Legislator Case Law & Legislation
1888/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract payment, upholding lower court's calculation of total remuneration.

Case Number 1888/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding construction contract payments. The appellant argued that the lower court erred in calculating remuneration by treating a single contract as three separate agreements, whereas the court found the appellant failed to prove this distinction. The court ruled that under Greek civil law, partial payments on a single contract extinguish the corresponding portion of the total debt, not individual unit prices, thereby validating the lower court's final calculation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 416, 681, 682, 694 of the Civil Code; When a single contract for work is partially performed and paid, the payment extinguishes the corresponding part of the total remuneration, not separate unit prices, absent contrary agreement.

Keywords

AI generated
construction contract remuneration calculation partial payment debt extinguishment appeal dismissal Civil Code provisions unit price agreement

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 416, 681, 682, 694 of the Civil Code
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1888 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1888/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Βασιλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3613/2007 μη οριστική, 308/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5801/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2013 αίτησή της και τους από 7-2-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η 5801/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 30/3/11 εφέσεως του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την 308/11 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 25/4/05 αγωγή του, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν μερικώς και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 27.022,27 ευρώ, νομιμοτόκως, για τις αναφερόμενες σ' αυτήν αιτίες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 656/1989ΑΠ 1530/08, ΑΠ 1111/04).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Τον Ιούνιο του 2003, ο ενάγων, δυνάμει προφορικής σύμβασης που κατάρτισε με την εναγομένη, ανέλαβε ως εργολάβος την έναντι αμοιβής εκτέλεση έργου, που αφορούσε προσθήκη - επέκταση υφιστάμενης....οικοδομής της εναγομένης.

Ειδικότερα, αυτός ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών μπετόν και τοιχοποιίας, οι οποίες προβλέπονταν από τη με αριθμό .../2003 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου. Για την πραγματοποίηση των εργασιών αυτών ο ενάγων ανέλαβε, μετά από συμφωνία με την εναγομένη, την επιλογή των συνεργείων, την επίβλεψη και τον συντονισμό των εργασιών, τις παραγγελίες και αγορές των απαιτούμενων υλικών, τις πληρωμές του εργατοτεχνικού προσωπικού και γενικά κάθε εργασία που απαιτείτο για την αποπεράτωση του έργου.

Η συμφωνία των διαδίκων έγινε προφορικά και δεν συντάχθηκε έγγραφο λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, και δη του υφιστάμενου γάμου κόρης του ενάγοντος με τον αδελφό της εναγομένης. Η έναρξη του έργου έγινε στις αρχές Σεπτεμβρίου 2003 και, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και τις δαπάνες για αγορά υλικών, η εναγομένη κατέβαλλε τμηματικά στον ενάγοντα διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία τελικώς ανήλθαν συνολικά σε 63.000€, γεγονός που συνομολογείται από αμφότερους τους διαδίκους.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι υπήρξε παρέκκλιση από την.... οικοδομική άδεια. Και ειδικότερα, η ακριβής ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που απαιτείτο για την εκτέλεση τμήματος του έργου....σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομίας και την ως άνω αναθεωρημένη άδεια, ανερχόταν σε 136,86 κ.μ., πλην όμως η ποσότητα που πράγματι χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τα κατασκευαστικά σχέδια, ανήλθε σε 165,76 κ.μ., ήτοι υπήρξε διαφοροποίηση μεταξύ των εγκεκριμένων σχεδίων και της υλοποιημένης κατάστασης.

Η αλλαγή αυτή της στατικής μελέτης ήταν επιβεβλημένη, διότι κατά την εκσκαφή της θεμελίωσης της οικοδομής προέκυψαν υψομετρικές διαφορές μεταξύ της παλαιάς και της νέας οικοδομής, το έδαφος παρουσίασε σαθρά σημεία, κατά την εκσκαφή ανακαλύφθηκε πηγάδι στο βορειοδυτικό όριο της οικοδομής ενώ στη βορινή βεράντα της οικίας υπήρχε σε επαφή βόθρος, αλλά και λόγω αλλαγών της στατικής θεμελίωσης, η οποία σύμφωνα με την άδεια θα γινόταν με πεδιλοδοκάρια και τελικώς έγινε με "κώνους".

Για τα παραπάνω η εναγομένη ενημερώθηκε από την Α. Μ., αρχιτέκτονα-μηχανικό, θυγατέρα του ενάγοντος, που είχε αναλάβει την προσθήκη-επέκταση της οικοδομής, και ενέκρινε τις αλλαγές των στατικών. Στην παραπάνω επιμέτρηση κατέληξε και ο ορισθείς.... Πραγματογνώμονας...ο οποίος θεωρεί τη διαφοροποίηση της στατικής μελέτης κατά 28,90 κ.μ.

λογική παρέκκλιση. Δεν αναιρείται δε η ως άνω κρίση από την από 5-1-2010 έκθεση της τεχνικής συμβούλου της εναγομένης.... αφού οι απαιτηθείσες κατ' αυτήν ποσότητες οπλισμένου σκυροδέματος όσον αφορά το ισόγειο, τον πρώτο όροφο και τον δεύτερο όροφο έχουν ελάχιστες διαφορές με αυτές που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 205/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης....με κύρια διαφοροποίηση στις ποσότητες για τη θεμελίωση, που η πρώτη τις αναβιβάζει σε 38 κ.μ., ενώ ο δεύτερος σε 62,24 κ.μ. (ήτοι διαφορά 24,24 κ.μ.), παρά όμως το γεγονός ότι και αυτή διαπιστώνει την ύπαρξη του παλαιού βόθρου ενώ δεν μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη πηγαδιού, απλώς θεωρεί "δύσκολο να έχουν παρουσιαστεί κατά την εκσκαφή απρόβλεπτα προβλήματα του εδάφους".

Ακόμη η ίδια μηχανικός δέχεται ότι η θεωρημένη στατική μελέτη δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ως είχε, αλλά εκφράζει απλώς τη γνώμη ότι θα μπορούσαν να γίνουν οι απαιτούμενες αλλαγές χωρίς να αυξηθεί η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος, εκτός του φρεατίου του ανελκυστήρα που δεν είχε υπολογιστεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, για την κατασκευή της βόρειας περίφραξης του οικοπέδου, των δαπέδων χώρου στάθμευσης, της νότιας βεράντας, της βορινής βεράντας, του ισογείου, τη διαδοκίδωση του ισογείου, του τοιχίου ανελκυστήρα, της σκάλας νότιας όψης, των τοιχίων νότιας βεράντας, της σκάλας βόρειας όψης, των στηθαίων δώματος και του μετρητή της ΔΕΗ, απαιτήθηκε ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος 104,90 κ.μ.

Η διαφοροποίηση στις εργασίες αυτές οφείλεται στις κατασκευές που δεν αποτυπώνονται στα σχέδια της άδειας παρά μόνο στα σχέδια λεπτομερειών που ο πραγματογνώμονας επαλήθευσε τόσο από αυτά (σχέδια) που του προσκόμισε ο ενάγων αλλά και επαλήθευσε ο ίδιος από φωτογραφίες και από την επί τόπου μετάβαση του.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η εναγομένη βρισκόταν πολύ συχνά στον τόπο του έργου, παρακολουθώντας ενεργά τις εργασίες...Κατά συνέπεια, γνώριζε τις οποιεσδήποτε μεταβολές γίνονταν στην κατασκευή του έργου, παρέχοντας την έγκριση της. Τέλος, οι προαναφερθείσες ποσότητες οπλισμένου σκυροδέματος προκύπτουν σαφώς και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις λιανικής πώλησης, που έχουν εκδοθεί στο όνομα της εναγομένης, καθώς και τα σχετικά δελτία αποστολής της εταιρίας "EXPRESS ΒΕΤΟΝ Α.Ε.".

Επομένως, η ποσότητα οπλισμένου σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα για την κατασκευή του έργου ανήλθε συνολικά σε 270,66 κ.μ. (ήτοι 165,76 + 104,90 κ.μ.), ενώ επίσης απαιτήθηκε και ποσότητα 7,15 κ.μ. άοπλου σκυροδέματος (μπετόν καθαριότητας).

Συνεπώς, η αξία α) του οπλισμένου σκυροδέματος μαζί με την αμοιβή του ενάγοντος ανήλθε σε 270,66 κ.μ. Χ 200 € ανά κ.μ. = 54.132 € και β) του άοπλου σκυροδέματος σε 7,15 κ.μ. Χ 60 € ανά κ.μ. = 429 €. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι συμφωνημένες τιμές ανά κυβικό μέτρο οπλισμένου και άοπλου σκυροδέματος (200 € και 60 € ανά κυβικό μέτρο, αντίστοιχα), δεν αμφισβητούνται ειδικώς από την εναγομένη αλλά και αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων...To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση όσον αφορά στην ποσότητα και αξία του χρησιμοποιηθέντος στο επίδικο έργο οπλισμένου σκυροδέματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων των από 26-4-2011 και 30-3-2011 εφέσεων των διαδίκων περί επιδίκασης μικρότερου ή μεγαλύτερου, αντίστοιχα, ποσού για την ίδια αιτία, ενώ αντίθετα, αν και αναγνώρισε ότι χρησιμοποιήθηκαν στο επίδικο έργο 7.15 κ.μ.

άοπλου σκυροδέματος, δεν επιδίκασε το αιτηθέν με την αγωγή για την αιτία αυτή ποσόν των 429 €, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της από 30-3-2011 έφεσης του ενάγοντος. Επίσης αποδείχθηκε ότι η επιμέτρηση της τοιχοποιίας των πρώτου και δεύτερου ορόφων ανέρχεται σε 1.018,74 τ.μ. και το κόστος των σχετικών εργασιών σε 10.187,40 € (ήτοι 1.018,74 τ.μ.

Χ 10 € ανά τ.μ.), του σενάζ του ισογείου, του πρώτου και του δεύτερου ορόφου σε 409,19 μ. και το κόστος των σχετικών εργασιών σε 3.273,52 € (ήτοι 409,19 μ. Χ 8 € ανά μ.), των επιχρισμάτων σε 480,96 τ,μ. και το κόστος των σχετικών εργασιών σε 2.116,22 € (ήτοι 480,96 τ.μ. Χ 4,40 € ανά τ.μ.) και των ακμών επιχρισμάτων σε 40,50 μ. και το κόστος των σχετικών εργασιών σε 178,20 € (ήτοι 40,50 μ.

Χ 4,4θ € ανά μ.). Επομένως, το συνολικό κόστος (υλικά και αμοιβή) για τις παραπάνω εργασίες ανέρχεται στο ποσόν των 15.755,34 €.....Το αίτημα του ενάγοντος να επιδικαστεί σ' αυτόν επιπλέον ποσό 765,58 €, για αγορά υλικών που αφορούν στις εργασίες επιχρισμάτων, ελέγχεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδεικνύεται καν ποια ήταν τα υλικά αυτά και η κατά μονάδα αξία τους, στην αμοιβή για κάθε μονάδα μέτρησης περιλαμβάνονται και τα υλικά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου της από 30-3-2011 έφεσης του ενάγοντος. Επιπλέον, ο ενάγων κατέβαλε με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τιμολόγια και αποδείξεις....

συνολικά20.155,93€, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των όσων αντιθέτων υποστηρίζει η εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων της από 26-4-2011 έφεσης της εναγομένης.

Αντίθετα, τα αγωγικά κονδύλια ύψους α) 1.680 € για μερεμέτια Αυγούστου, β) 3.040 € για χωματουργικές εργασίες και γ) 150 € για δαπάνη ηλεκτρικού ρεύματος δεν αποδείχθηκαν, και επομένως ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε σιωπηρά τα ως άνω κονδύλια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων της από 30-3-2011 έφεσης του ενάγοντος.

Έτσι, το συνολικό κόστος του εκτελεσθέντος και παραδοθέντος έργου (υλικά και εργολαβική αμοιβή) ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 90.472,27 €...έναντι του οποίου η εναγόμενη εργοδότρια έχει καταβάλει τμηματικά το ποσόν των 63.000 €, απομένοντος υπολοίπου από 27.472,27 €. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το συνολικό κόστος του έργου, συμπεριλαμβανομένων των υλικών και της αμοιβής του εργολάβου, είχε συμφωνηθεί, βάσει προϋπολογισμού, στο συνολικό ποσόν των 78.067€, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από ουσιαστική άποψη.

Η εναγόμενη προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού επικαλείται και προσκομίζει το από 12/2003 έγγραφο, στο οποίο γίνεται καταγραφή των μέχρι τότε εκτελεσθεισών εργασιών και προϋπολογισμού για μπετά, χτισίματα-συνάζια και σοβαντίσματα, πλην όμως το έγγραφο αυτό μόνο ενδεικτικό χαρακτήρα μπορεί να έχει, και τούτο διότι είναι ανυπόγραφο, έχει συνταχθεί από τη μηχανικό, Α.

Μ., και όχι από τον ενάγοντα εργολάβο, ενώ δεν περιέχονται όλες οι εργασίες της οικοδομής (όπως υποχρεώσεις προς το ΙΚΑ). Άλλωστε, αν πράγματι ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης, τότε η τελευταία δεν θα ζητούσε από τον ενάγοντα να κάνουν λογαριασμό και να της προσκομίσει αποδείξεις για τα υλικά και τις εργασίες, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας της και αδελφός της Ι.

Μ., ούτε θα είχαν συμφωνηθεί τιμές ανά μονάδα για οπλισμένο σκυρόδεμα, επιχρίσματα, τοιχοποιία, κλπ. Ωστόσο, από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν 450 €, ποσό το οποίο κατέβαλε η εναγομένη στον Μ. Κ. για την κατεδάφιση με χρήση κομπρεσέρ του προς βορά τμήματος του μαντρότοιχου, προκειμένου να αποκαταστήσει κακοτεχνία που αφορούσε τον περιορισμό της εξόδου του οικοπέδου της προς την οδό Κολοκοτρώνη, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας ένστασης μείωσης της εργολαβικής αμοιβής (άρθρο 688 ΑΚ), απορριπτόμενης αυτής κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμης, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή από την εναγομένη οιουδήποτε άλλου ποσού για διόρθωση κακοτεχνιών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων των εφέσεων των διαδίκων....

Μετά από τα παραπάνω, πρέπει: α) Να απορριφθεί η από 26-4-2011 έφεση της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη,....β)Να γίνει δεκτή η από 30-3-2011 έφεση του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμη, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, όχι μόνον ως προς το κεφάλαιο για το οποίο έγινε δεκτός ο λόγος έφεσης, αλλά στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του....Στη συνέχεια, τι Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί της από 25-4-2005 αγωγής, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 27.022,27 € (ήτοι 27.472,27 € - 450 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχεία 1α, 2β και 3) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, αναφορικά με τον προσδιορισμό της ανά κ.μ. εργολαβικής αμοιβής για το οπλισμένο και το άοπλο σκυρόδεμα, καθώς και για την τοιχοποιία και τα σενάζ, με την αιτίαση ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του επικαλέστηκε συμφωνία των διαδίκων για μονομερή εκ μέρους του προσδιορισμό των εν λόγω τιμών σύμφωνα με τις ελάχιστες τρέχουσες τιμές αγοράς κατά δίκαιη κρίση του, η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε τις τιμές αυτές, ως συμφωνημένες με την εργολαβική σύμβαση, με αποτέλεσμα η εργολαβική αμοιβή να υπολογιστεί με βάση την δήθεν συμφωνία των διαδίκων και όχι σύμφωνα με τις ελάχιστες τιμές της αγοράς και κατά τη δίκαιη κρίση του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 371 ΑΚ), αναφορικά δε με τα επιχρίσματα, με την αιτίαση ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του επικαλέστηκε ότι προέβη σε δαπάνη 3.060 ευρώ κατ' εντολή και για λογαριασμό της για εργασίες που εκτέλεσε συνεργείο επιλογής της αναιρεσείουσας, η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε το εν λόγω κονδύλιο ως συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή.

Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς από την αναιρεσείουσα. Τούτο, διότι η τελευταία δεν επικαλείται, συγχρόνως, την προβολή κάποιου ισχυρισμού της, στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα με λόγο εφέσεως, συναπτόμενου με διαφορετικό ύψος τιμών μονάδος, ως αντίστοιχου με τις ελάχιστες τιμές της αγοράς ή του κατά δίκαιη κρίση του αναιρεσιβλήτου προσδιορισθέντος, καθώς και με διαφορετικό ύψος τιμών για τα πραγματοποιηθέντα επιχρίσματα, ώστε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η παραδοχή του Εφετείου ότι οι τιμές αυτές είχαν προσδιοριστεί συμβατικώς, όπως και οι τιμές των επιχρισμάτων και οι οποίες, πάντως, ταυτίζονται με τις τιμές μονάδος που επικαλέστηκε στην αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιερχομένου της.

Αντιθέτως, μάλιστα, σύμφωνα με την μη προσβαλλόμενη με αναιρετικό λόγο παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς τις εν λόγω τιμές, παραδοχή από την οποία προκύπτει ότι το Εφετείο συνήγαγε ομολογία της περί τούτου (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ). Για τους ίδιους ως άνω λόγους ελέγχονται, ως αλυσιτελείς, οι αιτιάσεις που προβάλλονται υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με μέρος του 1ου λόγου (στοιχείο 2α), αναφορικά με το αν οι τιμές μονάδος για την τοιχοποιία (10 ευρώ ανά τ.μ.) και τα σενάζ (8 ευρώ ανά τ.μ.) ήταν συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή ή κόστος εργασιών (όπως χαρακτηρίζονται στην απόφαση).

Επίσης, με τον 1ο λόγο (στοιχεία 1β και γ) αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθότητας του συμπεράσματος της αναιρεσιβαλλομένης ότι για τις επίμαχες εργασίες χρησιμοποιήθηκαν επιπλέον 28,9 κ.μ.

και 104,90 κ.μ. οπλισμένου σκυροδέματος, καθόσον δεν προκύπτει ποια ή ποιες συγκεκριμένες εργασίες κατέστησαν αναγκαία την χρησιμοποίηση των παραπάνω επιπλέον ποσοτήτων οπλισμένου σκυροδέματος, ενώ στην αναιρεσιβαλλομένη περιλαμβάνονται και εργασίες που δεν αναφέρονται στην αγωγή. Όμως, ο ανωτέρω λόγος, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση του στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν στοιχειοθετείται.

Τούτο, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις σχετίζονται μόνο με την ανάλυση και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, πάντως, διατυπώνεται με σαφήνεια και επάρκεια στην αναιρεσιβαλλομένη, σχετικά με το ποιες ποσότητες σκυροδέματος και για ποιες εργασίες απαιτήθηκαν, με προσδιορισμό και των λόγων που επέβαλαν τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των εγκεκριμένων σχεδίων και της υλοποιημένης κατάστασης.

Εξάλλου, το Εφετείο με το να εξειδικεύσει τις εκτελεσθείσες εργασίες, όπως προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωσαύτως, με το 1° λόγο (στοιχείο 1δ) αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κονδύλιο για ποσότητα 7,15 κ.μ.

άοπλου σκυροδέματος και επιδίκασε γιαυτό εργολαβική αμοιβή 429 ευρώ που δεν διαλαμβάνεται στην ένδικη αγωγή και δεν ζητήθηκε. Όμως, ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, αβασίμως προβάλλεται, διότι στηρίζεται, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην ένδικη αγωγή (σελ. 3) ρητώς διαλαμβάνεται κονδύλιο εργολαβικής αμοιβής 429 ευρώ για 7,15 κ.μ.

μπετόν καθαριότητας, με τιμή μονάδος 60 ευρώ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ο ενάγων, δυνάμει προφορικής σύμβασης που κατάρτισε με την εναγομένη, ανέλαβε ως εργολάβος την έναντι αμοιβής εκτέλεση του έργου της προσθήκης-επέκτασης της υφιστάμενης οικοδομής της, που αφορούσε την εκτέλεση εργασιών μπετόν και τοιχοποιίας, για την πραγματοποίηση δε των εργασιών αυτών ο ενάγων ανέλαβε, μετά από συμφωνία με την εναγομένη, μεταξύ άλλων, τις παραγγελίες και αγορές των απαιτούμενων υλικών, τις πληρωμές του εργατοτεχνικού προσωπικού και γενικά κάθε εργασία που απαιτείτο για την αποπεράτωση του έργου.

Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε σε τρίτους, με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τιμολόγια και αποδείξεις, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά για ημερομίσθια εργατών, για εργασίες με κομπρεσέρ, για εισφορές στο ΙΚΑ και για αγορές υλικών και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τον λόγο εφέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας, με τον οποίο εκείνη είχε αμφισβητήσει το ύψος των σχετικών κονδυλίων, που είχαν γίνει δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση.

Από τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε την, στα πλαίσια της επίμαχης συμβάσεως έργου, κατάρτιση και ξεχωριστής, ιδιαίτερης συμφωνίας του ενάγοντος με την εναγομένη, δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε να διεκπεραιώσει για λογαριασμό της τις ανωτέρω υποθέσεις (πληρωμές σε τρίτους), για την εκτέλεση των οποίων δαπάνησε εξ ιδίων τα επικαλούμενα χρηματικά ποσά.

Η συμφωνία αυτή (με βάση τις ανωτέρω παραδοχές) φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως εντολής, που επικαλέστηκε ο ενάγων με την αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι στις εν λόγω πληρωμές προέβη για λογαριασμό και κατ' εντολήν της εναγομένης.

Συνεπώς ο 1ος λόγος, κατά το μέρος του (στοιχείο 4α) με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι σχετικά με το παραπάνω ζήτημα το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του (στοιχείο 4β), με το οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέα και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 713 και 722 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί. Ειδικότερα, κατά μεν την επιχειρούμενη στοιχειοθέτηση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αλυσιτελής, διότι στην περίπτωση αυτή χωρεί, επιτρεπτώς, αντικατάσταση των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), αντικαθισταμένης κατά τούτο της εν λόγω αιτιολογίας. Κατά δε την επιχειρούμενη στοιχειοθέτηση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο καθίσταται εφικτός ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά την οποία κάθε διάδικος ή τρίτος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος δικαιολογητικός της μη επιδείξεως των, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των άρθρων 68, 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 902 του ΑΚ, η αίτηση διαδίκου με την οποία ζητείται, από το δικάζον δικαστήριο, να διατάξει την, εκ μέρους αντιδίκου του αιτούντος, επίδειξη εγγράφου, προϋποθέτει, για το σύννομο της διατυπώσεως και το παραδεκτό της, την επίκληση ότι το έγγραφο ευρίσκεται στην κατοχή του αντιδίκου και τον σαφή προσδιορισμό περιεχομένου του εγγράφου που να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερόμενη σε τέτοιον ισχυρισμό αντιδίκου του.

Σε περίπτωση που δεν γίνεται επίκληση της συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων, το σχετικό αίτημα απορρίπτεται, λόγω αοριστίας, ως απαράδεκτο. Πρόκειται, μάλιστα, για δικονομικό απαράδεκτο, ο έλεγχος του οποίου, για τη συνδρομή ή μη συνδρομή του, γίνεται μέσω του αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπέβαλε αίτημα να υποχρεωθεί ο αντίδικος της να της επιδείξει τα σχέδια, με βάση τα οποία ανήγειρε την οικοδομή της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε το εν λόγω αίτημα της, που επαναφέρθηκε ενώπιον του με λόγο έφεσης, αόριστο, απορρίπτοντας συγχρόνως τον σχετικό λόγο εφέσεως. Με την κρίση του αυτή δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε κατοχή των επίμαχων εγγράφων από τον εφεσίβλητο κατά το χρόνο υποβολής του επίμαχου αιτήματος και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 14 (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα κατασκευαστικά σχέδια και σχέδια λεπτομερειών για να καταλήξει στο αποδεικτικό της συμπέρασμα, αναφορικά με τις ποσότητες του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδομή.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο διηγηματικώς αναφέρθηκε σε σχέδια που ο ενάγων προσκόμισε στον πραγματογνώμονα και εκείνος επαλήθευσε από φωτογραφίες και την επιτόπια μετάβαση του και συνεπώς το ίδιο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα μη προσκομισθέντα, ώστε ο παραπάνω λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η επίμαχη πλημμέλεια, καθώς και ο 3ος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η ίδια πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Με τον 3° και τελευταίο λόγο της αιτήσεως (που εσφαλμένα αριθμείται ως 5ος ) αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες α) από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την εκπροθέσμως κατατεθείσα, 205/08 έκθεση πραγματογνωμοσύνης... ως διορθωτική της 144/08 εκθέσεως του, η οποία στην ουσία ήταν νέα πραγμ/νη και β) από τον αρ. 10 του ίδιου άρθρου με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του την εν λόγω διορθωτική έκθεση πραγμ/νης ενώ οι διατάξεις των άρθρων 384,388 ΚΠολΔ δεν το επιτρέπουν.

Ο επίμαχος λόγος κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος, διότι αφενός μεν όπως προκύπτει από το άρθρο 383 ΚΠολΔ η εκπρόθεσμη κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνώμων δεν δημιουργεί ακυρότητα, καθόσον η προθεσμία προς κατάθεση της δεν τάσσεται από τον νόμο και δεν είναι ανατρεπτική (ΑΠ 126/1979, ΑΠ 954/79)" αφετέρου δε το δικαστήριο της ουσίας εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 387 ΚΠολΔ) και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες, ενώ έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωση της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (άρθρο 388 ΚΠολΔ).

Κατά το δεύτερο μέρος του είναι, επίσης, απορριπτέος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν στοιχειοθετεί, τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με βάση, εξάλλου, όσα κατά τα παραπάνω δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα περιστατικά που αφορούν τις εκτελεσθείσες από τον αναιρεσίβλητο εργασίες, καθώς και τα στοιχεία τα προσδιοριστικά της αμοιβής του, που διακρίνεται από τα μη συμπεριλαμβανόμενα σ' αυτήν κονδύλια, τα αφορώντα δαπάνες που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος κατ' εντολή της αναιρεσείουσας για ημερομίσθια εργατών, εισφορές ΙΚΑ, αγορές υλικών, ενώ σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε από την αρχιτέκτονα-μηχανικό (που είχε αναλάβει την επέκταση-προσθήκη) για τις απαιτούμενες εργασίες κατά παρέκκλιση της οικοδομικής άδειας-και ενέκρινε τις αλλαγές των στατικών, παραδοχή από την οποία αυτονοήτως προκύπτει και παραδοχή ότι η εκτέλεση των εν λόγω εργασιών καλυπτόταν από τη συμβατική ρύθμιση για τον τρόπο προσδιορισμού της εργολαβικής αμοιβής.

Επομένως, με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν την αξίωση του αναιρεσιβλήτου για την εργολαβική του αμοιβή, κατ' άρθρο 681 ΑΚ. Όλοι δε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον 1° πρόσθετο λόγο, με στοιχεία α (α), (β), (γ), β, δ (δι), (δ2), (δ3), με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Ωσαύτως, οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον 1° πρόσθετο λόγο (στοιχείο γ), περί του ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 682 AK, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη που προϋποθέτει έλλειψη ρητής συμφωνίας για την εργολαβική αμοιβή, εφόσον δέχτηκε συμφωνημένες αμοιβές ανά μονάδα εκτελεσθεισών εργασιών, αλλά (εφάρμοσε) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68ι ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω για τις εμπεριεχόμενες στον 1° πρόσθετο λόγο αιτιάσεις ισχύουν, επιπροσθέτως, όσα ήδη αναπτύχθηκαν κατά τη διερεύνηση του 1ου λόγου της αιτήσεως, αναφορικά με το αλυσιτελές των επίμαχων ισχυρισμών, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, συγχρόνως, την προβολή κάποιου ισχυρισμού της, στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα με λόγο εφέσεως, συναπτόμενου με διαφορετικό ύψος τιμών μονάδας, για τις εκτελεσθείσες από τον αναιρεσείοντα εργασίες.

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 361,416, 681, 682 και 694 ΑΚ, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας, η έναντι του έργου, απλού ή σύνθετου, αμοιβή είναι μία, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται αυτή ως άθροισμα μερικότερων αμοιβών που αντιστοιχούν στα μέρη του σύνθετου έργου, συνέπεια δε τούτου είναι, ότι αν ο κύριος του έργου καταβάλλει στον εργολάβο χρηματικό ποσό προς μερική εξόφληση της εκ της συμβάσεως υποχρεώσεως αυτού, επιφέρει εξόφληση του σχετικού μέρους της αμοιβής και όχι εξόφληση μιας ή περισσότερων από τις προαναφερόμενες μερικότερες αμοιβές και αντίστοιχα ο εργολάβος διατηρεί απαίτηση για το υπόλοιπο της αμοιβής και όχι απαίτηση για μια ή περισσότερες από τις μερικότερες αμοιβές.

Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο προσδιόρισε το οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο χρηματικό ποσό των 27.472,27 ευρώ, αφού άθροισε τις οφειλόμενες σ' αυτόν αμοιβές για τις επί μέρους εκτελεσθείσες εργασίες στα πλαίσια μιας και μόνης μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας σύμβασης έργου (και όχι τριών διαφορετικών συμβάσεων έργου, όπως εσφαλμένα θεωρεί η αναιρεσείουσα), καθώς και τις δαπάνες στις οποίες αυτός προέβη κατ' εντολήν αυτής στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης και στη συνέχεια αφαίρεσε τις τμηματικές καταβολές στις οποίες αυτή είχε προβεί, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον 2° πρόσθετο λόγο, με τον οποίο μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2/7/13 αίτηση της Κ. Μ. και τους προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 5801/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσειουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ