Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on public sector holiday bonuses for state-owned company employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting claims for holiday bonuses and leave pay. The appellant argued the company violated labor law by not paying these benefits, while the court found the entity remained part of the public sector through state-owned shareholding. Consequently, the court ruled that the company was correctly bound by the unified public sector salary scale, which excludes such bonuses, and the appeal was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an entity transitioning to private management criteria but retaining state shareholding remains subject to public sector regulations, rendering claims for specific private sector benefits inadmissible when the unified public salary scale applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1886 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1886/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 8η Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Τσιόγκα - Ευρυγένη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΔΕΘ-HELEXPO Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γκιθκοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 15546/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-2-2024 αίτησή του και τους από 22-3-2024 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 19-2-2024 αίτηση αναιρέσεως (3960/335/2024) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 15546/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 19-2-2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Επίσης ο αναιρεσείων άσκησε τον από 22-3-2024 (61/2024) πρόσθετο λόγο, που κατατέθηκε τη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου στις 26/3/2024 και επεδόθη εντός της νομίμου προθεσμίας (βλ. την ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας περιφερείας Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Τ. Ε.).
Συνεπώς έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (αρθ. 569 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενος με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, με την από 1-4-2021 με αριθ. κατ. 26/7546/2021 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίων, εξέθεσε ότι συνεδέετο με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία από το 2013 έπαυσε να υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και λειτουργούσε έκτοτε αποκλειστικά με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, όφειλε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 12.664,58 ευρώ ως διαφορές αποδοχών για δώρα Εορτών (Πάσχα, Χριστουγέννων) και επιδόματος αδείας από το 2016 και έως 29/3/2019, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 168/2022 οριστική απόφαση του, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για συνολικό ποσό 9.191,67 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάζοντος ως Εφετείο) την από 4-7-2022 με αριθ. κατ. 14045/11704/2022 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 15546/2023 απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση τυπικά και ουσιαστικά, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή.
1) Ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.
Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν.4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης...Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι αρχικά με το ν.4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού και θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%,η μείωση θα ήταν σταδιακή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς.
Ακολούθως, με το ν.4093/2012, από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (ΟλΑΠ 1/2021).
Τέλος, με τη διάταξη της περίπτωσης στ της παραγράφου 7 του ν. 4354/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 εξακολούθησε η υπαγωγή του προσωπικού των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στο μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (ΑΠ 1830/2022).
2) Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α 40/15-3-2010) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα µε οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή µε ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού ?ικαίου (Ν.Π.Ι.?.), που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή είναι δηµόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), µειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).
Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας µειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. ....Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 και 8 Ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α 65/6-5-2010) "6.
Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής:
α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε 500 ευρώ. Β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε 250 ευρώ. Γ) Το επίδομα αδείας, σε 250 ευρώ". Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου -βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο καταρχήν απρόσφορα και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 8/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ανωτέρω ν. 4093/2012 επήλθε κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 1022/2023), ορισθέντος ειδικότερα ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α. ... καταργούνται από 01.01.2013". Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου -χωρίς, πάντως, μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων- αναφέρεται ότι: "Με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για όλους τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, και των ΟΤΑ. Με τις ίδιες διατάξεις καταργούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας και για όλους τους υπαλλήλους και τους μισθωτούς των ΝΠΙΔ" (ΑΠ 7/2023).
3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 937/2022).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω παραδοχές, που συνάπτονται με τις αποδιδόμενες στους αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ: "Ο ενάγων εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης το 1996 κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 10 του Κανονισμού Προσωπικού και Λειτουργίας της ΔΕΘ και υπηρέτησε ως υπάλληλος μέχρι την 29.03,2019, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε ως Ν.Π.Δ.Δ. με τον νόμο 5184/1931, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον νόμο 2407/1953. Με το άρθρ. 27 του νόμου 735/1977 το ΝΠΔΔ "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης" καταργήθηκε και η νεοσύστατη "Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ΑΕ" υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργηθέντος νομικού προσώπου. ...Στη συνέχεια η ΔΕΘ Α.Ε. -μεταξύ των άλλων αναφερoμένων στο άρ. 1 παρ. 1 "Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών" - υπήχθη στις διατάξεις του ν. 2414/1996 και ονομάστηκε ως "δημόσια επιχείρηση".
Με τον Ν. 2687/1999 "Αναμόρφωση και συγχρονισμός της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης" σε συνδυασμό με την Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Μακεδονίας Θράκης με αριθ. 17337/ΔΕΚΟ 662/13.05.1999 (ΦΕΚ Β' 646/1999) και την Κ.Υ.Α. των ιδίων Υπουργών 21992/ΔΕΚΟ 781/28.05.1999 [ΦΕΚ Β' 1048/1999) η ΔΕθ ΑΕ του Ν. 735/1977 έπαυσε να υπάρχει και τη διαδέχθηκε σε όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της, η νέα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ"...
Στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου (1 του ν. 2687/1999) προβλέφθηκε ότι: "Το σύνολο των μετοχών της εταιρείας του παρόντος άρθρου ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο,, .... Με τις παρ. 3 και 7 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προβλέφθηκε ότι για το προσωπικό, που δεν θα μεταφερθεί στις υπηρεσίες των παραγράφων 1 και 3 ή στην εταιρεία του άρθρου 2 (HELEXPO), συνεχίζει να υπηρετεί με τους ίδιους όρους και την ίδια σχέση στη συσταθείσα με το άρ. 1 του ν. 2687/1999 εταιρία και εξακολουθούν να εφαρμόζονται για αυτό οι διατάξεις του ν. 735/1977, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του (παρόντος) νόμου (2687/1999).
Στη συνέχεια με το άρ, 12 του ν. 4109/2013 οι εταιρίες ΔΕΘ ΑΕ και HELEXPO ΑΕ συγχωνεύθηκαν με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Η επωνυμία της απορροφώσας εταιρείας ορίστηκε να είναι "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." με διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε.". Με την παρ. 18 του άρθρο 12 Ν. 4109/2013 ορίστηκε ότι : "Η απορροφώσα εταιρεία δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά και λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, του καταστατικού της και συμπληρωματικά, των διατάξεων του κ.ν, 2190/1920 και εξαιρείται από τις διατάξεις του ν., 3429/2005".
Με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21/21.2.2016) εισήχθη στην παρ. 18 η εξής ερμηνευτική διάταξη: "Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής η απορροφώσα εταιρεία δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα του ν. 2190/1994 (Α' 28) και δεν εφαρμόζονται σε αυτήν, καθώς και στις εταιρείες το Μετοχικό Κεφάλαιο των οποίων ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στην εταιρεία Δ.Ε.Θ. - HELEXPO Α.Ε., οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο, με εξαίρεση όσων ρητά ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Διατάξεις νόμων που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οργανισμούς ή φορείς, γενικά, του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν αφορούν στην παραπάνω εταιρεία, εκτός εάν ορίζεται ρητά ότι εφαρμόζονται και σε αυτή". Η ίδια παράγραφος τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 45 του Ν. 4605/2019 (ΦΕΚ Α 52), το οποίο ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 7 άρθρου 67 του αυτού νόμου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 235 παρ. 3 του Ν. 4610/2019 (ΦΕΚ Α 70) από τις 23.1.2013 ως εξής : "18.
Η απορροφώσα εταιρεία δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά και λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, του καταστατικού της και συμπληρωματικά, των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και εξαιρείται από τις διατάξεις του ν. 3429/2005 και από τις διατάξεις περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και σε κάθεπερίπτωση από τις διατάξεις του ν. 4412/2016 (Α' 147)".
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι και μετά την έναρξη ισχύος του ν, 4109/2013 η εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα) ΔΕΘ ΑΕ συνέχισε να εφαρμόζει επί του προσωπικού της τις διατάξεις του ν. 2687/1999 με το σκεπτικό ότι αυτές δεν καταργήθηκαν από τον Ν. 4109/2013. Το προσωπικό της εξακολούθησε να υπηρετεί με τους ίδιους όρους και την ίδια σχέση, με τους οποίους υπηρετούσαν στη συσταθείσα με το άρ. 1 του ν, 2687/1999 εταιρία και συνέχισαν να εφαρμόζονται για αυτό οι διατάξεις του ν. 735/1977.
Μοναδικός μέτοχος της εναγόμενης παρέμεινε από την ίδρυση της με τον ν. 735/1977 έως την 1.1.2018 το Ελληνικό Δημόσιο. Στην παρ. 1 του άρ. 197 του ν. 4389/2016 προβλέφθηκε ότι το σύνολο των μετοχών κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου στις "δημόσιες επιχειρήσεις" που απαριθμούνται στα Παραρτήματα Δ\ Ε" και ΣΤ", τα οποία αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του παρόντος νόμου, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στην "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.".
Επισημαίνεται ότι κατά το άρθρο 380 παρ, 20 του Ν.4512/2018 (ΦΕΚ Α 5) η ισχύς της παρ. 1 του άρθρου 197 αρχίζει την 1.1.2018. Επομένως, δυνάμει του άρθρου 197 του Ν. 4389/2016 το σύνολο, των μετοχών - κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου - στη Δ.Ε.Θ. Α.Ε. μεταβιβάστηκε στην "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε." (ΕΕΣΥΠ). Στο άρθρο 187 του ν. 4389/2016 προβλέπεται ότι "1.
Το μετοχικό κεφάλαιο της (ανωτέρω) Εταιρείας ανέρχεται σε σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) ευρώ.... Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας καλύπτεται στο σύνολο του από το Ελληνικό Δημόσιο. 2. Οι μετοχές της Εταιρείας είναι μη μεταβιβάσιμες. Ενόψει του ότι η λειτουργία της και των άμεσων θυγατρικών της, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 188 του παρόντος νόμου, εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό, οι μετοχές της Εταιρείας, οι μετοχές των άμεσων θυγατρικών της, καθώς και οι τίτλοι που ενσωματώνουν το κεφάλαιο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του ν. 3864/2010 (Α" 119) ("ΤΧΣ") αποτελούν πράγματα εκτός συναλλαγής κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα.,,,.
Στο άρθρο 185 του ν. 4389/2016 προβλέπεται ότι : "1. Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Συστήνεται για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό....". Επισημαίνεται ότι αν και στον ν. 4109/2013 αναφερόταν ότι η ΔΕΘ. Α.Ε. δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρά ταύτα το σύνολο των μετοχών της ΔΕΘ Α.Ε.
μεταβιβάστηκε εκ του Ελληνικού Δημοσίου στην "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε." ως δημόσια επιχείρηση ευρύτερου του δημοσίου τομέα. Στην παρ. 1 του αρ. 197 του ν, 4389/2016 προβλέφθηκε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι "1. Το σύνολο των μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στις "δημόσιες επιχειρήσεις" που απαριθμούνται στα Παραρτήματα Δ', Ε' και ΣΤ', τα οποία αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του παρόντος νόμου, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στην Εταιρεία" η δε εκκαλούσα (ΔΕΘ Α.Ε.) περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΣΤ' ως δημόσια επιχείρηση.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διοίκηση της εκκαλούσας έθεσε από το 2013 και εξής ερωτήματα στις εποπτεύουσες αρχές και αναζήτησε απαντήσεις ως προς το εύρος της υπαγωγής ή της εξαίρεσης της από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα γενικότερα και για τις εφαρμοστέες διατάξεις σχετικά με τη μισθοδοσία του προσωπικού της ειδικότερα.
Το ομολογουμένως δυσχερές ζήτημα για το αν η ΔΕΘ Α.Ε. συνέχισε να συνιστά "δημόσια επιχείρηση" μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4109/2013 αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και στη Βουλή, όπου τέθηκε σχετικό ερώτημα με αριθ. πρωτ. ερωτήσεων 4271/05.11.2014. Επί του ερωτήματος αυτού το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης εξέδωσε τη με αριθ.
πρωτ. ....2014 απάντηση του, στην οποία -προσκομιζόμενη με επίκληση - αναφέρεται το συμπέρασμα ότι παρά τη ρητή εξαίρεση από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και από τις διατάξεις του ν. 3409/2005, που επιχειρήθηκε με τη ρύθμιση της παραγράφου 18 του άρθρου 12 του ν. 4109/2013, η οποία θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι έγινε για λόγους ευελιξίας της εταιρίας και βούλησης να λειτουργήσει αυτή με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, η ΔΕΘ ΑΕ υπάγεται ουσιαστικά στις διατάζεις του κεφ.
Α του ν. 3429/2005 για τις δημόσιες επιχειρήσεις, τις μη εισηγμένες στη χρηματιστηριακή αγορά και η αποσαφήνιση της μορφής και του πλαισίου λειτουργίας της πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής πρόβλεψης. Η στάση της Πολιτείας ως προς το ζήτημα δεν υπήρξεσταθερή ούτε στο πλαίσιο των μέτρων που ελήφθησαν για την αποτροπή εξάπλωσης της πανδημίας Covid.
Οι εργαζόμενοι στην εκκαλούσα κρίθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού, όπως οι εργαζόμενοι του ευρύτερου δημοσίου τομέα, με την υπ' αριθ. οικ. 16073/287 (ΦΕΚ Β 1547/22.04.2020) ΚΥΑ, ως εργαζόμενοι ειδικής κατηγορίας, αλλά στη συνέχεια με την υπ' αριθ. οικ 18657/370 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 1863/15.05.2020) εξαιρέθηκαν των μέτρων στήριξης και αντιμετωπίστηκαν στο εξής ως εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, λαμβάνοντας τις αποζημιώσεις ειδικού σκοπού ή εντασσόμενοι στο πρόγραμμα ΣΥΝεργασία. ...Στην παρ. 6 του άρ. 21 του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ Α 128/3.8.2010) προβλέφθηκε ότι : "Δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που διέπονται από "ειδικά καθεστώτα", όπως οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες έχουν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1993 (ΦΕΚ 112 Α)".
Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3867/2010 διαλαμβάνεται ότι "με την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 21, η οποία έχει "ερμηνευτικό" χαρακτήρα, διευκρινίζεται ότι δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 3833/2010, που αφορούν τη διαμόρφωση της εισοδηματικής πολιτικής για το 2010, φορείς του δημοσίου που διέπονται από "ειδικά καθεστώτα", όπως οι ανώνυμες εταιρείες που είχαν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1991 και αναφέρεται ως παράδειγμα η "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α Ε". ....
Στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν, 1955/1991, ιδρυτικού της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α,Ε. προβλέπεται ότι "2. Η Εταιρεία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες πουάμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο, πλην των ρητά οριζομένων στον παρόντα νόμο εξαιρέσεων.
Η εταιρεία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και ισχύουν και σ' αυτήν οι κείμενες διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές". Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διατύπωση προσομοιάζει σ' αυτήν της παρ. 18 του άρ. 12 του ν. 4109/2013, που αφορά στην ΔΕΘ Α.Ε. και στην οποίο προβλέπεται, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ότι "18. Η απορροφώσα εταιρεία δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κάθε φορά και λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, στο πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος νόμου, του καταστατικού της και συμπληρωματικά, των διατάξεων του κ.ν, 2190/1920 και εξαιρείται από τις διατάξεις του ν. 3429/2005 και από τις διατάξεις περί δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, και σε κάθε περίπτωση από τις διατάξεις του ν. 4412/2016"....
Η διοίκηση της εκκαλούσας ΔΕΘ Α,Ε. έκρινε ότι μετά την εισαγωγή της παρ. 18 του άρθρο 12 Ν. 4109/2013, η ΔΕΘ ΑΕ εξαιρέθηκε νομοθετικά από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προκειμένου να απαλλαγεί από τις δεσμεύσεις, που θέτουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 3429/2005 και του ν, 4412/2016, ώστε να καταστεί περισσότερο "ευέλικτη" στη λειτουργία της και να μπορεί να ανταγωνιστεί τις ιδιωτικές εταιρίες, που δραστηριοποιούνται στον εκθεσιακό κλάδο, αλλά με δεδομένο ότι εξακολουθούσε να ανήκει στο Κράτος, η μισθοδοσία των υπαλλήλων της καταλαμβανόταν από τις περικοπές που προβλέφθηκαν στην παρ. 6 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 και ότι με την εισαγωγή της διάταξης της παρ. 18 του άρθρο 12 Ν. 4109/2013 δεν δόθηκε στην εκκαλούσα (ΔΕΘ Α.Ε.) πλήρης αυτονομία ως προς την εν γένει οικονομική της διαχείριση, η δε εξαίρεση της από τις διατάξεις που αφορούν τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ισχύει μόνο στον βαθμό, που αυτό προκύπτει ευθέως από τον Ν. 4109/2013 και τις προγενέστερες αυτού και μη καταργηθείσες από αυτόν διατάξεις νόμων που αφορούν τη ΔΕΘ ΑΕ.
Αντιθέτως, όσον αφορά την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας που προβλέφθηκε στον ν. 4093/2012 η διοίκηση της ΔΕΘ Α.Ε. έκρινε ότι η σχετική διάταξη δεν καταλάμβανε τις ανήκουσες στο κράτος εταιρίες που λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτό συνέχισε να εφαρμόζει καθ' όλο τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο τη διάταξη της παρ. 6 του άρ. 3 του ν. 3845/2010 και να καταβάλει τα επιδόματα εορτών και αδείας μειωμένα σύμφωνα με αυτήν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι εκφεύγει του αντικειμένου της παρούσας δίκης το ζήτημα αν η εκκαλούσα ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις σχετικές με την κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας του ν. 4093/2012 και τούτο, διότι αντικείμενο της δίκης είναι η διαφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας άνω των 500 ευρώ για το δώρο Χριστουγέννων και άνω των 250 ευρώ για το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας, ενώ ούτε η εκκαλούσα ούτε ο εφεσίβλητος αμφισβητούν τη νομιμότητα της καταβολής των ανωτέρω ποσών (των 500 και 250 ευρώ) η δε επίδικη διαφορά εστιάζεται στο ότι ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) υποστηρίζει ότι η εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα) όφειλε να καταβάλει επιπλέον των καταβληθέντων (ποσών των 500 και 250 ευρώ) και τη διαφορά ανάμεσα στα καταβληθέντα ποσά και σ' αυτά που θα καταβάλλονταν με την εφαρμογή των κοινών διατάξεων του εργατικού δικαίου, ενώ η εκκαλούσα υποστηρίζει άτι δεν υποχρεούτο να καταβάλει περισσότερα από τα καταβληθέντα.
Η λύση που προκρίνεται ως ορθότερη από το Δικαστήριο στο δυσχερές τούτο ζήτημα πρέπει να στηριχθεί στην παραδοχή ότι παρά τη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση στην παρ. 18 του άρ. 12 του ν. 4109/2013 διατύπωση και στην ερμηνευτική αυτής διάταξη που εισήχθη με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 4368/2016, η ΔΕΘ Α,Ε. δεν απέβαλε τα χαρακτηριστικά της δημόσιας επιχείρησης ειδικού καθεστώτος, καθόσον καθ' όλον τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο (από 1,1.2016 έως 29.3.2019) εξακολουθούσε να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον όλες οι μετοχές της ανήκαν σ' αυτό μέχρι την 1.1.2018 και από 1.1.2018 το σύνολο των μετοχών της μεταβιβάστηκαν εκ του Ελληνικού Δημοσίου στην "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε." ως δημόσια επιχείρηση ευρύτερου του δημοσίου τομέα, το δε μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας ανήκε και πάλι στο Ελληνικό Δημόσιο και οι μετοχές του είναι μη μεταβιβάσιμες.
Το Ελληνικό Δημόσιο εδύνατο να ασκεί επ' αυτής και ασκούσε πραγματικά "αποφασιστική επιρροή", προεχόντως λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο άμεσα μέχρι την 1.1.2018 και έμμεσα από την 1.1.2018, ορίζοντας τη Διοίκηση της, ενώ και ο σκοπός της ουδέποτε έπαψε να αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Ως εκ τούτου η εναγόμενη δεν όφειλε να καταβάλλει στον ενάγοντα ποσά μεγαλύτερα από τα καταβληθέντα των 500 ευρώ ετησίως για το δώρο Χριστουγέννων και των 250 ευρώ ετησίως για το δώρο Πάσχα και των 250 ευρώ ετησίως το επίδομα αδείας...
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με την από 1.9.2013 και την από 2.1.2017 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που υπέγραψαν η εκκαλούσα και η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων, συμφωνήθηκε με το άρθρο 8 η καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία υπολογίζονται(κατά τη χρησιμοποιηθείσα διατύπωση), όπως προβλέπεται "από την κείμενη νομοθεσία".
Η παραπομπή στην "κείμενη νομοθεσία" ερμηνεύτηκε από την εκκαλούσα ως παραπομπή στη διάταξη της παρ. 6 του άρ. 3 του ν. 3845/2010, ενώ από τον ενάγοντα ως παραπομπή στην κοινή εργατική νομοθεσία, που διέπει τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Σε κάθε περίπτωση βάσει της προαναφερθείσης παραδοχής του Δικαστηρίου ότι ετύγχανε εφαρμογής η διάταξη της παρ. 6 του άρ. 3 του ν. 3845/2010, οποιαδήποτε περί του αντιθέτου πρόβλεψη ΣΣΕ εργασίας για καταβολή μεγαλύτερων επιδομάτων εορτών και αδείας θα ήταν ανίσχυρη ως αντίθετη στη ρητή - σχετική με τις ΣΣΕ - πρόβλεψη της ανωτέρω διάταξης.
Επιπλέον, με το άρ. 9 των ανωτέρω ΣΣΕ συμφωνήθηκε αυτολεξεί ότι: "Στο προσωπικό που. εργάζεται, στην Εταιρία συνεχίζει να χορηγείται έκτακτο βοήθημα για την αγορά αγαθών πρώτης ανάγκης για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, Το ύψος του ποσού του εκτάκτου βοηθήματος για κάθε έτος θα καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ.
της Εταιρίας. Η συγκεκριμένη παροχή χορηγείται ανελλιπώς στους εργαζόμενους της Εταιρίας από το έτος 2000 και η δαπάνη προβλέπεται στον προϋπολογισμό της Εταιρίας. Στους εργαζόμενους χορηγείται έκτακτο εφάπαξ βοήθημα παραθέρισης τέκνων για τους εργαζόμενους που έχουν τέκνα μέχρι και δεκαοκτώ ετών. Το ύψος του επιδόματος για κάθε έτος θα καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ.
της εταιρείας. Το συγκεκριμένο επίδομα χορηγείται ανελλιπώς στους εργαζόμενους της εταιρείας από το έτος 1973 και η δαπάνη προβλέπεται στον προϋπολογισμό που απέστελλε η εταιρεία για έγκριση στο Υπουργείο Οικονομικών. Οι ανωτέρω παροχές είναι κοινωνικού, μη μισθολογικού χαρακτήρα, είναι ελευθέρως ανακλητές με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και δεν συνυπολογίζονται στις τακτικές αποδοχές των εργαζομένων".
Εκφεύγει του αντικειμένου της δίκης το αν η συνομολόγηση του σχετικού όρου στις ανωτέρω ΣΣΕ και η καταβολή των ανωτέρω χαρακτηριζόμενων ως "κοινωνικών παροχών" ήταν συμβατή με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του ν. 3845/2010 και του ν. 4093/2012, καθόσον κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της καταβολής τους.
Κατά την πεποίθηση του Δικαστηρίου οι εν λόγω παροχές ναι μεν προβλέπονταν σε ΣΣΕ ήδη από το 2000 και από το 1973 αντίστοιχα, πλην όμως το ύψος τους αυξήθηκε από το έτος 2010 και εξής, για να αμβλύνει τις συνέπειες της περικοπής των επιδομάτων δυνάμει του ν. 3845/2010. Ο ενάγων εισέπραξε κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο - επιπλέον των ποσών των 500 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων και των ποσών των 250 ευρώ για το δώρο Πάσχα και των 250 ευρώ για το επίδομα αδείας - το ποσό των 306,19 ευρώ που έλαβε τον Απρίλιο του 2016 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Πάσχα", το ποσό των 489,69 ευρώ που έλαβε τον Δεκέμβριο του 2016 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Χριστουγέννων", το ποσό των 346,08 ευρώ που έλαβε τον Απρίλιο του 2017 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Πάσχα", το ποσό των 901,88 ευρώ, που έλαβε τον Δεκέμβριο του 2017 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Χριστουγέννων", τα ποσό των 335,35 ευρώ, που έλαβε τον Απρίλιο του 2018 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Πάσχα", το ποσό των 1.262,62 ευρώ, που έλαβε τον Δεκέμβριο του 2018 ως "έκτακτο κοινωνικό επίδομα Χριστουγέννων".
Το ανωτέρω αναφέρονται, για να καταδειχθεί ότι η διοίκηση της εναγόμενης επιχείρησε να αμβλύνει τις συνέπειες από τις περικοπές στα δώρα και επιδόματα με τον τρόπο που ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα προαναφερθέντα, τις σχετικές μ' αυτά διατάξεις των ν. 3845/2010 και 4093/2012 και επιπλέον με την καταβολή των "οικειοθελών κοινωνικών παροχών" που προαναφέρθηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο από 1.1.2013 έως 29.3.2019 δεν ετύγχανε εφαρμογής για το προσωπικό της εναγόμενης η νομοθεσία του κοινού εργατικού δικαίου και επομένως ο ενάγων δεν εδικαιούτο την επίδικη διαφορά για τα δώρα Χριστουγέννων, δώρα Πάσχα και επιδόματα αδείας του εν λόγω χρονικού διαστήματος".
Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό λόγο της κρινομένης αιτήσεώς του, μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία των προαναφερομένων (στο σκεπτικό της προσβαλλομένης) διατάξεων, ιδίως δε αυτής του άρθρου 12 παρ. 18 Ν. 4109/2013, που ορίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη "δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας".
Επίσης με τον πρόσθετο λόγο αιτιάται ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τις κανονιστικές διατάξεις των από 1-9-2013 και 2-1-2017 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, διότι μετά την κατάργηση του άρθρου 29 Ν. 4024/11 (με άρθρο 34 Ν. 4354/2015) δεν υφίσταται πλέον απαγόρευση ως προς την κατάρτιση τους. Ως αποτέλεσμα δε της, κατά τον αναιρεσείοντα, ευθείας αυτής παραβάσεως του Νόμου (αρθ. 559 αρ. 1 ΚπολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε την κοινή εργατική νομοθεσία και έτσι εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις (διαφορές) για επιδόματα εορτών και αδείας.
Οι λόγοι όμως αυτοί είναι αμφότεροι αβάσιμοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις ανωτέρω σαφείς, αναλυτικές και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε τον Νόμο σε σχέση με το νομικό καθεστώς της αναιρεσίβλητης εταιρίας, ως δημόσιας επιχείρησης (σύμφωνα και με εκτιθέμενα στην με αρ. 1 νομική σκέψη), διότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα εξακολουθούσε να ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ευθέως μεν έως 1.1.2018, εμμέσως δε μετά την 1.1.2018, οπότε το σύνολο των μετοχών της μεταβιβάστηκε στην "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.", το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανήκε και πάλι στο Ελληνικό Δημόσιο.
Ως εκ τούτου ορθώς εκρίθη ότι το προσωπικό της αναιρεσίβλητης εντάχθηκε από 1-1-2013 στο ενιαίο μισθολόγιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ν. 4024/2011), το οποίο δεν προβλέπει καταβολή δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη με αρ. 2 νομική σκέψη.
Συνεπώς τυγχάνει ανίσχυρη κάθε τυχόν αντίθετη πρόβλεψη των ως άνω ΣΣΕ (οι οποίες πάντως στο άρθρο 9 προβλέπουν απλώς ότι η καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων γίνεται κατά την "κειμένη ελληνική νομοθεσία"), διότι αυτές, σε κάθε περίπτωση, δεν υποχρεώνουν την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των επιπλέον (πέραν των οικειοθελώς καταβληθέντων) ποσών που αιτείται ο αναιρεσείων. Το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδόλως απεφάνθη ότι οι κοινωνικοί εταίροι δεν είχαν -γενικώς- δικαίωμα καταρτίσεως επιχειρησιακής ΣΣΕ, ως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων (με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως), αλλά ορθώς έκρινε ότι τυχόν αντίθετη ρύθμιση επί του συγκεκριμένου ζητήματος (ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας) είναι ανίσχυρη, ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Τέλος πρέπει, για την πληρότητα της αποφάσεως, να σημειωθεί ότι εν προκειμένω δεν πλήττεται με ειδικό λόγο αναιρέσεως η επάλληλη (επικουρική) σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (ΑΚ 281), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα οι παραπάνω προβαλλόμενοι λόγοι να καθίστανται, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελείς (ΑΠ 1026/2021, ΑΠ 437/2011).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, που δεν περιέχουν άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθούν στο σύνολο τους. Τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ' αριθ. 15546/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ύψους χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ