Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no contradiction in lower court's reasoning regarding bank book excerpts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Piraeus. The appellant argued that the Court of Appeal's decision contained a contradiction between accepting the bank's failure to provide full commercial books and relying on specific contract clauses. The court found no such contradiction because the appellant, as a guarantor, had explicitly accepted the bank's right to rely on book excerpts and waived further proof of the debt. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lack of explicit contradiction in the lower court's reasoning regarding the admissibility of bank book excerpts does not constitute a ground for cassation, especially when the debtor has contractually accepted the bank's right to rely on such excerpts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1886 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τασινόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2780/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/4/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 8-4-2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ 365/24/8-4-2022) αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 282/9-4-2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 2780/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχαν απορριφθεί η ανακοπή του ανακόπτοντος κατά διαταγής πληρωμής και κατά της εκτελεστικής διαδικασίας καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
Μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το σκέλος της, που είχε δεχθεί ως ορισμένο το δεύτερο και τρίτο λόγο της ανακοπής, κρατήθηκε η υπόθεση και αφού δικάσθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά το ως άνω σκέλος της, απορρίφθηκε η ανακοπή, ως προς τους προαναφερόμενους λόγους της, ως αόριστη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3 Β περ.
δ' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλομένη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατά παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ): Μετά την από 30-3-2017 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εκδόθηκε η υπ' αριθ. ...-2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων, ως εγγυητής της υπ' αριθ. ...-1995 πιστωτικής σύμβασης, εξυπηρετούμενης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε συνάψει η ως άνω Τράπεζα με την πιστούχο πρώην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και ήδη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", υποχρεώθηκε με τους λοιπούς των καθ' ων η διαταγή πληρωμής (Β. Ο. και Φ. Ο., επίσης εγγυητές και μη διαδίκους εν προκειμένω) στην, εις ολόκληρον έκαστος, καταβολή του χρηματικού ποσού των 65.449,25 ευρώ, εντόκως από την 23-10-2013, ήτοι την επομένη της επίδοσης εξώδικης καταγγελίας στους καθ' ων, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας μέχρι την εξόφλησή του, ως οφειλόμενο κατάλοιπο της παραπάνω πιστωτικής σύμβασης κατά την 25-9-2012.
Την ακύρωση της υπόψη διαταγής πληρωμής, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-6-2017 ανακοπή του, και τους από 4-1-2018 προσθέτους λόγους αυτής, απευθυνόμενος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ισχυρισθείς μεταξύ άλλων:
α) ότι ακύρως εκδόθηκε η πληττόμενη διαταγή πληρωμής για το υπόλοιπο του επιδίκου αλληλοχρέου λογαριασμού, επειδή είχε εκδοθεί μεταξύ των αυτών διαδίκων με τις ίδιες ιδιότητες και για την ίδια αιτία, η υπ' αριθ. .../1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής του αναιρεσείοντος, απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, β) ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν οι δηλώσεις βουλήσεως που περιλαμβάνονται στις από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής, ότι συνιστούν νέα, διαφορετική νομική και ιστορική αιτία οφειλής και γ) ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη.
Επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2780/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής στο σύνολό τους και επικυρώθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής. Μετά την άσκηση της από 17-9-2018 έφεσης του ηττηθέντος ανακόπτοντος, ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 282/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (αναιρεσιβαλλομένη), με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, κατά το σκέλος της, που είχε δεχθεί ως ορισμένο το δεύτερο και τρίτο λόγο της ανακοπής, κρατήθηκε η υπόθεση και αφού δικάσθηκε κατά το ίδιο σκέλος, απορρίφθηκε η ανακοπή στο σύνολό της (ως προς τους προαναφερόμενους λόγους της, ως αόριστη και ως προς τους λοιπούς λόγους της, ως αβάσιμη).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1198/1997).
Η ταυτότητα, εξάλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου, είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ ισχύει, και, πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1025/1993).
Το δεδικασμένο ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ne bis in idem).
Mε τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1996, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 977/2015).
Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει, κατά τα αποτελέσματά της, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι αφενός δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ούτε με αγωγή ή με ένσταση, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού από τότε αποκτά, κατά ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου (633 παρ. 2 εδ.
γ' ΚΠολΔ), ισχύ δεδικασμένου και αφετέρου αποκλείεται με βάση τον κανόνα ne bis in idem ενόψει του κινδύνου της διπλής επιδίκασης και εκτέλεσης, αλλά και της έλλειψης εννόμου συμφέροντος για νέα μεταγενέστερη αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής για την ίδια αξίωση στηριζόμενη στην ίδια νομική και ιστορική αιτία.
Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων αλλά έννομη συνέπεια αυτών, που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 243/2018, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 856/2014).
Εξάλλου, ο από το πρώτο σκέλος της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 542/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 148/2025, ΑΠ 171/2024, ΑΠ 592/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 877/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 322 και 324 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι η υπ' αριθ. .../1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δεν απέκλεισε το δικαίωμα της δανείστριας Τράπεζας Alpha Bank να επιτύχει, με μεταγενέστερη αίτησή της, την έκδοση της νέας υπ' αριθ. .../2017 διαταγής πληρωμής κατά των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα, για την ίδια νομική και ιστορική αιτία.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με τις αιτιάσεις του πρώτου αναιρετικού λόγου δέχθηκε ότι: "Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ο ανακόπτων επαναφέρει τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του, ισχυριζόμενος ότι για την απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής έχει ήδη εκδοθεί η υπ' αριθ. .../1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος και του ιδίου υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής το ποσό των 22.132.099 δραχμών και ήδη 64.951,13 ευρώ, ως κατάλοιπο του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την 21-2-1997, και ότι αυτή κατέστη απρόσβλητη και εξοπλίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας ανακοπής του, με την υπ' αριθ. 1191/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Όπως, ωστόσο, προκύπτει από το κείμενο της άνω διαταγής πληρωμής, αυτή αφορούσε την απαίτηση της καθής σε βάρος του ανακόπτοντος, ως εγγυητή, όπως είχε διαμορφωθεί στις 21-2-1997, με βάση την κίνηση του συναφώς τηρηθέντος λογαριασμού και έχοντας προηγηθεί στις 10-9-1996 έγγραφη αναγνώριση χρέους εκ μέρους και του ιδίου.
Αντιθέτως, η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τις από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, δηλαδή διαφορετική νομική αλλά και ιστορική αιτία".
Από τις παραπάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία και δη ότι "η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τις από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, δηλαδή διαφορετική νομική αλλά και ιστορική αιτία", προκύπτει ότι το νόημα της απόφασης συνδυαζόμενης με το όλο ιστορικό, που αναφέρεται σ' αυτήν, είναι ότι ως αιτία της οφειλής του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, εννοείται η μία και μοναδική βασική σύμβαση πιστώσεως με αριθ. ...-1995 και οι πρόσθετες πράξεις αυτής, που είχαν προηγηθεί των από ...-2010 και ...-2011 προσθέτων πράξεων.
Με τις τελευταίες δύο πρόσθετες πράξεις ο αναιρεσείων απλώς, αναγνώρισε το ύψος της οφειλής και ρύθμισε αυτήν. Το Εφετείο, παρά την (ανακριβή) ως άνω διατύπωσή του, με το σύνολο των παραδοχών του δέχθηκε μία ενιαία αιτία οφειλής. Άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων στον υπό κρίση αναιρετικό λόγο δέχεται αφενός μεν ότι η αιτία της οφειλής του είναι μία, ενιαία, εκείνη που προέρχεται από την ως άνω υπ' αριθ. ...-1995 σύμβαση και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, όπως η απαίτηση της Τράπεζας διαμορφώθηκε εξ αυτών, μετά το κλείσιμο του λογαριασμού στις ...-2011, αφετέρου δε ότι δεν εξόφλησε ούτε εν όλω ούτε εν μέρει την απαίτηση αυτή, με συνέπεια το ποσό να οφείλεται με χρόνο βέβαια διαφορετικό, ήτοι εντόκως από την 23-10-2013, δηλαδή την επομένη ημέρα της επίδοσης της εξώδικης καταγγελίας στους καθ'ων.
Το γεγονός δε, ότι το Εφετείο ανέφερε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για διαφορετική νομική αλλά και ιστορική αιτία, δεν οδηγεί σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα. Η υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς εκδόθηκε σε βάρος των ιδίων προσώπων, ήτοι της πιστούχου εταιρείας "...
ΜΟΝ. ΕΠΕ" και των εγγυητών Β. Ο., του αναιρεσείοντος και της Φ. Ο. και ανεξαρτήτως της χρησιμοποιηθείσας άστοχης αιτιολογίας, αφορά το ίδιο χρέος, όπως αυτό βέβαια, είχε διαμορφωθεί σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός ισχυρισμός περί δεδικασμένου προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η Τράπεζα δεν ισχυρίστηκε ότι έχει δύο απαιτήσεις για την καταβολή αφενός μεν του χρηματικού ποσού των 64.951,13 ευρώ, δυνάμει της πρώτης διαταγής πληρωμής (.../1997), ως κατάλοιπο του επιδίκου αλληλοχρέου λογαριασμού στις 21-2-1997, αφετέρου δε, του ποσού των 65.449,25 ευρώ από τη δεύτερη διαταγή πληρωμής (.../2017), αλλά απλώς ενσωμάτωσε το προηγούμενο διάστημα στη εκδοθείσα νέα υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής με κλείσιμο του λογαριασμού στις ...-2011.
Άλλωστε, ούτε η απόφαση του Εφετείου αποφάνθηκε ότι υφίστανται δύο διαφορετικές απαιτήσεις της Τράπεζας.
Εξάλλου, ο κίνδυνος διπλής εκτέλεσης των δύο ως άνω διαταγών πληρωμής προβάλλεται αβασίμως από τον αναιρεσείοντα, διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ότι θεωρούνται εκκρεμείς σε βάρος του και οι δύο διαταγές πληρωμής, καθόσον η πρώτη εξ αυτών ενσωματώθηκε στη δεύτερη, αυτονοήτως δε, εκ τούτου, δεν βλάπτεται ο αναιρεσείων. Κατά συνέπεια, ο πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ρητά ή έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια των δηλώσεων βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία, που έδωσε, παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1971/2013, ΑΠ 1651/2013 ΑΠ 1134/2013).
Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη, όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173 και 200), πρέπει να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή είχε αμφιβολία ως προς την έννοια μιας δικαιοπραξίας, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες, το οποίο, ακολούθως, για τη βασιμότητα του λόγου αυτού, πρέπει να προκύπτει.
Ο έλεγχος της παραβίασης γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1520/2023, ΑΠ 2034/2022, ΑΠ 1544/2022, ΑΠ 354/2022, 1286/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 173, 361, 873, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ αιτιώμενος ότι το Εφετείο "με την προαναφερθείσα κρίση του ότι "η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τις από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, δηλαδή διαφορετική νομική αλλά και ιστορική αιτία" " προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως, που περιλαμβάνονται στις συγκεκριμένες πρόσθετες πράξεις, ενώ αν εφάρμοζε ορθώς τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, θα οδηγείτο στο ορθό συμπέρασμα ότι η αληθινή βούληση των μερών δεν ήταν να μεταβληθεί η αιτία της οφειλής ούτε να δημιουργηθεί νέα οφειλή. Συνεκδοχικά κατά τις αιτάσεις του αναιρεσείοντος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173, 361, 873, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ κρίνοντας ότι οι από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής συνιστούν νέα διαφορετική νομική και ιστορική αιτία οφειλής".
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος προβάλλεται αορίστως, αφού δεν είναι σαφές, ποιο ήταν το επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο προβαίνοντας στην επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία των συγκεκριμένων δύο προσθέτων πράξεων αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως της οφειλής. Ο ισχυρισμός δε ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής στηρίζεται σε διαφορετική νομική αλλά και ιστορική αιτία στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής στηρίζεται σε νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη αιτία. Δεν διέλαβε τέτοια αιτιολογία. Όπως προεκτέθηκε ήδη στον πρώτο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, ανεξάρτητα από τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε, αφού αναφέρθηκε στο ένα, υπαρκτό και μοναδικό χρέος, που αφορά την οφειλή, η οποία προέκυψε από την υπ' αριθ. .../1995 σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις, δεν ακριβολογούσε, όταν διατύπωνε ότι ήταν διαφορετική η νομική και η ιστορική αιτία της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Η χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν αποδίδει τη συνολική βούληση του Εφετείου. Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση με την μη ακριβολογία επί του προκειμένου, δεν αλλάζει το γενικό νόημα και κυρίως, δεν αναφέρει κάτι επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα.
Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπάρχει νομικό σφάλμα του Εφετείου, δεν είναι σαφές ποια ζημία υπέστη εκ τούτου ο αναιρεσείων. Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο ( ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου, επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος ( ΑΠ 1379/2023, AΠ 1346/2022, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 368/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία (ΑΠ 958/2019). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 733/2024, ΑΠ 732/2021, ΑΠ 1317/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση με αριθ. 282/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς αιτιώμενος ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του αυτός υποστήριξε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης είναι αβέβαιη και ανεκκαθάριστη, καθόσον στις 2-7-1996, μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία, συμφωνήθηκε, με πρόσθετη πράξη, μεταξύ της Τράπεζας, της πιστούχου εταιρείας και του Β. Ο., ως εγγυητή, αυξημένο επιτόκιο της πίστωσης, που είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθ. .../1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Επειδή δε η εγγύηση που είχε παράσχει ο ίδιος αφορούσε πίστωση με μικρότερο επιτόκιο, εκ των προτέρων γνωστό και ίσο με αυτό των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας, η μεταβολή του επιτοκίου σε κυμαινόμενο, προσαυξημένο κατά 3,5 μονάδες για βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, το οποίο θα διαμορφωνόταν ελεύθερα και μονομερώς από την Τράπεζα, με αόριστα κριτήρια και χωρίς τη σύμπραξη της πιστούχου εταιρείας, ήταν παράνομη, ουδέποτε την αναγνώρισε, δεν τον δεσμεύει και είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της, σε βάρος του, απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι οι από ...-2020 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής, καταρτίσθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 178 και 140 ΑΚ, διότι η Τράπεζα του απέκρυψε την από 2-7-1996 πρόσθετη πράξη μεταβολής του επιτοκίου, την οποία, αν ο αναιρεσείων γνώριζε, δεν θα συμφωνούσε στην αναγνώριση και τη ρύθμιση της οφειλής, με συνέπεια οι ως άνω δικαιοπραξίες αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής να είναι άκυρες. Οι ως άνω λόγοι της ανακοπής πρωτοδίκως απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, ενώ το Εφετείο τους απέρριψε ως απαράδεκτους λόγω της αοριστίας τους, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιόριζε ούτε το ποσό των τόκων με το οποίο επιβαρύνθηκε αντισυμβατικά ούτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, ενώ έπληττε τις πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής μόνο ως προς το κονδύλιο των τόκων, χωρίς να το προσδιορίζει για να διαπιστωθεί αν η τυχόν μερική ακυρότητά τους επιφέρει την εξ ολοκλήρου ακυρότητα των πρόσθετων πράξεων καθώς και αν η προκληθείσα σ' αυτόν πλάνη είναι πράγματι ουσιώδης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο αναιρεσείων με τον σχετικό τρίτο αναιρετικό λόγο του, διατείνεται ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αντιφατικά αφενός μεν ότι η Τράπεζα δεν όφειλε, για να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση, να προσκομίσει πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων, διότι αρκούσε η έγγραφη αναγνώριση του καταλοίπου του λογαριασμού με τις δύο πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης της οφειλής, δηλαδή έκρινε ότι η Τράπεζα ορθώς δεν προσκόμισε την πλήρη κίνηση του λογαριασμού, από την οποία ο αναιρεσείων θα μπορούσε να αποδείξει τη βλάβη του από την παράνομη αύξηση του επιτοκίου αφετέρου δε, θεώρησε έγκυρες τις παραπάνω πρόσθετες πράξεις και αναγνωρισμένη την οφειλή του αναιρεσείοντος, διότι αυτός δεν απέδειξε τη βλάβη του.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του επαναφέρει τον δεύτερο και τρίτο λόγο της ανακοπής του, ισχυριζόμενος αντίστοιχα ότι : α/η απαίτηση της αντιδίκου δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, διότι προέκυψε από επιτόκιο, το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της πιστούχου και της πιστοδότριας, δυνάμει της από 2-7-1996 πρόσθετης πράξης, στην οποία δεν έχει συμβληθεί ο ίδιος, τροποποιώντας τους όρους της σύμβασης πιστώσεως όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με την από 4-10-1995 πρόσθετη πράξη, για χρηματοδοτήσεις από το ειδικό κεφάλαιο της απόφασης ΝΕ 197/1978, στις οποίες και μόνον έχει συμβληθεί, και προέβλεπε μικρότερο επιτόκιο και συγκεκριμένα ίσο με αυτό των έντοκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας, της τελευταίας έκδοσης που προηγείτο-της έναρξης της κάθε περιόδου εκτοκισμού, πλέον προμήθειας 1% ετησίως, β/ οι από ...-2010 και ...-2011 πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, όπως και η συναφής από ...-2010 σύμβαση παροχής ενεχύρου- εκχώρησης απαίτησης, που συνήφθησαν μεταξύ αυτού και της καθής, είναι άκυρες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 140 του ΑΚ, δεδομένου ότι η καθής του απέκρυψε τη σύναψη της προαναφερθείσας από 2-7-1996 πρόσθετης πράξης με την οποία τροποποιήθηκε δυσμενώς το επιτόκιο της πίστωσης.
Αναφορικά με τις παραπάνω αιτιάσεις, αυτές πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστες και συγκεκριμένα η υπό στοιχ. α) αφού ο ανακόπτων αμφισβητεί απλώς το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσδιορίζει είτε το συγκεκριμένο ποσό τόκων, με το οποίο αντισυμβατικά επιβαρύνθηκε, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο υπολογισμός των τόκων με βάση τη σύμβαση και την πρόσθετη πράξη στις οποίες συμβλήθηκε, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, και η υπό στοιχ.
β) διότι ο ανακόπτων πλήττει τις πράξεις αναγνώρισης της οφειλής του ουσιαστικά μόνον ως προς το κατ'ιδίαν κονδύλια των τόκων που πεπλανημένα και κατόπιν απόκρυψης του επιτοκίου βάσει του οποίου είχε υπολογιστεί και στο οποίο δεν είχε ο ίδιος συμφωνήσει, από την καθής, χωρίς και πάλι να το προσδιορίζει, ως όφειλε, ώστε να διαπιστωθεί εάν η τυχόν μερική ακυρότητά τους, επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρων των πρόσθετων πράξεων, διότι αυτές δεν θα είχαν τυχόν επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος, καθώς και αν η προκληθείσα σε αυτόν πλάνη είναι πράγματι ουσιώδης (άρθρα 181, 141, 147 και 148 του ΑΚ).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, έσφαλε απορρίπτοντας τους συγκεκριμένους λόγους ως ουσιαστικά αβάσιμους, και πρέπει, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την ίδια εξουσία και ως προς την ανακοπή και μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στον νόμο ή στερείται των απαραίτητων στοιχείων για τη θεμελίωσή της, με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούντα (άρθρο 536 § 1 ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, επειδή δεν επιτρέπεται κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, αντικατάσταση της αιτιολογίας, που οδηγεί σε διάφορο ως προς το αποτέλεσμα διατακτικό (ΕφΘεσ 20/2012 ΕλλΔνη 2012.1361), και ακολούθως να απορριφθεί η ανακοπή, ως προς τους συγκεκριμένους λόγους της, ως αόριστη, δεδομένου ότι μια τέτοια απόφαση είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα".
Ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναφορικά με αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, με τις οποίες το Εφετείο απέρριψε ως αόριστες τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική διάταξη του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μόνο εάν, μεταξύ άλλων, το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο δηλαδή εκκαθαρισμένο, έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, ήτοι δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζει γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της διαταγής πληρωμής και συνεπώς, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για αντιφατική αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη της ως άνω δικονομικής διάταξης.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, σχετικά με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση των ειδικότερα ως άνω αναφερομένων αιτιολογιών του Εφετείου, είναι αβάσιμος καθόσον ουδεμία αντίφαση υπάρχει σ' αυτές. Το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ορθώς η Τράπεζα δεν όφειλε (για να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτησή της) να προσκομίσει πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων, διότι αρκούσε η έγγραφη αναγνώριση του καταλοίπου με τις δύο πρόσθετες πράξεις από ...-2010 και ...-2011, δεν αντιφάσκει με το γεγονός ότι θεωρεί έγκυρες τις ως άνω πρόσθετες πράξεις και αναγνωρισμένη την οφειλή του αναιρεσείοντος, διότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε τη βλάβη του, καθόσον αυτός, υπογράφοντας, ως εγγυητής την υπ' αριθ. .../1995 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, αποδέχθηκε, πέραν των λοιπών όρων και:
α) τον υπ' αριθ. 12 όρο της ως άνω σύμβασης, ο οποίος ορίζει ότι: "Η εκ του κλεισίματος της παρούσης πιστώσεως και του ή των δυνάμει ταύτης τηρουμένων λογαριασμών προκύπτουσα απαίτησις της Τραπέζης κατά του πιστούχου αποδεικνύεται δι' αποσπάσματος των βιβλίων της, εξηγμένου υπ' αυτής και εμφαίνοντος την από της τελευταίας αναγνωρίσεως του πιστούχου και εφ' εξής κίνησιν του ή των λογαριασμών της πιστώσεως και του υπολοίπου, του πιστούχου εις ουδεμίαν αμφισβήτησιν δικαιουμένου" καθώς και β) τον υπ' αριθ. 21 τελ.
εδάφ. όρο της ιδίας σύμβασης, κατά τον οποίο "πάσα οιαδήποτε και εν τω μέλλονται γενησομένη υπό του πιστούχου αναγνώρισις της οφειλής αυτού υποχρεοί και τον εγγυητή. Ο εγγυητής αποδέχεται από τούδε την μεταβολήν οιουδήποτε όρου της παρούσας συμβάσεως, ως επίσης και τον διά συμβάσεως μεταξύ Τραπέζης και πιστούχου περιορισμόν εν παντί χρόνω του ποσού της πιστώσεως".
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 8-4-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 282/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο ηττηθείς αναιρεσείων δεν πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε μεν στη συζήτηση με δήλωση, κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα καταδίκης του στη δικαστική της δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 282/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 08 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 06 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου