χειριστηρίου) δεν ήταν η προδιαγραφόμενη από τον κατασκευαστή του στις πλάγιες και διαγώνιες κινήσεις, που δεν πραγματοποιούνταν ορθά, 3) η συρόμενη πόρτα κύριας εισόδου (cockpit salon glass sliding door) παρουσίαζε πρόβλημα στη λειτουργία της, και συγκεκριμένα δεν κλείδωνε - ασφάλιζε στις ενδιάμεσες θέσεις και επιπροσθέτως δεν κλείδωνε από το εσωτερικό του σκάφους, αλλά μόνο εξωτερικά, 4) δεν είχε τοποθετηθεί στο σκάφος ο προβλεπόμενος φωτισμός (underwater lights, side deck lighting, anchor locker lighting, light on bathing platform), 5) οι μπαταρίες του SERVICE, που είχαν τοποθετηθεί από την πωλήτρια, δεν ήταν τύπου AGM, βαθέως εκ φορτίσεως, κατά τις προδιαγραφές της κατασκευάστριας εταιρίας του σκάφους ..., αλλά EXTREME CALCIUM (μη επώνυμης μάρκας), ακατάλληλες για τη χρήση service, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η παραμονή του σκάφους "αρόδου" και, περαιτέρω, είχαν τοποθετηθεί σε λάθος θέση σε σχέση με την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή, 6) το ντουλάπι δίπλα στην εσωτερική τηλεόραση παρουσίαζε ελάττωμα και έχρηζε αντικατάστασης, 7) στρέβλωση του ντουλαπιού κάτω από το νιπτήρα του μπάνιου, 8) έλλειπαν δύο ράφια στο πλαστικό ανοιγόμενο ντουλάπι κάτω από το cockpit sink της κυρίας εισόδου, 9) η κατασκευή του τραπεζιού του πρυμναίου εξωτερικού σαλονιού του σκάφους παρουσίαζε πρόβλημα, 10) η λειτουργία της σκάλας του μπάνιου κατά το άνοιγμα ήταν ελαττωματική, 11) δεν είχε τοποθετηθεί η υποδομή επί του σκάφους για την ορθή και πλήρη στήριξη των μαξιλαριών ηλιοθεραπείας της πλώρης του σκάφους ("sun upholstery on foredeck"), 12) δεν είχε τοποθετηθεί η συνδετική υποδομή για την τοποθέτηση του μετωπικού και των πλευρικών καλυμμάτων ηλιοπροστασίας ("sun protection front and side windows covers"), 13) το παροχικό ηλεκτρικό καλώδιο σύνδεσης με την ξηρά δεν ήταν κατάλληλο για ναυτική χρήση (δηλαδή όχι βαρέως τύπου για μηχανικές καταπονήσεις, συνήθως κίτρινου χρώματος) αλλά εργοταξιακού τύπου, 14) η προσαρμογή των μαξιλαριών πλάτης του εξωτερικού σαλονιού δεν ήταν ικανοποιητική, και 15) εντοπισμός εισχώρησης μικρής ποσότητας θαλασσίων υδάτων στο μηχανοστάσιο κάτω από τη δεξιά μηχανή του σκάφους.

Περαιτέρω, με την ίδια επιστολή ο αγοραστής κάλεσε τους εκπροσώπους της πωλήτριας σε συνάντηση επί του σκάφους στο ... (...), όπου ναυλοχούσε, για τη διαπίστωση των ελαττωμάτων και των ελλείψεων αυτών, προκειμένου να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες, ούτως ώστε να διορθωθούν. Η πωλήτρια εταιρία απάντησε με το από 22.9.2015 εξώδικο έγγραφό της (που κοινοποιήθηκε στον αγοραστή στις 25.9.2015), με το οποίο αρνήθηκε συλλήβδην και ένα προς ένα την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων, που αναφέρονταν στην προηγηθείσα ηλεκτρονική επιστολή του, επισημαίνοντας την ανεπιφύλακτη παραλαβή του σκάφους απ' αυτόν στις 28.5.2015 και, επιπροσθέτως, διαμαρτυρήθηκε για τη, χωρίς προειδοποίηση, υπαναχώρησή του από το από 21.11.2014 καταρτισθέν μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης ναυλώσεων θαλασσίου σκάφους, διά της αιφνίδιας αναχώρησης του σκάφους του από τη ..., όπου βρισκόταν ελλιμενισμένο, στις 20.5.2015, που είχε ως αποτέλεσμα την περιέλευσή του υπό το δικό του έλεγχο αποκλειστικά και την εκ των πραγμάτων άγνοιά της επί της από πλευράς του πραγματοποιηθείσας χρήσης του πωληθέντος κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, αλλά και την εκ των πραγμάτων ακύρωση ήδη συναφθεισών απ' αυτήν ως διαχειρίστρια ναυλώσεων, συνολικού ύψους 13.368 ευρώ, ενώ αιτήθηκε την καταβολή του ποσού των 1.462,73 ευρώ, ως έξοδα από την παραμονή του σκάφους στην ανωτέρω ..., τα οποία εκ της σύμβασης διαχείρισης βαρύνουν τον ίδιο, και υποχρεώθηκε αυτή να εξοφλήσει εξ ιδίων.

Ακολούθως, ο αγοραστής απέστειλε στην εναγόμενη την από 5.10.2015 ηλεκτρονική επιστολή του, στην οποία επισήμανε ιδίως το ζήτημα της εισροής ποσότητας θαλάσσιου ύδατος στο σκάφος, χαρακτηρίζοντας το ως ιδιαίτερα σοβαρό και επικίνδυνο, χαρακτηριστικά αναφέρει ότι "έβγαλε τέσσερις κουβάδες νερό με το σφουγγάρι", όπερ της γνωστοποιεί ότι εγένετο και την προηγούμενη εβδομάδα, και ζήτησε για μία ακόμη φορά να προγραμματισθεί επίσκεψη εκπροσώπων της στο σκάφος το συντομότερο δυνατόν στη ..., όπου βρισκόταν ελλιμενισμένο, προκειμένου να διαπιστωθεί το πρόβλημα και να διακριβωθεί η αιτία του.

Πράγματι επακολούθησε επιθεώρηση του σκάφους από τον τεχνικό της εναγομένης Κ. Χ. στις 9.10.2015 και στις 11.10.2015, παρουσία του πωλητή (ενν: αγοραστή), που περιορίσθηκε στο αναφερόμενο στην αποσταλείσα ηλεκτρονική επιστολή του ανωτέρω ελάττωμα του σκάφους, το οποίο αφορούσε σε "μικρή εισχώρηση υδάτων στο μηχανοστάσιο κάτω από τη δεξιά μηχανή"...

Στη συνέχεια η πωλήτρια απέστειλε στον αγοραστή την από 12.10.2015 ηλεκτρονική επιστολή της, στην οποία αρνήθηκε την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στο σκάφος και ανέφερε ότι η ύπαρξη ελάχιστης ποσότητας γλυκού νερού σε αυτό ("περίπου ίσης με μισό ποτήρι νερού"), που διεπίστωσε ο τεχνικός της κατά τις επιθεωρήσεις του σκάφους στις 9.10.2015 και στις 11.10.2015, οφείλεται, είτε στη χρήση της πρυμνιάς ντουζιέρας, είτε σε εισροή νερού από τους αεραγωγούς του κινητήρα κατά τη διάρκεια πλυσίματος, όπερ είναι σύνηθες σε πλωτά μέσα.

Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της εταιρίας M.D.C. LTD T.Σ. (εξουσιοδοτημένος τεχνικός των μηχανών "...", κατασκευάστριας εταιρίας των μηχανών του πωληθέντος), στην από 9.10.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς τον αγοραστή, που συντάχθηκε κατόπιν πραγματοποίησης δοκιμαστικού πλου του εν λόγω σκάφους εκτός ...ς, αναφέρει - μεταξύ άλλων - ότι "...σχετικά με τα νερά σας έχω ενημερώσει ότι το σκάφος θα πρέπει να βγει από το νερό και να αποκατασταθεί η διαρροή του θαλασσινού νερού από το μηχανοστάσιο", όπερ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής συνεπάγεται ότι εντόπισε και αυτός την επικαλούμενη από τον αγοραστή εισροή θαλασσίου ύδατος στο μηχανοστάσιο του σκάφους, και μάλιστα σε τέτοια ποσότητα, που δε δικαιολογείται από μία συνήθη χρήση του σκάφους, αλλά σε ποσότητα, που τεχνικά συνιστά πρόβλημα για τη λειτουργία του, διότι διαφορετικά δεν θα πρότεινε στον πλοιοκτήτη την αποκατάσταση της εισροής κατόπιν ανέλκυσης του σκάφους.

Ακολούθως αντηλλάγησαν από τα μέρη εξώδικα, στα οποία έκαστος των συμβαλλομένων ενέμενε στις ήδη διατυπωθείσες θέσεις του... Στις 3.11.2015 εκδόθηκε από τον επιθεωρητή του Ελληνικού Ν.Θ.Μ. βεβαιωτικό επιθεώρησης πλοίου μετά από βλάβη, σύμφωνα με το οποίο κατόπιν επιθεώρησης του εν λόγω σκάφους, που έλαβε χώρα στις 3.11.2015, σχετικά με βλάβη που αναφέρθηκε ότι αυτό υπέστη στις 14.9.2015, ήτοι εισροή θαλασσινού νερού στο πρυμναίο δεξιό τμήμα του στο σημείο σύνδεσης της δεξιάς μηχανής με τον καθρέπτη της γάστρας, διαπιστώθηκε από το διενεργήσαντα την επιθεώρηση η ανωτέρω εισροή θαλασσινού νερού στο συγκεκριμένο σημείο της γάστρας και υποδείχθηκε στον πλοιοκτήτη η εργασία της πλήρους αποκατάστασης της εισροής, μέχρι την επίτευξη της οποίας ήρθη η ισχύς του υπ' αριθμ. 45038/18.9/2015 πρωτοκόλλου γενικής επιθεώρησης μικρού επιβατηγού πλοίου, που είχε εκδοθεί από το ίδιο πρόσωπο, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού ..., επίσης κατόπιν αυτοψίας, που διενεργήθηκε απ' αυτόν στο σκάφος, ενώ βρισκόταν ελλιμενισμένο στο ..., στις 11.9.2015, κατά την οποία ουδέν διαπιστώθηκε (εξάλλου και ο αγοραστής γνωστοποίησε το θέμα αυτό στην πωλήτρια το πρώτον με ηλεκτρονική επιστολή του στις 14.9.2015 κατά τα προεκτεθέντα), με αποτέλεσμα το σκάφος να καταστεί μη αξιόπλοο κατά το χρονικό διάστημα, που θα διαρκούσε η άρση της ισχύος του ως άνω πρωτοκόλλου, δηλαδή ακατάλληλο για τη χρήση, για την οποία προορίζετο, την πλεύση στη θάλασσα, και, συνακόλουθα, απρόσφορο και προς εκμετάλλευση διά της εκναύλωσής του, εφόσον είχε αγορασθεί ως επαγγελματικό σκάφος.

Σημειωτέον ότι κατόπιν της επιθεώρησης του σκάφους ο διενεργήσας αυτήν επιθεωρητής του Ελληνικού ... παρέδωσε ως εκ περισσού στον πλοιοκτήτη, ενάγοντα της πρώτης αγωγής και εναγόμενο της δεύτερης αντίστοιχα, και έτερο έγγραφο, που υπογράφεται από τον ίδιο, και τιτλοφορείται "έκθεση επιθεώρησης μικρού σκάφους μετά από βλάβη/ζημία", με ουσιαστικά σχεδόν ταυτόσημο περιεχόμενο με το προαναφερθέν από 3.11.2015 "βεβαιωτικό έγγραφο επιθεώρησης πλοίου μετά από βλάβη/ζημία", στο οποίο έχει τεθεί από τον υπογράψαντα αυτό ως ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου και σύνταξής του η 14η.9.2015, ημερομηνία κατά την οποία δηλώθηκε από τον αγοραστή στον Ελληνικό ...

η βλάβη του σκάφους, προκειμένου να μεταβεί επιτόπου και να επιληφθεί της υπόθεσης αρμόδιος επιθεωρητής του, και όχι, ως έδει, η 3η.11.2015, κατά την οποία πράγματι διενεργήθηκε η επιθεώρηση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, προφανώς εκ παραδρομής, όπως κατωτέρω εκτενώς θα αναφερθεί κατά την εξέταση της βασιμότητας του υποβληθέντος αιτήματος της εκ των διαδίκων εκκαλούσας/εφεσίβλητης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." περί αναβολής της συζήτησης με βάση τη διάταξη του άρθρου 250 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά από έλεγχο του πωληθέντος, που διενεργήθηκε στις 23.1.2016 από τον τεχνικό σύμβουλο του αγοραστή Ε. Μ., και από τον τεχνικό σύμβουλο της πωλήτριας εταιρίας Ν. Κ., και ενώ αυτό ευρίσκετο αγκυροβολημένο σε προβλήτα της ... του ...., αποφασίσθηκε η ανέλκυσή του και η διενέργεια αυτοψίας από κοινού σ' αυτό από τα ανωτέρω πρόσωπα στις 3.2.2016, η οποία και πράγματι διενεργήθηκε, μετά την εναπόθεσή του στον υπαίθριο χώρο της ίδιας ....

Επακολούθησε από μέρους του τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας Ε. Μ. η σύνταξη της από 5.2.2016 επιστολής του, σύμφωνα με την οποία: "1. Δεν υπήρχε εξωτερική ζημία, (ίχνος κτυπήματος), το οποίο να δικαιολογεί την διαρροή που διαπιστώθηκε εσωτερικά, στην περιοχή του ΔΕ ποδιού, κατά την επιθεώρηση στις 23.1.2016. 2. Δεν υπήρχαν εμφανή στοιχεία για ύπαρξη μη στεγανών περιοχών μεταξύ του ΔΕ ποδιού και του καθρέπτη του σκάφους, εξωτερικά.

Με δεδομένο όμως ότι το ύψος της στάθμης του εισρεύσαντος νερού στο εσωτερικό του σκάφους είναι πολύ κάτω από την εσωτερική φλάντζα του ποδιού, δεν μπορεί να αποκλεισθεί πλήρως η διαρροή από την περιοχή αυτή" και από μέρους του τεχνικού συμβούλου της εναγόμενης Ν.Κ. η σύνταξη της από 5.2.2016 ηλεκτρονικής επιστολής του, στην οποία αναφέρεται ότι "...δεν υπάρχει εξωτερική ζημία ή και αιτία, η οποία προκαλεί την δηλωμένη εσωτερική διαρροή...δεν υπάρχουν μη στεγανές περιοχές ή σημεία μεταξύ του αξονικού συστήματος και του σκάφους, από τα οποία να εισέρχεται νερό ή υγρασία, που να προκαλεί τη δηλωμένη εσωτερική διαρροή...

η δηλωμένη διαρροή πιθανόν να οφείλεται σε αστοχία που πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά στα μηχανικά μέρη του αξονικού συστήματος. Ως εκ τούτου απαιτείται η περαιτέρω διερεύνηση με τη συμμετοχή των υπεύθυνων μηχανικών των κινητήρων". Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι κατά το διενεργηθέντα στις 23.1.2016 από τους τεχνικούς συμβούλους αμφοτέρων των διαδίκων μερών έλεγχο του σκάφους όντως διαπιστώθηκε εισροή υδάτων στο εσωτερικό του, ως προς την οποία αμφότεροι απέκλεισαν την εξωτερική ζημία ως αιτία της, ο δε τεχνικός σύμβουλος της πωλήτριας την αποδίδει πιθανόν σε "αστοχία στα μηχανικά μέρη του αξονικού συστήματος", ήτοι σε κατασκευαστικό ελάττωμα του σκάφους.

Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 10.2.2016 διενεργήθηκε ομοίως έλεγχος στο σκάφος από το Ν. Π., τεχνικό της εταιρίας "...." (αντιπρόσωπο στην Ελλάδα των μηχανών σκαφών "..."), κατά τον οποίο διαπιστώθηκε "μη επιπεδότητα του καθρέπτη του σκάφους και μη επιτρεπτό διάκενο μεταξύ κίμπαλ (εξάρτημα ...) και καθρέπτη σκάφους όσον αφορά το δεξί σύστημα πρόωσης, στο οποίο έχουμε και εισροή θαλασσινού νερού εντός του μηχανοστασίου", όπως εκτίθεται στην από 15.2.2016 ηλεκτρονική επιστολή του, με παραλήπτες αμφότερα τα διάδικα μέρη, στην οποία επίσης διατυπώνονται προτάσεις του επί των ενδεδειγμένων ενεργειών για την αντιμετώπιση του προβλήματος, και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι "απαιτείται αφαίρεση του κινητήρα, αφαίρεση του συγκροτήματος transom της ..., αποκατάσταση επιπεδότητας του καθρέπτη του σκάφους, έλεγχος των εξαρτημάτων του transom, επανατοποθέτηση με χρήση στεγανοποιητικής ουσίας.

Η εργασία δεν καλύπτεται από εγγύηση ... και θα ακολουθήσει σχετική προφορά... Για την αφαίρεση του κινητήρα απαιτείται κόψιμο του deck (του καταστρώματος), το συνεργείο που μπορεί να κάνει την παραπάνω εργασία δεν διαθέτει ανάλογη εμπειρία και εξοπλισμό, οπότε συστήνουμε την εμπλοκή της ... (πρόκειται για την κατασκευάστρια εταιρία του σκάφους) για τη συγκεκριμένη εργασία".

Επιπροσθέτως ο συνδυασμός της μη επιπεδότητας του καθρέπτη, της ύπαρξης διάκενων και της μη στεγανοποίησης του εξαρτήματος transom με κάποια στεγανοποιητική ουσία, αναφέρεται απ' αυτόν ως "πιθανότατη" γενεσιουργός αιτία της εισροής υδάτων στο σκάφος. Περαιτέρω στην ίδια έκθεση επισημαίνεται σχετικά με την επικαλούμενη από τον πωλητή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, που αφορά στην απόδοση των κινητήρων του πωληθέντος, και συγκεκριμένα στη μη επίτευξη της μέγιστης τιμής των στροφών των μηχανών προώθησης του σκάφους (4.000), που προβλέπεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους, ότι κατά τη δοκιμή, που διενήργησε αυτός στις 8.1.2016, διαρκείας 40 λεπτών, όντως διέγνωσε τούτο, ότι συνέστησε στον πλοιοκτήτη τον καθαρισμό των προπελών, ως προς τις οποίες, διεπίστωσε από επιδειχθείσα φωτογραφία ότι κατά την παράδοση του σκάφους είχαν "περασθεί" με μουράβια, επέμβαση μη εγκεκριμένη από την κατασκευάστρια εταιρία, και ότι, όπως ενημερώθηκε από τον αγοραστή, οι μέγιστες στροφές των κινητήρων επιτεύχθηκαν σε επόμενη δοκιμή, που αυτός μόνος του πραγματοποίησε.

Αποδείχθηκε επίσης ότι την ίδια ημέρα, στις 10.2.2016, διενήργησε επιθεώρηση στο σκάφος, και ενώ ευρίσκετο ανελκυσμένο στις εγκαταστάσεις της ... του ..., και εκτελείτο τεχνικός έλεγχος του δεξιού προωστηρίου συστήματος αυτού από συνεργείο της ..., και ο τεχνικός σύμβουλος του αγοραστή Ε. Μ. , ο οποίος συνέταξε την από 16.2.2016 επιστολή του, απευθυνόμενη προς τον ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων "...ύπαρξη διάκενων από 0,30 0,75 mm μεταξύ Gimbai και καθρέπτη του σκάφους στο ΔΕ πόδι και σημεία με έντονη υγρασία που φανέρωναν την ύπαρξη παγιδευμένου νερού...", καθώς και ότι "κατά τον έλεγχο της επιπεδότητας του καθρέπτη στην περιοχή του ΔΕ ποδιού διαπιστώθηκε η ύπαρξη διάκενων 1,95 + 2,05 mm".

Στην ίδια επιστολή επαναλαμβάνονται οι εργασίες που απαιτείται να εκτελεσθούν προς επίλυση του προβλήματος, οι οποίες επίσης παρατίθενται και στην προαναφερθείσα επιστολή του Ν. Π. και περιλαμβάνουν αφαίρεση του κινητήρα του σκάφους (προηγηθείσης αποκοπής

τμήματος του καταστρώματος), αφαίρεση του συστήματος transom, αποκατάσταση της επιπεδότητας του καθρέπτη του σκάφους, έλεγχος των εξαρτημάτων του transom και επανατοποθέτηση, επανατοποθέτηση του κινητήρα, και στη συνέχεια αποκατάσταση του καταστρώματος. Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 29.10.2016 πραγματοποιήθηκε εκ νέου έλεγχος του σκάφους, κατά τον οποίο παρέστησαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της πωλήτριας Χ.Χ., ο τεχνικός σύμβουλος αυτής Ν.

Κ., ο φίλος και συνεργάτης του αγοραστή Κ.Π. και ο ίδιος ο αγοραστής Ι.Μ.. Ο ανωτέρω Κ.Π. στη δοθείσα ενώπιον Ειρηνοδίκη ένορκη βεβαίωσή του επισημαίνει ότι κατά την εξέταση του σκάφους στις 29.10.2016 (από προφανή παραδρομή στην ένορκη βεβαίωση αναφέρεται η 29η.10.2015 ως ημερομηνία της διεξαχθείσας επιθεώρησης), ο Ι.Μ.

ζήτησε από τον τεχνικό σύμβουλο της πωλήτριας εταιρίας Ν. Κ. να εισέλθει στο χώρο του μηχανοστασίου, ότι στη συνέχεια ο αγοραστής, που βρισκόταν στο εξωτερικό του σκάφους, έριξε με πίεση νερό στα διάκενα, που υπάρχουν στην περιοχή του δεξιού ποδιού, χρησιμοποιώντας πιεστικό μηχάνημα, με το οποίο είχε εφοδιασθεί για την αυτοψία, ότι, περαιτέρω, καθώς ο Μ.

έριχνε με το πιεστικό μηχάνημα το νερό, ο Κ., που βρισκόταν εντός του μηχανοστασίου, του φώναξε να σταματήσει γιατί έμπαινε πολύ νερό, καθώς και ότι, όταν ο Κ. εξήλθε του σκάφους, τους είπε ξεκάθαρα ότι εισερχόταν μεγάλη ποσότητα νερού από το εξωτερικό στο εσωτερικό, και συγκεκριμένα στο χώρο του μηχανοστασίου ακριβώς από το σημείο, όπου και από τον ίδιο είχε προηγουμένως διαπιστωθεί ότι υπήρχαν διάκενα.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ορισθείς δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθμ. 3409/2017 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονας Χ.Γ. στην από 24.10.2017 με αριθμό .../25.10.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε και κατέθεσε, αναφέρει τα κάτωθι: "(?) (?) Κατά τη διάρκεια του δοκιμαστικού πλου της 07/10/2017 διαπίστωσα ότι με τα χειριστήρια και των δύο μηχανών σε κατάσταση πρόσω τερματισμού τους καμία από τις μηχανές δεν επιτύγχανε τον μέγιστο αριθμό στροφών (4000).

Οι στροφές που επέτυχαν οι μηχανές την ημέρα αυτή ήταν περίπου 3800 κατά μέγιστο...". Επισημαίνεται επίσης από τον πραγματογνώμονα ότι στο υπ' αριθμ. PIR.... Πιστοποιητικό Καταμέτρησης, εκδοθέν από τον Αγγλικό ... (H.L. SA), καθώς και στις εκθέσεις επιθεώρησης του Ελληνικού ..., βάσει των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 45038 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης Μικρού Ε/Γ Πλοίου, αναφέρονται μεν οι στροφές των μηχανών του σκάφους ως 4000, πλην όμως τούτο δε πιστοποιεί τη δυνατότητα των συγκεκριμένων μηχανών να αναπτύσουν αυτές τις στροφές, καθώς η τιμή αυτή στα εν λόγω έγγραφα αναγράφηκε μόνον με βάση τα στοιχεία/έγγραφα του κατασκευαστή και της σήμανσης (ταμπελάκι) επί του σώματος της μηχανής, και όχι κατόπιν της διενέργειας δοκιμών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια έκθεση ο πραγματογνώμονας διεπίστωσε και τα ακόλουθα: (A) (ii)...Κατά τη διάρκεια του δοκιμαστικού πλου της 07/10/2017 δε διαπίστωσα ιδιαίτερη δυσλειτουργία του συστήματος (αναφέρεται στο μηχανισμό χειριστηρίου ... Axius Joystick), και επιβεβαίωσα τη σχετικά ομαλή πλαγιοδέτηση/πρόσδεση του σκάφους με χρήση του εν λόγω μηχανισμού.

Η προσωρινή επαφή της εξωτερικής γάστρας του σκάφους στην δεξιά πλευρά με την προβλήτα κατά τη διάρκεια των χειρισμών πρόσδεσης του σκάφους οφείλονται περισσότερο κατά την άποψή μου στην στιγμιαία ασυνεννοησία μεταξύ του προσώπου που εκτελούσε την διακυβέρνηση του σκάφους και του βοηθού/οπτήρα του παρά σε ελάττωμα του εν λόγω μηχανισμού. (A) (iii)...

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την τοποθέτηση των προβλεπόμενων μπαταριών τύπου AGM, οι οποίες είχαν αντικαταστήσει τις αρχικά τοποθετημένες και μη προδιαγεγραμμένες από τον κατασκευαστή του σκάφους, οι οποίες και φυλάσσονταν εκτός του σκάφους από τον κο Μ., και μου επιδείχθησαν για τους λόγους της πραγματογνωμοσύνης...

Για τις τοποθετηθείσες μπαταρίες τύπου AGM μου προσκομίσθηκε η από 16/12/2015 απόδειξη αγοράς μπαταριών AGM επ' ονόματι Ι. Μ. (πωλήτρια εταιρία M. Α.Ε.).,.(Α) (ιν)... Κατά τη διάρκεια του δοκιμαστικού πλου της 07/10/2017 διαπίστωσα τη μη ύπαρξη των δύο ραφιών στο πλαστικό ανοιγόμενο ντουλάπι κάτω από το cockpit sink της κυρίας εισόδου... (Α) (ν).,.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την τοποθέτηση σημείων στήριξης των μαξιλαριών αρχικά μόνο στο πρυμναίο τμήμα του πρωραίου καταστρώματος και την μετέπειτα (μετά την παράδοση του σκάφους) τοποθέτηση σημείων στήριξης στο πρωραίο τμήμα του πρωραίου καταστρώματος...(A) (vi)... Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα ότι, σύμφωνα και με την περιγραφή του κου Μ., αρχικά είχαν τοποθετηθεί αυτοκόλλητες ταινίες για την στήριξη των καλυμμάτων ηλιοπροστασίας και μετέπειτα (μετά την παράδοση του σκάφους) τοποθετήθηκαν τα προβλεπόμενα σημεία στήριξης τύπου clip in/out.. (Α) (νϋ)...

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα, σύμφωνα και με την περιγραφή του Κου Μ., ότι αρχικά είχε παραδοθεί εργοταξιακού τόπου καλώδιο και μετέπειτα (μετά την παράδοση του σκάφους) αγοράσθηκε το προβλεπόμενο...(B) (i)... Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 κατόπιν δοκιμής προβολής ύδατος στην περιοχή ακροπρυμναίου εξωτερικού περιβλήματος (καθρέπτη) στην δεξιά πλευρά και στην περιοχή εφαρμογής του δεξιού ποδιού/έλικας διαπίστωσα την εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο αρχικά με αργό ρυθμό κατά την προβολή ύδατος από το δεξιό μέρος (κοιτώντας από την πρύμνη προς την πλώρη), και στη συνέχεια με συνεχή και έντονο ρυθμό κατά την προβολή ύδατος από το αριστερό μέρος. 2.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 έγινε δοκιμή προβολής ύδατος και στην περιοχή του αριστερού ποδιού χωρίς να διαπιστωθεί εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο. 3. Κατά την διάρκεια του ιδίου ελέγχου της 24/09/2017 έγινε έλεγχος της επιπεδότητας του ακροπρυμναίου άκρου εξωτερικού περιβλήματος (καθρέπτη) στις περιοχές σύνδεσης με τις βάσεις των ποδιών των μηχανών κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι υφίστανται διάκενα στο δεξιό πόδι στα οποία κατά την άποψη μου οφείλεται η εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, κάτι το οποίο δεν διαπιστώθηκε στην περιοχή σύνδεσης της βάσης του αριστερού ποδιού. 4.

Κατά την διάρκεια του δοκιμαστικού πλου της 07/10/2017 δε διαπιστώθηκε εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, καθόσον σύμφωνα με δήλωση του κου Μ. προ της καθέλκυσης του σκάφους είχε προβεί σε εργασία προσωρινής στεγανοποίησης με πολυουρεθάνη ή σικαφλέξ κατά δήλωσή του της περιοχής της σύνδεσης του δεξιού ποδιού με το εξωτερικό περίβλημα... 5.

Έχοντας υπόψη το από 03/11/2015 Βεβαιωτικό Επιθεωρήσεως Πλοίου μετά από Βλάβη/Ζημία... που αφορά το εν θέματι σκάφος, η διαπιστωθείσα εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο συνιστά μείζον ελάττωμα και σύμφωνα με το εν λόγω Βεβαιωτικό (αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο) η βλάβη αυτή καθιστά το σκάφος πλήρως αναξιόπλοο...(Β) (ii).,. 1.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την προβληματική λειτουργία της συρόμενης πόρτας και πιο συγκεκριμένα το ξαφνικό άνοιγμα του αριστερού φύλλου από αριστερά προς τα δεξιά και της πρόχειρη τοποθέτηση βίδας προκειμένου το φύλλο αυτό να κρατείται στην κλειστή θέση για αποφυγή ξαφνικού/επικίνδυνου ανοίγματος (ως φωτογραφία με αριθ. 39). 2.

Επίσης, την ίδια ημέρα διαπιστώθηκε η αδυναμία χρήσης και εξάρμωση της κλειδαριάς και η τοποθέτηση πρόσθετου μηχανισμού εσωτερικά με κάθετους πείρους και πρόχειρης διάταξης με κλειδαριά ποδηλάτου για την ασφάλιση της πόρτας εξωτερικά... (Β) (iiΐ).,. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την ύπαρξη εκδορών στο ντουλάπι που το καθιστούν ελαττωματικό...(?) (?ν)...

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την ύπαρξη φουσκώματος στο κάτω μέρος του ντουλαπιού που το καθιστούν ελαττωματικό, με αποτέλεσμα τη μη σωστή ασφάλισή του... (Β)(ν)... Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την προβληματική κατασκευή του πρυμναίου τραπεζιού του εξωτερικού σαλονιού, καθόσον ο πρόβολος επέκτασης αυτού δεν λειτουργεί σωστά και εφάπτεται με το δάπεδο του καταστρώματος στην περιοχή της καταπακτής του μηχανοστασίου, με αποτέλεσμα για αποφυγή ζημιών την ανάγκη προσθήκης προστατευτικού πρόχειρου παρεμβύσματος.

Επιπρόσθετα ο μηχανισμός επέκτασης του τραπεζιού είναι προβληματικός και τα μαξιλάρια δε συνδέονται μεταξύ τους σωστά... (Β (νί)... 1. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα τη δυσκολία στο άνοιγμα της σκάλας του μπάνιου, καθόσον χρειαζόταν συγκεκριμένος χειρισμός που δε θεωρείται φυσιολογικός για το τηλεσκοπικό άνοιγμά της. 2.

Κατά τη διάρκεια του δοκιμαστικού πλου της 07/10/2017 διαπίστωσα την ανάγκη πρόχειρης συγκράτησης για την αποφυγή ξαφνικού ανοίγματος της εν λόγω σκάλας με σχοινί, διαδικασία η οποία δεν είναι προβλεπόμενη σύμφωνα με το εγχειρίδιο του κατασκευαστή...(B) (vii)... Κατά τη διάρκεια του ελέγχου της 24/09/2017 διαπίστωσα την προβληματική προσαρμογή των μαξιλαριών διότι κυρίως έχουν τοποθετηθεί σε μη ευθεία θέση μεταξύ τους.....

Μετά τις ως άνω διαπιστώσεις, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα επί των ζητημάτων, επί των οποίων κλήθηκε να αποφανθεί με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που τον διόρισε, πέραν της διακρίβωσης της ύπαρξης ή μη των επικαλουμένων στην αγωγή πραγματικών ελαττωμάτων και της έλλειψης ή μη των επίσης αναφερομένων στο δικόγραφο συνομολογημένων ιδιοτήτων: "1...

Αντικειμενικά, φρονώ ότι οι ελλείψεις/ελαττώματα/ δυσλειτουργίες υπό τις ανωτέρω υποπαραγράφους (Α)(ϊ), (A)(iii), (Α)(ν), (A)(vi), (Α)(νίί), (Β)(ιί) Β)(νίΐ) είναι δυνατό να υπήρχαν κατά την παράδοση του σκάφους την 28/05/2015. 2. Σε ό,τι αφορά το βασικό ελάττωμα της εισροής υδάτων στο μηχανοστάσιο δεν είναι δυνατό να διασαφηνισθεί ο χρόνος εμφάνισης του προβλήματος.

Από τα επίσημα έγγραφα της δικογραφίας είναι γεγονός ότι αυτό για πρώτη φορά διαπιστώθηκε επίσημα την 03/11/2015 από τον επιθεωρητή του Ελληνικού ... αλλά δε διαπιστώθηκε αντίστοιχα το ελάττωμα αυτό την 11/09/2015 οπότε και διενεργήθηκε δοκιμαστικός πλους για την έκδοση του πρώτου και μοναδικού Π.Γ.Ε. του σκάφους...

Επ' αυτού το συσχετισθέν εύρημά μου που αφορά την επιπεδότητα του ακροπρυμναίου εξωτερικού περιβλήματος (καθρέπτη) και την ύπαρξη ανοχών στην περιοχή σύνδεσης της βάσης του δεξιού ποδιού σε αντίθεση με την αντίστοιχη περιοχή για το αριστερό πόδι της μηχανής, φρονώ ότι θα πρέπει να υπήρχε κατά τη διάρκεια της παράδοσης του σκάφους, δεδομένου ότι ούτε έχει αναφερθεί κάποιο συμβάν προσάραξης ή/και πρόσκρουσης και ούτε, επίσης, κατά τη διάρκεια του έλεγχου που έκανα στην ξηρά την 24/09/2017 δεν διαπίστωσα κάποια αντίστοιχη ζημία στη γάστρα..

III. 1. Σε ό,τι αφορά την μείωση αξίας του σκάφους λόγω των διαπιστωθεισών ελλείψεων αυτή θεωρείται δεδομένη για τους εξής λόγους: (α) Οι ελλείψεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την μακρά ακινησία του σκάφους χωρίς προβλεπόμενα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας, (β) επίσης, συνεπάγονται προφανή μείωση εμπορευσιμότητας/αξίας μεταπώλησης δεδομένου του γεγονότος ότι στα έγγραφα επιθεώρησης του σκάφους μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό ότι έχει υπάρξει συμβάν εισροής υδάτων στο μηχανοστάσιο που συνέβαλε να κριθεί το πλοίο αναξιόπλοο από τον εξουσιοδοτημένο φορέα έκδοσης των πιστοποιητικών του. 2.

Έχοντας υπόψη την τωρινή εκτίμηση της αξίας του σκάφους... η αξία του σκάφους κατά το χρόνο της πώλησής του (Μάιος του 2015) με δεδομένες τις ελλείψεις που έχουν αναφερθεί εκτιμάται, σύμφωνα με την εμπειρία μου, στα 130.000 ευρώ.". Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται σαφώς ότι ο διορισθείς από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονας διεπίστωσε ότι το πωληθέν σκάφος παρουσίαζε άπαντα τα επικαλούμενα στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις, πλην του ελαττώματος, που αφορά στο εξάρτημα χειριστήριο (...

A.J.), ως προς το οποίο δεν εντοπίσθηκε πρόβλημα στη λειτουργία του, ειδικά δε διεπίστωσε την εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, την οποία και αυτός, όπως και ο τεχνικός σύμβουλος του αγοραστή Μ., όσο και ο τεχνικός Π., εκπρόσωπος της αντιπροσώπου στην Ελλάδα της κατασκευάστριας των μηχανών του σκάφους εταιρίας, κατόπιν ελέγχου, που διενήργησε αναφορικά με την επιπεδότητα του ακροπρυμναίου άκρου εξωτερικού περιβλήματος (καθρέπτη) στις περιοχές σύνδεσης με τις βάσεις των ποδιών των μηχανών του σκάφους, ομοίως αποδίδει στην ύπαρξη διάκενων στο ΔΕ πόδι, δηλαδή σε ελαττωματική κατασκευή του σκάφους στο συγκεκριμένο σημείο, και όχι σε εξωτερικό αίτιο, και δη σε ζημία στη γάστρα του, προκληθείσα λόγω προηγηθέντος συμβάντος προσάραξης ή πρόσκρουσης, όπερ ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβε εν προκειμένω χώρα, μάλιστα χαρακτηρίζει το εν λόγω ελάττωμα μείζον, που καθιστά το σκάφος απολύτως αναξιόπλοο, και προσδιορίζει τη (μειωμένη) αξία αυτού με τα διαπιστωθέντα ελαττώματα και ελλείψεις κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης στο ποσό των 130.000 ευρώ.

Ενόψει όσων έχουν προεκτεθεί και από τη συνεκτίμησή τους αποδείχθηκε, και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι το πωληθέν σκάφος κατά την παράδοσή του στον αγοραστή και τη μετάθεση σ' αυτόν του κινδύνου παρουσίαζε τα κάτωθι αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα, όπως η έννοια του πραγματικού ελαττώματος στην πώληση αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ήτοι της ατέλειας που αφορά την ιδιοσυστασία, ή την κατάσταση του πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία (ατέλεια) έχει αρνητική επίδραση στην αξία, αλλά και τη χρησιμότητά του, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζει την κατασκευαστική αρτιότητα ενός νεότευκτου καινουργούς σκάφους, που ευλόγως αναμενόταν από τον αγοραστή όταν το παραλάμβανε: 1) Εισχώρηση θαλασσίων υδάτων στο πρυμναίο δεξιό τμήμα του σκάφους στο σημείο σύνδεσης της δεξιάς μηχανής με τον καθρέπτη της γάστρας, που δε δικαιολογείται από τη συνήθη χρήση του κατά τη φύση και τον προορισμό του, οφειλόμενη στην ύπαρξη διάκενων στην περιοχή του δεξιού ποδιού, ήτοι σε ελαττωματική κατασκευή του σκάφους, και όχι σε εξωτερικό αίτιο (συμβάν πρόκρουσης ή προσάραξης του σκάφους, που θα προκαλούσε ζημία στη γάστρα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε), ούτε βέβαια σε κακή συντήρηση από τον αγοραστή, ή σε πολύωρους πλόες, ή σε οιουδήποτε είδους δική του παρέμβαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πωλήτρια (η προσθήκη στεγανωτικού υλικού από τον αγοραστή στο σημείο της εισροής με πολυουρεθάνη ή σικαφλέξ αποτελεί προσωρινή λύση και όχι τον τεχνικά ενδεδειγμένο τρόπο οριστικής επίλυσης του προβλήματος, ενώ, όταν εντοπίσθηκε το πρόβλημα, το σκάφος είχε πλεύσει επί 60 περίπου ώρες, όπως έχει ήδη αναφερθεί), και επιδρά αρνητικά στην αξία και τη χρησιμότητά του, καθώς το κατέστησε απολύτως αναξιόπλοο, διά της άρσης από τον Ελληνικό ...

κατά την επιθεώρηση την οποία, επιθεωρητής του διενήργησε στο σκάφος στις 3.11.2015, του έως τότε ισχύσαντος Πρωτοκόλλου Γενικής Επιθεώρησης του ιδίου ..., που αποτελεί προϋπόθεση της αξιοπλοΐας του, επηρεάζει δε και την εμπορευσιμότητά του, όπως επισημάνθηκε και από τον πραγματογνώμονα, κατά τα προεκτεθέντα, και θα αναφερθεί αναλυτικά κατωτέρω, 2) ελαττωματική λειτουργία της συρόμενης πόρτας τριών φύλλων της κύριας εισόδου του σκάφους (cockpit salon glass sliding door), καθώς δεν ασφαλίζει στις ενδιάμεσες προβλεπόμενες θέσεις, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια του πλου - σε περίπτωση διενέργειας στροφών και ελιγμών - να εγκυμονεί κινδύνους για τους επιβάτες, διότι τα φύλλα αναπηδούν, ούτε ασφαλίζει η κλειδαριά της από το εσωτερικό του σκάφους, ει μη μόνον από το εξωτερικό (ο πραγματογνώμονας μάλιστα διαπίστωσε ότι το αριστερό φύλλο από τα αριστερά προς τα δεξιά ανοίγει αιφνίδια, και ότι είχε τοποθετηθεί από τον αγοραστή πρόχειρα βίδα, προκειμένου το εν λόγω φύλλο να παραμένει σε κλειστή θέση προς αποφυγήν ξαφνικού ανοίγματος), (3) εμφανές ελάττωμα του ντουλαπιού που βρίσκεται δίπλα στην εσωτερική τηλεόραση, καθώς φέρει εκδορές, όπως διαπιστώθηκε και από τον πραγματογνώμονα, (4) εμφανές ελάττωμα, του ντουλαπιού, που βρίσκεται κάτω από το νιπτήρα του μπάνιου, καθώς αυτό έχει παραμορφωθεί, στρεβλώσει και φουσκώσει, όπερ δε δικαιολογείται από τη μέχρι τότε χρήση του, με αποτέλεσμα να μην ασφαλίζει σωστά, (5) ελαττωματική κατασκευή του πρυμναίου τραπεζιού του εξωτερικού σαλονιού με ηλεκτρική ανύψωση, που συμπεριλαμβάνει και μαξιλάρια (TABLE IN SALON LOWERABLE, INCLUDING COUGH UPHOLSTERY), καθώς ο ένας πρόβολος επέκτασης δεν λειτουργεί ορθά, δηλαδή δεν επανέρχεται στην αρχική του θέση, ώστε να μπορεί να ανοίξει η κάτωθεν αυτού καταπακτή του μηχανοστασίου, διότι εφάπτεται με το δάπεδο του καταστρώματος στην περιοχή της καταπακτής, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί για την αποφυγή ζημιών να προστεθεί εκ των υστέρων από τον αγοραστή πρόχειρο παρέμβυσμα, επιπροσθέτως δε ο μηχανισμός επέκτασης του τραπεζιού είναι επίσης ελαττωματικός, και τα μαξιλάρια δε συνδέονται μεταξύ τους κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, (6) ελαττωματικό, και δη προβληματικά δύσκολο το άνοιγμα της σκάλας του μπάνιου (bathing platphorm ladder), διότι απαιτείται προς τούτο συγκεκριμένος χειρισμός, που δεν είναι ο προβλεπόμενος με βάση τις προδιαγραφές της κατασκευής της, και (7) ελαττωματική προσαρμογή των μαξιλαριών της πλάτης του εξωτερικού σαλονιού του σκάφους, οφειλόμενη κυρίως στο γεγονός ότι έχουν τοποθετηθεί σε μη ευθεία θέση (ανισοσταθμία των στηριγμάτων τους).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το πωληθέν κατά το χρόνο της παράδοσής του στον αγοραστή παρουσίαζε έλλειψη και των κάτωθι αναφερομένων συμφωνημένων ιδιοτήτων, στην ύπαρξη των οποίων ο αγοραστής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να προβεί στην αγορά του, λαμβανομένης υπόψη και της χρήσης, για την οποία το προόριζε ως επαγγελματικό σκάφος αναψυχής, και τις οποίες η πωλήτρια εγγυήθηκε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για ενδεχόμενη έλλειψή τους, διότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνομολογήθηκαν σιωπηρά από τους διαδίκους ώστε να εμπίπτουν στην έννοια της συμφωνημένης ιδιότητας στην πώληση, όπως αυτή εξειδικεύθηκε στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διά της παράδοσης στον αγοραστή του εγχειριδίου του κατασκευαστή του σκάφους και του καταλόγου του εξοπλισμού του με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προδιαγραφές, όπου και προβλέπονται, σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα στην προκειμένη περίπτωση δελτία παραγγελίας και τιμολόγια, και συγκεκριμένα: 1) Οι μηχανές ... 3.0 L προώθησης του σκάφους δεν επιτύγχαναν τη μέγιστη τιμή (4000) των στροφών τους, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή τους, όπερ εντοπίσθηκε και από τον πραγματογνώμονα, ο οποίος σε δοκιμαστικό πλου, που διενήργησε με το σκάφος, διεπίστωσε ότι με τα χειριστήρια και των δύο μηχανών σε κατάσταση πρόσω τερματισμού τους καμία από τις δύο δεν επιτύγχανε τον ανωτέρω μέγιστο αριθμό στροφών, αλλά και από τον τεχνικό σύμβουλο της πωλήτριας Κ., ο οποίος στην προσκομιζόμενη από 7.12.2017 τεχνική έκθεσή του, επίσης το εντοπίζει, παραθέτοντας διάφορες παραμέτρους, που κατά την κρίση του επηρεάζουν την επίτευξη των βέλτιστων στροφών του κινητήρα ενός σκάφους, μεταξύ των οποίων η επιλογή της κατάλληλης προπέλας σε σχέση με το σκάφος και τον κινητήρα, που επίσης εν προκειμένω συνιστά ευθύνη της πωλήτριας και ανάγεται στη δική της σφαίρα, καθώς και από τον τεχνικό Ν.Π., εκπρόσωπο της εταιρίας, που αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα την κατασκευάστρια των μηχανών του σκάφους αλλοδαπή εταιρία, ο οποίος στην προσκομιζόμενη από 25.11.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς τον αγοραστή προτείνει ως λύση στο πρόβλημα των μηχανών την τοποθέτηση καινούριων προπελών, αλλά και από τον τεχνικό της εταιρίας "..." Τ.

Σ., όπως προκύπτει από το επίσης προσκομιζόμενο από τον αγοραστή από 3.10.2014 δελτίο επίσκεψης τεχνικού του ανωτέρω, με την επισήμανση ότι η παράδοση του σκάφους καθυστέρησε για περίπου ένα μήνα με την επίκληση από την πλευρά της πωλήτριας προβλήματος στις μηχανές του (βλ. σχετ. την προσκομιζόμενη από 6.5.2015 ηλεκτρονική επιστολή προς τον αγοραστή του εταίρου της πωλήτριας Ι.

Χ., και την υπ' αριθμ. 1.177/8.12.2016 ένορκη βεβαίωση της συζύγου του αγοραστή Κ. Ρ.). 2) Στο σκάφος τοποθετήθηκαν από την πωλήτρια μπαταρίες εκκίνησης των μηχανών, όχι τύπου AGM, βαθείας φόρτισης, κατά τα προβλεπόμενα από τον κατασκευστή στο παραδοθέν στον αγοραστή εγχειρίδιο λειτουργίας του σκάφους ως στάνταρ εξοπλισμός του, και, συνακόλουθα, κατά τα μεταξύ τους συνομολογηθέντα, όπως προεκτέθηκε, με την επισήμανση ότι η εγκατάσταση των προβλεπομένων μπαταριών είναι ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για ένα επαγγελματικό σκάφος αναψυχής, αλλά μη προδιαγεγραμμένες συμβατικές μπαταρίες τύπου E.C., όπερ επισημαίνεται και από τον τεχνικό σύμβουλο της πωλήτριας εταιρίας Κ., ο οποίος στην από 7.12.2017 τεχνική έκθεσή του επίσης το διαπιστώνει, όπως άλλωστε και ο πραγματογνώμονας, προσθέτοντας ότι, ναι μεν οι μπαταρίες βαθείας φόρτισης είναι τελευταίας τεχνολογίας, και πλέον κατάλληλες από τις συμβατικές, πλην όμως τούτο δεν καθιστά τις συμβατικές μπαταρίες ακατάλληλες, όπερ ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, διότι δεν πρόκειται περί πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος, αλλά περί έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας. 3) Δεν είχαν τοποθετηθεί δυο ράφια στο πλαστικό ανοιγόμενο ντουλάπι κάτω από το cockpit sink της κύριας εισόδου, παρότι υφίστατο η προς τούτο απαιτούμενη υποδομή, όπερ διαπιστώνεται και από τον Κ.

και τον πραγματογνώμονα. 4) Δεν είχε τοποθετηθεί η προβλεπόμενη υποδομή για την ορθή και πλήρη στήριξη του μαξιλαριών ηλιοθεραπείας της πλώρης (sun upholstery on foredeck), και συγκεκριμένα δεν είχαν προσαρμοσθεί σημεία στήριξης για να δεθούν οι ιμάντες του κάτω μέρους των μαξιλαριών. 5) Δεν είχε τοποθετηθεί η προβλεπόμενη συνδετική υποδομή για την τοποθέτηση του μετωπικού και των πλευρικών καλυμμάτων ηλιοπροστασίας (sun protection front & side windows covers).

6) To παροχικό ηλεκτρικό καλώδιο σύνδεσης με την ξηρά δεν ήταν κατάλληλο για ναυτική χρήση (δηλαδή όχι βαρέως τύπου για μηχανικές καταπονήσεις, συνήθως κίτρινου χρώματος), αλλά εργοταξιακού τύπου μπαλαντέζας. Επομένως, ενόψει όσων προεκτέθηκαν, θεμελιώνεται ενδοσυμβατική ευθύνη της πωλήτριας/εναγομένης στην πρώτη αγωγή για την έλλειψη των προαναφερομένων συνομολογημένων ιδιοτήτων και πραγματικών ελαττωμάτων του σκάφους, τα οποία, εφόσον, σε κάθε περίπτωση διαπιστώθηκαν από τον ενάγοντα/αγοραστή οπωσδήποτε εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το αργότερο (γνωστοποιήθηκαν δε στην εναγόμενη δυνάμει της από 14.9.2015 ηλεκτρονικής επιστολής του προς αυτήν), ήτοι εντός έξι (6) μηνών από την παράδοση σ' αυτόν του σκάφους, που έλαβε χώρα στις 28.5.2015, κατά τα προεκτεθέντα, τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης του σκάφους, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του 537 παρ.2 του ΑΚ, ευθύνη αντικειμενική, ήτοι ανεξάρτητη της υπαιτιότητας της εναγομένης πωλήτριας, η οποία δεν επέτυχε να αποδείξει, ως συνάγεται, κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των εισκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, προς ανατροπήν του τεκμηρίου, προκειμένου να ανταποκριθεί στο σχετικό δικονομικό βάρος, όπως έχει εκτεθεί διεξοδικά στη μείζονα σκέψη, ότι αυτό (το καθιερωθέν με την ως άνω διάταξη υπέρ του αγοραστή τεκμήριο) δε συμβιβάζεται εν προκειμένω με τη φύση του πωληθέντος, ή με τη φύση των διαπιστωθέντων ελαττώματος και ελλείψεων, ή ότι τα εν λόγω πραγματικά ελαττώματα δεν υπήρχαν κατά την παράδοση στον αγοραστή του πωληθέντος σκάφους και εμφανίσθηκαν μεταγενέστερα λόγω κακής χρήσης αυτού από τον αγοραστή (ειδικά για την εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, που επηρεάζει και την αξιοπλοϊα του σκάφους, έγινε ανωτέρω αναλυτική αναφορά στην αιτία της, όπως διαπιστώθηκε, όχι μόνον από το διορισθέντα πραγματογνώμονα, αλλά και από τους τεχνικούς Μ.

και Π., και ουδόλως σχετίζεται με κακή χρήση του σκάφους από τον αγοραστή, έλλειψη συντήρησης, ή πλημμελή συντήρηση, προηγούμενη εκτέλεση με αυτό πολύωρων πλόων, ή με οποιουδήποτε είδους τεχνική παρέμβαση/επέμβαση σ' αυτό του αγοραστή, ή εκτέλεση εργασίας, αλλά συνίσταται σε εξαρχής ελαττωματική κατασκευή της γάστρας του πωληθέντος στο σημείο της εισροής, που είναι βέβαιον ότι υπήρχε κατά την παράδοση του σκάφους, εκδηλώθηκε όμως μεταγενέστερα), με την επισήμανση ότι οι περί του αντιθέτου γενικόλογες εκτιμήσεις του τεχνικού συμβούλου της πωλήτριας Κ.

στις προσκομιζόμενες τρεις (3) τεχνικές εκθέσεις, που συνέταξε, περί εμφάνισης των διαπιστωθέντων και από τον πραγματογνώμονα πραγματικών ελαττωμάτων του σκάφους το πρώτον μετά την παράδοση του σκάφους, τα οποία απέδωσε σε κακή χρήση του από τον αγοραστή, δεν αναιρούν πειστικά τις ανωτέρω παραδοχές του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς δεν επιρρωνύονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα....

Ενόψει όσων προεκτέθηκαν ο ενάγων της πρώτης αγωγής/αγοραστής δικαιούται να αξιώσει μείωση του συμφωνημένου τιμήματος της πώλησης, ούτως ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία του πωληθέντος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, δηλαδή με τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, δικαίωμα που παραδεκτά ασκεί με την ως άνω αγωγή του, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.

Μετά ταύτα, δεδομένου ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης η αγοραία (τρέχουσα εμπορική) αξία του σκάφους, ως υγιούς, δηλαδή με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς τα άνω πραγματικά ελαττώματα ταυτιζόταν με το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, που ανερχόταν στο ποσό των 224.135 ευρώ, όπερ δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη της εν λόγω αγωγής, ενώ η κατά τον ίδιο χρόνο αξία του (το γεγονός ότι ένα μέρος του τιμήματος, ποσού 84.000 ευρώ, και όχι ολόκληρο αυτό, πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας εντός έξι (6) μηνών από την άφιξη του σκάφους στη ...

του ..., όπου ορίσθηκε να λάβει χώρα η παράδοσή του, με αποτέλεσμα, κατά τη συμφωνία τους, να εξοφλείται σταδιακά και τμηματικά μέχρι το τέλος του έτους 2019, δε μεταβάλλει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα υπολογισθεί η αξία του σκάφους υγιούς και ελαττωματικού), με τα προαναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα, και τις ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, που επέδρασαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μειωτικά στην αξία του, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το είδος αυτών, αλλά και το γεγονός ότι η αναγραφή στα έγγραφα επιθεώρησης του σκάφους του συμβάντος της εισροής υδάτων στο μηχανοστάσιο, που κατέστησε αυτό αναξιόπλοο από τον εξουσιοδοτημένο ..., επηρεάζει προφανώς την εμπορευσιμότητά του, διότι ο υποψήφιος αγοραστής αποθαρρύνεται στο να προβεί στην αγορά ενός νεότευκτου σκάφους, που εμφανίζει ένα τέτοιο ελάττωμα εντός των πρώτων μηνών, και επιπροσθέτως φοβάται ότι μπορεί να υπάρχουν ή να εμφανισθούν και άλλα κρυμμένα ελαττώματα, ανερχόταν στο ποσό των 130.000 ευρώ, σύμφωνα με το σαφές περί τούτου συμπέρασμα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα Γ., που δεν αντικρούεται πειστικά από τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ..., το μειωμένο τίμημα, ανέρχεται, κατ' εφαρμογήν του τύπου X = ΣχΕ:Α [όπου X είναι το ζητούμενο μειωμένο τίμημα, Σ είναι το συμφωνηθέν αρχικά τίμημα, Ε είναι η αξία του ελλιπούς πράγματος και Α η αξία του ίδιου πράγματος χωρίς ελάττωμα), που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, στο ποσό των 130.000 ευρώ (X = 224.135 (το αρχικά συμφωνηθέν τίμημα) ? 130.000 : 224.135 = 130.000 ευρώ].

Συνεπώς, το συμφωνηθέν τίμημα του ένδικου σκάφους θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 94.135 ευρώ (224.135 - 130.000 = 94.135), πλην όμως ο ενάγων στην πρώτη αγωγή αιτείται για την αιτία αυτή ν' αναγνωρισθεί η μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος του ένδικου σκάφους κατά το έλασσον ποσό των 89.654 ευρώ, διότι προσδιορίζει το μειωμένο τίμημα στο ποσό των 134.481 ευρώ (ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά ελαττώματα και οι ελλείπουσες συμφωνημένες ιδιότητες του σκάφους μειώνουν την αξία του κατά ποσοστό 30%), και, συνακόλουθα, ν' αναγνωρισθεί ότι το τίμημα της πώλησης πρέπει να μειωθεί κατά το αιτούμενο ποσό των 89.654 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, καθώς και ότι ο ενάγων δεν υποχρεούται να καταβάλει στην πωλήτρια/εναγόμενη το υπόλοιπο και πιστωθέν μέρος του τιμήματος των 84.000 ευρώ.

Ακολούθως, ενόψει του ότι ο ενάγων στην πρώτη αγωγή έχει ήδη καταβάλει στην εναγόμενη της αγωγής αυτής έναντι του τιμήματος της πώλησης του σκάφους το ποσό των 140.135 ευρώ, όπερ δεν αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, η εναγόμενη εταιρία είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει στον ενάγοντα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της αγωγής, το ποσό των 5.654 ευρώ, που έχει ήδη αυτός καταβάλει επιπλέον του κατά το αγωγικό αίτημα μειωμένου τιμήματος του σκάφους των 134.481 ευρώ, πλέον τόκων από την επίδοση...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία των άνω ελλείψεων των συμφωνημένων ιδιοτήτων του σκάφους και των πραγματικών ελαττωμάτων, που αυτό παρουσίαζε κατά την παράδοσή του στον αγοραστή, την ύπαρξη των οποίων η πωλήτρια κατά την κατάρτιση της σύμβασης προφανώς εγνώριζε, εφόσον όπως έγινε ήδη δεκτό υφίσταντο κατά την παράδοση του σκάφους, ο αγοραστής δικαιούται, σωρευτικά με το ασκηθέν με την αγωγή του δικαίωμα μείωσης του τιμήματος του πωληθέντος, και αποζημίωσης, η οποία δεν καλύπτεται από την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, την οποία υπέστη, και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τη ύπαρξη των ελαττωμάτων και την έλλειψη των ιδιοτήτων του πράγματος, όπως εκτενώς αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, ο ενάγων στην πρώτη αγωγή επιβαρύνθηκε με τις κάτωθι δαπάνες, οι οποίες, ως απότοκοι της διαπιστωθείσας ελαττωματικότητας του σκάφους, συνιστούν αποκαταστατέα περιουσιακή (θετική) ζημία του: α) Για τη διάγνωση της αιτίας εισροής θαλασσίου νερού, τη ρύθμιση κλίσης των μηχανών και το συγχρονισμό αντίστοιχων οργάνων, καθώς και για τη διάγνωση της αιτίας της μη επίτευξης των μέγιστων στροφών των μηχανών, κατέβαλε αυτός στην εταιρία "...", το ποσό των 861 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (βλ.

σχετ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα στην πρώτη αγωγή υπ' αριθμ. 239/15.3.2016 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ανωτέρω εταιρίας), β) Για την αγορά μπαταριών μάρκας "M.", τύπου "..." 12/90 Ah, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.199,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τον ενάγοντα της πρώτης αγωγής υπ' αριθμ. 55602/16.12,2015 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής), πλην όμως, ο ίδιος αιτείται με την αγωγή του αυτή για την εν λόγω αιτία το έλασσον ποσό των 1.100 ευρώ, το οποίο και πρέπει να του επιδικασθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, και όχι πλέον του αιτηθέντος.

γ) Για τη διενέργεια ελέγχου και τη σύνταξη τεχνικής έκθεσης του ναυπηγού μηχανικού Ε.Μ. αναφορικά με τη διάγνωση των εν λόγω προβλημάτων κατέβαλε στον ανωτέρω το ποσό των 1.230 ευρώ (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τον ενάγοντα στην πρώτη αγωγή, υπ' αριθμ. 1.049/10.2.2016 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του).

Επομένως, ο ενάγων της ανωτέρω αγωγής δικαιούται για τις άνω αιτίες συνολικά το ποσό των 3.191 ευρώ, ... Περαιτέρω, αναφορικά με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης, που αφορούν στη δεύτερη αγωγή, και επίσης προσβάλλονται από την ενάγουσα αυτής με την κρινόμενη από 3.12.2018 .... έφεσή της, λεκτέα τα κάτωθι: Κατόπιν, των προεκτεθεισών παραδοχών και του παρόντος Δικαστηρίου περί της ύπαρξης στο πωληθέν σκάφος κατά την παράδοσή του στον αγοραστή πραγματικών ελαττωμάτων και της έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων του, που απομειώνουν την αξία του κατά το ποσό των 89.654 ευρώ, με αποτέλεσμα το μειωμένο τίμημα του σκάφους να διαμορφώνεται στο ποσό των 134,481 ευρώ, ώστε να ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία του κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, η υποβληθείσα ένσταση του ανωτέρω προσώπου/ εναγομένου στην από 3.8.2016 (με αυξ.

αριθμ. εκθ. καταθ.5950/ 3090/ 9.8.2016) αγωγή της πωλήτριας, με την οποία ασκεί το προβλεπόμενο στο νόμο για την περίπτωση παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης του πωλητή να παραδώσει το πράγμα χωρίς πραγματικά ελαττώματα και με τις συμφωνημένες ιδιότητες δικαίωμά του μείωσης του τιμήματος της πώλησης του σκάφους, και την οποία προέβαλε νομότυπα με τις καταθείσες κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής προτάσεις του, θα πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, συνακόλουθα, ν' απορριφθεί, για το λόγο τούτο, το πρώτο αίτημα της ως άνω αγωγής περί επιδίκασης στην ενάγουσα του ποσού των 84.000 ευρώ, που ζητείται να της καταβληθεί ως πιστωθέν και συμφωνηθέν να εξοφληθεί σε δόσεις εισέτι οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος, καθώς και το επικουρικά προβληθέν αίτημα περί καταβολής σ' αυτήν μόνον των δύο πρώτων οφειλομένων δόσεων του τιμήματος, που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής της, συνολικού ποσού 21.000 ευρώ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 4069/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη την από 22.6.2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε τη μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος του επίδικου σκάφους κατά το ποσό των 89.654 ευρώ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα α) το ποσό των 5.654 ευρώ, ως υπερβάλλον ποσό που είχε ήδη καταβάλλει αυτός έναντι του μειωμένου τιμήματος και β) το ποσό των 3.191 ευρώ, ως θετική ζημία για τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνθηκε λόγω των ελλείψεων και ελαττωμάτων του επίδικου σκάφους, ήτοι συνολικά το ποσό των 8.845 ευρώ, ενώ απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 3.8.2016 αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το αίτημά της για καταβολή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 537, 540 και 543 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το v. 3043/2002, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία α) μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε την 23.4.2015 έγγραφη σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη στην πρώτη αγωγή πώλησε στον ενάγοντα της αγωγής αυτής το περιγραφόμενο σκάφος, αντί συνολικού τιμήματος 224.135 ευρώ, εκ του οποίου κατά το χρόνο υπογραφής του σχετικού συμφωνητικού είχε ήδη καταβληθεί στην πωλήτρια ποσό 140.135 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 84.000 ευρώ συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί σε οκτώ (8) εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 10.500 ευρώ εκάστης, της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας έξι μήνες από την άφιξη του σκάφους στη ..., β) Την 28.5.2015 παραδόθηκε το σκάφος στον αγοραστή στη ...

και έλαβε χώρα παρουσίαση και επίδειξη σ' αυτόν της χρήσης των κινητήρων του και δοκιμή της λειτουργίας τους εν πλω, μετά το πέρας του οποίου (δοκιμαστικού πλου) ο αγοραστής το παρέλαβε, χωρίς να υπογραφεί μεταξύ τους πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, αλλά και χωρίς να προηγηθεί παρουσίαση, επίδειξη και δοκιμή της λειτουργίας των λοιπών επιμέρους συστατικών, μηχανισμών, παραρτημάτων και εξοπλισμού του σκάφους, προκειμένου να διακριβωθεί η καταλληλότητά τους με βάση τη φύση και τον προορισμό τους, και σύμφωνα με τις προδιαγραφές, για την προοριζόμενη χρήση, και να ελεγχθεί η εν γένει κατάστασή τους κατά το χρόνο της παράδοσης του σκάφους στον πωλητή, όπως ρητά προβλεπόταν και στο υπογραφέν μεταξύ των μερών προσύμφωνο πώλησης, και, επομένως, δεν παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα απ' αυτόν, γ) το πωληθέν σκάφος κατά την παράδοσή του στον αγοραστή και τη μετάθεση σ' αυτόν του κινδύνου παρουσίαζε τα αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζει την κατασκευαστική αρτιότητα ενός νεότευκτου σκάφους, που ευλόγως αναμενόταν από τον αγοραστή όταν το παραλάμβανε, καθώς και έλλειψη των αναφερομένων συμφωνημένων ιδιοτήτων, στην ύπαρξη των οποίων ο αγοραστής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να προβεί στην αγορά του και τις οποίες η πωλήτρια εγγυήθηκε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για ενδεχόμενη έλλειψή τους, δ) οι ως άνω ελλείψεις και πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος σκάφους διαπιστώθηκαν από τον ενάγοντα/αγοραστή οπωσδήποτε εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το αργότερο, ήτοι εντός έξι (6) μηνών από την παράδοση σ' αυτόν του σκάφους, που έλαβε χώρα στις 28.5.2015, και επομένως, σε κάθε περίπτωση, τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης του σκάφους, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του 537 παρ.2 του ΑΚ, και ε) δεν αποδείχθηκε ότι το καθιερωθέν με την ως άνω διάταξη υπέρ του αγοραστή τεκμήριο δεν συμβιβάζεται εν προκειμένω με τη φύση του πωληθέντος, ή με τη φύση των διαπιστωθέντων ελαττωμάτων και ελλείψεων, ή ότι τα εν λόγω πραγματικά ελαττώματα δεν υπήρχαν κατά την παράδοση στον αγοραστή του πωληθέντος σκάφους και εμφανίσθηκαν μεταγενέστερα λόγω κακής χρήσης αυτού από τον αγοραστή, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων.

Βάσει δε αυτών των περιστατικών συντρέχει περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης της πωλήτριας, που είναι αντικειμενική, λόγω παράβασης της υποχρέωσής της να παραδώσει το σκάφος με τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, και συνεπώς ο ενάγων της πρώτης αγωγής/αγοραστής δικαιούται να αξιώσει μείωση του συμφωνημένου τιμήματος της πώλησης, ούτως ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία του πωληθέντος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, δηλαδή με τα ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, καθώς και αποζημίωση για τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνθηκε λόγω των ελλείψεων και ελαττωμάτων του επίδικου σκάφους.

Δεδομένου δε ότι, κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης η αγοραία (τρέχουσα εμπορική) αξία του σκάφους, ως υγιούς, δηλαδή με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς τα άνω πραγματικά ελαττώματα ταυτιζόταν με το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, που ανερχόταν στο ποσό των 224.135 ευρώ, ενώ η κατά τον ίδιο χρόνο αξία του με τα προαναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα και τις ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ανερχόταν στο ποσό των 130.000 ευρώ, έπρεπε να μειωθεί το συμφωνηθέν τίμημα του ένδικου σκάφους κατά το αιτούμενο ποσό των 89.654 ευρώ και συνεπώς είχε υποχρέωση η εναγομένη να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό των 5.654 ευρώ, που είχε ήδη αυτός καταβάλει επιπλέον του μειωμένου τιμήματος, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης πωλήτριας και συνακόλουθα του δικαιώματος του ενάγοντος για μείωση του τιμήματος του πωληθέντος σκάφους, το οποίο δικαίωμα και επέλεξε αυτός να ασκήσει, κατόπιν δε αυτού δεν υφίστατο υποχρέωση του εναγομένου στη δεύτερη αγωγή για καταβολή του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος στην ενάγουσα πωλήτρια εταιρία.

Το γεγονός ότι ένα μέρος του τιμήματος, ποσού 84.000 ευρώ, και όχι ολόκληρο, πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, δεν μεταβάλλει το χρονικό σημείο, κατά το οποίο θα υπολογισθεί η αξία του σκάφους υγιούς και ελαττωματικού, αφού, όπως, προεκτέθηκε, για να διαφυλάσσεται η περί του τιμήματος συμβατική βούληση, η μείωση της αξίας του πράγματος από την ανωτέρω αιτία υπολογίζεται βάσει της αναλογίας που υπάρχει, κατά το χρόνο μεταστάσεως του κινδύνου, μεταξύ της αγοραίας τιμής ελαττωματικού και μη πράγματος, ενόψει του ελάχιστου χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης (23.4.2015) και της παράδοσης του πωληθέντος σκάφους (28.5.2015).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων και δη του άρθρου 540 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η αξία του σκάφους έπρεπε να υπολογισθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης της πώλησης και δη κατά το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος, αφού αυτό είχε πιστωθεί εν μέρει, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 513, 522, 534, 537, 540 και 543 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης πρώτης αγωγής, ως προς το προαναφερόμενο αίτημα μείωσης του τιμήματος του πωληθέντος σκάφους και, αντίστοιχα, η απόρριψη της ένδικης δεύτερης αγωγής, ως προς το αίτημα καταβολής του πιστωθέντος μέρους του τιμήματος.

Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης πώλησης η αγοραία (τρέχουσα εμπορική) αξία του σκάφους, με τα προαναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα και τις ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων, που επέδρασαν μειωτικά στην αξία του, ανερχόταν στο ποσό των 130.000 ευρώ, σύμφωνα με το σαφές περί τούτου συμπέρασμα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονα, που δεν αντικρούεται πειστικά από τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη δεν ήταν αναγκαία η παράθεση συγκριτικών στοιχείων προσδιορισμού της αξίας του σκάφους με τα άνω ελαττώματα και ελλείψεις.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την κρίση της περί της αξίας του πωληθέντος σκάφους με τα άνω ελαττώματα και ελλείψεις.

Η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτηση του. Το βάρος απόδειξης φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ.

Επίσης ορίζει ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1693/2017).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, στην περίπτωση που από τις προσαχθείσες αποδείξεις, ανεξάρτητα από ποιος διάδικος τις προσκόμισε, ενόψει του ότι αυτές, κατ' επιταγήν του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθίστανται κοινό αποδεικτικό μέσο, μετά την εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν αυτές επαρκείς προς απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού ή περί του αντιθέτου.

Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την προβολή της αιτίασης αυτής (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1085/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη αποδεχόμενη τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί υπάρξεως ελαττώματος στο πωληθέν σκάφος κατά τον χρόνο μετάστασης του κινδύνου σ' αυτόν, καθώς από την ημερομηνία παράδοσης του σκάφους μέχρι και την εμφάνιση των αναφερθέντων στην αγωγή ελαττωμάτων μεσολάβησε χρονικό διάστημα μικρότερο των 6 μηνών, έσφαλε εφαρμόζοντας το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 537 ΑΚ, καθόσον, ειδικότερα, έκρινε ότι θεμελιώνεται αντικειμενική της ευθύνη, διότι δεν επέτυχε να αποδείξει ότι το άνω τεκμήριο δεν συμβιβάζεται εν προκειμένω με τη φύση του πωληθέντος ή με τη φύση των διαπιστωθέντων ελαττώματος και ελλείψεων, ή ότι τα εν λόγω πραγματικά ελαττώματα δεν υπήρχαν κατά την παράδοση στον αγοραστή του πωληθέντος σκάφους και εμφανίσθηκαν μεταγενέστερα λόγω κακής χρήσης αυτού από τον αγοραστή, ενώ, αποδεχόμενο το Εφετείο ότι το σκάφος έπασχε ήδη από την παράδοσή του από ένα τόσο σοβαρό κατασκευαστικό ελάττωμα, όφειλε αναπόφευκτα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το σκάφος έπρεπε να βάζει νερά από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στη θάλασσα και όχι ύστερα από 6 σχεδόν μήνες χρήσης του από τον αγοραστή.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά το αίτημα μείωσης του τιμήματος του επίδικους σκάφους και, αντίστοιχα, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το αίτημα επιδίκασης του πιστωθέντος τιμήματος, διότι δέχθηκε ανελέγκτως, αφενός μεν ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε ότι το πωληθέν σκάφος είχε ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και πραγματικά ελαττώματα, που διαπιστώθηκαν από τον ενάγοντα/αγοραστή οπωσδήποτε εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το αργότερο, ήτοι εντός έξι (6) μηνών από την παράδοση σ' αυτόν του σκάφους, που έλαβε χώρα στις 28.5.2015, και συνεπώς τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης του σκάφους, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του 537 παρ. 2 του ΑΚ, αφετέρου δε ότι η εναγόμενη/πωλήτρια δεν επέτυχε να αποδείξει, προς ανατροπήν του τεκμηρίου, προκειμένου να ανταποκριθεί στο σχετικό δικονομικό βάρος της, ότι αυτό δεν συμβιβάζεται εν προκειμένω με τη φύση του πωληθέντος, ή με τη φύση των διαπιστωθέντων ελαττώματος και ελλείψεων, ή ότι τα εν λόγω πραγματικά ελαττώματα δεν υπήρχαν κατά την παράδοση στον αγοραστή του πωληθέντος σκάφους και εμφανίσθηκαν μεταγενέστερα λόγω κακής χρήσης αυτού από τον αγοραστή.

Δέχθηκε δηλαδή ότι αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της πρώτης αγωγής πραγματικά περιστατικά και ότι δεν αποδείχθηκαν τα επικαλούμενα από την προς τούτο βαρυνόμενη αναιρεσείουσα περιστατικά προς ανατροπή του άνω τεκμηρίου, χωρίς να αντιστρέψει το αντικειμενικό βάρος απόδειξης. Κατά συνέπεια, ουδόλως έγινε δεκτό από το Εφετείο, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων αμφιβάλλει ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το άνω νόμιμο τεκμήριο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά, στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος ισχυρισμός κρίθηκε εσφαλμένα ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι με τον λόγο αυτό αληθώς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 537 παρ. 2 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι και πάλι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 537 παρ. 2 ΑΚ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η έλλειψη των προαναφερομένων συνομολογημένων ιδιοτήτων και τα άνω πραγματικά ελαττώματα του σκάφους διαπιστώθηκαν από τον ενάγοντα/αγοραστή οπωσδήποτε εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 και άρα τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης του σκάφους, δεδομένου ότι η εναγομένη/πωλήτρια δεν απέδειξε ότι το άνω τεκμήριο δεν συμβιβάζεται εν προκειμένω με τη φύση του πωληθέντος, ή με τη φύση των διαπιστωθέντων ελαττώματος και ελλείψεων, ή ότι τα εν λόγω πραγματικά ελαττώματα δεν υπήρχαν κατά την παράδοση στον αγοραστή του πωληθέντος σκάφους και εμφανίσθηκαν μεταγενέστερα λόγω κακής χρήσης αυτού από τον αγοραστή, πληρούσαν το πραγματικό του καθιερούμενου με τη διάταξη του άρθρου 537 παρ. 2 ΑΚ μαχητού τεκμηρίου.

Οι λοιπές δε αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του εν λόγω μαχητού τεκμηρίου, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).

Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, θεμελιώνοντας την κρίση της περί αξίωσης του αναιρεσίβλητου για μείωση του τιμήματος του πωληθέντος σκάφους, δέχθηκε ότι το αναφερόμενο πραγματικό ελάττωμα που επικαλέστηκε ο αντίδικος, ήτοι εισροή υδάτων στο μηχανοστάσιο, υπήρχε κατά την παράδοση του σκάφους και εκδηλώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς να βασίζεται σε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως δε δεν έλαβε υπόψη της το υπ' αριθ. 45038/18.9.2015 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης, το οποίο πιστοποιεί ότι το σκάφος επιθεωρήθηκε από τον Ελληνικό ...

δύο φορές τόσο στις 10.9.2015 όσο και στις 11.9.2015 και δεν διαπιστώθηκε εισροή υδάτων, ούτε κανένα άλλο πραγματικό ελάττωμα, ενώ ακόμη δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό του αγοραστή ότι δήθεν στις 11.9.2015, ημερομηνία επιθεώρησης του σκάφους μέσα στο νερό, δεν υπήρχε εισροή ύδατος και ότι δήθεν ο αγοραστής εντόπισε την υποτιθέμενη εισροή το πρώτον στις 14.9.2015.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στις ως άνω παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των αναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, της από 24.10.2017 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Χ.

Γ., όλων των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής. Έτσι, στις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι με τον λόγο αυτό αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα έγγραφα τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, κάνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στο άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, ήτοι το υπ' αριθ. 45038/18.9.2015 Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τα οικεία σκέλη του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του και άφησε αναπάντητους ουσιώδεις ισχυρισμούς της και ειδικότερα ότι α) δεν έλαβε υπόψη του, αν και προτάθηκε, ότι ο αγοραστής αναχώρησε απροειδοποίητα από την ...

στις 20.6.2015, γεγονός που αποτελεί ανεπιφύλακτη παραλαβή του πωληθέντος σκάφους, αν δε ελάμβανε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό θα εφάρμοζε τον κανόνα του άρθρου 545 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο λογίζεται ότι αποδέχθηκε το ελάττωμα, β) δεν έλαβε υπόψη του το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το επίδικο σκάφος, το δήθεν αναξιόπλοο, είχε συμπληρώσει 187 ώρες λειτουργίας των μηχανών του στις 7.10.2017, ο δε αγοραστής ζήτησε τη μείωση του τιμήματος και όχι την αναστροφή της πώλησης, πράγματα που προτάθηκαν και αποδεικνύουν ότι το σκάφος είναι πλήρως αξιόπλοο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό για τον οποίο αποκτήθηκε, γ) δεν έλαβε υπόψη του το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το επίδικο σκάφος επιθεωρήθηκε δύο φορές από τον Ελληνικό ..., τόσο στις 10.9.2015 όσο και στις 11.9.2015, και δεν διαπιστώθηκε εισροή υδάτων, ούτε κανένα άλλο πραγματικό ελάττωμα, και δ) δεν έλαβε υπόψη του τον υπ' αριθ. 3 όρο του οριστικού συμφώνου πώλησης σκάφους, με τον οποίο συμφώνησαν ότι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 537 ΑΚ, ο αντίδικος έπρεπε να της γνωστοποιήσει τυχόν πραγματικό ελάττωμα του σκάφους εντός 4 μηνών από την παράδοσή του, αν δε ελάμβανε υπόψη του τον όρο αυτό θα οδηγείτο στην κρίση ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος στο πωληθέν κατά τον χρόνο μετάστασης του κινδύνου βαραίνει τον αντίδικο, πλην όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το επικαλούμενο από τον αντίδικο πραγματικό ελάττωμα διαπιστώθηκε εντός της 4μηνης συμφωνηθείσας προθεσμίας, αλλά για πρώτη φορά γίνεται επίσημα λόγος για εισροή ύδατος κατά την επιθεώρηση του σκάφους στις 3.11.2015 και συνεπώς είναι προφανές ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το τεκμήριο του άρθρου 537 ΑΚ, ενώ αν γίνει δεκτό ότι η εισροή ύδατος διαπιστώθηκε την 3.11.2015, τότε το βάρος απόδειξης της ύπαρξης του ελαττώματος κατά την παράδοση του σκάφους βαρύνει τον αντίδικο.

Ωστόσο, οι ως άνω υπό στοιχ. α', β' και γ' αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενώ η υπό στοιχ.

δ' αιτίαση είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι ο σχετικός ισχυρισμός της προβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε α) ότι ο αγοραστής παρέλαβε το σκάφος την 28.5.2015, χωρίς να υπογραφεί μεταξύ των διαδίκων πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, αλλά και χωρίς να προηγηθεί παρουσίαση, επίδειξη και δοκιμή της λειτουργίας των λοιπών επιμέρους συστατικών, μηχανισμών, παραρτημάτων και εξοπλισμού του σκάφους, προκειμένου να διακριβωθεί η καταλληλότητά τους με βάση τη φύση και τον προορισμό τους, και σύμφωνα με τις προδιαγραφές, για την προοριζόμενη χρήση, και να ελεγχθεί η εν γένει κατάστασή τους κατά το χρόνο της παράδοσης του σκάφους στον πωλητή, όπως ρητά προβλεπόταν και στο υπογραφέν μεταξύ των μερών προσύμφωνο πώλησης, και, επομένως, δεν παραλήφθηκε ανεπιφύλακτα από τον αγοραστή, β) ότι ο αγοραστής πράγματι προέβη σε χρήση του σκάφους κατά το θέρος του έτους 2015 (επί συνολικά 60 ώρες περίπου), και ακολούθως απέστειλε διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους εκπροσώπους της εναγομένης την από 14.9.2015 επιστολή του, στην οποία εξέθετε ότι διαπίστωσε πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων στο πωληθέν, όπως αυτά παρατίθενται στην εν λόγω επιστολή, γ) ότι στις 3.11.2015 εκδόθηκε από τον επιθεωρητή του Ελληνικού Ν.Θ.Μ.

βεβαιωτικό επιθεώρησης πλοίου μετά από βλάβη, σύμφωνα με το οποίο κατόπιν επιθεώρησης του εν λόγω σκάφους, που έλαβε χώρα στις 3.11.2015, σχετικά με βλάβη που αναφέρθηκε ότι αυτό υπέστη στις 14.9.2015, ήτοι εισροή θαλασσινού νερού στο πρυμναίο δεξιό τμήμα του στο σημείο σύνδεσης της δεξιάς μηχανής με τον καθρέπτη της γάστρας, διαπιστώθηκε από το διενεργήσαντα την επιθεώρηση η ανωτέρω εισροή θαλασσινού νερού στο συγκεκριμένο σημείο της γάστρας και υποδείχθηκε στον πλοιοκτήτη η εργασία της πλήρους αποκατάστασης της εισροής, μέχρι την επίτευξη της οποίας ήρθη η ισχύς του υπ' αριθ. 45038/18.9/2015 πρωτοκόλλου γενικής επιθεώρησης μικρού επιβατηγού πλοίου, που είχε εκδοθεί από το ίδιο πρόσωπο, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού ..., επίσης κατόπιν αυτοψίας, που διενεργήθηκε απ' αυτόν στο σκάφος, ενώ βρισκόταν ελλιμενισμένο στο ..., στις 11.9.2015, κατά την οποία ουδέν διαπιστώθηκε, και δ) ότι το πωληθέν σκάφος κατά την παράδοσή του στον αγοραστή και τη μετάθεση σ' αυτόν του κινδύνου παρουσίαζε έλλειψη των αναφερομένων συμφωνημένων ιδιοτήτων και τα αναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα, τα οποία διαπιστώθηκαν από τον ενάγοντα οπωσδήποτε εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το αργότερο και γνωστοποιήθηκαν στην εναγόμενη δυνάμει της από 14.9.2015 ηλεκτρονικής επιστολής του προς αυτήν, ήτοι όχι μόνο πριν την πάροδο εξαμήνου από την παράδοση σ' αυτόν του σκάφους, που έλαβε χώρα στις 28.5.2015, αλλά και πριν την πάροδο τετραμήνου, και συνεπώς τεκμαίρεται ότι υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της παράδοσης του σκάφους, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του 537 παρ.2 του ΑΚ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 558/2021, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 522/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011, ΑΠ 839/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να κάνει δεκτό το αίτημα του αντιδίκου για μείωση του τιμήματος του σκάφους, αναφέρει τα ελαττώματα που επέδρασαν μειωτικά στην αξία του πωληθέντος σκάφους, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και το είδος τους, αλλά και το γεγονός ότι η αναγραφή στα έγγραφα επιθεώρησης του σκάφους του συμβάντος της εισροής υδάτων επηρεάζει την εμπορευσιμότητά του, πλην όμως, λαμβάνοντας υπόψη την αναγραφή του συμβάντος της εισροής υδάτων στα έγγραφα της επιθεώρησης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς δεν προσκομίστηκε ενώπιόν του κανένα ναυτιλιακό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η αναξιοπλοϊα του σκάφους, ακριβώς γιατί σε κανένα ναυτιλιακό έγγραφο του σκάφους δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ιστορικό ζημιών, ακόμη δε και αν υπήρχε το αναφερόμενο πραγματικό ελάττωμα, αυτό επισκευάσθηκε σύμφωνα με το Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης του ...

με ισχύ από 12.4.2018 έως 10.4.2020, η ύπαρξη του οποίου έγινε γνωστή στο Εφετείο, πλην όμως αυτό αρνήθηκε να το λάβει υπόψη και να ζητήσει από τον αντίδικο να το προσκομίσει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγω της αοριστίας του, αφού αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, αφετέρου δε δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του έγγραφο που προσκομίσθηκε νόμιμα από τους διαδίκους και δη το Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης του ...

με ισχύ από 12.4.2018 έως 10.4.2020, αντίθετα μάλιστα αναφέρεται ότι όφειλε το Εφετείο να ζητήσει από τον αντίδικό της να προσκομίσει το έγγραφο αυτό. Σημειωτέον δε ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα υπέβαλε με την προσθήκη - αντίκρουση των κατατεθεισών κατά τη συζήτηση της έφεσης προτάσεών της αίτημα επίδειξης εγγράφου κατ' άρθρον 451 του ΚΠολΔ, και δη του αναφερόμενου στην προσκομισθείσα από την ίδια εκτύπωση από ηλεκτρονικό υπολογιστή υπό στοιχεία .../4662 Πρωτόκολλου Γενικής Επιθεώρησης πλοίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνές Γραφείο Επιθεωρήσεων Πλοίων Α.Ε.", το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης 12.4.2018 και λήξης 10.4.2020, πλην όμως το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση προεχόντως ως απαράδεκτο, διότι υποβλήθηκε με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της και σε κάθε περίπτωση με την επάλληλη αιτιολογία "...

πολλώ δε μάλλον που εκ του περιεχομένου του ιδίου του ανωτέρω εγγράφου, που προσκομίζεται από την αιτούσα διάδικο, δεν προκύπτει ότι το σ' αυτό αναφερόμενο Πρωτόκολλο, του οποίου ζητείται η επίδειξη, αφορά όντως στο επίμαχο σκάφος.". Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι αν το Εφετείο είχε τάξει αποδείξεις για το σκοπό αυτό, τότε θα αποδεικνυόταν η βασιμότητα των ισχυρισμών της περί αξιοπλοϊας του σκάφους, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Το άρθρο 158 ΑΚ ορίζει ότι "...η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" και το άρθρο 159 του ΑΚ ορίζει ότι "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη". Επίσης, το άρθρο 164 του ΑΚ ορίζει ότι "...ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της".

Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.

Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 639/2023, ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής.

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε (ΑΠ 984/2021, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 600/2017).

Τέλος, η κατάργηση της σύμβασης είναι επίσης σύμβαση, με την οποία αίρεται ή καταργείται προηγούμενη συμφωνία των μερών και διέπεται ως προς την κατάρτισή της από τις διατάξεις των άρθρων 185 επ. ΑΚ (ΑΠ 984/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, και τα ακόλουθα, σχέση έχοντα με τη δεύτερη από 3.8.2016 ένδικη αγωγή και δη το αίτημα αποζημίωσης της ενάγουσας με βάση την από 21.11.2014 καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση διαχείρισης -συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους: "Περαιτέρω, αναφορικά με τις λοιπές ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής οι οποίες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή, απορρέουν από την από 21.11.2014 εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους αντί αμοιβής/προμηθείας της, την οποία (σύμβαση) φέρεται ότι παραβίασε ο εναγόμενος/αγοραστής του σκάφους, και αφορούν κυρίως σε διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας λόγω απώλειας ναύλων για το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης, άλλως επικουρικώς σε απολεσθέντα κέρδη αυτής από τις ήδη συναφθείσες ναυλώσεις του σκάφους, καθώς και σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, που υπέστη εξαιτίας της φερομένης παραβίασης από τον εναγόμενο των συμβατικών υποχρεώσεών του, και ειδικότερα συνίσταται σε καταβληθείσες από την ίδια δαπάνες του σκάφους, οι οποίες όμως, με βάση όρο του ανωτέρω υπογραφέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, βαρύνουν τον αντίδικό της, λεκτέα τα κάτωθι:

Η ανωτέρω σύμβαση διαχείρισης, που πράγματι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων με το περιεχόμενο, που έχει ήδη αναφερθεί, λύθηκε με νεότερη προφορική συμφωνία τους, που έλαβε χώρα περί το μέσον του μηνός Ιουνίου του έτους 2015, και δεν περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο, με αποτέλεσμα οι εξ αυτής φερόμενες ως απορρέουσες αξιώσεις της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής, να μην οφείλονται, όπως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δύναται να συναχθεί ιδίως από τα κάτωθι:

Στην από 11.6.2015 ηλεκτρονική επιστολή, που ο εναγόμενος απέστειλε στην ενάγουσα, αφού διατυπώνει παράπονα για τη μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο επικοινωνία του με τους συνεργάτες της, ακολούθως αναφέρει ότι: "...Έχω τόσα παραδείγματα πια που με κάνουν πλέον να έχω σίγουρη εικόνα ότι η πρόθεσή μου αυτή δε μπορεί τελικά να επιτευχθεί διότι μου έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη Επομένως, μετά από ώριμη σκέψη, σε ενημερώνω δια του παρόντος μηνύματος μου ότι δεν προτίθεμαι να προχωρήσω σε καμία ναύλωση του σκάφους μου για το έτος 2015 και εάν και εσύ το επιθυμείς, για το μέλλον να το συζητήσουμε το επόμενο έτος και το εκτιμούμε τότε.

Οπότε παρακαλώ να δώσεις τις κατάλληλες οδηγίες στους συνεργάτες σου προκειμένου να μου παραδοθεί το σκάφος μου σύμφωνα με τους όρους του μεταξύ μας Ιδιωτικού Συμφωνητικού Αγοραπωλησίας". Επακολούθησε σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής η αποστολή στον εναγόμενο της από 17.6.2015 ηλεκτρονικής επιστολής του Ι.

Χ., εταίρου της ενάγουσας, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό της, ουσιαστικά αποδέχεται την προταθείσα από τον εναγόμενο λύση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, και προτείνει μελλοντική συνεργασία τους για τα επόμενα έτη, όπως αυτός το επιθυμεί, αναφέροντας συγκεκριμένα τα εξής: "...2. Αφού γνωρίσεις, χαρείς και χορτάσεις το σκάφος σου θα μιλήσουμε για να βρούμε ένα τρόπο συνεργασίας στο μέλλον.

Αυτό μπορεί να γίνει για το 2016 ή ακόμα και για το 2017, όπως επιθυμείς. Το σκάφος έχει ζήτηση, θα βάλεις εσύ τους κανόνες, θα ενημερώνουμε τους πελάτες και όποιος συμφωνεί θα κλείνουμε τις συμφωνίες ναύλωσης. Για φέτος μάλλον από δική αμέλεια, δηλ. μη επικοινωνώντας με σαφήνεια τις επιθυμίες σου, δημιουργήθηκαν παρεξηγήσεις. 3.

Για τους ναύλους που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί θα σε παρακαλούσα να τους εκτελέσουμε, γιατί θα εκτεθούμε ανεπανόρθωτα. Είναι 3 μονοβδόμαδοι ναύλοι, και αν τους ακυρώσουμε δεν έχουμε εναλλακτικές λύσεις να προσφέρουμε στους πελάτες...". Περαιτέρω στην από 29.6.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς τον εναγόμενο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας Χ.

Χ., που ως εκ της ιδιότητάς του είναι αυτός, που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου, προς άρση πάσης αμφιβολίας, σαφώς επιβεβαιώνει την ήδη επελθούσα λύση της σύμβασης, ζητώντας την υπογραφή συμφωνητικού λύσης, και αναφέροντας συγκεκριμένα τα εξής; "...Από τις προφορικές μας συζητήσεις αντιλαμβάνομαι ότι δεν επιθυμείς την πραγματοποίηση του συμφωνητικού διαχείρισης.

Θα ήθελα επομένως να καταρτίσουμε ένα καινούριο συμφωνητικό, το οποίο θα ανακαλεί το υπάρχον". Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί σύναψης νεότερης συμφωνίας μεταξύ των μερών, με την οποία λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, και όχι νεότερης συμφωνίας τους με περιεχόμενο να μην ισχύσει η σύμβαση μόνον για το έτος 2015, πλην των ήδη συναφθεισών ναυλώσεων, αλλά να ισχύσει κανονικά για τα επόμενα έτη, όπως προβλεπόταν στο σχετικώς υπογραφέν ιδιωτικό συμφωνητικό, επιρρωνύεται και από το ότι στην ανωτέρω ηλεκτρονική επιστολή ουδέν περί τούτου διαλαμβάνεται, ως ευλόγως θα αναμενόταν, ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται στον αποδέκτη της επιστολής, προκειμένου να αποσαφηνισθεί πλήρως το περιεχόμενο της νέας συμφωνίας διαχείρισης, αντίθετα μάλιστα ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας επισημαίνει στον αγοραστή ότι υφίσταται μεταξύ τους οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος της πώλησης του σκάφους, ποσού 84.000 ευρώ, και του ζητά να τον ενημερώσει περί του τρόπου, με τον οποίο προτίθεται αυτός να το εξοφλήσει, όπερ, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, δεν θα αναφερόταν εάν η σύμβαση διαχείρισης, στην οποία προβλέπεται ότι το τίμημα θα αποπληρωνόταν σταδιακά διά της παρακράτησης από την ενάγουσα, πέραν της προμήθειάς της για τη διαμεσολάβησή της στην κατάρτιση των ναυλώσεων, και του υπολοίπου ποσού του κάθε φορά συμφωνηθέντος ναύλου, που, επομένως, δεν θα αποδίδετο στον πλοιοκτήτη, αλλά θα καταλογιζόταν σε εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος, εξακολουθούσε να ισχύει, καθώς εκ των πραγμάτων προϋποθέτει την ήδη επελθούσα λύση της, με αποτέλεσμα να ανακύπτει πλέον ζήτημα επίτευξη συμφωνίας τους, που θα αφορά σε άλλον κοινώς αποδεκτό τρόπο αποπληρωμής του ανεξόφλητου μέρους του τιμήματος από τον αγοραστή του σκάφους, αφού ο ρητά καθοριζόμενος στη λυθείσα σύμβαση δε μπορεί πλέον να τύχει εφαρμογής.

Περαιτέρω, στην από 8.7.2015 ηλεκτρονική επιστολή του εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Χ., απευθυνόμενη προς τον εναγόμενο, επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά η λύση της σύμβασης διαχείρισης, καθώς εκτίθεται "...2. Πρέπει να ακυρωθεί το συμφωνητικό διαχείρισης. Μου έγραψες να σου στείλω ένα σχέδιο σχετικά. Σε παρακαλώ ετοίμασέ το εσύ.

Πιστεύω ότι θα το κάνεις καλύτερα. Ευχαριστώ.". Επίσης, ο εναγόμενος στην από 14.9.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς την ενάγουσα (και συγκεκριμένα προς τον Ι.Χ.) αναφέρει, μεταξύ άλλων "...συνημμένα σου στέλνω το συμφωνητικό λύσης της σύμβασης διαχείρισης που μου είχες ζητήσει". Εκ της παράθεσης των ανωτέρω ηλεκτρονικών επιστολών, που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, σαφώς συνάγεται κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου ότι η εν λόγω σύμβαση διαχείρισης λύθηκε συναινετικά, επελθούσας περί αυτού σύμπτωσης των δηλώσεων βούλησης των σ' αυτήν συμβληθέντων, διά της πρότασης της λύσης από τον εναγόμενο της δεύτερης αγωγής και της αποδοχής της υποβληθείσας πρότασης από την αντισυμβαλλομένη του εταιρία, και εκκρεμούσε η υπογραφή απ' αυτούς σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, που τελικά ουδέποτε έλαβε χώρα.

Και ναι μεν στην ανωτέρω σύμβαση διαχείρισης προβλέπεται ρητά ότι "οποιαδήποτε τροποποίηση της παρούσας θα πραγματοποιείται και αποδεικνύεται μόνον εγγράφως, αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου", πλην όμως ο ανωτέρω όρος ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο κύρος της περί λύσης της σύμβασης κατά τα ανωτέρω μεταγενεστέρως καταρτισθείσας συμφωνίας των διαδίκων, διότι, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται στο άρθρο 361 του ΑΚ, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να καθιερώσουν το έγγραφο ως συστατικό ή αποδεικτικό τύπο της δικαιοπραξίας, δηλαδή να συμφωνήσουν ότι η πραγμάτωση κάποιων όρων της συμφωνίας ή εκτέλεση γεγονότος θα γίνεται ή θα αποδεικνύεται με την κατάρτιση έγγραφου, όπως συνέβη εν προκειμένω, πλην όμως μια τέτοια συμφωνία είναι δυνατόν, κατά την διάρκειά της, να τροποποιηθεί είτε ρητά είτε σιωπηρά, χωρίς να απαιτείται για την τροποποίησή της να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, που ορίσθηκε από τα μέρη, καθώς η διάταξη του άρθρου 164 του ΑΚ, που καθιερώνει την τήρηση τύπου και για τις τροποποιήσεις της δικαιοπραξίας αναφέρεται σε τροποποιήσεις δικαιοπραξίας, για την οποία ορίζεται ο τύπος από τον νόμο, και όχι από τα μέρη, όπως εν προκειμένω, πολλώ δε μάλλον που ως τροποποίηση δε νοείται η ολική η μερική κατάργηση ή παραίτηση από όρο της δικαιοπραξίας, η οποία μπορεί, σε κάθε περίπτωση να γίνει χωρίς την τήρηση τύπου, με νεότερη συμφωνία ρητή ή σιωπηρή, εκτός εάν ειδικά ο νόμος προβλέπει την τήρηση τύπου, όπερ δεν ισχύει στη κρινόμενη περίπτωση.

Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι κοινή βούληση αμφοτέρων των διαδίκων μερών ήταν να μην ισχύσει το ως άνω από 21.11.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης και οι επιμέρους όροι αυτού, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της οφείλονται τα προαναφερθέντα αγωγικά κονδύλια, τα οποία ζητά να της επιδικασθούν ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την φερόμενη παράβαση από τον εναγόμενο των εκ της σύμβασης αυτής απορρεουσών υποχρεώσεών του, και τα οποία για το λόγο αυτό πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του, επίσης απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, και, συνακόλουθα, και τη δεύτερη αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις, κατέληξε στο σωστό συμπέρασμα, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης από 3.12.2018 ...

έφεσής της απορριπτομένων ως αβασίμων, και, κατόπιν τούτου, και της έφεσης αυτής στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό έβδομο λόγο της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 3409/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια της από 3.8.2016 ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, που στηρίζονταν στην από 21.11.2014 εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους, ήτοι α) της καταβολής του ποσού των 124.080 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της αποθετικής της ζημίας, άλλως επικουρικώς του ποσού των 4.425 ευρώ, και β) της καταβολής του ποσό των 1.986,60 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής περιουσιακής ζημίας της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της λύσεως της από 21.11.2014 εγγράφως καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβαση διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους με νεότερη συμφωνία, τον Ιούνιο του 2015, με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων να μην ισχύσει, δηλαδή να καταργηθεί, κατόπιν συμφωνίας τους το άνω από 21.11.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 158, 159, 164, 185, 189, 192 και 361 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η από 21.11.2014 σύμβαση διαχείρισης - συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους λύθηκε με νεότερη συμφωνία των διαδίκων τον Ιούνιο του 2015, με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων να μην ισχύσει, δηλαδή να καταργηθεί, κατόπιν συμφωνίας τους, το άνω από 21.11.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης και οι επιμέρους όροι αυτού, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ενδοσυμβατική ευθύνη του αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι ο εναγόμενος απέστειλε στην ενάγουσα την από 11.6.2015 ηλεκτρονική επιστολή, στην οποία αναφέρει ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε καμία ναύλωση του σκάφους του για το έτος 2015 και για το μέλλον να το συζητήσουν το επόμενο έτος, β) ότι επακολούθησε σε απάντηση της ανωτέρω επιστολής η αποστολή στον εναγόμενο της από 17.6.2015 ηλεκτρονικής επιστολής του Ι.

Χ., εταίρου της ενάγουσας, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό της, ουσιαστικά αποδέχεται την προταθείσα από τον εναγόμενο λύση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, και προτείνει μελλοντική συνεργασία τους για τα επόμενα έτη, όπως αυτός το επιθυμεί, γ) ότι στην από 29.6.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς τον εναγόμενο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας Χ.

Χ., προς άρση πάσης αμφιβολίας, σαφώς επιβεβαιώνει την ήδη επελθούσα λύση της σύμβασης, ζητώντας την υπογραφή συμφωνητικού λύσης, δ) ότι στην από 8.7.2015 ηλεκτρονική επιστολή του εκπροσώπου της ενάγουσας Ι. Χ., απευθυνόμενη προς τον εναγόμενο, επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά η λύση της σύμβασης διαχείρισης, και ε) ότι ο εναγόμενος στην από 14.9.2015 ηλεκτρονική επιστολή του προς την ενάγουσα απέστειλε σ' αυτήν το αιτηθέν συμφωνητικό λύσης της σύμβασης διαχείρισης.

Από την παράθεση δε των ανωτέρω ηλεκτρονικών επιστολών, που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση διαχείρισης λύθηκε συναινετικά, επελθούσας περί αυτού σύμπτωσης των δηλώσεων βούλησης των σ' αυτήν συμβληθέντων, διά της πρότασης της λύσης από τον εναγόμενο της δεύτερης αγωγής και της αποδοχής της υποβληθείσας πρότασης από την αντισυμβαλλομένη του εταιρία και δη αρχικά από τον εταίρο της ενάγουσας Ι.

Χ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της, και στη συνέχεια και από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Χ. Χ., ο οποίος επιβεβαίωσε την ήδη επελθούσα λύση της σύμβασης, και εκκρεμούσε η υπογραφή απ' αυτούς σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού, που τελικά ουδέποτε έλαβε χώρα. Και ναι μεν στην ανωτέρω σύμβαση διαχείρισης προβλέπεται ρητά ότι "οποιαδήποτε τροποποίηση της παρούσας θα πραγματοποιείται και αποδεικνύεται μόνον εγγράφως, αποκλεισμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου", πλην όμως ο ανωτέρω όρος ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο κύρος της περί λύσης της σύμβασης μεταγενεστέρως καταρτισθείσας συμφωνίας των διαδίκων, διότι, όπως προεκτέθηκε, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του οποίου, υπό την επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο προσκομισθέντος εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 29.6.2015 ηλεκτρονικής επιστολής του νομίμου εκπροσώπου της, Χ.

Χ., δεχόμενο εσφαλμένα ότι αυτός με την άνω επιστολή του ζήτησε την εξόφληση του υπολοίπου των 84.000 ευρώ, επειδή αποδέχθηκε δήθεν ότι το επίμαχο συμφωνητικό διαχείρισης δεν ίσχυε πλέον, ενώ αυτός ζήτησε την εξόφληση του υπολοίπου των 84.000 ευρώ, ως προϋπόθεση για την ανάκληση του παλαιού συμφωνητικού διαχείρισης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και δη ότι έλαβε χώρα σύναψη νεότερης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, με την οποία λύθηκε η μεταξύ τους από 21.11.2014 εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση διαχείρισης -συνεκμετάλλευσης του πωληθέντος σκάφους.

Προς επίρρωση δε της κρίσης αυτής και μόνον αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι με την ανωτέρω ηλεκτρονική επιστολή ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας επισημαίνει στον αγοραστή ότι υφίσταται μεταξύ τους οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος της πώλησης του σκάφους, ποσού 84.000 ευρώ, και του ζητά να τον ενημερώσει περί του τρόπου, με τον οποίο προτίθεται αυτός να το εξοφλήσει, από την οποία επισήμανση αντλεί το Εφετείο το επιχείρημα ότι τούτο δεν θα αναφερόταν εάν η σύμβαση διαχείρισης, στην οποία προβλέπεται ότι το τίμημα θα αποπληρωνόταν σταδιακά διά της παρακράτησης από την ενάγουσα, πέραν της προμήθειάς της για τη διαμεσολάβησή της στην κατάρτιση των ναυλώσεων, και του υπολοίπου ποσού του κάθε φορά συμφωνηθέντος ναύλου, που, επομένως, δεν θα αποδίδετο στον πλοιοκτήτη, αλλά θα καταλογιζόταν σε εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος, εξακολουθούσε να ισχύει, καθώς εκ των πραγμάτων προϋποθέτει την ήδη επελθούσα λύση της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΑΠ 294/2023, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 43/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ "αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση, αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον υφίσταται εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογικής σχέσης.

Η αναβολή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στην κατ' έφεση δίκη, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 718/2021, ΑΠ 609/2014, ΑΠ 537/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγομένη-ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής ποινική διαδικασία, που έχει εκκινήσει εξ αφορμής υποβολής από την ίδια σε βάρος του αντιδίκου της και του επιθεωρητή του Ελληνικού ...

Θ. Μ. της υπό στοιχεία ΑΒΜ Α16/... μήνυσής της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση του ανωτέρω και της απάτης στο δικαστήριο, και παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως κατηγορούμενοι για τις πράξεις αυτές.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού, όπως προεκτέθηκε, αρχικά δέχθηκε ότι κατόπιν της επιθεώρησης του σκάφους ο διενεργήσας αυτήν επιθεωρητής του Ελληνικού ... παρέδωσε ως εκ περισσού στον πλοιοκτήτη, ενάγοντα της πρώτης αγωγής και εναγόμενο της δεύτερης αντίστοιχα, και έτερο έγγραφο, που υπογράφεται από τον ίδιο, και τιτλοφορείται "έκθεση επιθεώρησης μικρού σκάφους μετά από βλάβη/ζημία", στο οποίο έχει τεθεί από τον υπογράψαντα αυτό ως ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου και σύνταξής του η 14η.9.2015, προφανώς εκ παραδρομής, "...όπως κατωτέρω εκτενώς θα αναφερθεί κατά την εξέταση της βασιμότητας του υποβληθέντος αιτήματος ...

περί αναβολής της συζήτησης με βάση τη διάταξη του άρθρου 250 του ΚΠολΔ...", όπως επί λέξει ανέφερε, στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω η εκκαλούσα της από 3.12.2018 ... έφεσης/εναγόμενη της πρώτης αγωγής με τις προτάσεις της, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλλει αίτημα αναβολής της συζήτησης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής ποινική διαδικασία, που έχει εκκινήσει εξ αφορμής υποβολής από την ίδια σε βάρος του αντιδίκου της και του επιθεωρητή του Ελληνικού ...

Θ. Μ. της υπό στοιχεία ΑΒΜ Α16/... μήνυσής της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, κατόπιν της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απάτη στο δικαστήριο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (σε βάρος του Μ.) και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση του ανωτέρω και της απάτης στο δικαστήριο (σε βάρος του Μ.) αντίστοιχα, που αφορούν στην αναγραφή από τον Μ.

της ημερομηνίας 14.9.2015 στο έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται "έκθεση επιθεώρησης μικρού σκάφους μετά από βλάβη/ζημία", και για το οποίο έχει ήδη γίνει λόγος ανωτέρω, ως ημερομηνίας διενέργειας της επιθεώρησης απ' αυτόν του επίμαχου σκάφους, και έχουν αμφότεροι παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν ως κατηγορούμενοι για τις πράξεις αυτές.

Το εν λόγω αίτημα, όμως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ανωτέρω εκκρεμής ποινική υπόθεση δεν επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, ούτε με την αναβολή της παρούσας πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η εν λόγω ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της ασκηθείσας και εκκρεμούς ενώπιον του αγωγής του εκ των κατηγορουμένων Ι.

Μ. σε βάρος της μηνύτριας εταιρίας (της πρώτης αγωγής, όπως αναφέρεται στην παρούσα απόφαση), καθώς το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης επί της ουσιαστικής βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών από την εκτίμηση του συνόλου των ήδη προσκομισθέντων από τους διαδίκους σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας αποδεικτικών μέσων.

Πολλώ δε μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση η αναγραφή της ημερομηνίας 14.9.2015 στο ανωτέρω έγγραφο, που παραδόθηκε στον πλοιοκτήτη, ως ημερομηνίας διενέργειας του ελέγχου του σκάφους και σύνταξης του συγκεκριμένου εγγράφου, τέθηκε προφανώς εσφαλμένα από τον συντάκτη του, επιθεωρητή του Ελληνικού ..., ο οποίος εκ παραδρομής έθεσε την ημερομηνία, κατά την οποία γνωστοποιήθηκε στον Ελληνικό ...

η βλάβη/ζημία του σκάφους, όπως επίσης αναφέρεται ρητά στο ίδιο το έγγραφο, ως ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης από τον ίδιο του σκάφους και σύνταξης της έκθεσής του, αντί του ορθού 3.11.2015, που ρητά αναφέρεται ως ημερομηνία διεξαγωγής της ίδιας επιθεώρησης του αυτού σκάφους στο επίσης συνταχθέν από το αυτό πρόσωπο με ημερομηνία 3.11.2015 "βεβαιωτικό επιθεώρησης πλοίου μετά από βλάβη/ζημία", το οποίο επίσης παραδόθηκε στον πλοιοκτήτη, και του οποίου το περιεχόμενο στα ουσιώδη σημεία του ταυτίζεται εν πολλοίς με το περιεχόμενο της ανωτέρω έκθεσης επιθεώρησης, στην οποία αναφέρονται οι αξιόποινες πράξεις, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, ούτως ώστε ουδεμία αμφιβολία να προκύπτει περί του ότι έχουν αμφότερα συνταχθεί με αφορμή το αυτό βιοτικό συμβάν".

Ήδη, με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κρίνοντας ότι ο διενεργήσας την επιθεώρηση παρέδωσε εκ περισσού στον πλοιοκτήτη και έτερο έγγραφο, στο οποίο εκ παραδρομής τέθηκε ως ημερομηνία συντάξεώς του η 14.9.2015, καθώς όχι μόνο απέρριψε το υποβληθέν αίτημά της για αναβολή της συζήτησης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής ποινική διαδικασία, αλλά προχώρησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του σε διατύπωση κρίσης επί της ποινικής υποθέσεως, αποφαινόμενο για τη συνδρομή ή μη του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, πλην όμως αρμοδιότητα επί της ουσίας της ποινικής υποθέσεως έχει μόνο το ποινικό δικαστήριο και ο αρμόδιος εισαγγελέας, που έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασκήσεως ποινικής δίωξης σε βάρος των ήδη κατηγορουμένων.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η κρίση του Εφετείου ότι στο άνω εκ περισσού παραδοθέν στον πλοιοκτήτη έγγραφο του διενεργήσαντος την επιθεώρηση έγγραφο έχει τεθεί εκ παραδρομής ως ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου και σύνταξής του η 14η.9.2015, και όχι, ως έδει, η 3η.11.2015, δεν συνιστά υπέρβαση δικαιοδοσίας του ως άνω Δικαστηρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, εφόσον η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου έγινε στα πλαίσια εξέτασης του υπαγόμενου στη δικαιοδοσία του αιτήματος της αναιρεσείουσας για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, μέχρι να περατωθεί η άνω ποινική διαδικασία, το οποίο αίτημα μάλιστα απορρίφθηκε κυρίως διότι το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω εκκρεμής ποινική υπόθεση δεν επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς και ότι με την αναβολή της πολιτικής δίκης δεν θα διευκολυνθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της άνω αγωγής του αναιρεσίβλητου.

Προς επίρρωση δε και μόνον της κρίσεως αυτής ανέφερε ότι η αναγραφή της ημερομηνίας 14.9.2015 στο ανωτέρω έγγραφο, ως ημερομηνίας διενέργειας του ελέγχου του σκάφους και σύνταξης του συγκεκριμένου εγγράφου, τέθηκε προφανώς εσφαλμένα από τον συντάκτη του, επιθεωρητή του Ελληνικού .... Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο είχε δικαιοδοσία να κρίνει και για την αποδεικτική ισχύ του άνω εγγράφου και του πραγματικού χρόνου συντάξεώς του, αφού το πολιτικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε και από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική (Ολ.

ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1254/2021), πολύ περισσότερο δε από την εκκρεμή απλώς ποινική διαδικασία, όπως εν προκειμένω. Κατόπιν όλων αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2020 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", για αναίρεση της υπ' αριθ. 523/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

ΟΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ