Supreme Court dismisses appeal for vague legal errors and failure to state material facts in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a tort claim. The appellant argued for a violation of substantive law but failed to specify the exact legal provision breached or the factual assumptions made by the lower court. The court ruled that such appeals must clearly articulate the specific legal error and the underlying facts relied upon by the trial court to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a violation of substantive law must explicitly state the specific provision breached, the interpretative error, and the factual premises accepted by the court of first instance to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1887 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1887/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 139/1999 μη οριστική, 119/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 294/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ.1 περ.α του Κ.Πολ.Δ.,η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Περαιτέρω, στο άρθρο 914 του Α.Κ. ορίζεται ότι, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι η ζημία του ενάγοντος, η ζημιογόνος συμπεριφορά του δράστη, δηλαδή πράξη ή παράλειψη αυτού παράνομη και υπαίτια και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με τη ζημία, ο οποίος συντρέχει όταν,κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική,η συμπεριφορά αυτή, στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι η έκθεση των περιστατικών που εξειδικεύουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και καθιστούν ορισμένη την εξ αυτής αγωγή πρέπει να ανταποκρίνεται στο αίτημα του συγκεκριμένου προσδιορισμού της ασκουμένης αξιώσεως. Επομένως, η παράλειψη στοιχείων που είναι επουσιώδη για τον ανωτέρω προσδιορισμό, δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (Α.Π.926/2004,Α.Π. 1190/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, με την από 7-7-1997 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, εκθέτει ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ήταν, εξ ημισείας, εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του αναφερόμενου δημοσίας χρήσεως βυτιοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου εκκενώσεως βόθρων, ότι, εκμεταλλευόμενοι κατά τον ανωτέρω προορισμό του το εν λόγω αυτοκίνητο, βάσει σχετικής συμβάσεώς τους, οδηγούσε τούτο ο εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε και τις σχετικές εισπράξεις, εκδίδοντας τα οικεία παραστατικά φορολογικά έγγραφα, ήτοι αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ή τιμολόγια, στο τέλος δε κάθε μήνα, αφού αφαιρούνταν από τα, βάσει των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων προκύπτοντα, έσοδα, τα έξοδα από την επιχειρηματική τους αυτή δραστηριότητα ,ήτοι ο μισθός και οι ασφαλιστικές εισφορές του εναγομένου και τα λειτουργικά έξοδα του αυτοκινήτου, μοιράζονταν το υπόλοιπο κατά το ήμισυ, ότι τα έτη 1992,1993 και 1994 ο εναγόμενος, πλήν των μεταφορών τις οποίες επραγματοποίησε με το άνω αυτοκίνητο και για τις οποίες εξέδωσε παραστατικά στοιχεία , πραγματοποίησε και 42,484 και 451 αντιστοίχως επί πλέον μεταφορές λυμάτων ,για τις οποίες δεν εξέδωσε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ή τιμολόγια, ότι για τις επί πλέον αυτές μεταφορές εισέπραξε δρχ.8.000 για εκάστη του έτους 1992 και συνολικά 336.000 δραχμές,11.000 δρχ.
για εκάστη του έτους 1993 και συνολικά 5.324.000 δρχ. και 11.000 δρχ. για εκάστη του έτους 1994 και συνολικά 4.961.000 δρχ., χωρίς να του αποδώσει το ήμισυ του ποσού τούτου, ήτοι 5.310.500 δραχμές, το οποίο του ανήκε, αλλά, αποκρύβοντας την είσπραξή του, λόγω μη εκδόσεως των ανωτέρω παραστατικών στοιχείων, το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, αιτείται δε την καταβολή του άνω ποσού.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή περιέχει όλα τα κατ άρθρο 216 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία και είναι ορισμένη, αφού εκτίθενται σ αυτή η, προσβλητική του δικαιώματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ήτοι η εκ προθέσεως παράνομη από αυτόν ιδιοποίηση των άνω χρημάτων του ενάγοντος, η ζημία του τελευταίου από την εν λόγω συμπεριφορά του εναγομένου, ανερχόμενη στο ποσό των 5.310.500 δρχ.
και ο αιτιώδης σύνδεσμος της άνω συμπεριφοράς με τη ζημία, αφού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή ,στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο τούτο αποτέλεσμα. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η αγωγή, μη διαλαμβάνουσα τους πελάτες στους οποίους αφορούσαν οι άνω επί πλέον μεταφορές, την αξία που αντιπροσώπευε κάθε απόδειξη παροχής υπηρεσιών, το εισόδημα που δηλώθηκε σε κάθε χρήση και το εισόδημα που εισέπραξε ο ενάγων σε κάθε χρήση, είναι αόριστη και το Εφετείο που απέρριψε την περί αοριστίας ένστασή του και δεν απέρριψε αυτήν (αγωγή) ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρ. 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.).Εν όψει του ότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως άνω στοιχεία ήταν επουσιώδη και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία για τον προσδιορισμό της με την αγωγή ασκηθείσης αξιώσεως και για την ιστορική θεμελίωση αυτής (αγωγής ),η οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι ορισμένη, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις και το με επίκληση προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα "πρόχειρο βιβλίο καθημερινών συναλλαγών" και ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 368 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ούτε για έλλειψη αιτιολογίας ή σιωπηρά απόρριψη του αιτήματος. Επομένως, η απόρριψη του περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.194/1998,Α.Π. 1548/1995,Α.Π.286/1993).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλει ότι το Εφετείο, με ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Από την προσβαλλομένη προκύπτει ότι το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απορρίφθηκε ως αόριστο, επαλλήλως δε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι το δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης. Ενόψει του ότι η απόρριψη του άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) τα μνημονευόμενα σ αυτή αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., ήτοι δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,502 παρ.2,506 παρ.1,577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι,αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ.1),δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., η ευδοκίμηση της αναιρέσεως(Ολομ.Α.Π. 27/1998,Ολομ.Α.Π. 32/1996).Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως κατ ουσίαν εν μέρει βάσιμη την κατ αυτού αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να εκθέτει στο αναιρετήριο τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για κατ' ουσίαν εν μέρει βάσιμο της αγωγής.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολομ.Α.Π. 32/1996,Α.Π.1568/2005).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά του περί επιδείξεως των επισήμων βιβλίων και στοιχείων που είχε εις χείρας του ο αναιρεσίβλητος. Εφόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 294/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ