Legislator Case Law & Legislation
1887/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's judgment on debt recognition.

Case Number 1887/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a debt of 18 million drachmas. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning and distorted evidence, but the court found these claims inadmissible as they pertained to the evaluation of proof rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 20 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on lack of reasoning are inadmissible when they concern the evaluation of evidence, while distortions of court minutes regarding witness depositions are rejected as they do not constitute admissible grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evaluation of evidence lack of reasoning distortion of minutes legal costs debt recognition

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 535 para. 1 and 536 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 lit. a of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1887 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη.

Του αναιρεσιβλήτουΨ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 345/2004 μη οριστική και 536/2006 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υπόθεσης ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στην θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Παραδεκτά δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της αποφάσεως, δεν υπήρχε στον χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού τότε που δικάζονταν η έφεση του εναγομένου, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή του.

Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση του εναγομένου, ο οποίος παραπονείται γιατί έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, δίχως έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής και των αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 1.800.000 δραχμών με βάση την αναφερόμενη σ' αυτή (αγωγή) σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, επικουρικά δε να του επιδικασθεί το ποσό των 24.980.000 δραχμών κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 332/1998 προδικαστική απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της και διέταξε αποδείξεις περί των αμφισβητουμένων θεμάτων, ενώ απέρριψε αυτήν κατά την επικουρική βάση της ως απαράδεκτη, στη συνέχεια δε με την 183/2002 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση της (κυρία) ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Το Εφετείο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, κατόπιν εφέσεως του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου, διαμαρτυρομένου για την παραδοχή της αγωγής κατά την κυρία βάση της, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά την βάση της αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με το να πράξει έτσι το Εφετείο και να μη προχωρήσει, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της, στην εκ νέου έρευνα της επικουρικής βάσης αυτής, αφού δεν είχε ασκηθεί επικουρική έφεση ή αντέφεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κα ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την διαγραφή του τελευταίου εδαφίου αυτής με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι "ο εναγόμενος ανέλαβε προφορικά την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 18.000.000 δραχμ.

για την αξία των μηχανημάτων, επίπλων, σκευών, κερδών κ.λ.π. της εταιρείας", χωρίς να διατάξει αποδείξεις περί αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού,, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της 332/1998 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει, επί του ισχυρισμού αυτού τάχθηκε θέμα απόδειξης, το Εφετείο δε δεν είχε υποχρέωση έκδοσης παρεμπίπτουσας απόφασης προκειμένου να ταχθεί απόδειξη επί ζητήματος, για το οποίοτάχθηκε απόδειξη πρωτοδίκως.

Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσεστην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα έκρινε ότι ο αγωγικός του ισχυρισμός ότι ο αντίδικος του αναγνώρισε την οφειλή του προς αυτόν και ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλλει 18.000.000 δραχμές, είναι αβάσιμος, γιατί τέτοια συμφωνία ουδέποτε υπήρξε μεταξύ τους, παρά το γεγονός ότι τέτοια έλλειψη συμφωνίας δεν επικαλέσθηκε ο αντίδικος του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η αιτίαση αυτή δεν αναφέρεται σε ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του προαναφερομένου αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αρνητικό ισχυρισμό των θεμελιωτικών στοιχείων της αγωγής του.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτή, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν έχει νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της αναγνώρισης της οφειλής του εναγομένου προς αυτόν και της ανάληψης υποχρέωσης καταβολής ποσού 18.000.000 δραχμών.

Ο λόγος αυτός είναι κατά την πρώτη αιτίασή του, της έλλειψης δηλαδή αιτιολογίας, αβάσιμος, αφού, όπως από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αυτή έχει αιτιολογίες. Κατά τη δεύτερη δε αιτίασή του, της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ιδίου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Επομένως, ο πέμπτος (τελευταίος) λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 536/2006 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου Κρήτης, ως προς το περιεχόμενο της ανωμοτί κατάθεσης του αναιρεσείοντος, με το να δεχθεί περιστατικά διαφορετικά από αυτή που κατέθεσε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 536/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ