Legislator Case Law & Legislation
1888/2007 AI generated

1888/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1888/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1888/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν από παράνομη και υπαίτια, κατά τα άνω, κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρο. Κοινή είναι η πράξη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση αυτής, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees counterfeiting official revenue stamps misappropriation of withholding tax customs tax fraud expropriator public levies dispute
AI generated
1736/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματική Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
2124/2008
Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία με την επίκληση των λόγων : α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν κλητεύθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ο διάδικος προκειμένου να λάβει γνώση των εγγράφων που υπέβαλε ο συγκατηγορούμενός του, μετά το πέρας της ανακρίσεως, ώστε να διατυπώσει τις τυχόν παρατηρήσεις του. (Ίδετε και ΑΠ 57/2008). Αναιρεί και παραπέμπει.
752/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
2583/2008
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.
2484/2009
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη υπεξαιρέσεως από εντολοδόχους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1888 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1888/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: X1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Δώρα Μητρολιού-Κυρανά και Κυριακή Δεληγκάρη, με δήλωση τους, του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6250/2000 και μετ' ανακοπή 7219/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 2949/2005 μη οριστική και 4239/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, ο οποίος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύσει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας που οφειλόταν. Τέτοια υποχρέωση να μη ζημιώσει, κάποιος άλλον, με πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ. β΄ ΑΚ καθώς και στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται.

Αν από παράνομη και υπαίτια, κατά τα άνω, κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρο. Κοινή είναι η πράξη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση αυτής, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Δεν έχει επίσης σημασία αν η συμμετοχή των περισσοτέρων συνέβαλε στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως ή άλλης που συνοδεύει αυτή (επιγενόμενη συμμετοχή) και έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της κυρίας πράξεως χρόνο, η οποία (μεταγενέστερη πράξη) δεν συνδέεται μεν αμέσως αιτιωδώς με την πρόκληση της ζημίας, που προξενήθηκε με την προγενέστερη κυρία πράξη, έχει όμως ως αποτέλεσμα, συνδεόμενο, έτσι, αντικειμενικά αιτιωδώς με την κύρια πράξη, την επαύξηση ή διατήρηση αυτής της ζημίας, γεγονός που συμβαίνει ιδίως όταν με την μεταγενέστερη πράξη αποκρύπτεται ο δράστης ή το κλοπιμαίο αντικείμενο ή εξαφανίζονται τα αποδεικτικά μέσα ως προς την τέλεση της κυρίας πράξεως ή τα ίχνη της κυρίας πράξεως και της ζημίας και παρεμποδίζεται η αποκάλυψη του δράστη της κυρίας πράξεως, όπως και στην περίπτωση του προβλεπομένου από το άρθρο 394 ΠΚ εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, αφού ο δράστης του εγκλήματος αυτού με πρόθεση συμβάλλει στην διατήρηση της ζημίας που υπέστη εκείνος από την κατοχή του οποίου αφαιρέθηκε το πράγμα με αξιόποινη πράξη που τελέστηκε προηγουμένως από άλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας της ήδη αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας, δεχόμενο, ότι από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αποδείχτηκαν τα εξής: Η| εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), που είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς και είχε εργασθεί ως υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε, μετά την έξοδο της από την υπηρεσία της Τράπεζας της Ελλάδος δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικώς, παρέχουσα επ' αμοιβή χρηματοοικονομικές συμβουλές και αναλαμβάνουσα τη διεκπεραίωση οικονομικών υποθέσεων των πελατών της με τράπεζες και άλλες επιχειρήσεις.

Για την άσκηση της επαγγελματικής της αυτής δραστηριότητας, κατά τα έτη 1993 και 1994 διατηρούσε σχετικό γραφείο επί της οδού ........ αρ...... στην περιοχή του ..........., συστεγαζόμενη με την γνωστή της δικηγόρο Ζ, αμφότερες δε, λόγω της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εγνώρισαν, κατά το έτος 1993, τον επιχειρηματία Z1, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης νυκτερινού κέντρου καφετέριας επί της .........

και εκμεταλλεύονταν κυλικεία στον Πειραιά τα οποία μίσθωνε από τον Ο.Λ.Π., ήταν δε κύριος μέτοχος της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΠΑΡΑΤΣΙ ΑΕ", της οποίας μέλος του ήταν η δικηγόρος Ζ. Μέσω της προαναφερομένης δικηγόρου Ζ ο Z1 είχε γνωρίσει τον Z2, μετά του οποίου η Ζ είχε εμπλακεί στο παρελθόν σε ποινική υπόθεση απάτης, που αφορούσε την εκποίηση οικοπέδων προς τρίτους.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται, ότι στις 20 Απριλίου 1994, ο τότε υπάλληλος της ενάγουσας Εθνικής Τράπεζας Γ1, που υπηρετούσε στο τμήμα Διάθεσης Εντόκων Γραμματίων του Δημοσίου και απασχολούνταν με την προετοιμασία αποστολής τέτοιων γραμματίων στα υποκαταστήματα της τράπεζας, με τη συνεργεία του προαναφερομένου Z2, αφαίρεσε παρανόμως ενενήντα εννέα (99) έντοκα γραμμάτια, ποσού 10.000.000 δραχμών το καθένα, τα οποία στη συνέχεια, με άγνωστο τρόπο προώθησε στον Z2, ο οποίος ήταν και ο εμπνευστής του όλου σχεδίου προκειμένου στη συνέχεια να γίνει προεξόφληση αυτών και να εισπραχθεί το παραπάνω σημαντικό χρηματικό ποσό.

Ο Z2, που εδιώκετο και ήταν φυγόδικος, προκειμένου να μπορέσει να ρευστοποιήσει (προεξοφλήσει) τα κλεμμένα ως άνω έντοκα γραμμάτια, πριν αποκαλυφθεί η κλοπή από την ενάγουσα τράπεζα, απευθύνθηκε στο γνωστό του Z1, ο οποίος, λόγω των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και συναλλαγών που είχε με το υποκατάστημα της Τραπέζης Πίστεως Ν.

Σμύρνης γνώριζε τον διευθυντή αυτού, και συμφώνησαν να μεταβούν στο άνω υποκατάστημα για προεξόφληση γραμματίων. Πράγματι την 20.4.1994 ο Z2 και ο Z1 μετέβησαν στο άνω υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστεως και ο Z1 προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει τον διευθυντή του να προεξοφλήσει έντοκα γραμμάτια, πλην όμως αυτός, διαβλέποντας κίνδυνο, αρνήθηκε.

Έτσι αυτοί σε συνεννόηση με την γνωστή τους δικηγόρο Ζ, μεθόδευσαν τρόπο προεξόφλησης και για το σκοπό αυτό ο Z2, εμφανίστηκε την επομένη στη συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελία Αγγάνη, με πλαστή αστυνομική ταυτότητα με τα στοιχεία Β1 και ζήτησε την σύνταξη πληρεξουσίου προς την άνω δικηγόρο. Πράγματι η εν λόγω συμβολαιογράφος συνέταξε το υπ' αριθμ. ......

πληρεξούσιο, με το οποίο ο Ζ2, ως Β1, έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Ζ να προεξοφλήσει έντοκα γραμμάτια. Η δικηγόρος αυτή, στην οποία ο Ζ2 παρέδωσε προς προεξόφληση 20 από τα κλεμμένα ως άνω έντοκα γραμμάτια, με βάση το άνω πληρεξούσιο, εμφανίστηκε την ιδία ημέρα στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως και προεξόφλησε 20 έντοκα γραμμάτια, που της είχε παραδώσει για το σκοπό αυτό ο Ζ2, παραλαμβάνοντας επιταγή της τράπεζας αυτής ποσού 171.864.792 δραχμών, πληρωτέα εις διαταγήν του Β1 (Ζ2), την οποία στη συνέχεια αυτή παρέδωσε στον Ζ2.

Ο τελευταίος, την ιδία ημέρα μαζί με τον Ζ1, μετέβησαν στο υποκατάστημα Ν. Σμύρνης της τράπεζας Πίστεως, από το οποίο και εισέπραξαν το ποσό της επιταγής, από το οποίο, ποσό μεν 161.864.792 δρχ. κατέθεσαν αμέσως στον υπ' αριθμ........ κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο Ζ1 στην τράπεζα αυτή με τη σύζυγο του, ποσό δε 10.000.000 δραχμών παρέλαβε σε μετρητά ο Ζ1.

Την ίδια αυτή ημέρα που εισπράχτηκε η άνω επιταγή (21-4-1994) οι Ζ2 και Ζ1, κάμψαντες τις υπόνοιες του διευθυντή του υποκαταστήματος της τράπεζας Πίστεως Ν. Σμύρνης, με το επιχείρημα της προηγούμενης εξόφλησης των 20 γραμματίων από το κεντρικό κατάστημα της ίδιας τράπεζας, προεξόφλησαν και άλλα δέκα από τα κλεμμένα γραμμάτια και εισέπραξαν ποσό 85.932.396 δρχ, το οποίο κατατέθηκε αμέσως στον παραπάνω κοινό λογαριασμό του Ζ1 και της συζύγου του.

Την επομένη ημέρα (22.4.1994) οι Ζ2 και Ζ1 προεξόφλησαν και άλλα 20 γραμμάτια στο ίδιο υποκατάστημα Ν. Σμύρνης της τράπεζας Πίστεως και εισέπραξαν ποσό 171.958.000 δρχ., στις δε 27.4.1994 προεξόφλησαν και άλλα 20 γραμμάτια και από το ποσό της προεξόφλησης αυτής ποσό 4.416.746 δραχμών κατατέθηκαν αμέσως στον κοινό λογαριασμό του Ζ1 και της συζύγου του, ποσό δε 7.000.000 δρχ, εισέπραξε σε μετρητά ο Ζ1.

Στις 25.4.1994 η Τράπεζα Πίστεως κατ΄ εντολή του Ζ1 εξέδωσε επιταγή ποσού 120.000.000 δρχ. πληρωτέα εις διαταγήν η

του από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό αυτού και της συζύγου του, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν κατατεθημένα ποσά από τις προηγούμενες προεξοφλήσεις γραμματίων. Την επιταγή αυτή ο Ζ1 παρέδωσε με οπισθογράφηση στην εναγομένη, η οποία την εισέπραξε την επομένη (26.4.1994) μέσω του κεντρικού καταστήματος της ιδίας Τράπεζας Πίστεως, το δε ποσό αυτής κατέθεσε σε λογαριασμό ΡΕΠΟΣ με αριθμό ..........

που άνοιξε στο όνομα της στην ίδια τράπεζα. Κατ' εντολή της εναγομένης ο λογαριασμός της αυτός ΡΕΠΟΣ ανανεώθηκε, στις δε 10.5.1994 η εναγομένη ανανέωσε το λογαριασμό της αυτό μόνο για ποσό 55.000.000 δρχ. και το υπόλοιπο ποσό από δραχμές 65.857.636 που ανέλαβε κατατέθηκε από την ίδια και κατ' εντολή της, στον υπ' αριθμ. ........

κοινό λογαριασμό αυτής και της δικηγόρου Ζ, που είχε ανοίξει η εναγομένη στην ίδια Τράπεζα Πίστεως την 25.4.1994 Τις επόμενες ημέρες 11-5-1994 και 13-5-1994 η εναγομένη ανέλαβε διάφορα ποσά από τον άνω λογαριασμό και όταν από την ενάγουσα έγινε αντιληπτή η άνω κλοπή δεσμεύθηκαν με ενέργειές της και όσα είχαν απομείνει από τα επενδεδυμένα στον .........

λογαριασμό σε ΡΕΠΟΣ, όπως και το ποσό που είχε απομείνει στον ........ κοινό λογαριασμό καταθέσεων στο όνομα της εναγομένης και της Ζ στην Τράπεζα Πίστεως. Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εναγομένη, λόγω των σχέσεών της με την δικηγόρο Ζ και τον Ζ1, και της συστεγάσεώς της με την εν λόγω δικηγόρο γνώριζε ότι το ποσό της άνω επιταγής εκ δραχμών 120.000.000 δρχ.

προέρχονταν από την προεξόφληση κλεμμένων γραμματίων, και δέχτηκε να συνδράμει τον Ζ1 για την απόκρυψη και διασφάλιση μέρους των περιελθόντων, κατά τα παραπάνω, σ' αυτόν ποσών που είχε εισπράξει με την προεξόφληση των γραμματίων και έτσι ζημίωσε η εναγομένμη ως κλεπταποδόχος, μέλος της άνω ομάδας αδικοπραγησάντων, παρανόμως και υπαιτίως, την ενάγουσα κατά το ανωτέρω ποσό των δραχμών 120.000.000.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας εις βάρος της ήδη αναιρεσείουσας και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των .352.164,34 ευρώ, αντίστοιχο 120.000.000 δραχμών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχτηκε την αγωγή και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297,298, 330 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι 1ος και 2ος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ειδικότερα με αιτιολογία πλήρη και σαφή το Εφετείο δέχθηκε ότι εναγομένη τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας το έγκλημα της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος του άρθρου 394 παρ. 1 του Π.Κ., που συνιστά και αστικό αδίκημα, το οποίο τελέσθηκε παρανόμως και υπαιτίως (με δόλο) από την εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας με ζημία της τελευταίας ποσού δρχ. 120.000.000.

Τέλος το Εφετείο με παραδοχές πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις έκρινε ως αποδειχθέντα όλα τα άνω περιστατικά, τα οποία αντικειμενικά θεμελιώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγομένης και της εν λόγω ζημίας της ενάγουσας, ισουμένης με το ποσό της κλεπταποδοχής, τελεσθείσης στα πλαίσια ομαδικής διαδοχικής αδικοπρακτικής, κατά τα άνω, δράσης των εν λόγω προσώπων σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας.

Με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι 31.12.2001 (έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001) οριζόταν ότι "στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227,233 έως 269 και 271 έως 312. Αν με την έφεση προσβάλλεται απόφαση ειρηνοδικείου, μονομελούς πρωτοδικείου καθώς και πολυμελούς πρωτοδικείου, εφόσον δεν έχει εκδοθεί πράξη του προέδρου κατά το άρθρο 226 παρ.2 εδ.

α' έχουν επιπλέον εφαρμογή και οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. β΄ και γ΄, 2, 3, εδ. α΄ και γ΄ και 4 έως 6 του άρθρου 270". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό, και με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ιδίου κώδικα, όπως και αυτή ίσχυε μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο, προκύπτει, ότι στη διαδικασία ενώπιον του εφετείου επί εφέσεως κατ΄ αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία επί αγωγής, για την οποία, κατά την κατάθεσή της, με πράξη του προέδρου ορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ.2 εδ.

α' ΚΠολΔ, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ιδίου κώδικα, δεν λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 16 παρ.3 του Α΄ Κεφαλαίου ν.2915/2001, που άρχισαν να ισχύουν από 1.1.2002, αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων 270 και 524 ΚΠολΔ.

Με τη νέα διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου , το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν ληφθεί ύστερα από κλήτευση· του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, με τη νέα δε διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 227

270 παρ.2,4....

Τέλος με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του άνω ν.2915/2001 ορίζονται τα εξής: "1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου (Α').. 2.Στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του κεφαλαίου τούτου καθώς και στις λοιπές εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κεφαλαίου δίκες εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν έως τώρα".

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι η νέα, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 12 ν. 2915/2001. διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται υπόψη και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, εφαρμόζεται μόνο επί υποθέσεων που η πρώτη συζήτηση τους στον πρώτο βαθμό προσδιορίστηκε αρχικώς να γίνει μετά την 1.1.2002, όχι δε και επί υποθέσεων που είχαν συζητηθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή και συνεπεία ασκήσεως εφέσεως ή άλλου ενδίκου μέσου αυτές ήσαν ή κατέστησαν εκκρεμείς μετά την 1.1.2002.

Το ότι δε πράγματι βούληση του νομοθέτη της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 22 ν.2015/2001 είναι να εφαρμόζονται οι νέες αυτού διατάξεις επί υποθέσεων που συζητούνται σε πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την 1.1.2002 προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 2943/01, με το άρθρο 15 του) οποίου μετατέθηκε η έναρξη ισχύος των διατάξεων του Α' κεφαλαίου ν.2915/2001 από 1.1.2002, στην οποία εισηγητική έκθεση, προς αποφυγή .τυχόν παρερμηνειών, διευκρινίζεται;

ότι ως πρώτη συζήτηση κατά τις παραγράφους 1 και 2 άρθρου 22 ν.2015/01 νοείται η πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και ότι ως εκκρεμείς, επί των οποίων εφαρμόζονται οι προϊσχύσασες διατάξεις, νοούνται και οι εκκρεμείς ενώπιον του εφετείου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, η από 11.2.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, συζητήθηκε σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην της τότε εναγομένης, την 10.2.2000 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6.250/2000 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά της οποίας η ερημοδικασθείσα εναγομένη άσκησε την από 10.9.2001 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.7.219/2003 απορριπτική της ανακοπής απόφαση το ιδίου δικαστηρίου.

Κατά της τελευταίας αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε από το Εφετείο η 2.949/2005 απόφασή του με την οποία αυτό αφού δέχτηκε την έφεση και την ανακοπή ερημοδικίας και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας την αγωγή διέταξε αποδείξεις στο ακροατήριό του, μετά την διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4.239/2006 τελεσίδικη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει.

Η ήδη αναιρεσείουσα (εναγομένη) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 παρ.γ' ΚΠολΔ αποδίδει το Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τις μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες από αυτή στο εφετείο, υπ' αριθμ. ......., ........ και ........ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρ.

Θωμίδου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η αγωγή συζητήθηκε σε πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 10.2.2000, όπως δε το Εφετείο δέχτηκε και προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατά την κατάθεση αυτής ορίστηκε με πράξη του Προέδρου από 11-2-1999 ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 341 ΚΠολΔ και εντεύθεν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ήσαν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Κατά το άρθρο 346 ΑΚ (έναρξη τόκων με επίδοση αγωγής) "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να αρχίσει η τοκοφορία (δικονομικοί τόκοι) του χρέους, απαιτείται, μεταξύ των άλλων, και εγκυρότητα της επίδοσης της αγωγής, γιατί η άκυρη επίδοση της αγωγής δεν παράγει υποχρέωση του οφειλέτη σε παροχή νόμιμων τόκων.

Περαιτέρω, ο μαχόμενος κατά του κύρους της κατ΄ άρθρο 135 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής οφείλει να ισχυρισθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης ν΄ αποδείξει ότι ο ενδιαφερόμενος ήταν γνωστής διαμονής. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι, εκτός των αναφερομένων σ΄ αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και αν ακόμη ο ισχυρισμός αυτός, έπρεπε να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για το ορισμένο δε του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τα συγκροτούντα δηλαδή αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τελευταίο (4ο ) λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση από τον αρ. 1 της Κ.Πολ.Δ 559 και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Δικαστήριο εκείνο δεχόμενο την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, επιδίκασε στην ενάγουσα το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κατά την ΑΚ 346 μολονότι με την υπ΄ αριθμ. 2949/2005 προηγούμενη απόφασή του, κηρύχθηκε άκυρη η γενόμενη ως άγνωστης διαμονής της επίδοση της αγωγής στις 17-2-1999 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (γιατί τότε αυτή ήταν γνωστής διαμονής) και αφού δέχτηκε την ασκηθείσα από την εναγομένη ανακοπή ερημοδικίας εξαφάνισε την ανακοπτομένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αίτησή της ότι προέβαλε στο Εφετείο κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ις

χυρισμό (ένσταση) κατά το άρθρο 159 περ. 3 Κ.Πολ.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 135 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή για το ότι αυτή κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής ως αγνώστου διαμονής ήταν γνωστής διαμονής και εντεύθεν είναι άκυρη η επίμαχη επίδοση, αφού δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τον ισχυρισμό αυτό, εν όψει και του ότι δεν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, διότι με την απόφασή του εκείνη το Εφετείο δεν ερεύνησε καθόλου τον ισχυρισμό αυτό, που μπορούσε να προβληθεί στο Εφετείο και δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.07.2006 αίτηση της X1, για αναίρεση της 4.239/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ