Supreme Court partially allows appeal against conviction for accessory to perjury, extending favorable ruling to co-accused.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for accessory to perjury, overturning the lower court's decision on sentencing and civil rights deprivation. The appellant argued for a more lenient treatment based on specific mitigating circumstances, while the prosecution contended for the original penalty. The court ruled that since the favorable legal interpretation applied to the appellant, it must extend to the co-accused under Article 469 of the Code of Criminal Procedure, provided the reasons are not personal to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 469 and 473 of the Code of Criminal Procedure; The favorable legal interpretation granted to one accused in an appeal extends automatically to other co-accused defendants, provided the grounds for the ruling are objective and not exclusively personal to the appellant who filed the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1887 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Πανταζή, για αναίρεση της υπ'αριθ.229/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αρ. 17/2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1072/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ποινή και να παραπεμφθεί, κατ'άρθρο 522 Κ.Π.Δ. στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση και μόνο και να αφαιρεθεί η διάταξη για τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως προς αμφότερους τους κατηγορουμένους, κατ'άρθρο 469 ΚΠΔ και β)να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση, υπ' αρ. 17/2019 αίτηση για αναίρεση της 229/19-3-2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 1 έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 589 παρ.3 του ισχύοντος ΚΠΔ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη λόγω της πρόδηλης συνάφειας με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 23-10-2019 πρόσθετους λόγους (509 παρ. 2 ΚΠΔ).
ΙΙ. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
ii) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ,ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, ως προς τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.
III.i) Κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση) "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή." ii) Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νέου ΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο, και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ.2-1 ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη.
iii) Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
IV.ί) Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 του ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς : α) η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία πρόκληση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή της επιρροής λόγω της ιδιότητας και της θέσης ή και της σχέσης του με αυτόν (φυσικό αυτουργό) κλπ., β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών.
Αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Τέτοιος άμεσος δόλος απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, για την υποκειμενική θεμελίωση της ψευδούς κατάθεσης, οπότε άμεσος δόλος απαιτείται και για την υποκειμενική θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση. ii) Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.
Από αυτά παρέπεται, ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας.
v.i) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Ειδικώς, ως προς το δόλο, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επέλευσης ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο της πράξης της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, όπως και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, όπου απαιτείται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, άμεσος δόλος και δη η γνώση του ψεύδους των κατατεθέντων στοιχείων, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η γνώση του ψεύδους των στοιχείων που κατατέθηκαν θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του ίδιου του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση περιστατικών.
Περαιτέρω, δεν αρκεί η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την ύπαρξη της κατά τα άνω αιτιολογίας, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ii) Για την κατά τα άνω πληρότητα της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, ως προς την ηθική αυτουργία, πρέπει να αναφέρονται σ" αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, όπως παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κτλ., με την έννοια της πειστικότητας. Δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση σε τι συνίσταντο οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κτλ. και αρκεί ότι επρόκειτο για συμπεριφορά πρόσφορη να αποτελέσει ηθική αυτουργία και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της απόφασης αιτιωδώς, ως προς την άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός, πολύ δε περισσότερο δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο βαθμός της φορτικότητας και της πειθούς και της επίδρασης αυτών στην απόφαση του φυσικού αυτουργού.
Ακόμη, πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη, την οποία, με τις προτροπές κ.λπ. του ηθικού αυτουργού, διέπραξε ο αυτουργός, αφού προϋπόθεση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό του εγκλήματος στη διάπραξη του οποίου παρακινήθηκε. Ειδικώς για το δόλο, αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, η ύπαρξη τέτοιου δόλου που πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
VI. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, με τη διάταξη δε του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, κατά τα ως άνω, με το ΝΔ 53/1974, υπερισχύει δε των ελληνικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και ορίζεται, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και σε λογική προθεσμία, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει για τη βασιμότητα κάθε ποινικής κατηγορίας εναντίον του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ίδιας ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, κάθε πρόσωπο, που καταδικάστηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης, με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή, η άσκηση δε του δικαιώματος αυτού και οι λόγοι, για τους οποίους μπορεί αυτό να ασκηθεί, διέπονται από το νόμο.
Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος και της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ) συνάγεται, ότι ο κατηγορούμενος, που άσκησε έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης, δικαιούται να μην αποστερηθεί της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου του δεύτερου βαθμού, το οποίο συγκροτείται κατά νόμο από δικαστές με μείζονα δικαστική εμπειρία, η δε απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν μπορεί να υποκαθίσταται και να στηρίζεται σε αιτιολογικό ανύπαρκτο ή ελλιπές, με καθολική αναφορά στο διατακτικό της ή με αναφορά στο αιτιολογικό της πρωτοβάθμιας απόφασης, διότι τότε πάσχει από έλλειψη της απαιτούμενης, κατά τα ανωτέρω, από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Σε περίπτωση δε, που το αιτιολογικό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ταυτίζεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς με το αιτιολογικό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από μόνο το λόγο αυτό δεν εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική δευτεροβάθμια κρίση, ούτε υπάρχει έλλειψη τέτοιας κρίσης ή έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ιδρύουσα το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ και δεν παραβιάζονται οι προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, οπότε δεν ιδρύεται ούτε ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν στο αιτιολογικό αυτό του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εμπεριέχεται πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με βάση την οποία συνάγει το εφετείο την ενοχή του κατηγορουμένου, διότι, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, ατονεί η πρωτόδικη απόφαση και μόνον η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται από τον Άρειο Πάγο, από άποψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης.
VIII. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής : "Με το υπ'αριθμόν ....29/2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Μ.
Γ. (2η των κατηγορουμένων) ο Σ. Γ. του Ε. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στον Μ. Ν. του Κ. ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου και μια αποθήκη του υπογείου οικοδομής κειμένης στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου .....εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης και Δήμου .... και επί της οδού ..., αντί αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 74.871 ευρώ, εμπορικής αξίας 120.000 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από δάνειο χορηγούμενο από Τράπεζα.
Στις 28-1-2009 υπογράφηκε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου (δεύτερη των κατηγορουμένων) η υπ'αριθμόν ....98/28-1-2009 πράξη ολικής εξόφλησης τιμήματος στην οποία φέρεται ότι ο Σ. Γ. του Ε. (πωλητής) έλαβε από τον ως άνω αγοραστή το ποσό των 74.871 ευρώ και ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση σε βάρος του. Την πράξη αυτή φέρεται ότι υπέγραψε ο Σ.
Γ. θέτοντας τρεις υπογραφές. Ωστόσο, ο Σ. Γ. εξαφανίστηκε από τις 13-6-2009 και από την με ημερομηνία 29-7-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Α. Μ. προκύπτει ότι οι τεθείσες στην ανωτέρω πράξη εξόφλησης ως υπογραφές του Σ. Γ. δεν είναι γνήσιες υπογραφές αυτού. Η δεύτερη κατηγορούμενη προσκόμισε την με ημερομηνία 27-1- 2011 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου, Μ.
Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπογραφές στην εξοφλητική πράξη αποτελούν γνήσιες υπογραφές του Σ. Γ. καθώς και τις με ημερομηνία 23-6- 2017 γραφολογικές παρατηρήσεις της αυτής δικαστικής γραφολόγου στις οποίες καταλήγει στο αυτό συμπέρασμα περί της γνησιότητας των υπογραφών του Σ. Γ. στην εν λόγω πράξη εξόφλησης.
Σε αμφότερα τα ανωτέρω έγγραφα (έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, γραφολογικές παρατηρήσεις) γίνεται δεκτό ότι και οι τρείς υπογραφές που αποδίδονται στον Σ. Γ. στην υπ'αριθμόν ....8/2009 πράξη έχουν τεθεί με απλοποιημένο - σύντομο υπογραφικό τύπο (απλουστευμένος τύπος χάραξης) και πιο συγκεκριμένα με τα αρχικά γράμματα του ονομετεπωνύμου του "ΣΓ" και σύντομη απόληξη, ενώ οι υπογραφές του ανωτέρω που έχουν τεθεί στο υπ'αριθμόν ....29/2008 πωλητήριο συμβόλαιο, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, είναι πολύπλοκης χάραξης.
Λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι ανάμεσα στο χρόνο υπογραφής του υπ'αριθμόν ....29/21-11-2008 συμβολαίου και της υπ'αριθμόν ...98/28-1-2009 πράξης μεσολάβησαν μόλις δυο μήνες, ήτοι μικρό χρονικό διάστημα, αφετέρου δε ότι στο υπ'αριθμόν ....29/2008 πωλητήριο συμβόλαιο ο Σ. Γ. έθεσε οκτώ φορές υπογραφή πολύπλοκης χάραξης δίχως να μειώσει την πολυπλοκότητα της, δεν δικαιολογείται η αλλαγή στον τρόπο χάραξης της υπογραφής (από πολύπλοκη χάραξη σε απλουστευμένο τύπο χάραξης) και εντεύθεν δεν κρίνεται πειστική ούτε η γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου, Μ.
Κ., ούτε οι με ημερομηνία 23-6-2017 γραφολογικές παρατηρήσεις αυτής.
Συνεπώς, οι υπογραφές που αποδίδονται στην υπ'αριθμόν 4098/2009 εξοφλητική πράξη στον Σ. Γ. δεν έχουν τεθεί από τον ίδιο αλλά από έτερο πρόσωπο. Συνακόλουθα, καταθέτοντας ο πρώτος κατηγορούμενος (Άγγελος Τετράδης) ότι ο Σ. Γ. υπέγραψε την ανωτέρω εξοφλητική πράξη τέλεσε το αποδιδόμενο σ'αυτόν έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος στη ... την 14.12.2011, ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, ο οποίος διενεργούσε κυρία ανάκριση προς διερεύνηση τέλεσης μεταξύ άλλων και της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας εγγράφου μετά χρήσεως, της οποίας το συνολικό σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, εξετασθείς ενόρκως ως μάρτυρας από τον Ανακριτή ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του Σ.
Γ. του Ε. στη με αρ. ....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης τιμήματος της τρίτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου, Μ. Γ. του Α.: "(...) Επαναλαμβάνω τα όσα είπα στην από 30-3-2010 ένορκη κατάθεση μου ενώπιον της Πταισματοδίκου Ζακύνθου [ήτοι, κατά το ενδιαφέρον μέρος: (...) Ξανά είδα τον Γ. στην συμβολαιογράφο, όταν υπέγραψε την εξόφληση του ακινήτου (...)"] (...)".
Ακόμη, σε ερώτηση του Ανακριτή εάν ήταν παρών στα συμβόλαια, ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε : "Ναι και στα δυο και ήταν παρόντες και οι δυο συμβαλλόμενοι. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα (...).". Ωστόσο, τα ανωτέρω είναι ψευδή και ο δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους, ενώ η αλήθεια, την οποία επίσης γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ότι ο Σ.
Γ. του Ε. ουδέποτε υπέγραψε τη με αρ. ....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης τιμήματος της τρίτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου , Μ. Γ. του Α., καθώς και ότι οι φερόμενες ως υπογραφές του Σ. Γ. στη με αρ. ....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές αυτού.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορούμενη, Μ. Γ., συμβολαιογράφος, την 14.12.2011 προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενη τη φιλική σχέση που τη συνέδεε με τον συγκατηγορούμενό της, Τ. Ά. του Ι. με συνεχείς φραστικές παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και πιέσεις προκάλεσε σε αυτόν την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και συγκεκριμένα να τελέσει την προαναφερόμενη πράξη της ψευδορκίας ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, την οποία τελικά αυτός διέπραξε.
Επομένως, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό." Στη συνέχεια κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους και δη : Α) τον 1 κατηγορούμενο Ά. Τ. του ότι: "Στη ... την 14.12.2011 ενώ εξεταζόταν ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή γεγονότα αποκρύπτοντας τα αληθή.
Συγκεκριμένα, ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, ο οποίος διενεργούσε κυρία ανάκριση προς διερεύνηση τέλεσης μεταξύ άλλων και της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας εγγράφου μετά χρήσεως, της οποίας το συνολικό σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, εξετασθείς ενόρκως ως μάρτυρας από τον Ανακριτή ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής του Σ.
Γ. του Ε. στη με αρ. ....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης τιμήματος της τρίτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου, Μ. Π. του Α. : "(...) Επαναλαμβάνω τα όσα είπα στην από 30-3-2010 ένορκη κατάθεση μου ενώπιον της Πταισματοδίκου Ζακύνθου [ήτοι, κατά το ενδιαφέρον μέρος: (...) Ξανά είδα τον Γ. στην συμβολαιογράφο, όταν υπέγραψε την εξόφληση του ακινήτου (...)"] (...)".
Ακόμη, σε ερώτηση του Ανακριτή εάν ήταν παροον στα συμβόλαια ο δεύτερος κατηγορούμενος απάντησε : "Ναι και στα δυο και ήταν παρόντες και οι δυο συμβαλλόμενοι. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα (...).". Ωστόσο, τα ανωτέρω είναι ψευδή και ο δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους, ενώ η αλήθεια, την οποία επίσης γνώριζε ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ότι ο Σ.
Γ. του Ε. ουδέποτε υπέγραψε τη με αρ. ....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης τιμήματος της τρίτης κατηγορουμένης, συμβολαιογράφου, Μ. Γ. του Α., καθώς και ότι οι φερόμενες ως υπογραφές του Σ. Γ. στη με αρ. .....98/28.01.2009 πράξη εξόφλησης δεν αποτελούν γνήσιες υπογραφές αυτού." Β) τη 2η κατηγορούμενη Μ. Γ. του ότι :"Την 14.12.2011 προκάλεσε σε άλλο την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.
Ειδικότερα, εκμεταλλευόμενη τη φιλική σχέση που τη συνέδεε με τον συγκατηγορούμενό της, Τ. Ά. του Ι. με συνεχείς φραστικές παραινέσεις, πειθώ, φορτικότητα και προτροπές προκάλεσε σε αυτόν την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία τελικά αυτός διέπραξε, όπως περιγράφεται ανωτέρω."
IX. i) Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπάγονται αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 1 ΠΚ και του ευμενέστερου (ως προς την ποινή) άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ. του οποίου τα στοιχεία περιέχονται στην απόφαση, η οποία δεν στερείται νόμιμης βάσης.
ii) Είναι δε αβάσιμες οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα: Α) Προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του περί ενοχής της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας. Β) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η αναγνωσθείσα γραφολογική γνωμοδότηση της ειδικής γραφολόγου Μ.
Κ., το πόρισμα της οποίας αντικρούει με ειδικές αιτιολογίες. Γ) Αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα μέσα που χρησιμοποίησε η κατηγορουμένη και έπεισε με αυτά τον συγκατηγορούμενό της να τελέσει τη συγκεκριμένη άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, της οποίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση για το αξιόποινο της ηθικής αυτουργίας σε αυτή (σκέψη IV, ii) και για την αντικειμενική συγκρότηση της οποίας παρατίθενται πλήρεις αιτιολογίες, καθώς και η ηθελημένη εκ μέρους της πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης για τη διάπραξη του άνω εγκλήματος, περιέχονται δε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που συγκροτούν την πράξη της ηθικής αυτουργίας και δεν δημιουργείται έλλειψη αιτιολογίας από το γεγονός ότι τα πλήρη αυτά στοιχεία διατυπώνονται με όμοιο τρόπο πλήρως και στο διατακτικό.
Δ) Αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας, αφού, από το σύνολο των εκτιθέμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών περιστατικών, προκύπτει σαφώς η γνώση αυτής από προσωπική της αντίληψη για το ψεύδος των κατατεθέντων στοιχείων, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης η σύνταξη της πράξης εξόφλησης έγινε από την ίδια και δεν εμφανίσθηκε ενώπιον της ο φερόμενος ως υπογράφων Σ.
Γ., του οποίου πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές. Ε) Η αθώωση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της Κ. Κ., για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας για την πράξη της ηθικής αυτουρίας σε αυτή, δεν δημιουργεί καμία αντίφαση και δεν μπορούσε να ασκήσει επιρροή στην κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου περί ενοχής του Α.
Τ. για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και της αναιρεσείουσας για την ηθική αυτουργία σε αυτήν. ΣΤ) Στο όλο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχονται πληρέστερες σκέψεις από αυτές του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κατ' ανάγκη συνδέονται και με την ηθική αυτουργία, η ταύτιση δε στη συνέχεια του τμήματος σκεπτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την πράξη της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, δεν στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν επήλθε εκ του λόγου τούτου απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (171 παρ.1 στ.
δ' ΚΠΔ) για παραβίαση του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και του άρθρου 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ίδιας ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, κατά τα αναφερόμενα στην VII νομική σκέψη της παρούσας απόφασης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών και του προπαρατεθέντος αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε επανεξέταση της υπόθεσης και διαλαμβάνονται στο σκεπτικό αυτής συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας την καταδικαστική κρίση του, χωρίς να γίνεται παραπομπή από αυτό στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, αφού με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ ,Ε', Α'ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι iii) Συντρέχει όμως περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 ΠΚ και 511 εδ. δ' ΚΠΔ, των ακόλουθων ευμενέστερων διατάξεων και δη: Α) της ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 224 παρ. 1 του νέου ΠΚ, που προβλέπει ως προς την ποινή ευνοϊκότερη μεταχείριση για τον κατηγορούμενο, και συνεπώς και για τον ηθικό αυτουργό στην πράξη αυτή, καθόσον ορίζονται μικρότερα όρια ποινής φυλάκισης, τόσο ελάχιστα όσο και ανώτερα.
Β) Της ευμενέστερης διάταξης του άρθρου 84 παρ.2α του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ που ορίζει ότι ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα", για τη συνδρομή της οποίας περίστασης κριτήριο αποτελεί πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, χωρίς να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου , αφού με τη νέα διάταξη υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύασα διάταξη.
Γ) Των επιεικέστερων διατάξεων του νέου ΠΚ που δεν προβλέπουν πλέον ως παρεπόμενη ποινή αυτή της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 59 νέου ΠΚ), αφού καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 61 και 227 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ.
Χ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: Α) κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή των προαναφερθεισών ευμενέστερων διατάξεων, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη: α) ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή κύριας ποινής και για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για αναγνώριση συνδρομής στο πρόσωπο της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ και β)ως προς την επιβληθείσα παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Β)
Να απαλειφθεί η διάταξη για αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και Γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά στην κύρια ποινή και την ελαφρυντική περίσταση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές, αφού η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος των αφορωσών την ποινή διατάξεων, σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 522 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, η οποία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 590 παρ.1 του νέου ΚΠΔ, εφαρμόζεται στην προκείμενη εκκρεμή υπόθεση.
Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Χ. i) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους .......".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή, καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.
ii) Στην προκείμενη περίπτωση, η παραδοχή της αναίρεσης για τους εξεταζόμενους αυτεπαγγέλτως λόγους, δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, πλην του αναφερόμενου στην απόρριψη του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ. αλλά και στο πρόσωπο του συγκατηγορουμένου της Τ. Α., που καταδικάσθηκε ως αυτουργός για την πράξη της ψευδορκίας, ήδη ψευδούς κατάθεσης, και δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης πρέπει, κατ' άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον εν λόγω ωφελούμενο συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα, εκτός του αναφερόμενου στην απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης μέρους. ?
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 229/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς την αναιρεσείουσα Μ. Γ., και δη ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής κύριας ποινής, περί απόρριψης του ισχυρισμού της για συνδρομή στο πρόσωπό της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ και περί της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων.
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης και στον καταδικασθέντα Ά. Τ. για την πράξη του άρθρου 224 παρ.1 ΠΚ, πλην του μέρους που αφορά στην απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ.
Απαλείφει τη διάταξη της άνω απόφασης για αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την αίτηση της Μ. Γ. του Α. για αναίρεση της 229/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 23/10/2019 πρόσθετους λόγους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ