Legislator Case Law & Legislation
1887/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of unilateral salary reduction claim.

Case Number 1887/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute regarding unpaid wages. The appellant argued that the employer unilaterally reduced the employee's contractual salary in 2012, violating specific salary caps, while the respondent maintained the reduction was lawful. The court ruled that the unilateral declaration did not legally alter the salary terms without mutual agreement and correctly rejected the claim, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 of the Civil Code and Article 7 of the Labor Law; A unilateral declaration by an employer to reduce contractual wages without employee consent constitutes a detrimental modification requiring mutual agreement and does not violate statutory salary limits if the agreed amount remains compliant.

Keywords

AI generated
unilateral salary reduction labor dispute appeal contractual wage terms mutual agreement requirement statutory salary limits

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 7 paragraph 2 of Law 1876/1990
Article 2 paragraph 4 of the 6/2012 Collective Agreement
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
General Court of Appeal 25/2003
General Court of Appeal 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1887 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στράτο Μαρκέτο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 509/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4820/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 21 Φεβρουαρίου 2024 και με αριθμό κατάθεσης 2069/193/26-2-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4820/20-10-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί της από 20-5-2022 και με αριθμό κατάθεσης 2485/24-5-2022 έφεσης, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους ασκηθέντες με ίδιο δικόγραφο, το από 12-9-2022 και με αριθμό κατάθεσης 914/13-9-2022, πρόσθετους λόγους της, της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 509/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την εκκαλουμένη αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία την από 19-7-2021 με αριθμό κατάθεσης 1585/2021 αγωγή κατά την στηριζόμενη, στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κύρια βάση της, και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των (20.138,22+17.122,50=) 37.260,72 ευρώ, νομιμοτόκως, ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο του 2013 έως και Δεκέμβριο του 2016.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία, μετά από συνεκδίκαση, την έφεση, όπως αυτή διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους της, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, επιδικάζοντας στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για την ίδια αιτία, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το, μικρότερο από το πρωτοδίκως επιδικασθέν, ποσό των (18.514,16+11.881,98+ 4.917,67=) 35.313,81 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 26-2-2024, πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης, που έγινε στις 20-10-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΑΠ 99/2023, ΑΠ 945/2021, ΑΠ 132/2016, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 56/2012).

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ.

νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ' όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους".

Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι' αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων, όπως με τον όρο καταβολής αποδοχών που υπερβαίνουν τις νόμιμες.

Με τη διάταξη δε του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 99/2023, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014). Σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 99/2023, ΑΠ 256/2023, ΑΠ 904/2020, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 692/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/2012" (Φ.Ε.Κ.

Τεύχος Α' 38/28.2.2012): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3.

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.

Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν, 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, που υπάγονται στις ρυθμίσεις ΣΣΕ (ΑΠ 256/2023), "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν".

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων (AΠ 256/2023, ΑΠ 945/2021, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 876/2018). Πρόκειται, δηλαδή, για εκ του νόμου εξάλειψη όρου Σ.Σ.Ε., με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται περίπτωση παράνομης βλαπτικής μεταβολής.

Η ρύθμιση περί μετενέργειας είναι αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου και στη φάση αυτή της μετενέργειας, η Σ.Σ.Ε δεν ανήκει στην εξουσία διάθεσης των συλλογικώς συμβαλλομένων (ΑΠ 256/2023, ΑΠ 1041/2020). Οι προαναφερόμενες όμως διατάξεις της άνω ΠΥΣ δεν ισχύουν για ατομικές συμβάσεις εργασίας, μη υπαγόμενες στις ρυθμίσεις ΣΣΕ, στην περίπτωση δε που με αυτές συμφωνήθηκαν, κατ'εφαρμογή της αρχής της εύνοιας (αρθ. 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990), αποδοχές των εργαζομένων, προσδιοριζόμενες σε ένα συγκεκριμένο ποσό, υπέρτερες των νομίμων, η μονομερής δήλωση του εργοδότη για μείωση των συμβατικών καταβαλλόμενων αποδοχών τους στο ύψος των νομίμων, κατ'άρθρο 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, συνιστά μονομερή βλαπτική, για τους εργαζόμενους, των όρων της εργασίας τους, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 7 εδ.α'του ν.2112/1920.

Μία τέτοια μείωση είναι δυνατή μόνο κατόπιν συμφωνίας των μερών. Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656, 349-351, 288 Α.Κ., 7 εδ. α ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, σύμφωνα με τις οποίες η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασής του δεν επιφέρει τη λύση της, ούτε τον υποχρεώνει να αποχωρήσει από την εργασία του, και εάν ο εργοδότης του προβεί σε μονομερή βλαπτική, για τον ίδιο, μεταβολή των όρων της εργασίας του, ο εργαζόμενος, έχει το, διαζευκτικά προβλεπόμενο με τα λοιπά, δικαίωμα, να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 104/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 130/2016).

Τέλος, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως κατά περιεχόμενο εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι για τη μείωση του καταβαλλόμενου στην αναιρεσίβλητη μηνιαίου μισθού της, στις 30-6-2012, στο προκύπτον, κατ'άρθρο 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, ύψος των νομίμων αποδοχών της (βασικός μισθός, πλέον επιδόματος ωρίμανσης), δεν αρκούσε η, προβληθείσα παραδεκτώς εκ μέρους της, δική της σχετική μονομερής δήλωση, αλλά απαιτείτο κοινή συμφωνία τους, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, επιδικάζοντας μετά ταύτα, χωρίς την επικαλούμενη εκ μέρους της μείωση των αποδοχών της αντιδίκου της κατά την εφαρμοστέα αυτή διάταξη από τις 30-6-2012 και εντεύθεν, τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών της του επιδίκου χρονικού διαστήματος (από 1-7-2012 έως 30-6-2016), οι οποίες δεν θα προέκυπταν εάν το Εφετείο ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε την ανωτέρω διάταξη, και κατά παραδοχή της έφεσής της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, θα απέρριπτε την αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης κατ'ουσία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, την 1-2-1988, προσελήφθη από την εναγόμενη συμβολαιογράφο Αθηνών, με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως γραμματέας, προκειμένου να παρέχει τις σχετικές υπηρεσίες στο συμβολαιογραφείο, που διατηρούσε η εναγόμενη ,για πενθήμερη απασχόληση, από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και δεν αμφισβητεί η εναγόμενη.

Η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή ισχυρίζεται ότι παρείχε την ανωτέρω εργασία της μέχρι τις 30-12-2016, πλην του χρονικού διαστήματος από 11- 2-2013 έως 15-3-2013 και του χρονικού διαστήματος από 1-9-2013 έως 30-11-2014, που δεν εργάστηκε, έχοντας λάβει άδεια άνευ αποδοχών, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς, διότι η εναγόμενη δεν της κατέβαλε εμπροθέσμως και προσηκόντως τις συμφωνημένες καθαρές αποδοχές της, που ισχυρίζεται ότι ανέρχονταν, από 1-1- 2009 έως 30-12-2016, στο καθαρό ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως, αλλά προέβαινε σε μερικές καταβολές για τις οποίες γίνεται μνεία παρακάτω.

Η εναγόμενη ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα εργάσθηκε μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2012 διότι τότε δήλωσε στην τελευταία ότι, λόγω της παύσης της ισχύος της από 31-7-2008 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία (Π.Κ. 146/30-11-2008), θα μείωνε τις αποδοχές της στο ύψος , που προκύπτει σύμφωνα με την 6/2012 ΠΥΣ, το οποίο η ενάγουσα αρνήθηκε και για το λόγο αυτό απεχώρησε από την εργασία της χωρίς όμως να προσκομίζει αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας κατά το διάστημα αυτό, και σε κάθε περίπτωση οποιαδήποτε άλλη αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης.[......].

Συνεπώς η εργασιακή σχέση της ενάγουσας συνεχίστηκε και μετά τον Ιούνιο του έτους 2012, χωρίς να λυθεί η σύμβαση εργασίας της, βάσει των ανωτέρω ένορκων καταθέσεων ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε και μετά το έτος 2012 να προσέρχεται στο συμβολαιογραφείο της εναγόμενης και να παρέχει την εργασία της ως γραμματέας έως και το έτος 2016. [....].

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 1.200 ευρώ . Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχτηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις της από 31-7-2008 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης - Θράκης - Κρήτης - Λάρισας και Πατρών (Π.Κ. 146/30-11-2008), η οποία καταγγέλθηκε με την από 29-1-2010 καταγγελία, με αποτέλεσμα η εξάμηνη παράταση της να παρέλθει, σύμφωνα με το άρθρο 9 του τότε ισχύοντα νόμου 1876/1990, στις 6-8-2010, που αφορούν το βασικό μισθό και τα επιδόματα που εντάσσονται σε κάποια από τις τέσσερις κατηγορίες και μόνο, αφού δεν συνήφθη νέα ΣΣΕ, θεωρούνται ότι εξακολουθούν να ισχύουν κατά τα προβλεπόμενα στην ΠΥΣ 6/2012, εκτός αν υπάρχει νεότερη ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου , στηρίζοντας τη νομική βασιμότητα της αγωγής και στις διατάξεις της ως άνω Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, επιδίκασε δεδουλευμένες αποδοχές , επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις νόμιμες αποδοχές που προβλέπονται σ' αυτή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύμβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητες τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.

Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του [....].

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων". Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από τον νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη [....]. Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν την συλλογική ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου [....]. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη [....].

Στην προκειμένη περίπτωση στην από 31-7-2008 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης , Θράκης , Κρήτης , Λάρισας και Πατρών (Π.Κ. 146/30-11-2008), σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτής υπάγονταν οι εργαζόμενοι μέλη των πρωτοβάθμιων σωματείων που ανήκουν στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος και απασχολούνται στα συμβολαιογραφικά γραφεία των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων των Εφετείων Αθηνών , Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης, Θράκης , Κρήτης Λάρισας και Πατρών, ενόψει του ότι αυτή δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας.

Όμως η εν λόγω Συλλογική Σύμβαση Εργασίας δεν είχε εφαρμογή στη μεταξύ της ενάγουσας και εναγόμενης σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε με την από 29-1-2010 καταγγελία, με αποτέλεσμα η, εξάμηνη παράταση της να παρέλθει, σύμφωνα με το άρθρο 9 του τότε ισχύοντα νόμου 1876/1990, στις 6-8-2010, όσον αφορά το βασικό μισθό και τα επιδόματα πολυετίας στον κλάδο και στον ίδιο εργοδότη (επιδόματα ωρίμανσης) που εντάσσονται στις κατηγορίες που "μετενεργούν" σύμφωνα με την 6/28-02-2012 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής, καίτοι το στοιχείο αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του.

Η ενάγουσα δεν επικαλείται αλλά ούτε αποδεικνύεται ότι ήταν μέλος των ανωτέρω πρωτοβάθμιων σωματείων, που συμμετείχαν στην κατάρτιση της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Ακόμη ούτε αποδεικνύεται ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, κατά την οποία η ενάγουσα (εργαζόμενη) θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στην εναγόμενη (εργοδότρια) την αμοιβή που προβλέπεται από την ανωτέρω συλλογική σύμβαση εργασίας, που θα ήταν έγκυρη στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, σύμφωνα με την αμέσως προαναφερόμενη μείζονα σκέψη.

Αντίθετα αφενός η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 1.200 ευρώ από 1-1-2009 έως 30-12-2016, και αφετέρου από τον προσκομιζόμενο λογαριασμό ασφαλισμένου χρονικής περιόδου 1/2007 έως 6/2012 προκύπτει ότι η ενάγουσα λάμβανε ως μηνιαίες μικτές αποδοχές από 1/2009 έως 3/2011 το ποσό των 1412,05 και από 4/2011 έως 6/2012 (χρονικό διάστημα μέχρι το οποίο η εναγόμενη κατέβαλε ασφαλιστικές εισφορές για την ενάγουσα κατά τα προαναφερόμενα ) το ποσό των 1.412 ευρώ ,τα οποία ποσά δεν αντιστοιχούν στο βασικό μισθό , επιδόματα πολυετίας και χρήσης Η/Υ (το τελευταίο πριν την έκδοση της ως άνω ΠΥΣ) ,που θα δικαιούταν η ενάγουσα αν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται βάσει της ως άνω συλλογικής σύμβασης εργασίας .Ενδεικτικά αναφέρεται κατά τα προβλεπόμενα στον πίνακα αποδοχών από 1-9-2008 της ΣΣΕ αυτής , οι μικτές μηνιαίες αποδοχές τον Ιούνιο του έτους 2012 για εργαζόμενο από 24-25 έτη υπηρεσίας , όπως η ενάγουσα, που δεν είχε συμπληρώσει ακόμη 25ετία, ανέρχονταν με βασικό μισθό εγγάμου (ο σύζυγός της δεν είχε ακόμη αποβιώσει) 1.209,02 ευρώ, επίδομα πολυετίας στον κλάδο 75,56 ευρώ, επίδομα πολυετίας στον ίδιο εργοδότη 21,59 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1306,17 ευρώ, που είναι κατώτερο των μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 1.412 ευρώ, που λάμβανε σύμφωνα με τον ανωτέρω λογαριασμό ασφαλισμένου [....].

Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών , οι κανονιστικές ρυθμίσεις της ανωτέρω από 31-7-2008 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης , Θράκης , Κρήτης , Λάρισας και Πατρών (Π.Κ. 146/30- 11-2008), δεν δέσμευαν τους διαδίκους κατά τη διάρκεια ισχύος της και για ένα τρίμηνο μετά τη λήξη αυτής έτσι ώστε να θεωρείται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι κανονιστικές ρυθμίσεις αυτής ως προς τον βασικό μισθό και τα ως άνω επιδόματα ωρίμανσης κατά την ως άνω Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εναγόμενη με .τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της, και ανεξάρτητα αν ισχυρίζεται τούτο το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα τον κανόνα δικαίου, και κρίνει την νομική βασιμότητα της αγωγής, αρκεί το σχετικό κεφάλαιο να έχει μεταβιβαστεί με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που στήριξε τη νομική βασιμότητα της αγωγής και στην προαναφερόμενη ΣΣΕ, κρίνοντας ότι εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ακολούθως δε επιδίκασε τις επίδικες απαιτήσεις στην ενάγουσα βάσει των αποδοχών που προβλέπονται σ'αυτή την ΣΣΕ, με βάση καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.200 ευρώ, (ενώ σημειωτέο αφαίρεσε από τις μικτές μηνιαίες αποδοχές τις καθαρές αποδοχές, που η ενάγουσα ισχυρίζονταν ότι είχε λάβει, παραβλέποντας μάλιστα ότι η ενάγουσα έκανε λόγο ότι το ποσό των 1.200 ευρώ αποτελούν καθαρές μηνιαίες αποδοχές),εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και τον Νόμο.

Πρέπει δε, γενομένου δεκτού ως ουσία βάσιμου του πρόσθετου λόγου της έφεσης ως προς το σκέλος αυτό, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών που λάμβανε και δικαιούταν να λάβει η ενάγουσα από την εναγόμενη, να κρατηθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την βασιμότητά της, ως προς τούτο.

Όπως προαναφέρθηκε , από τον προσκομιζόμενο λογαριασμό ασφαλισμένου χρονικής περιόδου 1/2007 έως 6/2012 προκύπτει ότι η ενάγουσα λάμβανε ως μηνιαίες μικτές αποδοχές το ποσό των 1.412 ευρώ και ουδόλως προέκυψε νέα συμφωνία τροποποιητική της αρχικής συμφωνίας σχετικά με τις εν λόγω καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές, που να προέβλεπε μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών και η οποία συμφωνία στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων είναι έγκυρη.

Συνεπώς αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι εξ' αρχής είχε συμφωνηθεί ότι η ενάγουσα θα λαμβάνει τις εκάστοτε νόμιμες αποδοχές και ότι δικαιούται τον κατώτατο νόμιμο μισθό υπαλλήλου άνω των 25 ετών, που ανερχόταν στο ποσό των 586,08 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφο ΙΑ.11 περ. 3 εδ.α του Ν. 4093/2012 , προσαυξανόμενο με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών κατά το ίδιο ως άνω πρώτο άρθρο υποπαράγραφο ΙΑ.11 περ.3 εδ.γ του Ν. 4093/2012.

Η εναγόμενη [ενν.η ενάγουσα] ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή ότι η εναγόμενη της κατέβαλε τις εξής καθαρές αποδοχές [...] χωρίς η εναγόμενη να αντιλέγει ως προς τούτο ρητώς (άρθρο 261 ΚΠολΔ), [...] το χρονικό διάστημα από [....]15-6-2012 [.....] έως [..] 27-10-2016 ... συνολικά ...το ποσό των 23.600 ευρώ [....] η εναγομένη με τις ανωτέρω καταβολές εξόφλησε (άρθρο 422 ΑΚ) [....]:

πλήρως τις δεδουλευμένες (καθαρές) αποδοχές της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα 1-1-2012 έως [....] και του μηνός Ιουνίου 2013 και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2012, Πάσχα 2012 και 2013, καθώς και το επίδομα αδείας του έτους 2013 [....]. Συνακόλουθα η ενάγουσα δικαιούται ακόμη για καθαρές μηνιαίες αποδοχές, κατά τα προαναφερόμενα :

Για τον Ιούλιο του έτους 2013 [....] έως 31-12-2016 το [...] το ποσό των 30.396,14 ευρώ [......]. Περαιτέρω η ενάγουσα δικαιούται να λάβει [....] επίδομα εορτών Πάσχα 2015 [....] επίδομα εορτών Πάσχα 2016 [....] αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2014 [.....] επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 [...] επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2016 [....] Επίσης δικαιούται [.....] επίδομα αδείας έτους 2015 [....].και [... ]επίδομα αδείας έτους 2016 [.....] Και συνολικά για τα ανωτέρω επιδόματα εορτών και αδείας το (καθαρό) ποσό των 4.917,67 ευρώ. [...] .

Συνοψίζοντας , βάσει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, και , σύμφωνα με τον πρωτοδίκως γενόμενο εν μέρει περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό , για τους μήνες από Ιούλιο του έτους 2013 έως Φεβρουάριο του έτους 2016, η εναγόμενη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό (καθαρό) ποσό των 18.514,16 ευρώ, που αντιστοιχεί στους μήνες αυτούς, και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό (καθαρό) ποσό των 11.881,98 ευρώ για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2016 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2016 , με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης εκάστου μηνός τον οποίο κάθε μερικότερο ποσό αφορά, καθώς και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.917,67 ευρώ για τα ανωτέρω επιδόματα εορτών Πάσχα Χριστουγέννων και αδείας , με τον νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις ως ανωτέρω..".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, όπως σαφώς συνάγεται, το Εφετείο, αφού έκρινε μη νόμιμο τον προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριας περί μείωσης των καταβαλλόμενων στην αντίδικό της στις 30-6-2012, συμφωνημένων, στα πλαίσια της μεταξύ τους, μη υπαγόμενης, στην από 31-7-2008 αναφερόμενη ΣΣΕ, ένδικης σύμβασης εργασίας, αποδοχών της, υπέρτερων των νομίμων αποδοχών υπαλλήλου (της ΕΓΣΣΕ), στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της υπ'αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ ύψος νομίμων αποδοχών (βασικό μισθό και επίδομα ωρίμανσης) με την δική της, από Ιουνίου 2012, μονομερή δήλωση, απαιτουμένης, κατά νόμο προς τούτο, συμφωνίας των μερών, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και ακολούθως έκρινε βάσιμη εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.

Συγκεκριμένα έκρινε ότι η τελευταία δικαιούται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο του 2013 έως και Δεκέμβριο του 2016, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 35.313,81 ευρώ, με βάση υπολογισμού τους τις καταβαλλόμενες συμβατικές, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές της στις 30-6-2012, που υπολείπονταν αυτών που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως (ποσού 37.260,72 ευρώ).

Μετά ταύτα (το Εφετείο), αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσία και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το μεν καταψηφιστικά το δε αναγνωριστικά, το ανωτέρω συνολικό ποσό των 35.313,81 ευρώ, νομιμοτόκως.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι α) με την επίδικη, από 1-2-1988, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η οποία διήρκησε και το επίδικο χρονικό διάστημα, από Ιούνιο του 2012 έως και Δεκέμβριο του 2016, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη συμβολαιογράφο Αθηνών και παρείχε τις υπηρεσίες της ως γραμματέας του συμβολαιογραφείου της, με πλήρη πενθήμερη απασχόληση 40 ωρών εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή β) κατά την κατάρτιση της σύμβασης συμφωνήθηκαν οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας σε συγκεκριμένο ποσό, και δεν ορίστηκε ότι αυτή θα αμείβεται με τις εκάστοτε ελάχιστες νόμιμες αποδοχές της υπαλλήλου (της ΕΓΣΣΕ) και στις 30-6-2012, πριν τη συμπλήρωση 25 ετών προϋπηρεσίας της, οι συμβατικές μικτές αποδοχές, της, έγγαμης τότε, ενάγουσας, ανέρχονταν, με σχετικό έγκυρο όρο της ένδικης σύμβασης εργασίας, στο ποσό των 1.412 ευρώ (καθαρά 1.200 ευρώ), που ήταν υπέρτερες από τις νόμιμες, αποδοχές του υπαλλήλου (της ισχύουσας τότε ΕΓΣΣΕ), αλλά και αυτών της από 31-7-2008 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης, Κρήτης, Λάρισας και Πατρών, η οποία επίσης δεν δέσμευε τους διαδίκους γ) η ανωτέρω, από 31-7-2008, ΣΣΕ, η οποία δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και καταγγέλθηκε στις 29-1-2010, με πάροδο της εξάμηνης παράτασής της στις 6-8-2010 (αρθ.9 του τότε ισχύοντος νόμου 1876/1990), δεν έχει εφαρμογή στη μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον η ενάγουσα δεν ήταν μέλος των πρωτοβαθμίων σωματείων που ανήκουν στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος και απασχολούνται σε συμβολαιογραφικά γραφεία των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων των αντίστοιχων Εφετείων, ούτε υπήρξε συμφωνία των διαδίκων, ρητή ή σιωπηρή, ότι η ενάγουσα θα λαμβάνει για την παρεχόμενη εργασία της στην εναγομένη την αμοιβή που προβλέπεται από την ανωτέρω συλλογική σύμβαση εργασίας δ) οι ανωτέρω καταβαλλόμενες, στις 30-6-2012, συμβατικές αποδοχές της ενάγουσας, ήταν οι καταβλητέες καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, και αυτές συνιστούν τη βάση υπολογισμού των οφειλόμενων σε αυτή επιδίκων διαφορών δεδουλευμένων συμβατικών αποδοχών της, καθόσον δεν μειώθηκαν, όπως ισχυρίστηκε η εναγομένη, με την από Ιουνίου 2012 μονομερή δήλωσή της στο προκύπτον από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της υπ'αριθμ. 6/2012 ΠΥΣ ύψος νομίμων αποδοχών [βασικός μισθό και επίδομα ωρίμανσης (πολυετίας)], απαιτουμένης προς τούτο σχετικής, τροποποιητικής της αρχικής, συμφωνίας των διαδίκων, κατ'άρθρο 361 ΑΚ και ε) μετά τον γενόμενο καταλογισμό, κατ'άρθρο 422 ΑΚ των, έναντι των οφειλομένων, αποδοχών που της κατέβαλε η εναγομένη, εντός του διαστήματος από 15-6-2012 έως και τις 27-10-2016, συνολικού ποσού 23.600 ευρώ, η ενάγουσα δικαιούται τις προκύπτουσες διαφορές δεδουλευμένων συμβατικών αποδοχών της του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο του 2013 έως και Δεκέμβριο του 2016, που ανέρχονται, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, στο συνολικό ποσό των (30.396,14+4.917,67=) 35.313,81 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, για τη μη μείωση των καταβαλλόμενων συμβατικών, υπέρτερων των νομίμων (της ΕΓΣΣΕ) μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης εργαζόμενης στις 30-6-2012, στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012 ύψος νομίμων αποδοχών (βασικός μισθός και επίδομα ωρίμανσης) με την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα σχετική, από την Ιουνίου 2012, μονομερή της δήλωση, απαιτουμένης προς τούτο συμφωνίας των διαδίκων, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της Π.Υ.Σ 6/2012 (ΦΕΚ Α 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, στην οποία αφορά ο εκ του αριθμού 1 του αρθ.559 ΚΠολΔ υπό κρίση λόγος αναίρεσης.

Και τούτο καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, δεν πληρούν το πραγματικό της και δικαιολογούν την νομική αβασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, και την απόρριψη του σχετικού πρόσθετου λόγου της έφεσής της και συνακόλουθα την, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή της έφεσής της, μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου της, για καταβολή του επιδικασθέντος ποσού οφειλόμενων διαφορών αποδοχών, μικρότερου αυτού που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως.

Συγκεκριμένα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, η οποία προβλέπει την "προσαρμογή" των, υπαγόμενων στις ρυθμίσεις ΣΣΕ, ατομικών συμβάσεων εργασίας, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνοντας αποκλειστικά και μόνο τους αφορώντες στο βασικό μισθό και στα περιοριστικά αναφερόμενα επιδόματα (μεταξύ των οποίων και το επίδομα ωρίμανσης) κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ που συνεχίζουν να "μετενεργούν" με τη πάροδο τριμήνου από την ισχύ του ν.4046/2012, με αντίστοιχη μείωση των καταβαλλόμενων κατά την ισχύουσα ΣΣΕ νομίμων αποδοχών των εργαζομένων, μετά από μονομερή δήλωση του εργοδότη τους, χωρίς να απαιτείται και δική τους σύμφωνη γνώμη, δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, διότι η διάταξη αυτή ισχύει μόνο για τις ατομικές συμβάσεις εργασίας που υπάγονται στις ρυθμίσεις ΣΣΕ και τέτοια δεν είναι η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η σύμβαση αυτή, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου Αθηνών και της αναιρεσίβλητης υπαλλήλου του γραφείου της, δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις της, ισχύουσας κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο, από 31-7-2008 ΣΣΕ των εργαζομένων στα συμβολαιογραφεία Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, Θεσσαλονίκης, Κρήτης, Λάρισας και Πατρών, καθόσον αυτή η ΣΣΕ δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική, κατά τα ανελέγκτως δε δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης που συμμετείχε στη σύναψή της και τα υποκειμενικά της όρια δεν επεκτάθηκαν στην ένδικη εργασιακή σχέση με συμφωνία, ρητή ή σιωπηρή, των διαδίκων.

Περαιτέρω, οι καταβαλλόμενες τον Ιούνιο του 2012 μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας εργαζόμενης καθορίστηκαν, σε ένα συγκεκριμένο ποσό (1.412 ευρώ μικτά-1.200 καθαρά), υπέρτερες των, κατά την από 15-7-2010 ΕΓΣΣΕ, νομίμων αποδοχών υπαλλήλων, με την δική της προϋπηρεσία και προσωπική κατάσταση (ποσού 1.037,13 ευρώ), και συμφωνήθηκαν με την ένδικη ατομική σύμβαση εργασίας εγκύρως, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (αρθ.361 ΑΚ), και κατ'εφαρμογή της αρχής της εύνοιας (αρθ.7 παρ.2 του ν.1876/1990).

Αυτές οι συμβατικές αποδοχές της αναιρεσίβλητης δεν μπορούσαν να μειωθούν μονομερώς από την αναιρεσείουσα εργοδότριά της στο επικαλούμενο από την ίδια όριο της- μη εφαρμοστέας εν προκειμένω κατά τα άνω- διάταξης του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ, του βασικού μισθού και επιδόματος ωρίμανσης της άνω ΣΣΕ, στις ρυθμίσεις της οποίας δεν υπαγόταν η ένδικη σύμβαση εργασίας, αλλά επικαλέστηκε η δηλούσα αναιρεσείουσα τον Ιούνιο του 2012.

Η μονομερής αυτή δήλωση της αναιρεσείουσας εργοδότριας για μείωση των καταβαλλόμενων συμβατικών αποδοχών της αναιρεσίβλητης εργαζομένης στο ανωτέρω επικαλούμενο όριο, συνιστά μονομερή βλαπτική, για την τελευταία, μεταβολή του μισθολογικού όρου της εργασίας της, κατ'άρθρο 7 εδ.α του ν.2112/1920, και δεν επέφερε αντίστοιχη μείωση των αποδοχών της, καθόσον προς τούτο απαιτείτο σχετική συμφωνία των διαδίκων, κατ'άρθρο 361 ΑΚ, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις σκέψεις που προηγήθηκαν, εφόσον οι συμφωνημένες με τον τρόπο αυτό αποδοχές δεν υπολείπονταν των νομίμων της ανωτέρω ΕΓΣΣΕ.

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας περί μείωσης των καταβαλλόμενων συμβατικών αποδοχών της αναιρεσίβλητης κατά τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 2 παρ.4 της ΠΥΣ 6/2012, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη αυτή τη διάταξη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και έτσι δεν την παραβίασε ευθέως και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, και επομένως, ο υπό κρίση κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα, ο επικουρικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο, παραδεκτώς προβληθέντα, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της, για μείωση των αποδοχών της αναιρεσίβλητης με την, από Ιουνίου 2012, μονομερή δήλωσή της, δεν ιδρύεται, πρωτίστως διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και απέρριψε κατ'ουσία τον σχετικό πρόσθετο λόγο της έφεσής της (Ολ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991).

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Φεβρουαρίου 2024 και με αριθ. καταθ.2069/193/26-2-2024 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4820/20-10-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ