Legislator Case Law & Legislation
1887/2011 AI generated

1887/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1887/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1887/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικαίωμα αυτό του μισθωτή, μπορεί να ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή ή και ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή απόδοση του μισθίου (ΑΠ 1839/1990, 167/1987 και 1425/86). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ).

Keywords

AI generated
reduction of salary thirteenth-month salary misappropriation of salary deductions low pay monthly pay redundancy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1887 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας, που εδρεύει στη Ρόδο με την επωνυμία, "Κ. Π. και Σία Ο.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Σμιγάδη και κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Φ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρίτο, που ανακάλεσε την από 16-8-2011 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 575 και 576 του ΑΚ που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 29 του ν. 813/1978 και άρθρο 44 του ΠΔ 34/1995) προκύπτει ότι ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε στο μίσθιο πραγματικό ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα, κατ' επιλογή, μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος.

Το δικαίωμα αυτό του μισθωτή, μπορεί να ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή ή και ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή απόδοση του μισθίου (ΑΠ 1839/1990, 167/1987 και 1425/86). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικαστικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τις αποδείξεις προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 28.7.1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ο ενάγων εκμίσθωσε στην εναγομένη εταιρεία μία αποθήκη εκτάσεως 300 τ.μ. που βρίσκεται στην περιοχή Τσαΐρι-Κοσκινού για χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.7.2005 με δυνατότητα παράτασης ενάμιση χρόνου για να χρησιμοποιηθεί ως αποθήκη ειδών διατροφής με κατασκευή ψυκτικών θαλάμων με δαπάνες του μισθωτή.

Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τα τρία πρώτα χρόνια σε 120.000 δραχμές και για τα υπόλοιπα τρία σε 200.000 δραχμές με προσαύξηση 8% ετησίως. Το κατάστημα από την αρχή της σύμβασης λειτουργούσε με εργοταξιακή παροχή ρεύματος και αυτό το γνώριζε η μισθώτρια εταιρεία με ημερομηνία λήξης της παροχής αυτής στις 26.7.2001.

Η παροχή του ρεύματος αυτού κάλυπτε τις ανάγκες της εναγομένης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με προφορική συμφωνία των διαδίκων το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε πριν την πάροδο της τριετίας ήτοι από τον Απρίλιο του 2001 σε 237.600 δραχμές. Τούτο αποδεικνύεται και από την με αριθμό 394461347 απόδειξη ταχυπληρωμής που απέστειλε η εναγομένη πάνω στην οποία ο νόμιμος εκπρόσωπός της γράφει με δικά του γράμματα ότι το κατατιθέμενο ποσόν των 475.200 δραχμών αφορά τα μισθώματα των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2001, χωρίς να αμφισβητείται το κείμενο αυτό και η υπογραφή του.

Αν και η εναγομένη έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου από τον Ιούνιο του έτους 2001 από δυστροπία σταμάτησε την καταβολή των μισθωμάτων. Ο ενάγων με την από 21.1.2002 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 25.2.2002. (βλ. την 3573/25.2.2001 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου) διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης και την κάλεσε εντός προθεσμίας δέκα ημερών να του καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα.

Η εναγομένη με την από 5.3.2002 εξώδικη απάντηση-δήλωση εξέθετε στον ενάγοντα ότι το μίσθιο ακίνητο στερείται κανονικής ηλεκτροδότησης και ότι με δικές της ενέργειες πέτυχε την παράταση της προσωρινής ηλεκτροδότησης για έντεκα ακόμη μήνες. Τον καλούσε δε εντός προθεσμίας δέκα ημερών να προβεί στην κανονική ηλεκτροδότηση του μισθίου διαφορετικά θα καταγγείλει τη μίσθωση και θα αποχωρήσει από το μίσθιο μετά την πάροδο των έντεκα μηνών.

Του δήλωσε δε ότι του προσφέρει τα μισθώματα τα οποία βρίσκονται στα χέρια του πληρεξούσιου δικηγόρου της. Ο ενάγων παρέλαβε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης το ποσόν των 3.485,74 ευρώ ως μισθώματα των μηνών από Ιούνιο του 2001 μέχρι και Μάρτιο του 2002. Τα παρέλαβε όμως με επιφύλαξη δηλώνοντας στην απόδειξη ότι τα οφειλόμενα μισθώματα ήταν συνολικού ποσού 8.864,19 €.

Ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω μη προσήκουσας καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων και μη καταβολής ακόμη των μισθωμάτων των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2002 συνολικού ποσού των οφειλομένων μισθωμάτων 8.841,69 € (5.733,45 + 2.408,24). Η εναγομένη όμως δεν κατέβαλε τα παραπάνω οφειλόμενα μισθώματα εντός προθεσμίας ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής και με τον τρόπο αυτό λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως (597ΑΚ).

Η εναγομένη δεν αρνείται ότι έκανε χρήση του μισθίου χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία του καταστήματος από την προσωρινή ηλεκτρική εργοταξιακή σύνδεση. Αλλά ούτε και προέβαλε περαιτέρω παραδεκτά την ένσταση μειώσεως του μισθώματος με τους προαναφερόμενους τρόπους, αλλά αυτοβούλως μετά την προφορική αναπροσαρμογή του μισθώματος από τον Απρίλιο του έτους 2001 σε 237.600 δραχμές το οποίο μίσθωμα κατέβαλε για δύο μήνες (Απρίλιο και Μάϊο) προχώρησε στη μείωση του προσδιορίζοντας αυτό στο αρχικό μίσθωμα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε ότι η εναγομένη έκανε χρήση του μισθίου ότι δεν δικαιολογείται η μη καταβολή του μισθώματος στη συνέχεια όμως δέχθηκε ότι δικαιολογείται η καταβολή μειωμένου μισθώματος λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, έσφαλε ως προς τη σωστή ερμηνεία του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η αγωγή και δικαστεί να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει στον ενάγοντα τη χρήση του μισθίου και να του καταβάλει το ποσόν των 8.141,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 575, 576 και 597 του ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν σ' αυτό και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, χωρίς να εξαίρει την αποδεικτική ισχύ κάποιου, δέχθηκε ότι παράνομα και αντισυμβατικά η αναιρεσείουσα προέβη ως μισθώτρια του αναφερομένου στην προσβαλλόμενη απόφαση μισθίου καταστήματος του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή χωρίς να προηγηθεί νεότερη συμφωνία επηρεάζουσα το ύψος του καταβαλλομένου μέχρι τότε μηναίου μισθώματος, μεταξύ αυτών ή δικαστική κρίση, σε μειωμένη καταβολή των μισθωμάτων των μηνών από Ιούνιο του 2001 έως το Μάρτιο του 2002 και σε μη καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2003, καίτοι χρησιμοποίησε ανενόχλητα το μίσθιο κατάστημα, χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία του μέχρι τότε από την υφισταμένη προσωρινή ηλεκτρική εργοταξιακή σύνδεσή του, περιστατικό που γνώριζε άλλωστε η αναιρεσείουσα ως μισθώτριά του.

Επομένως είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους και συνακόλουθα απορριπτέοι οι τα αντίθετα των ανωτέρω υποστηρίζοντες δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κα οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος - τελευταίος πρόσθετοι λόγοι από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως εννοούνται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, τα περιστατικά που προτείνονται από το διάδικο ως μισθωτή και συνιστούν την εκ του άρθρου 597 ΑΚ ένσταση, περί καταβολής μειωμένου μισθώματος λόγω μη διατήρησης της καταλληλότητας του μισθίου για τη συμφωνημένη χρήση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια εταιρία έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου καθόλη τη διάρκεια της μισθώσεως, χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία του από την προσωρινή ηλεκτρική εργοταξιακή σύνδεση του και εντεύθεν δεν υφίστατο ζήτημα για μείωση του μισθώματος λόγω ακαταλληλότητας του μισθίου.

Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για ακαταλληλότητα του μισθίου λόγω της προσωρινής ηλεκτροδότησής του, τον απέρριψε όμως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με την παραδοχή ότι η προσωρινή ηλεκτροδότησης του μισθίου καταστήματος, που ήταν γνωστή εξαρχής στη μισθώτρια, δεν επηρέαζε τη χρήση για την οποία συμφωνήθηκε με τη μεταξύ τους καταργηθείσα εμπορική μίσθωση. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ.β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Περαιτέρω κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολίας για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. πρωτ. 52844/05.12.2001 έγγραφο της ΔΕΗ Ρόδου που προσκόμισε σ' αυτό και επικαλέσθηκε η τότε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην παραδοχή της από 28.05.2002 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζονται και επικαλούνται οι διάδικοι". Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος (κύριος ή πρόσθετος) αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.2.2009 αίτηση και τους από 15.2.2011 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ