Supreme Court quashes appeal judgment for insufficient reasoning on abuse of right claim regarding insurance company liquidation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Court of Appeal's decision due to insufficient reasoning regarding the appellant's claim of abuse of right. The appellant argued that the respondent, a major shareholder, caused the insurance company's license revocation and liquidation, thereby harming creditors' interests. The court found the lower court failed to adequately address why the respondent's prior conduct did not render the subsequent termination claim abusive under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for a new substantive examination of the abuse of right allegation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A court judgment is subject to cassation if it fails to provide adequate reasoning on the essential issue of whether a right has been exercised abusively, thereby preventing effective appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1888 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1888/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που βρίσκεται σε εκκαθάριση, εδρεύει στον ...και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κελεμένη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μαρκουλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 6418/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 49/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2014 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου, ανέγνωσε την από 9-2-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του νομοθετικού διατάγματος 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" (που έχει εφαρμογή λόγω του εδώ κρίσιμου χρόνου), όλες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ν.δ.
και υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου ν.δ. και έχει ως σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου ν.δ., η λειτουργία ασφαλιστικής εταιρίας στην Ελλάδα προϋποθέτει άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου κατά κλάδο ασφάλισης και μπορεί να ανακληθεί με τις προϋποθέσεις της παρ.3 του ίδιου άρθρου.
Σύμφωνα με την παρ.7 του άρθρου 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.2γ του ν. 2170/ 1993, με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδικαίως η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της. Με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.2 του ν. 2170/1993, ρυθμίστηκαν θέματα εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, ειδικότερα δε θέματα διορισμού και αρμοδιοτήτων του επόπτη και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής αυτής εκκαθάρισης.
Η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως των εργαζομένων στην ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας που την απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών, εωσότου ο επόπτης ή ο εκκαθαριστής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.
Η καταγγελία αυτή εκ μέρους του εκκαθαριστή, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης και αδυναμίας αποδοχής της εργασίας του προσωπικού κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως, έστω και αν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, την οποία οι εργαζόμενοι δικαιούνται να διεκδικήσουν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 υποπαρ. γ' του ν.δ. 400/1970, όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3557/2007, οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παρ.9 του άρθρου 12α (αμοιβές επόπτη και εκκαθαριστή), ενώ οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχουν προνόμιο επί του συνόλου της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, εξαιρουμένων των εξόδων εκκαθάρισης και των μαθηματικών αποθεμάτων του κλάδου ζωής.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία στην ασφαλιστική επιχείρηση διατηρούν τα δικαιώματα που έχουν σύμφωνα με το νόμο, τις συλλογικές ρυθμίσεις και τη σύμβασή τους, με τους περιορισμούς που τίθενται για το σκοπό της εκκαθάρισης, αλλά και με το προνόμιο να ικανοποιηθούν επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής εταιρίας, ανεξάρτητα από το αν αυτά έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση ή όχι.
Από το προνόμιο αυτό εξαιρούνται μόνο τα πρόσωπα, τα οποία, αν και παρέχουν εξαρτημένη εργασία ως υπάλληλοι, ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Με την ιδιότητα αυτή, η οποία πρέπει να νοηθεί διαχρονικά (είναι "ιστορικός" ο ενεστώτας), τα ως άνω πρόσωπα αφ' ενός έχουν ευθύνη για την κακή διοικητική ή οικονομική πορεία της επιχείρησης, η οποία οδήγησε στην ασφαλιστική εκκαθάριση και αφ' ετέρου δεν έχουν την ανάγκη προστασίας, την οποία έχουν οι υπόλοιποι εργαζόμενοι.
Το προνόμιο αυτό, όμως, αναφέρεται μόνο στον τρόπο και την έκταση ικανοποίησης των αξιώσεων από την παροχή εξαρτημένης εργασίας προς την ασφαλιστική επιχείρηση. Δεν επηρεάζει ούτε τη γέννηση ούτε την απόσβεση των απαιτήσεων αυτών από άποψη ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 υποπαρ. γ' του ν.δ. 400/1970, όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3557/2007. Ειδικότερα, αποδίδεται ως πλημμέλεια το ότι αναγνώρισε υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, την οποία είχε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, που βρίσκεται σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αν και σαφώς δέχθηκε ότι αυτός διατέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος.
Ενώ θα έπρεπε, κατά την άποψη της εναγομένης, να γίνει δεκτό ότι ο ενάγων εξαιρείται από την προνομιακή μεταχείριση των λοιπών εργαζομένων και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση [την οποία ο ίδιος, έχοντας συμπληρώσει 22 έτη υπηρεσίας, υπολογίζει στο ποσό (18 μισθοί Χ 7.000 ευρώ) των 126.000 ευρώ], μετά την από 14-10-2009 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την επόπτρια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της εναγομένης.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Διότι το αν ο ενάγων, ως εργαζόμενος με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξαιρείται ή όχι από την προνομιακή μεταχείριση των εργατικών απαιτήσεων σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν επηρεάζει αυτό καθ' εαυτό το δικαίωμά του να λάβει αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εφ' όσον συντρέχουν οι σχετικές, ουσιαστικές προϋποθέσεις και εφ' όσον δεν υφίσταται κάποιος άλλος λόγος αποκλεισμού του δικαιώματός του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
2. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αυτό συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με την έφεσή της, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο αντίδικός της, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το τέλος Φεβρουαρίου 2009, ήταν κυρίαρχος μέτοχός της, κατέχοντας το 99% των μετοχών της και ότι επί των ημερών του κατέστη αφερέγγυα. Ότι στη θητεία του ενάγοντος ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, επειδή η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε στις απαιτήσεις της εποπτεύουσας αρχής για την αποκατάσταση των ελλειμμάτων του περιθωρίου φερεγγυότητάς της, τέθηκε ζήτημα ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της.
Ότι υπό το φόβο αυτό ο ενάγων επιδίωξε να μεταβιβάσει την εταιρική του "ειδική συμμετοχή" κατά 99% σε πρόσωπο που είχε ήδη χαρακτηρισθεί ως "ακατάλληλο" για τη διοίκηση ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω κυρώσεων για προηγηθείσα παράνομη συμπεριφορά, ήτοι στον Π. Ψ., λόγος για τον οποίο δεν δόθηκε η κατά το ν.δ. 400/1970 έγκριση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠΕΙΑ) για την επιχειρηθείσα μεταβίβαση.
Ότι ο ενάγων εξακολούθησε να είναι διευθύνων σύμβουλος μέχρι και τον Ιούλιο 2009, οπότε του ανατέθηκαν καθήκοντα υπαλλήλου (διευθυντή πωλήσεων), με μηνιαίο μισθό 7.000 ευρώ. Ότι κατά το διάστημα που ήταν κυρίαρχος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος και ειδικότερα στις διαχειριστικές περιόδους 2007 και 2008, δεν επέδειξε, ως όφειλε, συνετή διαχείριση των διαθεσίμων, έτσι ώστε να εμφανιστεί σημαντικό έλλειμμα στην ασφαλιστική τοποθέτηση με συνέπεια να μην καλύπτονται οι απαιτήσεις των ασφαλισμένων, λόγος για τον οποίο η ΕΠΕΙΑ ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εναγομένης και την έθεσε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Ότι η πλημμελής εκτέλεση των διαχειριστικών καθηκόντων του ενάγοντος επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ανακλητικής .../16-9-2009 απόφασης της ΕΠΕΙΑ και της .../19-5-2009 έκθεσης χρηματοοικονομικού ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας, χρήσεως 2008. Ότι, κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, καταχρηστικά ο ενάγων ζητεί την καταβολή αποζημίωσης, καθόσον η συμπεριφορά του είναι καταφανώς αντίθετη με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ενώ η ευδοκίμηση της ένδικης αξίωσης θα έχει ως συνέπεια τον ουσιώδη περιορισμό της ικανοποίησης των λοιπών πιστωτών της εναγομένης.
Το εφετείο έκρινε, ορθώς, ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων είχε προληφθεί από την εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 15-9-1987 και εργάστηκε σ' αυτή ως υπάλληλος γραφείου στη διεύθυνση πωλήσεων.
Ότι από το Νοέμβριο 2004 διατέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο 2009. Ότι, τότε, τοποθετήθηκε και πάλι ως υπάλληλος γραφείου στη διεύθυνση πωλήσεων, με μηνιαίες αποδοχές 7.000 ευρώ. Ότι, την 21-9-2009, η ΕΠΕΙΑ με την .../16-9-2009 απόφασή της ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εναγομένης και την έθεσε σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
Ότι η ίδια αρχή χαρακτήρισε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας και δέσμευσε την περιουσία της. Ότι η επόπτρια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, την 14-10-2009, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 126.000 ευρώ.
Ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, δεν ασκούσε τη διοίκηση και διαχείριση της εναγομένης ούτε ήταν ουσιαστικά υπέγγυος για τα χρέη αυτής ως κύριος μέτοχός της. Ότι για το λόγο αυτό ούτε ο ενάγων μπορεί να ταυτιστεί, νομικά ή ουσιαστικά, με την εναγομένη ούτε η άσκηση της αγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται κακοπίστως και προς βλάβη των συμφερόντων άλλων πιστωτών της τελευταίας εκ της δικής του προνομιακής κατάταξης.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος δεν γίνεται καθ' υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στο άρθρο 281 ΑΚ και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα την αιτούμενη αποζημίωση.
Έτσι, όμως, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα του δικανικού συλλογισμού του. Ειδικότερα, η κρίση του εφετείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος δεν καθιστά καταχρηστική την εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματός του να λάβει αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, δεν αιτιολογείται επαρκώς.
Και τούτο, διότι το εφετείο ουδόλως απαντά επί του ουσιώδους ισχυρισμού της εναγομένης περί του ότι ο ενάγων υπήρξε το πρόσωπο που με τις πράξεις και παραλείψεις του, οι οποίες διαγνώσθηκαν από τους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, καταγράφηκαν στις πράξεις που εκδόθηκαν από αυτούς και μνημονεύονται από την ενιστάμενη εναγομένη, οδήγησε στην αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της εναγομένης και προκάλεσε τη θέση αυτής σε ασφαλιστική εκκαθάριση, χάριν των πιστωτών αυτής, τα συμφέροντα των οποίων πλήττει η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η έλλειψη αυτή και κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3), για περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 49/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα την 24η Οκτωβρίου και την 7η Νοεμβρίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ