Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision rejecting lawsuit as baseless due to lack of security conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a financial institution against the Athens Court of Appeal's decision to reject its lawsuit as baseless. The appellant argued that the appeal court erred in finding the defendant liable for the guarantee, claiming the security covered the full claim rather than just the guaranteed amount. The court ruled that the appellant failed to request a modification of the security registration to limit coverage, thereby violating the necessary condition for the defendant's liability and rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant fails to meet the substantive conditions for liability established by the lower court, specifically regarding the scope of security coverage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1887 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "...", τελούντος υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3228/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6671/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/10/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 6671/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατ' άρθρο 219 παρ.1 ΚΠολΔ αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση και κατά την παρ.2 ιδίου άρθρου, η επιβοηθητική σύμφωνα με την παρ.1 άσκηση αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο.
Με τις ως άνω διατάξεις, σκοπός της ρυθμίσεως των οποίων είναι η ανάγκη για ασφάλεια και βεβαιότητα της διαδικασίας που ακολουθείται και της βεβαιότητας της εννόμου σχέσεως, καθιερώνεται η αρχή της απαγορεύσεως διενέργειας διαδικαστικής πράξεως υπό αίρεση και συνεπώς, αγωγή, ανταγωγή, ή και ένδικο μέσο δεν μπορούν να ασκηθούν υπό αίρεση.
Εξαίρεση από τον κανόνα της απαγορεύσεως ασκήσεως αγωγής υπό αίρεση αναγνωρίζεται από την ίδια διάταξη για την επικουρική θεμελίωση της αγωγής, βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα στηρίξεως της αγωγής του σε άλλη ή σε άλλες βάσεις του ιδίου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος ή της προβολής άλλης αιτήσεως διαγνώσεως άλλου ουσιαστικού δικαιώματος που στηρίζεται στην ίδια ή διαφορετική βάση, δηλαδή παραθέσεως διαφόρων πραγματικών περιστατικών που είναι ικανά να στηρίξουν το ίδιο αίτημα, υπό την προϋπόθεση της προεξετάσεως της κυρίας βάσεως και μετεξετάσεως των επικουρικών μετά την απόρριψη της κυρίας και εκάστης των προηγουμένων επικουρικών.
Κατά συνέπεια, το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απορρίψεως άλλης βάσεως ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα, μόνο μετά την πλήρωση της αιρέσεως, δηλαδή την απόρριψη της προηγούμενης βάσεως ή αιτήματος. Μόνο μετά την απόρριψη της κύριας ή την τυχόν παραίτηση του ενάγοντος από την κύρια βάση, υποχρεούται το δικαστήριο να ερευνήσει την επικουρική αγωγή και εκδώσει για αυτήν απόφαση.
Έρευνα της επικουρικής βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, προ της απορρίψεως της αντιστοίχου κυρίας αποκλείεται εκ του άρθρου 219 ΚΠολΔ και θα προσέκρουε στην από το άρθρο 106 ΚΠολΔ καθεριούμενη αρχή της διαθέσεως, διότι η εξέταση της επικουρικής βάσεως της αγωγής τελεί υπό την αίρεση της απορρίψεως της κυρίας.
Αν δε η κυρία βάση γίνει δεκτή, τότε το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να εξετάσει την επικουρική βάση, διότι η παραδοχή της κύριας βάσεως επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς την επικουρική βάση και συνεπώς, δεν απαιτείται η έκδοση αποφάσεως γι' αυτήν (ΑΠ 191/2017, ΑΠ 1485/2013, ΑΠ 631/2006). Επίσης, κατά το άρθρο 69 παρ.1 εδ.ε' ΚΠολΔ επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία και αν το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αιρέσεως ή την επέλευση γεγονότος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 954/2019, ΑΠ 360/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτα τα επικουρικά προβαλλόμενα αιτήματα της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει το ζητούμενο ποσό υπό τους αναφερόμενους στην ένδικη αγωγή όρους, με την αιτιολογία ότι θεμελιώνουν αιτήσεις υπό εξωδιαδικαστική αίρεση και δεν πρόκειται για αιτήσεις προληπτικής δικαστικής προστασίας.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο παρείχε εγγύηση για τη ρύθμιση των οφειλών της πιστούχου <...> προς αυτή (ενάγουσα) σε ποσοστό 80%, ήτοι ποσού 528.548,50 ευρώ και ότι η πιστούχος δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση πιστώσεως, ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω ποσό της εγγυήσεως, νομιμοτόκως, άλλως επικουρικά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό υπό τους εξής όρους:
είτε α) υπό τον όρο ότι η ενάγουσα θα παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά της προς είσπραξη του ποσού του πλειστηριάσματος του προσημειωμένου ακινήτου και θα εκχωρήσει στο εναγόμενο την αξίωσή της για είσπραξη του πλειστηριάσματος, είτε β) υπό τον όρο ότι η ενάγουσα θα ζητήσει τη μεταρρύθμιση της 146/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, δυνάμει της οποίας ενεγράφη η υφιστάμενη προσημείωση υποθήκης, ούτως ώστε αυτή να εξασφαλίζει μόνο το εγγυημένο από το εναγόμενο ποσό της οφειλής, άλλως επικουρικότερα υπό οποιονδήποτε όρο κρίνει το δικαστήριο ότι ανταποκρίνεται στα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, στις επιταγές του νόμου και στην καλή πίστη.
Η ένδικη αγωγή, κατά τα ως άνω επικουρικά της αιτήματα, είναι απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε υπό αιρέσεις, το οποίο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απαγορεύεται. Και τούτο διότι, με αυτά τα αιτήματα ζητείται η καταδίκη του εναγομένου να καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως υπό την προϋπόθεση να επέλθουν γεγονότα μελλοντικά και αβέβαια, εξαρτώμενα από τη βούληση της ενάγουσας (παραίτησή της από το δικαίωμα να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από το πλειστηρίασμα του προσημειωμένου ακινήτου μέχρι του ποσού της εγγυήσεως και εκχώρηση κάθε αξιώσεώς της στο εναγόμενο για είσπραξη του πλειστηριάσματος, επιδίωξη μεταρρυθμίσεως της αποφάσεως, με την οποία ενεγράφη η προσημείωση υποθήκης) και αόριστα, εξαρτώμενα από την κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, με τα ένδικα αγωγικά αιτήματα δεν ασκείται ουσιαστικό δικαίωμα της ενάγουσας εξαρτώμενο από αίρεση, ώστε να είναι επιτρεπτή η δικαστική προστασία του κατά το άρθρο 69 αριθ.1 εδ.ε' ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε τα ίδια, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου και ο παραπάνω πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 683/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017).
Περαιτέρω, το άρθρο 11 παρ.4 του Ν 2322/ 1995 ορίζει τα εξής: <Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών >. Κατά το άρθρο 65 παρ.4 του Ν 2362/1995 < Εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε εγκύρως λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους>. Τέλος, σύμφωνα με την παράγρ.2 του Κεφ.
ΙΙ Γ της 20664537/14707/1991 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών <Για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό η εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνο έναντι ασφαλειών (εμπράγματων, προσωπικών ή άλλων) οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις Τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες Τράπεζες>. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11παρ.4 του Ν 2322/1995, 65 παρ.4 του Ν 2362/1995 και της παρ.2 του Κεφ.
ΙΙΓ της ΥΑ 2064537/14707/1991, δεχόμενο εσφαλμένα ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν τήρησε τον αναγκαίο όρο, με τον οποίο χορηγήθηκε η εγγύηση του αναιρεσιβλήτου, δηλ. ότι οι εμπράγματες εξασφαλίσεις έπρεπε να ασφαλίζουν όχι το σύνολο της οφειλής αλλά μόνο το εγγυημένο από το αναιρεσίβλητο ποσό και ότι συντρέχει νόμιμος λόγος ελευθερώσεως του τελευταίου από την εγγυητική του ευθύνη.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : < .... Η Τράπεζα ... χορήγησε στην εταιρεία ... πίστωση με όριο 100.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σε 400.000 ευρώ. Στη συνέχεια της χορήγησε δάνειο ποσού 400.000 ευρώ και με την 746/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ενεγράφη υπέρ της Τράπεζας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της προσημείωση υποθήκης ποσού 700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων επί ακινήτων ιδιοκτησίας των εγγυητών. ..Με το 54200/2009 έγγραφό του, κοινοποιηθέν στην Τράπεζα, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους γνωστοποίησε στην πιστούχο ότι η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% εγκρίθηκε, υπό τον όρο διατηρήσεως των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και ισόποσων προς το ρυθμιζόμενο ποσό εμπράγματων εξασφαλίσεων, με την επισήμανση ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις αφορούν μόνο το εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο ποσό, όρος που θα αναγραφεί ρητά και εντός της δανειακής σύμβασης που θα συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών....
Με την ... πρόσθετη πράξη τροποποίησης όρων οι οφειλές της πιστούχου κεφαλαιοποιήθηκαν σε μια ενιαία οφειλή, ύψους 660.685,63 ευρώ, με την εγγύηση του Δημοσίου σε ποσοστό 80% της οφειλής... Η πιστούχος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της έναντι της Τράπεζας ... με αποτέλεσμα η τελευταία να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων και να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυήσεως του εναγομένου.
Το τελευταίο, επικαλούμενο την κατ'άρθρο 11παρ.4 ν.2322/1995 ελευθέρωσή του από την εγγυητική ευθύνη του, αρνήθηκε ότι επήλθε εν προκειμένω κατάπτωση της εγγύησης για το λόγο ότι από υπαιτιότητα της Τράπεζας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορήγησής της, δηλ. η εμπράγματη εξασφάλιση Α' προσημείωσης υποθήκης εξασφαλίζει το σύνολο της απαίτησης που απορρέει από τη σύμβαση και όχι μόνο το εγγυημένο από το εναγόμενο κεφάλαιο.
Υπό τα δεδομένα αυτά η Τράπεζα από δική της υπαιτιότητα δεν τήρησε τον αναγκαίο όρο με τον οποίο παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, δηλ. οι εμπράγματες εξασφαλίσεις έπρεπε να εξασφαλίζουν μόνο το εγγυημένο από το εναγόμενο ποσό, ενόψει του ότι και μετά την μεταρρύθμιση της απόφασης με την οποία ενεγράφη η προσημείωση υποθήκης, αυτή εξακολουθεί να ασφαλίζει το σύνολο της απαίτησης της Τράπεζας.
Μετά ταύτα, συντρέχει νόμιμος λόγος ελευθέρωσης του εναγομένου από την εγγυητική του ευθύνη, κατ'αποδοχή της υποβληθείσης από το εναγόμενο ένστασης ελευθέρωσης από την εγγύηση και επομένως η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εγγυήσεως του αναιρεσιβλήτου από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, με συνέπεια την ελευθέρωση του αναιρεσιβλήτου από την εγγυητική του ευθύνη.
Και τούτο διότι, ενώ το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα το ως άνω έγγραφό του, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι η παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% εγκρίθηκε, υπό τον όρο της διατηρήσεως των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και ισόποσων προς το ρυθμιζόμενο ποσό εμπράγματων εξασφαλίσεων, με την επισήμανση ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις αφορούν μόνον το εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο ποσό, όρος που θα αναγραφεί ρητά εντός της δανειακής συμβάσεως που θα συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ο όρος αυτός δεν τηρήθηκε, αφού δεν ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα η μεταρρύθμιση της προαναφερόμενης αποφάσεως, με την οποία είχε εγγραφεί υπέρ της προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων των εγγυητών, ώστε αυτή να εξασφαλίζει μόνον το εγγυημένο από το αναιρεσίβλητο ποσό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η διατύπωση αυτή συνιστά γενική αξιολόγηση και ορίζει εν μέρει τις προϋποθέσεις της κατάχρησης δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής καταστάσεως να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 45/2021, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1248/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της και τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως.
Για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού της αυτού εκθέτει ότι το αναιρεσίβλητο άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του να προβάλει την ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση, διότι, αν και γνώριζε την ύπαρξη προσημειώσεως υποθήκης ποσού 700.000 ευρώ και την εγγραφή της για την εξασφάλιση του συνόλου των υπό ρύθμιση οφειλών, προέβη ανεπιφύλακτα στην παροχή της εγγυήσεως, με μόνο τον όρο τη διατήρηση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων και ισόποσων προς το ρυθμιζόμενο ποσό εμπράγματων εξασφαλίσεων, χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί ή να αιτηθεί τον περιορισμό της προσημειώσεως υποθήκης, ώστε αυτή να εξασφαλίζει μόνο το εγγυημένο από αυτό ποσό, αυτή δε (αναιρεσείουσα) προέβη στην υπογραφή της πρόσθετης πράξεως τροποποιήσεως όρων, βασιζόμενη στην έγκριση της παροχής εγγυήσεως του αναιρεσιβλήτου, η αποδοχή δε της ενστάσεως ελευθερώσεως από την εγγύηση συνεπάγεται αφόρητες συνέπειες γι'αυτήν ενώ το αναιρεσίβλητο δεν θα υποστεί βλάβη από αυτήν.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως δεχόμενο τα εξής: <Ο σχετικός λόγος της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν και αν ακόμα υποτεθούν αληθή δεν καθιστούν την προβολή της ένστασης ελευθέρωσης εκ μέρους του εναγομένου καταχρηστική.
Συγκεκριμένα το Ελληνικό Δημόσιο έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να ελέγξει το εύρος των εξασφαλίσεων και να προβάλει, όταν κρίνει ότι αυτές δεν επαρκούν, τον ισχυρισμό ελευθέρωσης από την εγγύηση που παρέσχε, όχι μόνο αν σε ύστερο χρόνο, δηλ. μετά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης, εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης από υπαιτιότητα του δανειστή, αλλά και σε περίπτωση που εξ αρχής δεν συνέτρεχαν από υπαιτιότητα του δανειστή οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης του Δημοσίου.
Επομένως, όταν κατά το χρόνο της εγγύησης ή μεταγενέστερα το χρέος δεν εξασφαλίζεται επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια αποκλειστικά προς κάλυψη του εγγυηθέντος ποσού, επέρχεται ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή. Επιπλέον είναι προφανές ότι από την κατάπτωση της εγγύησης το παράσχον την εγγύηση Ελληνικό Δημόσιο θα υποστεί βλάβη, αφού θα υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό της εγγύησης, βλάβη που δεν αίρεται, όπως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα από εκ των υστέρων αβέβαιου αποτελέσματος ενέργειες που προϋποθέτουν όμως την καταβολή εκ μέρους του Δημοσίου του ποσού της εγγύησης>.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον η αναιρεσείουσα που προτείνει τον ως άνω ισχυρισμό, αρνείται ουσιαστικά τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενη ανεπιφύλακτη παροχή εγγυήσεως εκ μέρους του (πέραν της διατήρησης των υφισταμένων εξασφαλίσεων για το σύνολο των υπό ρύθμιση οφειλών) εξαρχής και για την υπογραφή της πρόσθετης πράξεως τροποποίησης των όρων της δανειακής συμβάσεως, αρνούμενη δηλαδή την ύπαρξη του όρου της κάλυψης με εμπράγματη εξασφάλιση αποκλειστικώς του ποσού της εγγυήσεώς του.
Γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση ή αντένσταση, αφού μόνον υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατόν να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 865/2015). Τέλος το άρθρο 173 ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 ΑΚ μόνο στις συμβάσεις.
Συνεπώς, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη μονομερή δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, ως μη εχούσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 200 ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 105/2013, ΑΠ 1647/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε ότι το έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους περιείχε ασαφή όρο ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου χορηγείται με τον όρο της διατηρήσεως των υφισταμένων ενοχικών εξασφαλίσεων και ισόποσων προς το ρυθμιζόμενο ποσό εμπράγματων εξασφαλίσεων, σημειώνεται δε ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις αφορούν μόνο το εγγυημένο από το Ελληνικό Δημόσιο ποσό, το οποίο θα αναγραφεί ρητά εντός της δανειακής σύμβασης που θα συναφθεί μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών -τράπεζας και δανειολήπτη, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να αναζητήσει την αληθή βούληση των μερών και να λάβει υπόψη τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, άλλως προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ως προς το μέρος που ενδιαφέρει τον παρόντα αναιρετικό λόγο τα εξής: <Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους με το ... έγγραφό του, κοινοποιηθέν στην Τράπεζα, γνωστοποίησε στην πιστούχο ότι η παροχή της εγγύησης του Ελλ. Δημοσίου σε ποσοστό 80% εγκρίθηκε, υπό τον όρο της διατήρησης των υφιστάμενων ενοχικών εξασφαλίσεων και ισόποσων προς το ρυθμιζόμενο ποσό εμπράγματων εξασφαλίσεων, με την επισήμανση ότι οι ανωτέρω εξασφαλίσεις αφορούν μόνο το εγγυημένο από το Ελλ.
Δημόσιο ποσό, όρος που θα αναγραφεί ρητά και εντός της δανειακής σύμβασης που θα συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Δυνάμει της ... πρόσθετης πράξης τροποποίησης όρων, οι οφειλές της πιστούχου που απέρρεαν από τις ανωτέρω συμβάσεις, κεφαλαιοποιήθηκαν σε μια ενιαία οφειλή, και την εγγύηση του Ελλ.
Δημοσίου σε ποσοστό 80% της οφειλής... Με την 7746/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης μεταρρυθμίστηκε η 146/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ως προς το ότι μεταβλήθηκαν και τροποποιήθηκαν οι όροι των δανείων, καθώς και ότι η προσημείωση υποθήκης ποσού 700.000 ευρώ υπέρ της ... εξακολουθεί να δεσμεύει τους εγγυητές....
Η ως άνω Τράπεζα από δική της υπαιτιότητα δεν τήρησε τον αναγκαίο όρο με τον οποίο παρέχεται η εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου, δηλ. ότι οι εμπράγματες εξασφαλίσεις έπρεπε να εξασφαλίζουν μόνο το εγγυημένο από το εναγόμενο ποσό, ενόψει του ότι ακόμα και μετά την μεταρρύθμιση της απόφασης με την οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων των εγγυητών αυτή εξακολουθεί να ασφαλίζει το σύνολο της απαίτησης της Τράπεζας...>.
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στη μονομερή δήλωση βουλήσεως την περιεχομένη στο ως άνω έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτής, με το να δεχθεί ότι η παροχή της εγγυήσεως εγκρίθηκε υπό τον όρο διατηρήσεως των εμπραγμάτων εξασφαλίσεων που θα αφορούν μόνο το εγγυημένο από το Ελλ.
Δημόσιο ποσό, όρος που θα αναγραφεί ρητά στη δανειακή σύμβαση. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της ανωτέρω δηλώσεως βουλήσεως προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία του ως άνω όρου, συσχετίζοντας αυτόν με άλλους όρους του ίδιου εγγράφου, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή στοιχεία εκτός του εγγράφου.
Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο του προαναφερόμενου εγγράφου, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, στην οποία και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο παραπάνω τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο πέμπτος αναιρετικός λόγος (επικουρικός), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, αν κριθεί ότι το δικαστήριο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες γιατί δεν εκθέτει ποια κριτήρια εφάρμοσε για την άρση της ασάφειας της συμβάσεως εγγυήσεως και του ...
εγγράφου, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με τους έκτο και έβδομο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ, 11 παρ.4 Ν 2322/1995, της παρ.2 του Κεφ. ΙΙΓ της ΥΑ 2064537/14707/0025/1991 και 65 παρ.4 Ν 2362/1995, δεχόμενο εσφαλμένα ότι υφίσταται υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας ως προς τη μη τήρηση του αναγκαίου όρου, με τον οποίο χορηγήθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου και ειδικότερα, ότι με την 7746/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης μεταρρυθμίστηκε η προηγούμενη 146/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ως προς το ότι επήλθε μεταβολή της ενυπόθηκης απαιτήσεως κατόπιν της 036/0821/2009 πρόσθετης πράξης, με την οποία μεταβλήθηκαν και τροποποιήθηκαν οι όροι των δανείων, καθώς και ότι η προσημείωση υποθήκης ποσού 700.000 ευρώ υπέρ της αναιρεσείουσας εξακολουθεί να δεσμεύει τους εγγυητές και ότι η αναιρεσείουσα από δική της υπαιτιότητα δεν τήρησε τον αναγκαίο όρο, με τον οποίο παρεσχέθη η εγγύηση του αναιρεσιβλήτου, δηλ.
ότι η εμπράγματη εξασφάλιση έπρεπε να εξασφαλίζει μόνο το εγγυημένο από το αναιρεσίβλητο ποσό, ενόψει του ότι ακόμα και μετά την κατά τα ανωτέρω μεταρρύθμιση της αποφάσεως, με την οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων των εγγυητών, αυτή εξακολουθεί να ασφαλίζει το σύνολο της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εγγυήσεως του αναιρεσιβλήτου από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν τήρησε τον αναγκαίο όρο, με τον οποίο παρεσχέθη η εγγύηση του αναιρεσιβλήτου, δηλ.
η εμπράγματη εξασφάλιση να ασφαλίζει μόνο το εγγυημένο από το αναιρεσίβλητο ποσό, αφού δεν ζήτησε τη μεταρρύθμιση της προαναφερόμενης αποφάσεως, με την οποία είχε εγγραφεί υπέρ της αναιρεσείουσας προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων των εγγυητών, ώστε αυτή να ασφαλίζει μόνο το εγγυημένο από το αναιρεσίβλητο ποσό.
Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στην παραδοχή της ενστάσεως ελευθερώσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και συνακολούθως στην απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου έβδομος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189αρ.1, 191αρ.2ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ.1,3 του Ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 6671/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ