1887/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1887/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1887 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Θεσσαλονίκης που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17624/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 863/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή του, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο 5319β/13.2.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Ε. Σ. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, μετά της σχετικής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 25η Νοεμβρίου 2013, καθώς και κλήσεως προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής.
Κατά την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη με αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 ΚΠολΔ (ΑΠ 1351/09).
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 863/10 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 21/7/08 εφέσεως του εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εξαφάνισε την 17624/08 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια δικάζοντας επί της από 30/8/06 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων για την αναγνώριση της κυριότητας του στο περιγραφόμενη σ' αυτήν ακίνητο, δέχτηκε αυτή, κατά την επικουρική της βάση (έκτακτης χρησικτησίας).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 AK, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενού δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι αμυνόμενος κατά της αγωγής του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο, είχε προβάλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του τελευταίου, επικαλούμενος προς τούτο ότι " ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) επικαλείται μία απαλλοτριωτική πράξη την οποία δεν έχει αρμοδίως μεταγράψει για την οποία δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ότι ζητεί και μάλιστα κατόπιν μακρότατου χρόνου διαδικαστικής αδράνειας την ακύρωση ισχυρών συμβολαίων, χωρίς όμως να διαμφισβητεί συλλήβδην και τους μεταγενέστερους δικαιοπαροχικούς τίτλους, χωρίς να ασκήσει διεκδικητική αγωγή κατά του Δ.
Π., να την εγγράψει στα βιβλία διεκδικήσεων ώστε να υπάρχει δημοσιότητα και να προστατεύεται κάθε αγοραστής και δεν το έπραξε αυτό σκεπτόμενος "πονηρά και δόλια" γιατί δεν είχε νόμιμο τίτλο κατ' αυτού (Δ. Π.), ότι αρνείται να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εισαγγελέα πρωτοδικών και εφετών". Ακολούθως δε, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε την εν λόγω ένσταση του, ως μη νόμιμη, με την παραδοχή ότι τα ως άνω περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία καταχρηστική, κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου.
Όμως, με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και επαναφέρε ενώπιον του Εφετείου με την έφεση του, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του, δεν είναι νόμιμη, το δε Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: " Με
την αριμθ. 353/1958 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσ/νίκης αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: "Εγκρίνει την αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματος της εδαφικής εκτάσεως εφ' ης διέρχεται η δια την αποχέτευσιν των ομβρίων υδάτων και προστασίαν εκ των πλημμύρων των κατοίκων του ανατολικού τομέως της πόλεως Θεσ/νίκης κατασκευαζόμενη περιφερειακή τάφρος εμβαδού,...
εκ τετραγωνικών μέτρων εκατόν οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δύο (108.562) το πρώτο...και εκ τετραγωνικών μέτρων εκατόν χιλιάδων εκατόν δέκα (100.110) το δεύτερον...,ήτοι τμήματος εκτάσεως συνολικής εκ διακοσίων οκτώ χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα δύο-".Η απόφαση αυτή μετά της αριθμ. 27031/9-9-1958 σύμφωνης γνώμης του Νομάρχη Θεσ/νίκης εγκρίθηκε με την αριθμ. 77668/1958 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών που δημοσιεύθηκε στο αριθμ. 281/τ.β'/21-10-1958 ΦΕΚ.
Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε κατεπείγουσα, υπέρ και με δαπάνες του Δήμου Θεσ/νίκης. Με την απόφαση αυτή απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά μόνον τα ακίνητα τα οποία καταλαμβάνονταν από την περιφερειακή τάφρο. Από το αριθμ. ΚΠ 26 ακίνητο καταλαμβάνονταν έκταση 184 τ.μ., οπότε αυτή μόνον θεωρείτο νομότυπα αναγκαστικά απαλλοτριωθείσα.
Επειδή, όμως, κατά την κατασκευή της περιφερειακής τάφρου κατελήφθησαν με την εναπόθεση χωμάτων εκσκαφής και ακίνητα μη απαλλοτριωθέντα και μάλιστα στον ανατολικό τομέα της πόλεως Θεσ/νίκης από γέφυρας οδού Θεσ/νίκης - Σέδες μέχρι χειμάρρου Πυλαίας και υπήρχαν διαμαρτυρίες των ιδιοκτητών των καταληφθέντων αυτών ακινήτων, ο Δήμος Θεσσαλονίκης με την αριθμ. 1020/12-10-1961 απόφαση του ενέκρινε την αναγκαστική απαλλοτρίωση "εδαφικής εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 95-755 Μ2...,εις ην περιλαμβάνεται η καταληφθείσα υπό των χωμάτων της τάφρου έκτασις ως και εναπομείναν και ακατάλληλον δι' ανοικοδόμηστν τμήμα οικοπέδου του οικοδομικού Συνεταιρισμού Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. "Η Σωτηρία" (αυτολεξεί απόφασης).
Η απόφαση αυτή υποβλήθηκε με την αριθμ. 66079/19-10-1961 αναφορά για σύμφωνη γνώμη στον Νομάρχη Θεσ/νίκης. Ο τελευταίος με την αριθμ. πρωτ.34.274 απόφαση του δέχθηκε τα εξής: "...εφόσον η υπό του Δήμου απόκτησις της εν λόγω εκτάσεως κρίνεται απαραίτητος, καλέσητε τους ιδιοκτήτας αυτής και επιδιώξητε την εξαγοράν υπό του Δήμου της εκτάσεως ταύτης δια τον ανωτέρω σκοπό.
Το μέτρον της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, ως γνωστόν εθεσπίσθη ιδία δια τας περιπτώσεις εκείνας καθ' ας οι ίδιοκτήται ακινήτων ων η πρόσκτησις υπό του Δήμου κρίνεται απαραίτητος δια την εκτέλεσιν έργων κοινής ωφελείας, δεν στέργουν να παραχωρήσουν ταύτα ή αξιούν τίμημα υπέρογκον. Εφ' όσον εξευρεθή τρόπος παραχωρήσεως προς τον Δήμον της εν λόγω εκτάσεως αντί ευλόγου τιμήματος, δεν θα παραστή ανάγκη αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ήτις αποτελεί το έσχατον μέτρον στερήσεως της ιδιοκτησίας".
Ενόψει της μη σύμφωνης αυτής γνώμης του Νομάρχη Θεσ/νίκης περί της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως που είχε αποφασίσει ο Δήμος Θεσ/νίκης και η οποία συνεπώς δεν ολοκληρώθηκε, ο τελευταίος κάλεσε τους ιδιοκτήτες των καταληφθέντων κατά τα άνω ακινήτων από χωμάτινους όγκους, να υποβάλουν αίτηση, έτσι, ώστε να αποζημιωθούν για την κατάληψη αυτή και να του παραχωρήσουν τη νομή των ακινήτων τους, άνευ κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.
Έλαβε δε ο Δήμος προς τούτο την αριθμ. 152/29-1-1962 απόφαση με την οποία "Α. Εγκρίνει την δια συμβιβασμού και απ' ευθείας καταβολήν προς τους νομίμως αναγνωρίσθησομενους ιδιοκτήτας των αποζημιώσεων δια τμήματα των αγρών των, τα καταληφθέντα υπό των χωμάτων των εναποτεθέντων κατά τας εργασίας εκσκαφής της περιφερειακής τάφρου και επί τη βάσει των τιμών μονάδος των καθορισθέντων υπό της Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, δια της υπ' αριθμ., δια τα αντίστοιχα τμήματα των ιδίων αγρών τα καταληφθέντα υπό της κοίτης της περιφερειακής τάφρου και υπό τον όρον ότι οι ίδιοκτήται των ανωτέρω αγρών, θέλουσι υποβάλωσι προς τον Δήμον υπευθύνους δηλώσεις δι' ων θα δηλούσι ότι αποδέχονται όπως αποζημιωθώσι δια τα τμήματα των αγρών των τα καταληφθέντα υπό των χωμάτων της περιφερειακής τάφρου...
και δια σύνολον τετραγωνικών μέτρων, όσων καθορίζει η ιδία Δ/νσις Τεχνικών Υπηρεσιών εις τους υπ' αυτούς συνταχθέντας και υπό ημερομηνίαν 5-11-1960 νέους κτηματολογικούς πίνακας... Β)Εγκρίνει όπως η αρμόδια υπηρεσία του Δήμου εισηγηθή εν καιρώ την αναγκαστική απαλλοτρίωσιν των τμημάτων αγρών των καταληφθέντων υπό των χωμάτων περιφερειακής τάφρου, δια την αποζημιωσιν των οποίων οι ιδιοκτήται των δεν αποδέχονται όπως αποζημιωθώσι με τας τιμάς μονάδος τας καθορισθείσας υπό της Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου, αλλ' αξιούν τίμημα υπέρογκον".
Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την αριθμ. 5231/1962 απόφαση του Νομάρχη Θεσ/νίκης. Κύριοι του ΚΠ 26 ακινήτου ήταν οι Γ. Δ. Ο., Α. Β. Μ. το γένος Δ. Ο., Σ. συζ. Α. Κ. το γένος Ν. Π., Κ. Π. Π., Σ. συζ. Α. Κ. το γένος Κ. Π....από κληρονομιά της δικαιοπαρόχου τους Ε. συζ. Δ. Ο. το γένος Η. Κ. στην οποία είχε περιέλθει επίσης, από κληρονομιά του κατά το έτος 1930 αποβιώσαντος πατρός της Η.
Κ.. Οι παραπάνω υπέβαλαν αίτηση με την οποία ζήτησαν να αποζημιωθούν για το αναγκαστικός απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 184 τ.μ. και για το καταληφθέν από χωμάτινους όγκους κατά την κατασκευή της περιφερειακής τάφρου αντί τιμήματος 300 δρχ. ανά τ.μ. που είχε καθορίσει η Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Θεσ/νίκης.
Οι παραπάνω, αφού με την αριθμ. 1551/1973 απόφαση αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως του τμήματος τους εμβαδού 184 τ.μ., που απαλλοτριώθηκε με την προαναφερόμενη αριθμ. 353/1958 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσ/νικης, εισέπραξαν με το αριθμ. 3117/11-1-1974 χρηματικό ένταλμα πληρωμής, την αποζημίωση που αντιστοιχούσε σ' αυτό και στο μη απαλλοτριωθέν, αλλά καταληφθέν τμήμα εμβαδού 3.424 τ.μ.
από χωμάτινους όγκους σύμφωνα με την αριθμ. 152/1962 προαναφερόμενη απόφαση, συνολικού ποσού 1.080.000 δρχ. (αφού παραιτήθηκαν από το ποσό των 2.400 δρχ.). Οι ίδιοι μάλιστα ζήτησαν με αίτηση τους προς το Υποθηκοφυλακείο Θεσ/νίκης τη μεταγραφή της σχετικής απόφασης για ολόκληρο το ακίνητο τους εμβαδού 3.608 τ.μ... Αφού οι συγκύριοι του ακινήτου, το έτος 1974 εισέπραξαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κ.
Π. Γ. την αποζημίωση παρέδωσαν τη νομή και κατοχή του ακινήτου στον Δήμο Θεσσαλονίκης ο οποίος ήδη το κατείχε με την εναπόθεση χωμάτων από το έτος 1959, και απεδύκθηκαν κάθε φυσικής εξουσίας επ' αυτού. Από το έτος 1974, ο Δήμος Θεσ/νίκης άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 3424 τ.μ.
όπως αυτό εμφαίνεται στο από 15-9-2006 τοπογραφικό διάγραμμα που είναι συνημμένο στην αγωγή... Συγκεκριμένα και μετά την ολοκλήρωση της περιφερειακής τάφρου η οποία περιήλθε βάσει του ν. 787/1970 στον ΟΑΘ, στο παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο καθώς και σε γειτονικά αυτού που αγοράσθηκαν από το Δήμο Θεσ/νίκης στα πλαίσια της παραπάνω αριθμ. 152/1962 αποφάσεως του, ο τελευταίος είχε εναποθέσει χώματα που χρησιμοποιήθηκαν έως και κατά το έτος 1984 για το "μπάζωμα" της παραλίας.
Στη συνέχεια, ο Δήμος μετέφερε σ' αυτό τις εγκαταστάσεις του Μηχανουργείου του. Εγκατέστησε επίσης, σ' αυτό και στα γύρω ακίνητα ένα συγκρότημα ασφαλτικών. Με απόφαση του έτους 1991....επελέγη ως χώρος κατασκευής του Σταθμού Μεταφόρτωσης των απορριμμάτων. Στη συνέχεια το έτος 1992 ο Δήμος δημοπράτησε το έργο αυτό προϋπολογισμού 840.000.000 δρχ.
Το έργο ολοκληρώθηκε το έτος 1995 και στοίχισε 1.400.000.000 δρχ. και έκτοτε στο επίδικο και στα γειτονικά ακίνητα λειτουργεί ο Σταθμός Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων. Στο επίδικο υπάρχει ένα μέρος του τμήματος του κτιρίου γραφείων, ο υποσταθμός της ΔΕΗ για τις ανάγκες του σταθμού Μεταφόρτωσης, υπόγειες δεξαμενές καυσίμων και η ζυγοπλάστιγκα.
Μάλιστα ο Δήμος για να αποκτήσει έξοδο από το επίδικο ακίνητο προέβη σε ανταλλαγή τμημάτων ακινήτων με τον ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου ονόματι Κ.. Ο Δήμος Θεσ/νίκης στις παραπάνω συνεχείς δίκατοχικές πράξεις προέβαινε με διάνοια κυρίου, για διάστημα μείζον της εικοσαετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από οποιονδήποτε τρίτον.
Μόλις το Μάρτιο του έτους 1994, εμφανίσθηκε για πρώτη φορά ο εναγόμενος στα γραφεία του ενάγοντος, για να διαμαρτυρηθεί, ενώ ουδεμία πράξη νομής είχε ενεργήσει στο επίδικο από τη σύνταξη του αριθμ. …/29-9-1990 συμβολαίου πώλησης της συμ/φου Θεσ/νίκης Ευαγγελίας Εμμανουήλίδου βάσει του οποίου αυτός (ο εναγόμενος) αγόρασε από τη Γ.
Φ. του Α. συζ. Σ. Α. το επίδικο, ο εναγόμενος κατέθεσε την από 4-7-1994 αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/νίκης περί ρυθμίσεως της προσωρινής νομής του επιδίκου. Με την αριθμ. 11/94 διάταξη του ο Εισαγγελέας, αφού έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τον δικαιούμενο στην κατοχή του επιδίκου, έκανε δεκτή εν μέρει την αίτηση και διέταξε την αποχή από κάθε εργασία επί του επιδίκου.
Η κατ' αυτής ανακοπή απορρίφθηκε με την αριθμ. 1/1995 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσ/νίκης. Έκτοτε, ο εναγόμενος σε ουδεμία ενέργεια προέβη επί του επιδίκου ούτε άσκησε τακτική αγωγή, ο δε ενάγων Δήμος παρά την ύπαρξη της εισαγγελικής διαταγής συνέχισε τις εργασίες κατασκευής του Σταθμού Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων.
Ούτε όμως οι εμφαινόμενοι....ως δικαιοπάροχοι του ενάγοντος....άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο. Ο εμφαινόμενος στα συμβόλαια αυτά ως απώτερος δικαιοπάροχος τους Δ. Π. καταδικάσθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης σε πολυετείς καθείρξεις για εγκληματική δραστηριότητα που συνίστατο στο ότι για να καταστήσει τον εαυτόν του κληρονόμο ακινήτων του Δημοσίου καθώς και άλλων τρίτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, "επινόησε και κατασκεύασε μία θεία εκ πατρός του προς την οποία έδωσε το όνομα Μ.
Δ. Γ.", η οποία τον κατέστησε δήθεν κληρονόμο της με ιδιόγραφη διαθήκη σε πολλά κληρονομιαία ακίνητα (και στο επίδικο). Η ιδιόγραφη δε αυτή διαθήκη για τους παραπάνω λόγους, κηρύχθηκε ανίσχυρη με την αριθμ. 331/1980 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας η δε κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε με την αριθμ. 3324/1989 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης.
Συνεπώς, βάσει των συμβολαίων αυτών οι δικαιοπάροχοι του εναγόμενου και αυτός δεν κατέστησαν κύριοι γιατί απέκτησαν παρά μη κυρίου. Ούτε όμως βάσει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αυτοί κατέστησαν κύριοι αφού ουδεμία πράξη νομής ενήργησε οποιοσδήποτε απ' αυτούς. Είναι φανερό ότι ο Ι. Μ., που με το αριθμ. .../1976 συμβόλαιο αγόρασε το επίδικο από τον Δ.
Π., αναγνωρίζοντας την ανυπαρξία του δικαιώματος κυριότητας αυτού επί του επιδίκου και θορυβηθείς από την εμπλοκή του πωλητή στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε και από τη δημοσιότητα που πήρε η σχετική δίκη "οικοπεδοφάγων" στα μέσα μαζικής ενημέρωσης με πρωτοσέλιδα αρκετών ημερών στον έντυπο τύπο, ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί του επιδίκου, ούτε εν συνεχεία οι κληρονόμοι του.
Μετά τις σκέψεις αυτές, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 3424 τ.μ. δεν απαλλοτριώθηκε και ο ενάγων Δήμος Θεσ/νίκης δεν κατέστη κύριος αυτού με συντέλεση απαλλοτριώσεως...Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέα η κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με συντέλεση απαλλοτριώσεως και πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης.
Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί η κύρια βάση της αγωγής που πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη... Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή όπως αναφέρθηκε στην αρχή είχε δύο βάσεις την κύρια τη στηριζόμενη στην κτήση κυριότητας με συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την επικουρική τη στηριζόμενη στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Σύμφωνα μ' όσα εκτέθηκαν...για το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, πρέπει το παρόν δικαστήριο μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, να εξετάσει και χωρίς ειδικό παράπονο την επικουρική βάση, η οποία δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως γιατί κρίθηκε ότι παρήλκε τότε η ερευνά της. Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο δεν δικάζει πλέον την έφεση, αλλά την αγωγή.
Πρέπει δε κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση και ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού αποδείχτηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1974 κατέλαβε το ακίνητο και το κατείχε έκτοτε έως την άσκηση της αγωγής, με διάνοια κυρίου, προβαίνοντας στις προαναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.
Πρέπει δε να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας βάσει τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, προεχόντως γιατί ούτε αυτός ούτε οι δικαιοπάροχοι του άσκησαν επ' αυτού πράξεις νομής επί του επιδίκου. Άλλωστε, οι πράξεις αυτές μετά την εκ μέρους του ενάγοντος κτήση κυριότητας το έτος 1994(1974 - 1994), δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε κτήση κυριότητας δεδομένου ότι μετά την ισχύ του ν.δ. 31/1968 τα ακίνητα του Δήμου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, αφού περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Θεσσαλονίκης απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσδιορίζοντας λεπτομερώς τις πράξεις νομής αυτού με διάνοια κυρίου επί 20 και πλέον έτη, μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ενώ απέκρουσε την άσκηση πράξεων νομής από τον αναιρεσείοντα και τους επικαλούμενους δικαιοπαρόχους του. Η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι από την αναιρεσιβαλλομένη δεν προκύπτει με σαφήνεια ο προκτήτωρ του επιδίκου, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε πρωτότυπα την κυριότητα του, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι το νεμήθηκε με τα προσόντα αυτά από το έτος 1974 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, χωρίς έτσι να χρειαστεί να προσφύγει σε συνυπολογισμό της νομής των προηγούμενων κυρίων. Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος .
Με τον 3ο λόγο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον 1) η αγωγή συζητήθηκε χωρίς να έχει γίνει εγγραφή της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ και 2) δεν προηγήθηκε η διαδικασία της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214Α ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος, διότι όπως βεβαιώνεται στο περιεχόμενο της οριστικής 17624/08 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (σελ. 10) αντίγραφο της αγωγής έχει καταχωρηθεί στα βιβλία διεκδικήσεων, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με το άρθρο 214Α παρ. 9 ΚΠολΔ το απαράδεκτο της συζήτησης λόγω παράλειψης της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς μπορεί να προταθεί και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως μόνο κατά τη συζήτηση της διαφοράς στον πρώτο βαθμό.
Με τον 4ο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί κτήσεως απ' αυτόν της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, αφήνοντας έτσι αίτημα του αδίκαστο. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, όπως ήδη παραπάνω εκτέθηκε, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον επίμαχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την παραδοχή ότι ούτε αυτός, ούτε οι δικαιοπάροχοι του άσκησαν ποτέ επί του επιδίκου πράξεις νομής.
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338,339,340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον 5° λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αυτός, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Λ.
Μ., τις φωτογραφίες του επιδίκου, τις καταθέσεις των μαρτύρων του και την από 11/9/02 απόφαση του Κτηματολογίου Θεσσαλονίκης. Όμως, όπως προκύπτει από τη την απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η από 20/2/10 τεχνική έκθεση του Α.
Μ. τοπογράφου-μηχανικού και η 594/22.2.10 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσ/κης της Κ. Τ. και του Σ. Ι. που ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου Δήμου Θεσσαλονίκης. Από τη γενική αυτή, αλλά και ειδική βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία ειδικά ανέφερε και την τεχνική έκθεση του Α.
Μ..
Συνεπώς, ο 5ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθές, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Με τον 6° και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα του 48216/30.8.2006 πιστοποιητικού του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο περίληψη της ένδικης αγωγής καταχωρήθηκε στα βιβλία διεκδικήσεως του ως άνω υποθηκοφυλακείου, στις 28/9/06, και του οποίου το περιεχόμενο το Εφετείο δέχτηκε ως αληθινό, παρά το ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν προχρονολογημένο, λαμβάνοντας άλλως υπόψη του έγγραφο που ο νόμος δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη υπονοώντας και την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.
α' ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι πολλαπλώς απορριπτέος. Κατ' αρχήν, διότι ενώ αφορά επικαλούμενη πλημμέλεια υπαρκτή στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα απ' αυτό ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως προβάλλεται, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τόσο διότι το επίμαχο πιστοποιητικό δεν ανήκει στα έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας για την ουσία της διαφοράς, τα οποία και μόνον έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όσο και διότι το Εφετείο δεν φέρεται να δέχτηκε κάτι διαφορετικό σχετικά με το γεγονός που βεβαιώνεται στο έγγραφο (εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων).
Τέλος, ούτε η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 στοιχειοθετείται, εφόσον το έγγραφο δεν προσβάλλεται, ως πλαστό (άρθρο 438 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όμως, μειωμένα, σύμφωνα με άρθρο 281 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/06), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/10/2010 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της 863/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ