Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite substantive law in appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision on inheritance. The appellants argued procedural errors regarding the mental capacity of the deceased and the lack of expert evidence, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the appeal failed to cite the specific substantive law provision violated, instead only referencing procedural articles, which rendered the appeal grounds invalid under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies solely on procedural violations without citing the substantive law provision allegedly breached.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1888 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1888/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Ν., 2) Β. Μ. του Α., 3) Β. Α. του Δ., κατοίκων Λάρισας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Εμμανουήλ Μαργωμένο και Θωμά Παπαλιάγκα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Β. Μ., το γένος Α. και Ι. Σ., κατοίκου Λάρισας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημηνίκο, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12.07.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 89/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, το οποίο απέρριψε την από 12.02.2020 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 123/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.10.2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η αναιρεσίβλητη ήγειρε κατά των αναιρεσειόντων την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης από 31.10.2018 στην οποία εξέθεσε ότι είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης, στις 09.04.2018, θείας της Α. Μ.. Ότι η αποβιώσασα θεία της, κάτοχός σημαντικής ακίνητης και κινητής περιουσίας, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της, συνέταξε την από 02.01.2017 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία νομίμως δημοσιεύθηκε, δια της οποίας καθιστούσε αποκλειστικούς κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες.
Ότι η διαθήκη αυτή είναι άκυρη για τον προβλεπόμενο στο άρθρο 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ. λόγο, άλλως ακυρώσιμη, λόγω απάτης. Ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέχοντας τα κληρονομιαία ακίνητα, ως κληρονόμοι, αποστέρησαν από αυτή τους πολιτικούς καρπούς αυτών, ποσού συνολικού ύψους 11.400,00€. Ζήτησε δε, κατά το ενδιαφέρον στην ένδικη υπόθεση μέρος του αιτητικού της αγωγής, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομία της αποβιωσάσης θείας της, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να της αποδώσουν τα κατεχόμενα από αυτούς ακίνητα και να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ως άνω χρηματικό ποσό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης) δίκασε την ως άνω έχουσα αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, και, με την υπ' αριθμ. 123/2019 οριστική απόφασή του, έκρινε αυτή παραδεκτή, νόμιμη, κατ' ουσίαν βάσιμη και δέχθηκε αυτή καθ' άπαν το αιτητικό της. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν οι αναιρεσείοντες με την από 12.02.2020 έφεσή τους την οποία απηύθηναν στο Τριμελές Εφετείο Λαρίσης και έστρεψαν κατά της αναιρεσίβλητης.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Λαρίσης) δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά την αυτή διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, και, με την υπ' αριθμ. 89/2021 οριστική απόφασή του, δέχθηκε αυτή κατά τύπους και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής ζητούν την αναίρεση οι αναιρεσείοντες με την από 12.07.2021 αίτησή τους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: " .... Το επίδικο ακίνητο φέρεται κατά την αγωγή ως Η Αθηνά Μ. του Γ. και Φ., η οποία γεννήθηκε στις 26.09.1930, απεβίωσε σε ηλικία 88 ετών στις 09.04.2018, στη Λάρισα, άγαμη, άτεκνη και με μοναδικό πλησιέστερο συγγενή αυτής την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, η οποία είναι ανεψιά της ως το μοναδικό τέκνο της αδελφής της, Ι.
Μ.. Η τελευταία όπως και τα άλλα δύο αδέλφια της Α. Μ., ήτοι ο Ν. και Χ. Μ., καθώς και οι γονείς τους είχαν προαποβιώσει της Α., οι δε ως άνω Ν. και Χ. Μ. απεβίωσαν επίσης άγαμοι και άτεκνοι. Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες είναι μακρύτεροι συγγενείς της ως άνω Α. Μ., οι οποίοι, λόγω της ύπαρξης της ενάγουσας, δεν καλούνται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, και συγκεκριμένα ο μεν 1ος εξ αυτών Α.
Μ. είναι τέκνο πρώτου εξαδέρφου της Α. Μ., ήτοι του Ν. Μ. (τέκνου του Α. Μ. που ήταν αδερφός του πατέρα της Α., Γ. Μ. του Ν.), η 2η Β. Μ. είναι τέκνο του 1ου εναγομένου - εκκαλούντος και ο 3ος εξ αυτών Β. Α. είναι τέκνο πρώτης εξαδέρφης της Α. Μ., ήτοι της Δ. Α. το γένος Δ. (τέκνου της Α. Μ. του Ν. που ήταν αδερφή του πατέρα της Α., Γ.
Μ.). Η Α. Μ. ως η τελευταία επιζήσασα μετά το θάνατο όλων των αδερφών της ήταν κυρία σημαντικής κινητής και ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα: Α) είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυώροφης οικοδομής, που κείται στη Λάρισα, επί της οδού …, ήτοι αα) τη με στοιχ.
ΑΠ1 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 17,19 τ.μ., ββ) τη με στοιχ. ΑΠ5 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 15,06 τ.μ., γγ) τη με στοιχ. ΑΠ6 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 18,17 τ.μ., δδ) το με στοιχ. Β1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 92,71 τ.μ., εε) το με στοιχ. Γ1 διαμέρισμα, του τρίτου ορόφου, εμβαδού 92,71 τ.μ., στστ) το με στοιχ. Δ1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, εμβαδού 92,71 τ.μ., Β) ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 276 τ.μ., που κείται στη Λάρισα, επί της οδού …., αριθμ.6, Γ) είχε στην αποκλειστική κυριότητά της ένα οικόπεδο, εμβαδού 329,77 τ.μ., μετά της ισογείου οικίας εμβαδού 90 τ.μ., που κείται στη Λάρισα, επί της οδού …., αριθμ. 8, και Δ) ήταν συνδικαιούχος με την αδελφή της, Χ.
Μ., του με αριθμ. ... λογαριασμού στην Τράπεζα Πειραιώς, με καταθέσεις ύψους 450.000 ευρώ. Εκ των ανωτέρω ακινήτων τα μεν υπό στοιχείο Α και Β (ήτοι το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου όσον αφορά στις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί της οδού Κ. 22, οι οποίες κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθαν λόγω κληρονομικής διαδοχής στην ενάγουσα - εφεσίβλητη, και το ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της οδού Κρήτης, αριθμ.6) τα απέκτησε η Α.
Μ. ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου της αδερφής της Χ. Μ. - Μ., η οποία απεβίωσε στις 07.08.2016 άτεκνη (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Λάρισας Χρήστου Τσιαμούρα που μεταγράφηκε νομίμως), το δε ως άνω υπό στοιχείο Γ ακίνητο (οικόπεδο με οικία επί της οδού…, αρ. 8) απέκτησε εν μέρει από δωρεά του πατέρα της Γ.
Μ. (δυνάμει του υπ' αριθμ. ... δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λάρισας Γεράσιμου Γερολυμάτου που μεταγράφηκε νομίμως) και εν μέρει ως κληρονόμος εκ διαθήκης της μητέρας της Φ. χήρας Γ. Μ.. (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Λάρισας Στυλ. Νούλα - Παπαχατζή που μεταγράφηκε νομίμως).
Η ως άνω ήδη αποβιώσασα διέμενε με τον αδελφό της Νικόλαο, υπάλληλο στη ΔΕΗ, ο οποίος προαπεβίωσε στις 02.08.2004 άτεκνος και άγαμος, και την αδελφή της, Χ. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε άτεκνη στις 07.08.2016, στην ιδιόκτητη πατρική οικία τους, επί της οδού …., αρ.8, στη Λάρισα, όπου ζούσαν μία συντηρητική καθημερινή ζωή.
Μαζί τους ζούσε έως το θάνατό της που έλαβε χώρα στις 08.11.2009 και η έτερη αδερφή τους και μητέρα της ενάγουσας - εφεσίβλητης Ι. Σ.. Μέχρι και τον Ιούνιο του 2016, τις δύο αδελφές, Α. και Χ., φρόντιζε ως οικιακή βοηθός η ρουμανικής καταγωγής Λ. Τ., την οποία είχαν προσλάβει οι ίδιες, ενώ τις νομικές υποθέσεις τους διεκπεραίωνε η Δικηγόρος Λάρισας, Α.
Δ.. Λίγο πριν το θάνατο της αδερφής της Χ. Μ. οι εναγόμενοι, με τους οποίους η Α. Μ. είχε την ως άνω περιγραφόμενη απώτερη συγγενική σχέση, χωρίς ωστόσο να διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις έως τότε, ανέλαβαν αυτοβούλως τη νυχθημερόν φροντίδα και των δύο αδερφών αρχικά, μετά δε το θάνατο της αδερφής της μόνο της Α., καθώς επίσης και τη διαχείριση της περιουσίας της, αντί αμοιβής, λαμβάνοντας η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα το ποσό των 150 ευρώ ημερησίως για τη φύλαξή τους από το πρωί έως τις 23.00 μ.μ.
και το ποσό των 100 ευρώ ημερησίως, εναλλάξ, έκαστος των πρώτου και τρίτου των εναγομένων - εκκαλούντων, για τη βραδινή φύλαξη, ποσό το οποίο καθορίστηκε από τους ίδιους, με τη σύμφωνη γνώμη των υπερηλίκων, όπως ανέφερε σχετικά η ίδια η 2η εναγομένη - εκκαλούσα στην κάτωθι αναφερόμενη κοινωνική λειτουργό που κατέγραψε όλα τα ανωτέρω.
Πιο συγκεκριμένα τα προεκτεθέντα περιστατικά περιελήφθησαν στην με αριθμό ΕΜΠ ... έκθεση κοινωνικής έρευνας της Β. Δ., Κοινωνικής Λειτουργού της Διεύθυνσης Πρόνοιας του Δήμου Λαρισαίων, η οποία ανέλαβε κατόπιν της από 10.06.2016 εισαγγελικής παραγγελίας τη διερεύνηση των συνθηκών διαβίωσης των ως άνω ηλικιωμένων γυναικών.
Στα πλαίσια της ανωτέρω έρευνας και κατά την αιφνίδια επίσκεψη της ως άνω Κοινωνικής Λειτουργού στην οικία της Α. Μ. και της αδελφής της, η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα, αν και της ζητήθηκε επανειλημμένως από την Κοινωνική Λειτουργό να απομακρυνθεί, τελικώς, δείχνοντας εμφανή ανησυχία για τη συζήτηση με τις δύο υπερήλικες αδερφές, η τελευταία (η κοινωνική λειτουργός) της επέτρεψε να παραμείνει κατά τη συνομιλία τους.
Η ίδια ως άνω κοινωνική λειτουργός παρατήρησε, κατά την διάρκεια της προσωπικής επαφής που είχε με την Α. Μ., ότι ήταν μεν περιπατητική, πλην όμως εντόπισε απώλεια των νοητικών λειτουργιών και της μνήμης της "αφού κατά τη συνέντευξη και ενώ ήταν συνεργάσιμη έδινε στην ίδια ερώτηση πολλές διαφορετικές απαντήσεις".
Όσον αφορά στην ανεψιά της ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη η Α. Μ. αναφέρθηκε σε αυτή με θυμό, ισχυριζόμενη ότι ποτέ δεν φρόντισε την ίδια και την αδερφή της Χ. και ότι επιθυμεί απλώς να πεθάνουν για να τις κληρονομήσει και για το λόγο αυτό "όταν σπανίως τις επισκέπτεται φοβούνται ότι μπορεί ακόμη και να τις δηλητηριάσει".
Με βάση την ως άνω έκθεση κοινωνικής έρευνας υπεβλήθη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας η από 11.08.2016 και με αριθμό καταθ. δικογράφου ... αίτησή του για να τεθεί η Α. Μ. (ενώ η αδερφή της Χριστίνα είχε ήδη από 07.08.2016 αποβιώσει) σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Δυνάμει της με αριθμ. 179/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αίτηση και η Α.
Μ. υποβλήθηκε σε μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση, διότι, λόγω της κατάστασης της υγείας της, περιήλθε σε αδυναμία διαχείρισης των μείζονος σημασίας οικονομικών συναλλαγών της και ορίστηκε ότι απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη της για την ισχύ όλων των συμβάσεων και δικαιοπραξιών, με τα εξής αντικείμενα: 1) μεταβίβαση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, 2) εγγραφή εμπραγμάτου βάρους επί ακινήτου, 3) εκμίσθωση, δωρεάν παραχώρηση και διάθεση ακινήτου, 4) εκχώρηση απαίτησης από κάθε αιτία, 5) ανάληψη υποχρέωσης πρωτοφειλέτριας ή εγγυήτριας σε κάθε μορφής δανειακή σύμβαση με νομικά ή φυσικά πρόσωπα, 6) συμβιβασμό απαιτήσεων κάθε μορφής, 7) ανάληψη ποσών οποιουδήποτε ύψους, μεταφορά ή συμψηφισμό ποσών, ανανέωση ή εξόφληση προθεσμιακής κατάθεσης από τον υπ' αριθμ. ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος τηρείται στην Τράπεζα Πειραιώς (Κατάστημα 125 1 Λάρισας) και 8) κάθε δίκη σχετική με τις ανωτέρω υποθέσεις. Η ενάγουσα είχε ορισθεί με την από 17.08.2016 προσωρινή διαταγή προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια, πλην όμως, λόγω της ρητής επιθυμίας της Α. Μ. να μην έχει καμία επικοινωνία μαζί της, δεν ορίσθηκε και οριστική δικαστική συμπαραστάτρια η ανωτέρω αλλά ούτε και κάποιος από τους εναγομένους - εκκαλούντες "προς αποφυγή συγκρούσεως συμφερόντων και απόσπασης οικονομικών οφέλων εις βάρος της συμπαραστατούμενης" αλλά οριστικός (μετά την τελεσιδικία της εν λόγω αποφάσεως) δικαστικός συμπαραστάτης αυτής ορίστηκε ο Α.
Κ., συνταξιούχος Δικηγόρος Λάρισας, "γείτονας και φιλικό στην Α. Μ. πρόσωπο". Η Α. Μ., όπως προαναφέρθηκε, απεβίωσε στις 09.04.2018, κατά την διάρκεια νοσηλείας της στη Γενική Κλινική Ε. Π. Α.Ε., από πολυοργανική ανεπάρκεια και μεταστατικό καρκίνο μαστού. Προηγουμένως ήδη, δυνάμει του με αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λάρισας, Χρήστου Τσιαμούρα, η προαναφερομένη εξουσιοδότησε τους πρώτο και τρίτο των εναγομένων - ήδη εκκαλούντων να την εκπροσωπούν ενώπιον της Τράπεζας Πειραιώς, με σκοπό την ανάληψη χρημάτων, μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ μηνιαίως, να προβαίνουν σε μεταφορά ποσών οιουδήποτε ύψους, μεταφορά ή συμψηφισμό ποσών, ανανέωση ή εξόφληση προθεσμιακής κατάθεσης από το συγκεκριμένο λογαριασμό, με τη συναίνεση του ως άνω δικαστικού συμπαραστάτη.
Μετά το θάνατό της εμφανίστηκαν δύο διαθήκες της: α) η από 31.12.2016 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύτηκε με το με αριθμ. ... πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας μετά από αίτηση του ως άνω δικαστικού συμπαραστάτη αυτής, Α. Κ., δυνάμει της οποίας η θανούσα φέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατέλειπε στον δικαστικό συμπαραστάτη της μισό "διαμέρισμα που βρίσκεται στη Λάρισα ...
και 30.000 ευρώ, εάν βρεθούν λεφτά στην Τράπεζα", βάσει της οποίας ο τελευταίος ζήτησε να του χορηγηθεί κληρονομητήριο, αίτηση η οποία ωστόσο απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 6/2019 διάταξη της Ειρηνοδίκη Λάρισας διότι κρίθηκε ότι παρίσταται ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης για να διαγνωσθεί η αληθής βούληση της κληρονομουμένης αφού διαπιστώθηκε μεταγενέστερη εν μέρει αντίθετη διαθήκη (ήτοι η επίδικη) με κληρονομιαίο ίδιο ακίνητο και ορισμό άλλου κληρονόμου και β) η επίδικη από 02.01.2017 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε με το με αριθμ. 627/05.06.2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας, δυνάμει της οποίας η θανούσα εγκατέστησε κληρονόμους αυτής σε όλη την κινητή περιουσία της ("χρήματα στην Τράπεζα Πειραιώς και στις άλλες Τράπεζες") τους εναγόμενους - εκκαλούντες από κοινού και όσον αφορά στην ακίνητη περιουσία της, κατέλειπε στον πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, στη δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα το οικόπεδο μετά της οικίας επί της οδού Κρήτης, αρ. 8, και στον τρίτο εναγόμενο - εκκαλούντα το οικόπεδο επί της οδού …., αρ. 6.
Στην ίδια επίδικη διαθήκη η Α. Μ. ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να αφήσει τίποτε στην ανεψιά της ενάγουσα - εφεσίβλητη με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: "γιατί με κατατρέχει δεν με κύταξε ποτέ και με έχει εγκαταλείψει ΟΥΤΕ ένα τηλέφωνο δεν παίρνει να δει πως είναι η υγεία μου πολλούς μήνες τώρα".
Ωστόσο αποδείχθηκε ότι η Α. Μ. τουλάχιστον από τον Ιούνιο 2016 (με αναφερόμενο σχετικό ιατρικό ιστορικό από 6μήνου περίπου) και εντεύθεν έπασχε από έκπτωση των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών της, ήτοι από ανοϊκή συνδρομή ηπίου βαθμού με επίδραση κυρίως στο γνωστικό τομέα της μνήμης. Τούτο διαπιστώθηκε και κατά την εξέτασή της από τον Επίκουρο Καθηγητή νευρολογίας Ε.
Δ., ο οποίος την εξέτασε στα εξωτερικά ιατρεία της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας στις 30.08.2016 στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας δικαστικής συμπαραστάσεως που είχε ήδη ξεκινήσει και συνέταξε την από 05.09.2016 ιατρική έκθεσή του. Ο ανωτέρω ιατρός κατέληξε στο ανωτέρω συμπέρασμα και στην εκτίμηση ότι η ασθενής "στην παρούσα φάση φαίνεται να κατανοεί την έννοια των χρημάτων, της χρήσης τους, κατανοεί την έννοια του οικονομικού της συμφέροντος και πως να το υπερασπίζεται.
Διατηρεί την ικανότητα της προσωπικής σωματικής και πνευματικής αυτοεξυπηρέτησής της όπως και της αυτοεξυπηρέτησης και των υποχρεώσεών της σε καθημερινές οικονομικές της υποθέσεις (ψώνια, πληρωμή λογαριασμών). Λόγω όμως των διαταραχών της μνήμης έχει ανάγκη επίβλεψης και υπενθύμισης ιδίως σε εργασίες που απαιτούν υψηλό βαθμό εγρήγορσης." Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε ο ίδιος ιατρός και στις 06.12.2016, όταν εξέτασε εκ νέου την Α.
Μ. στα ως άνω εξωτερικά ιατρεία στα πλαίσια της διαδικασίας συζητήσεως και συνεκδικάσεως της (αυτεπάγγελτης εκ μέρους της Προέδρου Πρωτοδικών Λάρισας) κύριας αίτησης αντικατάστασης του ως διορισθέντος δικαστικού συμπαραστάτη και των προσθέτων παρεμβάσεων τόσο εκ μέρους της Α. Μ. περί άρσεως της ως άνω υποβληθείσας δικαστικής συμπαραστάσεως άλλως περί απορρίψεως της ως άνω κύριας αιτήσεως όσο και εκ μέρους του ως άνω δικαστικού συμπαραστάτη αλλά και της ήδη ενάγουσας - εφεσίβλητης, οι οποίες απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 65/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Η μόνη διαφοροποίηση ήταν ότι πλέον η Α. Μ. "ήταν μερικώς προσανατολισμένη στο χρόνο...", ενώ στην πρώτη ως άνω από 05.09.2016 ιατρική έκθεση αναφερόταν απλώς ότι υπήρξε ικανοποιητικός προσανατολισμός στον χρόνο. Περί έκπτωσης των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών, απώλειας μνήμης ιδίως της πρόσφατης, καθώς και απώλειας συγκέντρωσης και δυνατότητας αριθμητικών πράξεων γνωμάτευσε, ήδη από 08.06.2016, και ο ιδιώτης ιατρός νευρολόγος Ι.
Π., ο οποίος εξέτασε την Α. Μ.. Ο τελευταίος μάλιστα ανέφερε στην ίδια ως άνω ιατρική γνωμάτευση ότι η Α. Μ. "εμφανίζει απώλεια προσανατολισμού στο χώρο και το χρόνο. Η παραπάνω συμπτωματολογία είναι με προοδευτική επιδείνωση σε έδαφος άνοιας αγγειακού τύπου". Επισημαίνεται ότι η προσκομιζόμενη εκ μέρους των εναγομένων - εκκαλούντων από 31.05.2016 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου - διαβητολόγου Δ.
Φ. καθ' ο μέρος αναφέρει ότι βρήκε την Α. Μ. "πλήρως προσανατολισμένη στο χώρο και στο χρόνο χωρίς διαταραχή του επιπέδου συνείδησης" δεν επαρκεί για να αναιρέσει τα ως άνω ευρήματα των ειδικών νευρολόγων ιατρών, δεδομένου ότι πρόκειται για γνωμάτευση απλού παθολόγου ιατρού. Η έκπτωση των νοητικών λειτουργιών της ως άνω διαθέτιδας Α.
Μ. καταδεικνύεται και από τα ακόλουθα γεγονότα, που έλαβαν χώρα κατά την προαναφερόμενη επίσκεψη της Κοινωνικής Λειτουργού στην οικία της το καλοκαίρι του 2016 (όσο ήταν ακόμη εν ζωή και η Χ. Μ.) και αναφέρονται στην ως άνω έκθεσή της: α) η Α. Μ. έδινε διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση, λ.χ. αα) αναφερόμενη στον αδελφό της, αρχικώς έλεγε ότι ζει και στη συνέχεια, στην ίδια ερώτηση απάντησε ότι απεβίωσε και ββ) αναφερόμενη στη δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα, αρχικώς παραδέχθηκε ότι τις φροντίζει, χωρίς ωστόσο να θυμάται την αμοιβή που λαμβάνει και στη συνέχεια, αναρωτιόταν και η ίδια ποια είναι η κυρία που τους φροντίζει, β) δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή ηλικία της, τα εισοδήματά της, τη σύνταξη που ελάμβανε, αλλά ούτε και το είδος της ιατροφαρμακευτικής της περίθαλψης, γ) όταν η ως άνω Κοινωνική Λειτουργός ζήτησε από την Α.
Μ. να της δώσει τα βιβλιάρια ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, για να πληροφορηθεί για την ιατροφαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει, η τελευταία της προσκόμισε ένα βιβλιάριο τράπεζας, από το οποίο διαπιστώθηκε ότι δυο ημέρες πριν αποδέσμευσε το ποσό των 50.000 ευρώ από τον προθεσμιακό λογαριασμό της, το οποίο μετέφερε σε άλλον λογαριασμό, σε σχετικές δε ερωτήσεις της Κοινωνικής Λειτουργού, με ποιον πήγε στην Τράπεζα, με τι μέσο και για ποιο λόγο έγινε αυτή η συναλλαγή, η Α.
Μ. δεν θυμόταν να απαντήσει. Όπως προκύπτει και από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 179/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που έθεσε την Α. Μ. σε μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση, η τελευταία, κατά την διάρκεια προσωπικής επικοινωνίας της με το Δικαστή, "επαληθεύθηκε ότι πάσχει από την ως άνω γνωματευθείσα διαταραχή (ήτοι ηπίου βαθμού ανοϊκή συνδρομή με επίδραση κυρίως στο γνωστικό τομέα της μνήμης) διότι εμφάνισε δυσκολίες στη μνήμη και ιδίως στην ανάκληση ονομάτων και ιδιοτήτων προσώπων και το κυριότερο όταν ο λόγος ήρθε στη συνολική περιουσία της και συγκεκριμένα στις τραπεζικές καταθέσεις και στα ποσά που κατέβαλε στη μικρανεψιά της (Β.
Μ.) το περασμένο καλοκαίρι, για να περιποιείται την ίδια και την αδερφή της Χ. δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς τα σχετικά ποσά...". Ενόψει αυτών κρίθηκε με την ως άνω δικαστική απόφαση ότι, λόγω της ως άνω καταστάσεως της υγείας της, η Α. Μ. έχει περιέλθει σε μερική αδυναμία διαχείρισης των υποθέσεών της και ειδικότερα των μείζονος σημασίας οικονομικών συναλλαγών με χρηματικό αντικείμενο μεγαλύτερο από το σύνηθες.
Πέραν δε της ως άνω διαπιστωθείσας, κατόπιν ιατρικών εξετάσεων, άνοιας είναι νομικά και ουσιαστικά ενδιαφέρουσα και χαρακτηριστική η περιγραφή της "εναισθησίας και της συναισθηματικής καταστάσεως" της Α. Μ. από τον ως άνω εξετάσαντα αυτήν νευρολόγο Ε. Δ.. Ο τελευταίος κατά την εξέταση της Α. Μ. στις 30.08.2016 διαπίστωσε ότι αυτή συναισθηματικά βίωνε έντονο άγχος και (αυτολεξεί) "ήταν ιδιαιτέρως αγχωμένη ιδίως στην αρχή της εξέτασης πιθανόν επειδή αντιλαμβανόταν ότι η επίδοση στα τεστ πιθανώς να καθόριζε και την έκβαση της δικαστικής συμπαράστασης" Επίσης ο ως άνω ιατρός διαπίστωσε επίσης ότι η Α.
Μ. "φαίνεται να αποδίδει καλύτερα σε επίπεδο προσωπικής συνέντευξης παρά επί παρουσίας τρίτων", οι οποίοι προφανώς ήταν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (όλοι ή κάποιος από αυτούς), αφού αυτοί, κατά τη δική τους ομολογία, ήταν τότε που τη συνόδευαν στους ιατρούς και είχαν ήδη αναλάβει την φροντίδα κι εξυπηρέτησή της.
Η εμφάνιση αγχωδών αντιδράσεων σε συναισθηματικό επίπεδο διαπιστώθηκε από τον ίδιο ιατρό και κατά την εξέταση της Α. Μ. στις 06.12.2016. Αποδείχθηκε ότι η πάθηση της Α. Μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εκδηλώθηκε σε χρονικό σημείο προγενέστερο της σύνταξης της επίδικης διαθήκης, προοδευτικά εξελισσόταν με την πάροδο του χρόνου και επιδεινώθηκε και μετά το θάνατο της αδερφής της Χ.
που επισυνέβη στις 07.08.2016, δεδομένου ότι με την τελευταία, που ήταν και η τελευταία επιζώσα και η μεγαλύτερη από τα αδέρφια της, η Α. Μ. είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς εξάρτησης και ως γεγονός ο θάνατος αυτός κλόνισε ακόμη περισσότερο την ήδη επιβαρυμένη, λόγω ηλικίας και της ως άνω παθήσεως, κατάσταση της υγείας της.
Η Α. Μ., όπως προαναφέρθηκε, συγκατοικούσε ανέκαθεν με τα αδέρφια της, ήταν στενά συνδεδεμένη με αυτά και ο θάνατος και της τελευταίας αδερφής της Χ., η οποία ήταν πιο δυναμική και "αυστηρή" (όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν και οι εκκαλούντες στην ένδικη έφεσή τους), την επιβάρυνε ιδιαιτέρως και την αποπροσανατόλισε.
Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής της η πάθηση της νόησής της, όπως περιγράφεται ανωτέρω, ως διαταραχή που μειώνει εκ των πραγμάτων την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, την κατέστησε πιο ευάλωτη και πιο χειραγωγίσιμη από τρίτους. Συγκεκριμένα εξαιτίας της ως άνω διαταραχής αποδείχθηκε ότι η Α.
Μ. δεν μπορούσε να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή της, αναφορικά πάντα με τη διάθεση της σημαντικής περιουσίας της με διαθήκη, με λογικούς υπολογισμούς, κυριαρχούμενη από παραστάσεις, αισθήματα και επιρροή τρίτων και συγκεκριμένα των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, οι οποίοι, μολονότι και κατά τους ισχυρισμούς τους η Α.
Μ. αυτοεξυπηρετούνταν, βρίσκονταν ανά βάρδιες νυχθημερόν στο πλευρό της. Τούτο καταδεικνύεται από την όλη συμπεριφορά της και ιδίως από τα ακόλουθα γεγονότα και τις ενέργειες, στις οποίες προφανώς δεν θα προέβαινε εάν είχε τη δυνατότητα της λογικής στάθμισης και του ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής της χωρίς να επηρεάζεται από τρίτα πρόσωπα: 1) συνέταξε δύο αντικρουόμενες μεταξύ τους ιδιόγραφες διαθήκες, σε χρονικό διάστημα ολίγων ημερών (31.12.2016 άλλως τέλος Δεκεμβρίου 2016 η πρώτη και 02.01.2017 η δεύτερη), καταλείποντας το ίδιο περιουσιακό στοιχείο σε διαφορετικά άτομα που είχαν όμως σχέση μαζί της μετά την ως άνω διαμορφωθείσα κατάσταση της υγείας της και τη θέση της υπό δικαστική συμπαράσταση, ήτοι στον ως άνω διορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη και στους εναγομένους, 2) συνέταξε δύο διαθήκες σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν προέκυψε ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος (όπως λ.χ.
μία επιδείνωση της σωματικής υγείας της), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η αδερφή της Χ., η οποία ήταν η μεγαλύτερη από τα αδέρφια και κατά 9 έτη μεγαλύτερη από την Α. Μ. και κατείχε επίσης σημαντική περιουσία, δεν συνέταξε οιαδήποτε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την αδερφή της Αθηνά και από την ανεψιά της ενάγουσα - εφεσίβλητη, 3) αφού την προσέγγισαν οι εναγόμενοι σε μία περίοδο που η αδερφή της Χριστίνα είχε προβλήματα υγείας, απομάκρυνε χωρίς λόγο την προαναφερόμενη οικιακή βοηθό που έως τότε φρόντιζε την ίδια και την αδερφή της αλλά και τη δικηγόρο Α.
Δ. που διεκπεραίωνε τις υποθέσεις τους κατ' εντολή τους, όπως αναφέρεται ανωτέρω, και προσκολλήθηκε στους εναγομένους, από τους οποίους και εξαρτήθηκε πλήρως, ενώ παράλληλα υφίστατο ψυχική πίεση και, όπως καταγράφεται και από τον ιατρό νευρολόγο που την εξέτασε τουλάχιστον 2 φορές σε χρονικό διάστημα έξι μηνών, τελούσε υπό καθεστώς έντονου άγχους.
Όλη αυτή η κατάσταση, ήτοι η ως άνω περιγραφόμενη διανοητική διαταραχή της Α. Μ. που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της αναφορικά με την διάθεση της περιουσίας της, ίσχυε και κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της ως άνω διαθήκης, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι η ασθένειά της ήταν, εκ των πραγμάτων και λόγω ηλικίας, μόνιμη και μη αναστρέψιμη από την πρώτη στιγμή της εμφανίσεώς της.
Το ότι η Α. Μ. παρέμενε περιπατητική και κυκλοφορούσε κάνοντας απλές καθημερινές συναλλαγές (λ.χ. ψώνια) δεν αποτελεί βάσιμο στοιχείο που να αναιρεί τα ανωτέρω ή να καταδεικνύει την ικανότητά της να διατυπώνει ανεπηρέαστα τη βούλησή της. Εξάλλου η κατάσταση των νοητικών λειτουργιών της Α. Μ. αναφορικά με τις συναλλαγές, και δη με τις μείζονος σημασίας οικονομικές συναλλαγές, είχε ήδη εκτιμηθεί, ως ανωτέρω περιγράφεται, με την υπ' αριθμ. 179/20.09.2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που την έθεσε σε μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση.
Επίσης όσα ο προαναφερόμενος νευρολόγος Ε. Δ. αναφέρει στο από 30.11.2020 πρόσθετο υπόμνημα (σε συνέχεια των από 05.09.2016 και 06.12.2016 ιατρικών εκθέσεων - γνωματεύσεών του) δεν αναιρούν τα ως άνω αποδειχθέντα, αφού πρόκειται αφενός μεν για επανάληψη κι εμπλουτισμό (περίπου μετά πάροδο 4 ετών) όσων έχουν ήδη γραφεί στις προαναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις του ιδίου ιατρού, αφετέρου δε για προσέγγιση θεωρητική και βιβλιογραφική με σχολιασμό μάλιστα της εκκαλουμένης αποφάσεως και αναφορά στην κατάσταση της επιδείνωσης της κατάστασης της άνοιας της Α.
Μ. από τα μέσα του 2017 και έπειτα ήτοι σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν ισχυρίζεται ο ως άνω ιατρός ότι εξέτασε εκ νέου την ανωτέρω ασθενή. Κατόπιν των ως άνω αποδειχθέντων η από 02.01.2017 επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη συντάχθηκε από πρόσωπο ανίκανο προς τούτο και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη.
Συνεπώς η αγωγική βάση περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 02.01.2017 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Μ., κατά την πρώτη επικουρική της βάση (ως άνω υπό στοιχείο Αβ) περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης για το λόγο ότι κατά τη σύνταξη αυτής η διαθέτης βρισκόταν σε διανοητική και ψυχική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, έπρεπε να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο ..., δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε. ....". Στο εδάφ. α' του άρθρου 131 του Α.Κ., όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του, κατά τα παραπάνω, ανικάνου, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δύναται να την προσβάλλει (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 531/2018). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βουλήσεως, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 του Α.Κ., η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ., ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι, όσοι κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης και συγκεκριμένα α. η έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κτλ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνειδήσεως του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων (Α.Π. 360/2021, Α.Π. 913/2019).
Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνωστές ψυχώσεις, όπως η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες κτλ, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσεως.
Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (Α.Π. 237/2017). Η ανικανότητα κρίνεται κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή.
Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, τότε δεν είναι ανάγκη η απόδειξή της κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (Α.Π. 1198/2012, Α.Π. 1420/2010, Α.Π. 1110/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 1/2016, Α.Π. 2/2013, Α.Π. 7/2006, Α.Π. 20/2005).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (Α.Π. 1592/2008, Α.Π. 1582/2007).
Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1592/2008).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 1 του Κ.Πολ.Δ., παραβιάσαν εκ πλαγίου και ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 εδάφ. α' του Α.Κ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων, αφενός μεν στο ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεώς του είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, ενόψει του ότι ενώ δέχεται ότι η κληρονομούμενη (Α.
Μ.) έπασχε από ανοϊκή συνδρομή ηπίου βαθμού με επίδραση κυρίως στον γνωστικό τομέα της μνήμης, ότι ο εξετάσας αυτή ιατρός νευρολόγος (Ε. Δ.) κατέληξε στο συμπέρασμα και στην εκτίμηση ότι η ασθενής " ... στην παρούσα φάση φαίνεται να κατανοεί την έννοια των χρημάτων, της χρήσης τους, κατανοεί την έννοια του οικονομικού της συμφέροντος και πώς να το υπερασπίζεται.
Διατηρεί την ικανότητα της προσωπικής σωματικής και πνευματικής αυτοεξυπηρέτησής της όπως και της αυτοεξυπηρέτησης και των υποχρεώσεών της σε καθημερινές οικονομικές της υποθέσεις (ψώνια, πληρωμή λογαριασμών). Λόγω όμως των διαταραχών της μνήμης έχει ανάγκη επίβλεψης και υπενθύμισης ιδίως σε εργασίες που απαιτούν υψηλό βαθμό εγρήγορσης", ότι, κατά την εξέτασή της υπήρχε ικανοποιητικός προσανατολισμός στον χώρο, ότι είχε απώλεια της πρόσφατης μνήμης και απώλεια συγκεντρώσεως και δυνατότητας αριθμητικών πράξεων και ότι ήταν περιπατητική και κυκλοφορούσε κάνοντας απλές καθημερινές συναλλαγές, εν τούτοις δέχεται ότι η θανούσα δεν μπορούσε να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή της, αναφορικά πάντα με τη διάθεση της σημαντικής περιουσίας της με διαθήκη, με λογικούς υπολογισμούς, κυριαρχούμενη από παραστάσεις, αισθήματα και επιρροή τρίτων καθώς και ότι η περιγραφόμενη διανοητική διαταραχή της θανούσας περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της αναφορικά με τη διάθεση της περιουσίας της, αφετέρου δε στο ότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νομικό όρο "αποφασιστικά" στην προαναφερθείσα διάταξη.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως παραδεκτά προβλήθηκαν πλην όμως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι αποβαίνουν. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραθέτει τις ανωτέρω εκτιμήσεις του ιατρού νευρολόγου (Ε. Δ.), ως μέρος της διαγνώσεώς του, αλλά δεν αρκείται σε αυτές ενόψει του ότι παραθέτει πλήθος άλλων πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά προκύπτουν αναλυτικά από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, τα οποία, σε συνδυασμό προς τις εκτιμήσεις δύο ιατρών νευρολόγων (Ι.
Π. και Ε. Δ.) οδηγούν στην τελική του κρίση, με πλήρη και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία. Τα αυτά περιστατικά, ως σύνολο εκτιμώμενα, αναμφισβήτητα οδηγούν επίσης στην κρίση ότι κατ' αποτέλεσμα είχε περιορισθεί αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεως της θανούσης αναφορικά με τη γνησιότητα αυτής (βουλήσεως) κατά το χρονικό σημείο συντάξεως της ένδικης διαθήκης της.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να στηρίξουν στο άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αυτοί (αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε κατ' ουσίαν υπόψη την από 05.09.2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού νευρολόγου Ε. Δ., την υπ' αριθμ. πρωτ. 59303/06.12.2016 ιατρική γνωμάτευση του αυτού ιατρού ως και την από 30.11.2020 ιατρική πραγματογνωμοσύνη - πρόσθετο υπόμνημα του αυτού, επίσης, ιατρού, καίτοι αναφέρθηκε σε αυτές και τις σχολίασε, για τον λόγο ότι κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο προς αυτές στηριζόμενη σε διαπιστώσεις μιας εκθέσεως κοινωνικής λειτουργού, συνταγείσης από πρόσωπο χαμηλότερης σημαντικά επιστημονικής στάθμης σε σχέση με τον συντάξαντα τα ανωτέρω έγγραφα (διότι δεν επρόκειτο περί ιατρικών πραγματογνωμοσυνών υπό τεχνική έννοια) ιατρό νευρολόγο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβλήθηκε, αλλά είναι αβάσιμος και απορριπτέος αποβαίνει, τούτο δε διότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, άνευ επιφυλάξεως, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του τα προμνημονευόμενα έγγραφα, τα συναξιολόγησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, όπως είχε υπηρεσιακή υποχρέωση, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι, το αποδεικτικό του πόρισμα δεν είναι σαφές, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο ως αποδεδειγμένο πραγματικό περιστατικό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αποβαίνει, διότι στον υπόψη αναιρετικό λόγο δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου με την επικαλούμενη ασάφεια του αιτιολογικού παρά μόνο (αναφέρονται) οι διατάξεις των άρθρων 270§2, 338, 339, 393 και 394 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες είναι αμιγώς δικονομικές.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 10 και 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης (ψυχική - διανοητική διαταραχή της θανούσας περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της) χωρίς απόδειξη, εφόσον δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερθείσες ιατρικές πραγματογνωμοσύνες ούτε όμως και την από 24.11.2020 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ε.
Ν.. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλονται πλην όμως είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα, ως προς το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις επικαλούμενες "ιατρικές πραγματογνωμοσύνες" ικανά σημειώθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ενώ για την από 24.11.2020 "γραφολογική πραγματογνωμοσύνη" (πρόκειται για γνωμοδότηση προσώπου με ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης) πρέπει να σημειωθεί ότι από τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα προκύπτει ανενδοιάστως ότι έλαβε υπόψη του και την ως άνω γνωμοδότηση.
Απότοκο των ανωτέρω είναι το συμπέρασμα ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο ουδόλως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης (ψυχική - διανοητική διαταραχή της θανούσας περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της) χωρίς απόδειξη.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ..) και να καταδικασθούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της, καταθέσασας υπόμνημα, αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα αυτής (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.07.2021 αίτηση των Α. Μ. του Ν., Β. Μ. του Α. και Β. Α. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ